You are currently viewing Η εισαγωγή του Γ. Μπλάνα για  την ποιητική μυθιστορία του Κ. Μάρκελλου “Η ΑΠΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΤΑΣΟΥΛΑΣ”

Γιώργος Μπλάνας
Σεπτέμβριος 2019
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ
Ε Ρ Ω Σ
Ο
ΠΕΡΙΛΑΛΗΤΟΣ

Μόνον ο έρωτας και η ποίηση αξίζουν. Τα υπόλοιπα –αν δεν
είναι απλά οντολογικά σκουπίδια– πληγώνουν σαν αγκάθια
τα πόδια μας, καθώς ψάχνουμε τον εαυτό μας στην ερημιά,
που συνηθίσαμε να λέμε Ζωή. Ο έρωτας και η ποίηση έχουν την απαί-
τηση να μετατρέψουν την ερημιά της ύπαρξης σε όαση. Δεν μπορούν να
υπάρξουν με κανένα πιο «ρεαλιστικό» αίτημα.
Μετρημένος, λογικός, συγκαταβατικός έρωτας δεν μπορεί να υπάρξει.
Ακυρώνει τον εαυτό του. Το ίδιο και η ποίηση. Όταν ο έρωτας εγκα-
ταλείπει την αρχή της επιθυμίας και αποδέχεται την αρχή της πραγ-
ματικότητας, είναι μόνο αναπαραγωγή. Όταν η ποίηση αποδέχεται την
κανονικότητα, είναι απλά λογοτεχνία. Σέρνονται σαν φαντάσματα όντων
που δεν υπήρξαν ποτέ, παρά μόνο φαντάσματα. Μιλούν μια γλώσσα χω-
ροφύλακα, δικαστή, πολιτικού, άρχοντα, δυνάστη, τη γλώσσα εργαλείο
των θεσμών, τη γλώσσα που προσπαθεί με βία να τιθασεύσει την πα-
ράφορη φύση της για χάρη της «ορθότητας». Αλλά η «ορθότητα» είναι
μαμή του παραλογισμού και η «κανονικότητα», μαμή του χάους. Όχι
πως ο πραγματικός έρωτας και η πραγματική ποίηση αποστρέφονται
τον παραλογισμό και το χάος. Ίσα-ίσα τρέφονται κάπως από αυτά.
Αφού, λοιπόν, η αληθινή αγάπη συναντά
πάντα εμπόδια, θα πει πως είναι νόμος της ζωής·
γι’ αυτό ας πληρώσουμε κι εμείς
το αντίτιμο των εραστών:
τους στεναγμούς, τα δάκρυα, τις ελπίδες,
τα όνειρα, τις αγωνίες, που μας αναλογούν…
Λέει στον αγαπημένο της Λύσανδρο η ερωτευμένη Ερμία (Σαίξπηρ,
Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας). Και είναι σαν να ετοιμάζεται όχι να υπο-
στεί, αλλά να απολαύσει αυτούς «τους στεναγμούς, τα δάκρυα, τις ελ-
πίδες, τα όνειρα, τις αγωνίες». Σαν να λέμε πως ο έρωτας δεν μπορεί
να υπάρξει χωρίς την άρνησή του. Απόλυτα φυσικό, αφού τελικά έχει
γλωσσική σύσταση, διαδραματίζεται εντός της γλώσσας, στον βαθμό που
ο ίδιος ο άνθρωπος είναι ένα ον που υφίσταται εντός της γλώσσας του.
Λόγια, τραγούδια είναι ο έρωτας. Από τα λόγια πιάνεται. Η Αρετούσα,
ακούγοντας τον Ερωτόκριτο να τραγουδάει κάτω από το παράθυρό της,
κυριεύεται από κάτι, που προσπαθεί να το εξηγήσει στην παραμάνα της:
Νένα, μεγάλη πείραξιν έχω στο νου μου μέσα,
και τα τραγούδια κ’ οι σκοποί αξάφνου μ’ επλανέσα’·
και πεθυμώ και ραθυμώ να μάθω, να κατέχω,
ποιος είναι αυτός που τραγουδεί, κ’ έγνοια μεγάλην έχω·
και τούτη η τόση Πεθυμιά μού φέρνει σα λαχτάρα,
κι ως θυμηθώ πώς τραγουδεί, μου ’ρχεται λιγωμάρα.
Μηδέ θαρρείς σ’ πράμ’ άπρεπον η Πεθυμιά κινά με,
και κάλλιο να ’πεσα νεκρή τούτην την ώρα χάμαι.
Μα ως ρέγουμου’ να του γρικώ, ήθελα να το μπόρου’,
ποιoς είναι να το εκάτεχα, να τον-ε συχνοθώρου’.
Γιατί, από τα τραγούδια του κι απ’ της αντρειάς τη χάρη,
αυτός θέ’ να ’ναι απαρθινά ψηλού δεντρού κλωνάρι·
Η παραμάνα καταλαβαίνει τι συμβαίνει στο κορίτσι και επιχειρεί να
αποσυνδέσει τα τραγούδια από τον άγνωστο τραγουδιστή. Μάταιος
κόπος. Γιατί όπως γράφει παρακάτω ο ποιητής αυτού του αριστουργή-
ματος φιλοσοφίας του έρωτα:
……………………………………..η Φύση έτσι τ’ ορίζει,
κι οπού αγαπά και ρέγεται του τραγουδιού γλυκότη,
λιξεύγει του τραγουδιστή, στα κάλλη κ’ εις τη νιότη.
Προφανώς! Διότι ο έρωτας και η ποίηση έχουν κοινή πηγή: τις θυελλώ-
δεις περιδινήσεις της ετερότητας και της αυτοπάθειας, στη σκηνή της
γλώσσας. Πώς; Ο έρωτας προκύπτει από την αναδιάταξη του ψυχικού
γαλαξία των παραστάσεων, των συναισθημάτων και των προσδοκιών
μας με την παρουσία ενός άλλου γαλαξία. Ένα βαρυτικό πεδίο θα
αντιστοιχίσει λέξη-λέξη την ύπαρξή μας στο σώμα του άλλου και θα
επιχειρήσει να μετατρέψει τον άλλον σε γλωσσικό σώμα. Το βαρυτικό
πεδίο θα παρουσιάζεται πάντα ως εκείνο το συνηθισμένο: «Σ’ αγαπώ
γιατί…» Το μεγαλείο ή η μικρότητα της αιτιολόγησης –συνειδητής ή
ασυνείδητης– ορίζει την ένταση της ερωτικής ανταπόκρισης.
Μια τελετή μύησης λοιπόν. Από εδώ και η ποίηση. Από εδώ και το γε-
γονός πως ο έρωτας επιτελείται σε ένα πλαίσιο χορού, τραγουδιού, λε-
κτικών σαγηνεύσεων, πολύ πριν τα σώματα των εραστών συναντήσουν
τη σαρκική αλήθεια τους. Κι αυτή η σαρκική αλήθεια δεν είναι ποτέ
πραγματικά σαρκική. Τον πόθο του άλλου αγκαλιάζει κανείς όταν τον
αγκαλιάζει. Το σώμα παρίσταται ως ένας τόπος γεμάτος από τα ίχνη
των ψυχικών συγκλονισμών, οι οποίοι προηγούνται όχι μόνο του συγκε-
κριμένου ερωτικού σκιρτήματος, αλλά όλων, από τότε που οι εραστές
κατάφεραν να αναγνωρίσουν καθένας μόνος, σε χρόνους περασμένους,
την ταυτότητα της ερωτικής επιθυμίας. Τους έρωτες του άλλου αγκα-
λιάζει κανείς όταν τον αγκαλιάζει.
Μα, βέβαια, ήδη περιγράψαμε την ποίηση. Όπου «σώμα», το ποιητικό
κείμενο: ένα τέλος, που γι’ αυτό ακριβώς είναι μια αρχή. Πώς να μιλή-
σει κανείς για τον έρωτα, δίχως να τον σύρει στον ερημικό αγκαθότοπο
που συνηθίσαμε να αποκαλούμε Ζωή; Πώς, αφού μέσα σ’ αυτόν τον
αγκαθότοπο γεννιέται και πεθαίνει; Μα είναι προφανές: με ποίηση. Όχι
γιατί η ποίηση προσφέρει το καταλληλότερο «εργαλείο», αλλά επειδή ο
έρωτας είναι ποίηση, πολύ πριν αποφασίσει κανείς να τον «αφηγηθεί».
Αρκεί να μπορεί να διακρίνει στον αγκαθότοπο της ζωής μας τα ίχνη
των γλωσσικών συμβάντων, που του έδωσαν τη δύναμη να αρθρωθεί ως
γεγονός άρνησης του «πραγματικού».
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο καμιά ποιητική σχολή, κανένας ποι-
ητικός τρόπος δεν κατάφερε ποτέ να συναγωνιστεί το δημοτικό τρα-
γούδι και το απότοκό του: την κρητική αναγεννησιακή ποίηση. Εκείνοι
οι ανώνυμοι και επώνυμοι ποιητές ζούσαν μέσα στη γλώσσα, που ήταν
το περιβάλλον της ζωής και όχι το αντίθετο. Εκεί, ο έρωτας μιλούσε με
στίχους – δεν ήταν το θέμα των στίχων. Σήμερα, η γλώσσα είναι ένα ερ-
γαλείο, από τα πολλά με τα οποία προσπαθούμε να ξεβοτανίσουμε την
ερημιά της ζωής μας, μέχρι τελικού αφανισμού της γης. Ξεριζώνοντας
ό,τι μας αντιστρατεύεται, μοιραία αφανίζουμε ό,τι μας αποδέχεται.
Τραγωδία. Αλλά υπάρχει και ο έρωτας του τραγικού.
Από μιαν άποψη είναι λογικό να στραφεί αυτός που θέλει να μιλήσει
για έναν έρωτα –και μάλιστα πραγματικό– στον ποιητικό τρόπο των
αριστουργημάτων της Κρητικής Αναγέννησης. Το εντυπωσιακό είναι
πως στην περίπτωσή μας κατάφερε να δημιουργήσει ένα πρωτότυπο
δραματικό ποίημα. Κι ακόμα πως, ενώ θα περιμέναμε οι θεατές της
παράστασης, που πυροδότησε αυτό το ποίημα, να «ξενιστούν» από την
«παλαιά» γλώσσα και τον «ξεπερασμένο» εκφραστικό τρόπο, αντί-
θετα γοητεύτηκαν, έδειξαν έτοιμοι να συμμετάσχουν σε μια μυητική
τελετουργία (αυτό που είναι τελικά το θέατρο) και όχι απλά να παρα-
κολουθήσουν μια παράσταση.
Όταν άκουσα από τον Κωνσταντίνο Μάρκελλο πως σκοπεύει να γράψει
ένα έργο στο ιδίωμα και με τον τρόπο μιας ποιητικής περιοχής που
απέχει τέσσερις αιώνες το λιγότερο από εμάς, θέλησα να του πω πως
είναι αδύνατον τέτοιο πράγμα. Αλλά είχε έτοιμο ήδη τον πρόλογο του
ποιητή ή ένα προσχέδιό του (που δεν ήταν καθόλου προσχέδιο). Έτσι
σιώπησα. Με συνεπήρε η ιδέα του ενδεχόμενου. Όταν διάβασα το έργο,
εντυπωσιάστηκα. Όταν το είδα στη σκηνή, ήμουν πια κατακυριευμένος
από την απορία πώς κατάφερε κάτι τέτοιο. Μελέτησε; Πάει καλά. Το
έκανε. Δέχθηκε τις παρατηρήσεις μου – μια που εγώ είμαι ο «ειδικός»
(αν ένας ποιητής μπορεί να είναι ειδικός σε κάτι και όχι ερασιτέχνης
στα πάντα). Πάει καλά. Το έκανε κι αυτό. Αρκούσαν όμως για να γρα-
φεί η Απαγωγή της Τασούλας; Καθόλου. Άλλα ήταν αυτά που έκριναν
το εγχείρημα.
Πρώτα-πρώτα ο Μάρκελλος έχει ποιητικό ταλέντο. ΤΑΛΕΝΤΟ – ας
το παραδεχθούμε: υπάρχει ο δαίμονας της ποίησης και καταλαμβάνει
σε ανύποπτο χρόνο, πριν ακόμα αρθρώσουν την παραμικρή λέξη, κά-
ποιους ανθρώπους. Είναι μάταιο να αρνιόμαστε κάτι επειδή δεν μπο-
ρούμε να το εξηγήσουμε.
Ο Μάρκελλος είδε σ’ ένα πραγματικό ερωτικό συμβάν της δεκαετίας
του 1950 ένα συμβάν που τελικά βυθίστηκε στη μικρόψυχη επικερδή
αισθηματολογία του Τύπου, τα ίχνη του έρωτα, τα οποία παρέμεναν
βουβά. Κι αυτά τα ίχνη ήταν γερά ριζωμένα στην κρητική παράδοση.
Και η κρητική παράδοση έχει γλώσσα, γλώσσα ποιητική. Ο ποιητής μας
ανέλαβε την ευθύνη αυτών των ιχνών, μπήκε στην περιοχή τους και
επέστρεψε με ένα υπέροχο ποίημα, του οποίου την τελετουργία στηρί-
ζει στην παρακάτω μυητική αρχή: Όποιος
δεν υποφέρει να θωρεί θέατρον την ζωήν του,
επικαλούμαι πάλι τον
Έρω τον περιλάλητον·
ας του χαρίσει σήμερο μόνη την Ποίησίν του!
Γιώργος Μπλάνας
Σεπτέμβριος 2019


Ζωή & Τέχνη

Πηγή κειμένου: AKADEMIA. EDU

Αφήστε ένα σχόλιο