You are currently viewing Η ψυχανεμισμένη ύπαρξη του Κωνσταντίνου Μπούρα

Η ψυχανεμισμένη ύπαρξη

Πρωτότυπο διήγημα από τον ποιητή, θεατρολόγο, μεταφρασεολόγο και
κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

Περπατούσε αέρινη σχεδόν χωρίς να πατάει στη γη. Το κεφάλι της στα
σύννεφα, οι ρίζες στα πέλαγα. Μονολογούσε. Κινούσε τα χέρια της με
απαλές συστροφές σαν να έπαιζε σε ένα αόρατο αρμόνιο, γιγαντιαίο.
«Γυναίκα, γυναίκα, γυυυννννέέέέέέκκκκκκκαααα!!!», την έβριζαν τα
χαμίνια στη γειτονιά. Τότε ήταν βρισιά, φαλλοκρατίας, πατριαρχίας,
ανδροκρατίας ένεκα.
Εκείνη/εκείνος/εκείνο το πλάσμα χαμογελούσε, σαν να ακούει μια
μουσική που δεν προοριζότανε για τα κοινά ανθρώπινα αυτιά.
Υποκλινότανε σε αόρατο ακροατήριο.
Χειρονομούσε σαν να πετάει λουλούδια στο κοινό (νούφαρα έμοιαζαν,
ναι, νούφαρα ήταν ανυπερθέτως).
Την εκμεταλλευόντουσαν ποικιλοτρόπως: της έκλεβαν το πορτοφόλι, τα
ρέστα, το κολατσιό, μέχρι κι ένα μολύβι με σπασμένη μύτη έχασε και δεν
το βρήκε πουθενά. Ένιωθε σαν να ήταν κάτι ιερό, σαν να αποσπούσαν
κομμάτια από την ιερή ύπαρξή της για να τους προστατεύει στον
δύσκολο καιρό. Και κάθε μέρα ήταν δύσκολη για εκείνα τα ζωντανά.
Όμως δεν την ένοιαζε. Εκείνη τραγουδούσε. Σκορπούσε τη χάρη τού
αρώματός της. Το παρασκεύαζε η ίδια: με χαμομήλι, νυχτολούλουδο,
γιασεμί, γαζία, λεβάντα, λεμονανθό, αιθέριο άρωμα μανταρινιού και
αρμπαρόριζα. Ναι, η αρμπαρόριζα τής άρεσε πολύ, αν και μύριζε βαριά,
σχεδόν αντρικά. Το σάνταλο την τρόμαζε κι ο κέδρος. Με το πλατάνι και
την βελανιδιά όμως είχε έρωτα κρυφό: σκαρφάλωνε στα κλαδιά τους,
όσο κι αν στην κουφάλα καταγής (και κάτω από τη γη) φώλιαζαν οχιές
με τα νεογνά τους. Εκείνη δεν την πείραζαν. Την άφηναν να περνάει.
Κανείς δεν κινδύνευε από τον βίο και την πολιτεία της. Μήτε άνθρωπος
μήτε πίθηκος μήτε ζώο, πτηνό, ερπετό, ψάρι… Πόσω μάλλον που δεν
έμπαινε στη θάλασσα ποτέ. Φοβότανε τα κήτη τα προϊστορικά. Απέμενε
εκεί με τις ώρες να την κοιτάει. Αχτίδες τού ήλιου έμοιαζαν σαν να την
παρέκαμπταν, την σεβόντουσαν (σαν να πρόσεχαν μην τη λιώσουν,
ένας κύβος ζάχαρη στο λιοπύρι, τι να σου κάνει – να ατενίζει την
απέραντη μουχλιασμένη επιφάνεια…).
Το τέλος της ήταν απροσδιόριστο. Κάπου εκεί στην εφηβεία, ή λίγο
μετά. Κάποιοι γέροι στα καφενεία επιμένουν ότι έγινε όταν κατατάχτηκε
στο Στρατό, αλλά κανείς δεν ξέρει, δεν ήταν ΕΚΕΙ για να το βεβαιώσει.

Ανέβηκε στο Ελλάνιον Όρος, στην Αίγινα, πεζή, όμως τα αγκάθια δεν
άγγιζαν τις πατούσες της, οι ωλένες λευκές. Ολάκερη άστραφτε σαν
οινόπνευμα που το έχει αρπάξει πυρκαγιά, πήγε στον βωμό τού ήλιου,
δεν γονάτισε, κάτι μουρμούρισε (έψαλλε ίσως Ύμνον Ορφικόν), η νήσος
όλη ευωδίασε θυμίαμα, ο ήλιος έγινε τόσο γλυκός που τον κοιτούσαν
όλοι/όλες/κατάματα… και τότε ακούστηκε: πανέμορφη μελωδία από τον
ουρανό, κάπου ψηλά, σαν να σκίστηκε το στερέωμα, σαν να έχουν
κατέβει ταξιαρχίες αγγέλων να την υποδεχτούν, σαν… σαν…
Κι εκείνη/εκείνος/εκείνο χάθηκε μέσα στο Φως που την έκλεισε μέσα του
σαν αυγό κι απογειώθηκε (κυριολεκτικά!).
Κανείς δεν την ξαναείδε ποτέ. Αρνήθηκε να ξαναπατήσει το πόδια της
στη γη.
Τις νύχτες όμως λένε οι αλαφροΐσκιωτοι πως την ακούνε να παιζογελάει
με τα ξωτικά περνοδιαβαίνοντας πάνω από τα σύννεφα, ειδικά όταν
χαμηλώνουν και κρύβουν τις καμινάδες από τα τζάκια που αχνίζουν…
Καταλαβαίνετε πως όλα αυτά γίνανε κάποτε παλιά, τότε που οι φτωχοί
οι άνθρωποι δεν είχανε πάρει ακόμη διαζύγιο από τη Φύση, ζούσαν από
τη Μάννα Γη, ελαφροπατώντας πάνω της, μέσα της, γύρω της…
Άλλα δεν θα πω για να μην ξυπνήσω την παλιά νοσταλγία μέσα σας και
ξύσω ξεραμένες πληγές (κάτω από το κακάδι δηλητηριασμένο το αίμα
αχνίζει). Για την ώρα, ας ανθίζουν οι μύθοι οι παλαιικοί μέχρι να
ξαναέρθει η Άνοιξη και το πνεύμα να ξαποστάσει ανασαίνοντας πάλι
γαλήνια πάνω από τα πέλαγα που θα σκεπάσουν τις ανομίες μας για
πάντα…


Ο Κωνσταντίνος Μπούρας γεννήθηκε το 1962 στην Καλαμάτα κι από το 1977 ζει στην Αθήνα. Συγγραφέας 45 εκδοθέντων βιβλίων, κριτικός θεάτρου και βιβλιοκριτικός. Αριστούχος διδάκτωρ τού Τμήματος Μετάφρασης και Διερμηνείας τού Ιονίου Πανεπιστημίου (2019). Είναι διπλωματούχος μηχανολόγος μηχανικός τού Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (1985), αριστούχος τού Τμήματος Θεατρικών Σπουδών τού Πανεπιστημίου Αθηνών (1994) και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος θεατρολογίας τού γαλλικού Πανεπιστημίου Paris III – La nouvelle Sorbonne (D.E.A. Etudes Théâtrales). Μεταδιδακτορικός ερευνητής στο ΕΚΠΑ και στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου.
Δίδαξε το 2020 και το 2021 θεατρική κριτική στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Διδάσκει πολιτιστική διαχείριση, καθώς και διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού στη Σχολή Δημόσιας Διοίκησης. Εμπνεύστηκε, συντόνισε και καθιέρωσε το ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ που συνεχίζει αδιάλειπτα τις εργασίες του από το 2022. Αρθρογραφεί σε εφημερίδες και σε πάμπολλα λογοτεχνικά περιοδικά. Θεατρικά του έργα με αρχαιοελληνικά θέματα και για την Κρίση έχουν παρασταθεί σε θέατρα τής Ελλάδας και του εξωτερικού.
Διεύθυνση κατοικίας: οδός Κ. Σμολένσκη 22, 114 72 ΑΘΗΝΑ.
Τηλέφωνα επικοινωνίας: 6942616402, 6947694646 (ώρες γραφείου).
E-mail: kbouras8@gmail.com
Web-site: https://konstantinosbouras.gr



Το ΣημειΩματάριο του Κωνσταντίνου Μπούρα

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: https://commons.wikimedia.org/w/index.php?search=%CF%86%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%AC&title=Special:MediaSearch&go=Go&type=image

Αφήστε ένα σχόλιο