You are currently viewing Ήταν απόγευμα κι εγώ περίμενα να αρχίσει η βροχή, από τη Μαρία Σωτηροπούλου

Ήταν απόγευμα κι εγώ περίμενα να αρχίσει η βροχή.

Θα πάω στη θάλασσα.

Είπα.

Πολύ σοβαρά.

Γίνομαι ώρες ώρες απόλυτη προς την έξοδο μου.

Δεν πήρα καπέλο.

Πήρα τσιγάρο κι αναπτήρα.

Ο Μάκης,το αδέσποτο που βρήκε σπίτι στο σπίτι της θείας μου, ήρθε κοντά μου.

Έλα μαζί μου του λέω.

Πάμε στη θάλασσα.

Έκανε τρία τέσσερα βήματα μαζί μου, κουνώντας την ουρά του.

Εγώ με μπουφάν και κασκόλ, είχε ψύχρα ο καιρός, κι αναμενόταν βροχή.

Αναμενόμενη εδώ και καιρό.

Διάλεξε τη νύχτα της Αναστάσεως ή την διαλέξαμε.

Με κάποιο τρόπο όλοι.

Άλλος κοιτώντας προς τα κύματα, άλλος την ώρα που έβαζε δάφνη στο φαγητό, άλλος μη μιλώντας, μη λέγοντας τίποτα κι αυτή η βροχή, αυτή η τοπική, θα γυρνάει πάντα σε καταιγίδα.

Έλα μαζί μου, είπα στον Μάκη, αυτός κούναγε την ουρά του, έκανε μαζί μου τρία τέσσερα βήματα και γύρισε πίσω.

Στο σπίτι.

Κοιτάω το σπίτι μου.

Αύριο πρωί θα πρέπει να μαζευτώ.

Να ανοίξω τα παράθυρα.

Κάνεις κάτι σκέψεις ώρες ώρες, μέχρι να φτάσεις στη θάλασσα, εντελώς άκαιρες.

Κοιτάω αριστερά στις ελιές.

Δεν ξέρω γιατί, πάντα σκέφτομαι τη λέξη ισορροπία βλέποντας τες.

Γεωμετρία.

Στο αφημένο πια ξενοδοχείο, μυρίζει πεύκο.

Και για λίγο, λοξοδρομώ, ακίνητη.

Φοράω το καπέλο μου.

Που δεν πήρα μαζί μου.

Δεν με έβγαλε ως τη θάλασσα κάποια κοινωνική επίσκεψη.

Στην πόρτα μία αράχνη έχει φτιάξει κι αυτή το δικό της σπίτι.

Αδέσποτη αράχνη που βρήκε τον τόπο της στο άδειο

Πίσω από τον ιστό και την καγκελόπορτα, βλέπω αναμμένο ένα φανάρι.

Πορτοκαλί.

Ισορροπία όχι.

Γεωμετρία πιθανόν.

Αναπόφευκτα.

Κι αφού βρω τη λέξη συνεχίζω.

Εκ δεξιών μου παπαρούνες, μαργαρίτες και κάτι μωβ λουλούδια.

Τα βαφτίζω στον αέρα μη με λησμονεί.
Μόνη μου.

Ισορροπία όχι.

Γεωμετρία όχι.

Αναπόφευκτα πιθανόν.

Και τα κλείνω εκεί.

Δεν υπάρχουν για όλα λέξεις.

Δεν περισσεύουν για όλα.

Αποφεύγω λόφους χώματος, πατώντας πάνω τους.

Για να φτάσω στην παραλία.

Διόδια όχι, πιθανόν, αναπόφευκτα.

Ισορροπία.

Γεωμετρία.

Κατεβαίνω στη θάλασσα.

Μπλε, όχι σήμερα.
Περισσότερο μολύβι.

Κι αυτή κι εγώ.

Κοιτάω την πόλη απέναντι.

Και σκέφτομαι ότι για όλους, για τον καθένα, σε κάθε πόλη απέναντι, η θάλασσα θα είναι λίγο μολύβι.

Μετά ανάβω το τσιγάρο μου.

Και λέω τους γλάρους γλάρους και το αλάτι αλάτι.

Εκκρεμότητα όχι.

Κεφάλαιο γράμμα πιθανόν.

Ορισμός μας, αναπόφευκτα.

Καμιά φορά περπατάω στην παραλία μου, αργά και κάνω τη σκέψη ότι ο δρόμος δεν θα τελειώσει ποτέ.

Φτάνω στα βράχια.

Όριο όχι.

Παρούσα κατάσταση πιθανόν.

Τετέλεσται, αναπόφευκτα.

Περπατάω ξανά προς τα πίσω.

Γεωμετρία.
Ισορροπία.

Και ξεχνιέμαι στην άμμο της θάλασσας.
Στα θαλασσοξυλα.

Στα φύκια.

Κοχύλι.
Κοχύλι.
Κοχύλι.

Σκέφτομαι τον Μάκη να κουνάει την ουρά του πέρα δώθε.

Και να γυρνάει πίσω.

Την αράχνη μπροστά από την σιδερένια πόρτα και το πορτοκαλί φανάρι.

Το κοχύλι είναι σπίτι του.

Ολόκληρο από μόνο του.

Κάπως η θάλασσα έγινε πιο μπλε.

Ισορροπία πιθανόν.

Γεωμετρία, αναπόφευκτα.

Πέρασε η ώρα.

Μαζεύω τον αναπτήρα μου.

Κι επιστρέφω.

Δεν υπάρχουν λέξεις για όλα.

Δεν τους περισσεύουμε.


ΣημειΩματογράφοι

Φωτογραφία: Μαρία Σωτηροπούλου

Μαρία Σωτηροπούλου

Σωτηροπούλου Μαρία. Γεννημένη φθινόπωρο αλλά η καρδιά μου ανήκει στο καλοκαίρι. Μπορώ να στερηθώ τα απαραίτητα αλλά όχι τα ποιήματα. Κι ηθοποιός δεν σημαίνει φως. Σημαίνει μεγεθυντικός φακός στο σκοτάδι. Στον ελεύθερο χρόνο μου, εμπορεύομαι μήλα για τον επιούσιο

Αφήστε ένα σχόλιο