Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι: Ο ΗΛΙΘΙΟΣ

Ντοστογιέφσκι Φιοντόρ: Ο ΗΛΙΘΙΟΣ σε μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου

(Σελ. 372-510)

ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΕΡΟΣ

I
ΠΕΡΑΣΕ ΚΑΠΟΥ ΜΙΑ βδομάδα απ’ τη συνάντηση των δυο προσώπων του αφηγήματός μας στο
πράσινο παγκάκι. Ένα ολόφωτο πρωινό, κατά τις δέκα και μισή, η Βαρβάρα Αρνταλιόνοβνα
Πτίτσινα, που ‘χε βγει να επισκεφτεί μερικούς γνωστούς της, γύρισε σπίτι βυθισμένη σε θλιβερές σκέψεις.
Υπάρχουν άνθρωποι που γι’ αυτούς είναι δύσκολο να πει κανείς κάτι που να τους προσδιορίσει μονομιάς κι ολοκληρωτικά στην πιο τυπική και χαραχτηριστική μορφή τους∙ είναι οι άνθρωποι εκείνοι που συνήθως τους ονομάζουμε «οι συνηθισμένοι», «οι περισσότεροι» και που αποτελούν πραγματικά την τεράστια πλειοψηφία κάθε κοινωνίας. Οι συγγραφείς, στα μυθιστορήματα και στις νουβέλες τους, προσπαθούν τις περισσότερες φορές να πάρουν τους τύπους της κοινωνίας και να τους παρουσιάσουν σαν γραφικές καλλιτεχνικές μορφές—τύπους που συναντιούνται πάρα πολύ πάνια ολοκληρωμένοι στην πραγματικότητα, που είναι ωστόσο πιο πραγματικοί σχεδόν κι απ’ την ίδια την πραγματικότητα. Ο Ποτκαλιόσιν στην τυπική του μορφή, μπορεί να ‘ναι ίσως μια υπερβολή,με κανέναν τρόπο όμως δε θα μπορούσες να τον πεις πλάσμα της φαντασίας. Είναι πάμπολλοι οι νοήμονες εκείνοι άνθρωποι που, όταν ο Γκόγκολ τούς έδειξε τον Ποτκαλιόσιν, άρχισαν αμέσως να βρίσκουν πως δεκάδες κι εκατοντάδες καλοί τους γνώριμοι και φίλοι, μοιάζουν τρομερά με τον Ποτκαλιόσιν. Όλοι αυτοί, και πριν απ’ τον Γκόγκολ, το ξέρανε πως οι φίλοι τους είναι σαν τον Ποτκαλιόσιν, μονάχα που δεν ξέρανε ακόμα πως έτσι λέγεται αυτός ο τύπος. Στην πραγματικότητα,είναι τρομερά σπάνιο να πηδήσει ένας γαμπρός απ’ το παράθυρο λίγα λεπτά πριν απ’ το γάμο του,γιατί αυτό, (για να μην αναφέρουμε άλλους λόγους) είναι και κάπως άβολο. Κι ωστόσο, πόσοι γαμπροί, ακόμα κι άνθρωποι άξιοι και μυαλωμένοι, δε θα ‘ταν έτοιμοι να παραδεχθούν βαθιά μες στην καρδιά τους—λίγο πριν φορέσουν το στεφάνι—πως είναι ίδιοι κι απαράλλαχτοι με τον Ποτκαλιόσιν. Επίσης, δε φωνάζουν όλοι οι σύζυγοι στο κάθε τους βήμα: «Tu l’a voulu, George Dandin!» (Εσύ το θέλησες, Ζορζ Νταντέν!) Όμως, Θεέ μου, πόσα εκατομμύρια και δισεκατομμύρια φορές δεν ξαναφώναξαν από καρδιάς τα λόγια αυτά οι σύζυγοι όλου του κόσμου ύστερα απ’ το μήνα του μέλιτος και, ποιος ξέρει, ίσως και την επομένη του γάμου τους.
Κι έτσι, χωρίς να επεκταθούμε σε σοβαρότερες εξηγήσεις, θα πούμε μονάχα πως στην πραγματική
ζωή η τυπικότητα των προσώπων αραιώνεται κατά κάποιον τρόπο με νερό κι όλοι αυτοί οι Ζορζ Νταντέν κι οι Ποτκαλιόσιν υπάρχουν πραγματικά, περνοδιαβαίνουν και στριφογυρίζουν μπροστά μας κάθε μέρα, βρίσκονται όμως σε μια, ας το πούμε, αραιωμένη κατάσταση. Αφού προστέσουμε
τέλος, για χάρη της αλήθειας, πως ακόμα κι ολόκληρος ο Ζορζ Νταντέν απ’ την κορφή ως τα νύχια,
έτσι όπως τον δημιούργησε ο Μολιέρος, μπορεί επίσης ν’ απαντηθεί στην πραγματικότητα, αν και
σπάνια, θα δώσουμε ένα τέλος στο συλλογισμό μας που αρχίζει να μοιάζει με κριτική λογοτεχνικού
περιοδικού. Παρ’ όλ’ αυτά, παραμένει το ερώτημα: τι πρέπει να κάνει ένας μυθιστοριογράφος με
τους καθημερινούς ανθρώπους, τους εντελώς «συνηθισμένους», και πώς να τους παρουσιάσει στον
αναγνώστη για να τους κάνει ν’ αποκτήσουν ένα, έστω και μικρό, ενδιαφέρον; Να τους αγνοήσει κανείς εντελώς στη διήγηση είναι απολύτως αδύνατο γιατί οι καθημερινοί άνθρωποι είναι στην πλειοψηφία τους και σε κάθε στιγμή ο απαραίτητος κρίκος που συνδέει τα γεγονότα της ζωής∙ αγνοώντας τους, θα ‘ταν σα να στέλναμε περίπατο την αληθοφάνεια. Το να κάτσει κανείς να γεμίσει τα μυθιστορήματά του μονάχα με τύπους ή απλώς, για να κινήσει το ενδιαφέρον, με ανθρώπους παράξενους κι απίθανους, θα ‘ταν αναληθοφανές και ίσως‐ίσως να μην είχε και ενδιαφέρον. Κατά τη γνώμη μας, ο συγγραφέας θα πρέπει να πασκίζει να βρει ενδιαφέρουσες και διδαχτικές αποχρώσεις ακόμα κι ανάμεσα στους συνηθισμένους τύπους. Κι όταν μάλιστα, λόγου χάρη, η ίδια η ουσία ορισμένων συνηθισμένων προσώπων έγκειται ακριβώς στην αιώνια κι αναλλοίωτη καθημερινότητά τους ή όταν—ακόμα καλύτερα—παρ’ όλες τις εξαιρετικές προσπάθειες αυτών των προσώπων να ξεφύγουν με κάθε θυσία απ’ τον κλοιό της συνήθειας και της ρουτίνας, δεν καταφέρνουν τελικά παρά να μείνουν άνθρωποι συνηθισμένοι, άνθρωποι της ρουτίνας, τότε τα τέτοια πρόσωπα αποχτούν μπορεί να πει κανείς και κάποιο είδος αξίας σαν τύποι,—γίνονται αντιπροσωπευτικοί τύποι της μετριότητας που με κανέναν τρόπο δε θέλουνε να μείνουν αυτό που είναι μα πασκίζουν με κάθε θυσία να γίνουν πρωτότυποι κι ανεξάρτητοι, μην έχοντας κανένα μέσο να το πετύχουν.
Σ’ αυτήν ακριβώς την κατηγορία των «συνηθισμένων» και των «καθημερινών» ανθρώπων ανήκουν
και μερικά πρόσωπα του αφηγήματός μας που γι’ αυτά (τ’ ομολογώ) δεν έχει ακόμα φωτιστεί αρκετά ο αναγνώστης. Τέτοιοι ιδιαίτερα είναι η Βαρβάρα Αρνταλιόνοβνα Πτίτσινα, ο σύζυγός της κύριος Πτίτσιν, και ο αδερφός της, ο Γαβρίλα Αρνταλιόνοβιτς.
Πραγματικά, τίποτα δεν μπορεί να ενοχλήσει περισσότερο έναν άνθρωπο απ’ το να ‘ναι λόγου χάρη
πλούσιος, από ευυπόληπτο σόι, ευπαρουσίαστος, μορφωμένος, έξυπνος, ακόμα και πονόψυχος και,
ταυτόχρονα, να μην έχει κανένα ταλέντο, κανένα ιδιαίτερο χάρισμα, ούτε καν καμιά παραξενιά, να
μην έχει καμιά δική του ιδέα, να ‘ναι κατά γράμμα «σαν όλους τους άλλους». Να ‘χεις πλούτη μα να
μην είσαι Ρότσιλντ∙ το οικογενειακό σου όνομα να ‘ναι έντιμο, μα καθόλου ξακουστό∙ να ‘χεις ευπρεπές παρουσιαστικό που να του λείπει όμως κάθε εκφραστικότητα∙ να ‘χεις αρκετή μόρφωση,
να μην ξέρεις όμως σε τι να τη χρησιμοποιήσεις∙ να ‘χεις μυαλό, οι ιδέες σου όμως να ‘ναι ξένες∙ να ‘χεις καρδιά, να μη φτάνεις ωστόσο ποτέ στη μεγαλοψυχία κ.τ.λ., κ.τ.λ., απ’ όλες τις απόψεις. Οι τέτοιοι άνθρωποι αποτελούν στον κόσμο τη μεγάλη πλειοψηφία κι είναι μάλιστα πολύ περισσότεροι απ’ ό,τι νομίζει κανείς∙ διαιρούνται κι αυτοί, σαν όλους τους ανθρώπους, σε δυο κυρίως κατηγορίες: οι πρώτοι έχουν περιορισμένες αντιλήψεις, οι άλλοι είναι «πολύ πιο έξυπνοι».
Οι πρώτοι είναι πιο ευτυχισμένοι. Ένας «συνηθισμένος» λόγου χάρη άνθρωπος με περιορισμένες αντιλήψεις μπορεί πολύ πιο εύκολα να θεωρήσει τον εαυτό του εξαιρετικό και πρωτότυπο και να μείνει απόλυτα ικανοποιημένος. Για μερικές δεσποινίδες μας, στάθηκε αρκετό να κόψουν τα μαλλιά τους, να φορέσουν μπλε γυαλιά και να αυτοονομαστουν μηδενίστριες για να πειστούν αμέσως πως φορώντας τα γυαλιά, αποχτήσανε πάραυτα προσωπικές «πεποιθήσεις». Για έναν άλλο, στάθηκε αρκετό να νιώσει στην καρδιά του μια στάλα από κάποιο παναθρώπινο κι ευγενικό αίσθημα για να πειστεί αμέσως πως κανένας άλλος δεν αισθάνεται σαν κι αυτόν και είναι λοιπόν πρωτοπόρος στη γενική πρόοδο. Για κάποιον άλλον, στάθηκε αρκετό ν’ ακούσει κάποια σκέψη ή να διαβάσει μια σελίδα απ’ τη μέση κάποιου βιβλίου για να πιστέψει αμέσως πως όλ’ αυτά είναι «δικές του προσωπικές ιδέες» που γεννήθηκαν στο δικό του μυαλό. Η αναίδεια της αφέλειας, αν στέκει μια τέτοια έκφραση, φτάνει μέχρι σημείου που είναι ν’ απορείς∙ όλ’ αυτά είναι απίθανα, τα συναντάς ωστόσο κάθε λίγο και λιγάκι. Αυτή την αναίδεια της αφέλειας, αυτή την ατράνταχτη πίστη του ανόητου ανθρώπου στον εαυτό του και στο ταλέντο του, την έχει υπέροχα περιγράψει ο Γκόγκολ στον καταπληχτικό τύπο του υπολοχαγού Πιρογκόβ. Ο Πιρογκόβ δεν έχει την παραμικρή αμφιβολία πως είναι μεγαλοφυία, πως είναι μάλιστα ανώτερος από κάθε μεγαλοφυία. Τόσο πολύ του λείπει κάθε αμφιβολία που μήτε μια φορά δεν αναρωτιέται μπας και δεν είναι∙ άλλωστε, δεν υπάρχουν γι’
αυτόν προβλήματα. Ο μεγάλος συγγραφέας αναγκάστηκε τελικά να τον μαστιγώσει για να
ικανοποιήσει το προσβλημένο ηθικό συναίσθημα του αναγνώστη του, όμως, βλέποντας πως η
μεγαλοφυία τινάχτηκε απλώς σα δαρμένο σκυλί και για ν’ ανακτήσει τις δυνάμεις της μετά το
μαστίγωμα πήγε κι έφαγε μια κρεατόπιτα, ανασήκωσε τους ώμους απορημένος και δεν έδωσε
άλλες εξηγήσεις στους αναγνώστες του. Εγώ θλιβόμουν πάντοτε που ο Γκόγκολ πήρε και
παρουσίασε το μέγα Πιρογκόβ τόσο κατώτερο σε βαθμό, γιατί ο Πιρογκόβ αυτοϊκανοποιείται τόσο
εύκολα που δεν το ‘χει σε τίποτα (όσο χοντραίνουν με τα χρόνια και σύμφωνα με την επετηρίδα τα
γαλόνια στους ώμους του) να φανταστεί λόγου χάρη τον εαυτό του περίφημο στρατηλάτη. Και μάλιστα, ούτε να το φανταστεί μα απλούστατα να το πιστέψει ακράδαντα: προβιβάστηκα σε στρατηγό, πώς λοιπόν δεν είμαι στρατηλάτης; Και πόσοι απ’ αυτούς καταλήγουν ύστερα σε τρομερό
φιάσκο στο πεδίο της μάχης; Και πόσοι ήταν οι Πιρογκόβ ανάμεσα στους λογοτέχνες μας, στους επιστήμονες, στους προπαγανδιστές μας! Λέω «ήταν» ωστόσο—αυτό εννοείται—υπάρχουν και
σήμερα…
Το δρων πρόσωπο του αφηγήματός μας, ο Γαβρίλα Αρνταλιόνοβιτς Ιβόλγκιν, ανήκε σε άλλη
κατηγορία∙ ανήκε στην κατηγορία των ανθρώπων που είναι «πολύ πιο έξυπνοι» παρ’ όλο που φλεγόταν ολόκληρος, απ’ την κορυφή ως τα νύχια, απ’ την επιθυμία να φανεί πρωτότυπος. Όμως,
αυτή η κατηγορία, όπως το σημειώσαμε κιόλας παραπάνω, είναι πολύ πιο δυστυχισμένη απ’ την πρώτη. Και τούτο γιατί ο έξυπνος «συνηθισμένος» άνθρωπος ακόμα κι αν φανταστεί τον εαυτό του
προς στιγμήν (και γιατί όχι, ίσως και συνεχώς, σ’ όλη του τη ζωή), σαν άνθρωπο μεγαλοφυή και πρωτοτυπέστατο, διατηρεί παρ’ όλ’ αυτά μες στην καρδιά του το σαράκι της αμφιβολίας που τον σπρώχνει καμιά φορά τον έξυπνο άνθρωπο να καταλήξει στην απελπισία. Κι αν υποταχτεί είναι κιόλας δηλητηριασμένος ως το τελευταίο του κύτταρο απ’ τις απωθημένες του ματαιοδοξίες. Εδώ που τα λέμε, στην κάθε περίπτωση, πήραμε τα ακρότατα σημεία: για την τεράστια πλειοψηφία αυτής της έ ξ υ π ν η ς κατηγορίας των ανθρώπων τα πράγματα δεν είναι και τόσο τραγικά∙ βλάπτεται απλούστατα λίγο ως πολύ το συκώτι τους στα γεράματα, αυτό είν’ όλο. Παρ’ όλ’ αυτά,πριν το παραδεχτούν και υποταχτούν, οι άνθρωποι αυτοί βολοδέρνουν για πολύν καιρό, αρχίζοντας απ’ τα εφηβικά τους χρόνια ως τα σεβάσμια γηρατιά, κι όλ’ αυτά από επιθυμία να φανούν πρωτότυποι. Υπάρχουν μάλιστα και παράξενες περιπτώσεις: τυχαίνει, να δεις έναν τίμιο άνθρωπο που, θέλοντας να φανεί πρωτότυπος, αποτολμάει ακόμα και μια προστυχιά∙ συμβαίνει μάλιστα κάποιος απ’ αυτούς τους δυστυχισμένους να ‘ναι τίμιος και καλός μάλιστα, που να φροντίζει για την οικογένειά του σα να ‘ναι η Θεία Πρόνοια, που να συντηρεί με τη δουλειά του όχι μονάχα τους δικούς του μα και ξένους ακόμα∙ κι όμως τι να συμβαίνει μ’ αυτόν τον άνθρωπο και δε βρίσκει ησυχία σ’ όλη του τη ζωή; Δεν τον καθησυχάζει και δεν τον παρηγορεί καθόλου η σκέψη πως έχει εκπληρώσει τόσο καλά τις ανθρώπινες υποχρεώσεις του∙ απεναντίας μάλιστα αυτή ίσα‐ίσα, η σκέψη τον νευριάζει: «Να, λέει, με τι χαράμισα τη ζωή μου, να τι μ’ είχε δέσει χεροπόδαρα, να τι μ’εμπόδισε ν’ ανακαλύψω την πυρίτιδα! Αν δεν ήταν ολ’ αυτά, ίσως να ‘χα ανακαλύψει το δίχως άλλο—ή την πυρίτιδα ή την Αμερική—δεν ξέρω ακόμα τι ακριβώς, το δίχως άλλο όμως θα το ‘χα
ανακαλύψει!» Το χαρακτηριστικότερο απ’ όλα σ’ αυτούς τους κυρίους είναι το ότι πραγματικά, σ’όλη τους τη ζωή, δεν τα καταφέρνουν ποτέ να βεβαιωθούν στα σίγουρα τι ακριβώς πρέπει το δίχως
άλλο ν’ ανακαλύψουν και τι ακριβώς είναι έτοιμοι σ’ όλη τους τη ζωή ν’ ανακαλύψουν: Την πυρίτιδα
ή την Αμερική; Ωστόσο για να λέμε και του στραβού το δίκιο, η εναγώνια λαχτάρα τους γι’ αυτή την
ανακάλυψη θα επαρκούσε σ’ έναν Κολόμβο ή σ’ ένα Γαλιλαίο.
Ο Γαβρίλα Αρνταλιόνοβιτς ακριβώς άρχιζε κάτι τέτοιο∙ βρισκόταν όμως μονάχα στην αρχή. Είχε ακόμα μπροστά του πολλά χρόνια να βολοδέρνει. Η βαθιά κι αδιάκοπη επίγνωση πως δεν έχει κανένα ταλέντο και, ταυτόχρονα, η ακατανίκητη επιθυμία του να πειστεί πως είναι άνθρωπος στο έπακρο ανεξάρτητος, είχαν πληγώσει βαθιά την καρδιά του, απ’ τα παιδικά του σχεδόν χρόνια. Ήταν ένας νέος που από φθόνο ένιωθε ξαφνικές επιθυμίες και φαίνεται πως τα νεύρα του ήταν ερεθισμένα από γεννησιμιού του. Και την ορμητικότητα των πόθων του τη νόμιζε για δύναμη. Με
την ξέφρενη λαχτάρα του να διακριθεί, ήταν έτοιμος ώρες‐ώρες για το πιο απερίσκεπτο σάλτο∙ όμως, μόλις έφτανε η στιγμή για το απερίσκεπτο σάλτο, ο ήρωάς μας αποδειχνόταν τόσο έξυπνος
ώστε δεν αποφάσιζε τελικά να το κάνει. Αυτό τον σκότωνε. Ίσως‐ίσως να μη δίσταζε—αν το ‘φερνε η
περίσταση—να κάνει και την πιο μεγάλη παλιανθρωπιά ακόμα, φτάνει να πετύχαινε κάτι απ’ αυτά
που ονειρευόταν∙ όμως, λες και γινόταν επίτηδες, όταν ο κόμπος έφτανε στο χτένι, βρισκόταν πάντα
να ‘ναι τόσο τίμιος ώστε του ήταν αδύνατο να φτάσει ως την πιο μεγάλη παλιανθρωπιά. (Εδώ που
τα λέμε, για μια μικρή παλιανθρωπιά ήταν πάντα πρόθυμος). Έβλεπε με σιχασιά και με μίσος τη φτώχεια και τον ξεπεσμό της οικογένειάς του. Ακόμα και στη μητέρα του φερνόταν αφ’ υψηλού και περιφρονητικά, παρ’ όλο που το καταλάβαινε πολύ καλά κι ο ίδιος πως η καλή φήμη κι ο χαραχτήρας της μητέρας του ήταν για την ώρα η κύρια βάση για την καριέρα του. Όταν έπιασε δουλειά στου Επάντσιν, είπε αμέσως στον εαυτό του: «Αν είναι να κάνω μετάνοιες, να τις κάνω ως κάτω, αρκεί να βγει κάτι»—και σχεδόν ποτέ δεν τις έκανε ως κάτω. Μα και γιατί φαντάστηκε πως θα πρέπει το δίχως άλλο να κάνει μετάνοιες; Την Αγλαΐα απλούστατα την είχε τότε φοβηθεί, δεν έδωσε όμως ένα τέλος στην υπόθεση, μα την τρενάριζε, για κάθε ενδεχόμενο, παρ’ όλο που ποτέ του δεν πίστευε στα σοβαρά πως αυτή θα καταδεχόταν να κατέβει ως το επίπεδό του. Ύστερα, την εποχή της ιστορίας του με τη Ναστάσια Φιλίπποβνα, φαντάστηκε ξαφνικά πως για να πετύχεις τ α π ά ν τ α έφτανε να ‘χεις χρήματα. «Αν είναι να γίνω παλιάνθρωπος, να γίνω με τα όλα μου,» έλεγε και ξανάλεγε τότε στον εαυτό του κάθε μέρα σχεδόν καμαρώνοντας, μα και με κάποιο φόβο. «Αν είναι να γίνω παλιάνθρωπος τότε να γίνω απ’ τους πρώτους» έλεγε κάθε λίγο και λιγάκι για να πάρει κουράγιο. «Οι συνηθισμένοι άνθρωποι σ’ αυτές τις περιπτώσεις θα δείλιαζαν, εμείς όμως δε θα δειλιάσουμε ποτέ!» Έχοντας χάσει την Αγλαΐα και συντριμμένος απ’ τις περιστάσεις,απελπίστηκε ολότελα και πραγματικά έφερε τότε τα χρήματα εκείνα στον πρίγκιπα—κείνα που του ‘χε πετάξει μια τρελή γυναίκα και που της τα ‘χε φέρει ένας άλλος τρελός. Αργότερα μετάνιωσε χίλιες φορές που τα ‘χε επιστρέψει κείνα τα χρήματα παρ’ όλο που η πράξη εκείνη κολάκευε συνεχώς τον εγωισμό του. Είναι πραγματικά γεγονός πως έκλαιγε τρεις μέρες, όσο είχε μείνει τότε ο πρίγκιπας στην Πετρούπολη, κείνες τις τρεις μέρες όμως είχε προφτάσει κιόλας να μισήσει τον πρίγκιπα γιατί εκείνος τον κοίταζε με μια συμπόνια που καταντούσε πια υπερβολική ενώ το ότι
επέστρεψε ένα τέτοιο ποσό, ήταν κάτι που «δε θα τ’ αποφάσιζε ο καθένας». Όμως, η ευγενική επίγνωση πως όλη του η μελαγχολία προέρχεται απ’ τον αδιάκοπα συντριβόμενο εγωισμό του, τον βασάνιζε τρομερά. Μονάχα σαν πέρασε πολύς καιρός, διαπίστωσε και βεβαιώθηκε πόσο σοβαρά θα μπορούσανε ν’ αλλάξουν οι σχέσεις του μ’ ένα τόσο αθώο και παράξενο πλάσμα σαν την Αγλαΐα.
Η μεταμέλεια του σπάραξε την καρδιά, παράτησε τη δουλειά του κι έπεσε στη μελαγχολία και στη
θλίψη. Ζούσε στου Πτίτσιν—και τον συντηρούσε ο Πτίτσιν—μαζί με τον πατέρα του και τη μητέρα
του και περιφρονούσε ανοιχτά τον Πτίτσιν παρ’ όλο που ταυτόχρονα άκουγε τις συμβουλές του και
ήταν τόσο μυαλωμένος που σχεδόν πάντα τού ζητούσε αυτές τις συμβουλές. Ο Γαβρίλα
Αρνταλιόνοβιτς λόγου χάρη, θύμωνε που ο Πτίτσιν δεν ονειρεύεται να γίνει Ρότσιλντ και δε βάζει
μπροστά του αυτό το σκοπό. «Μια κι είσαι τοκογλύφος, φτάσε πια στα άκρα, ξεζούμιζε τους ανθρώπους, απόχτησε σθένος, γίνε βασιλιάς των Οβριών!» Ο Πτίτσιν ήταν ολιγαρκής και σεμνός∙ περιοριζότανε να χαμογελάει∙ μια φορά όμως, θεώρησε αναγκαίο να εξηγηθεί σοβαρά με το Γάνια και το ‘κανε αυτό με αρκετή αξιοπρέπεια μάλιστα. Απόδειξε στο Γάνια πως δεν κάνει καμιά ατιμία και πως έχει άδικο—ο Γάνια—να τον λέει Οβριό∙ πως αν τα χρήματα έχουν τόση αξία, το φταίξιμο δεν είναι δικό του∙ πως ενεργεί δίκαια και τίμια και, ουσιαστικά, δεν είναι παρά ένας μεσάζων στις «τέτοιες» δουλειές και, τέλος, όντας πάντοτε συνεπής στις δοσοληψίες του έχει κιόλας αποχτήσει την εχτίμηση σημαντικών προσώπων και ο κύκλος των εργασιών του συνεχώς ευρύνεται. «Ρότσιλντ δε θα γίνω, κι ούτε υπάρχει κανένας λόγος να γίνω, πρόστεσε γελώντας, σπίτι όμως στην οδό Λιτέιναγια θ’ αποχτήσω, ίσως και δυο∙ και κει θα σταματήσω». Και ποιος ξέρει, μπορεί και τρία!»—σκεφτόταν μέσα του, δεν το ‘λεγε όμως ποτέ και κράταγε κρυφό τ’ όνειρό του. Η φύση αγαπά και φροντίζει κάτι τέτοιους ανθρώπους: θ’ ανταμείψει τον Πτίτσιν όχι με τρία μα σίγουρα με τέσσερα σπίτια κι όχι γι’ άλλο λόγο μα γιατί αυτός, απ’ τα παιδικά του κιόλας χρόνια, το ‘ξερε πως δε θα γίνει ποτέ του Ρότσιλντ. Όμως, απ’ την άλλη μεριά, η φύση δε θα φτάσει ποτέ να του δώσει παραπάνω από τέσσερα σπίτια κι ο Πτίτσιν θα μείνει ως εκεί.
Εντελώς άλλος άνθρωπος ήταν η αδερφούλα του Γαβρίλα Αρνταλιόνοβιτς. Είχε κι αυτή δυνατές επιθυμίες, οι επιθυμίες της όμως ήταν μάλλον επίμονες παρά ορμητικές. Φαινόταν πάντα πολύ μυαλωμένη όταν ο κόμπος έφτανε στο χτένι. Βέβαια, ήταν κι αυτή ένας απ’ τους «συνηθισμένους»ανθρώπους που ονειρεύονται την πρωτοτυπία, πρόφτασε ωστόσο και κατάλαβε πολύ γρήγορα πως δε διαθέτει ούτε στάλα ιδιαίτερη πρωτοτυπία και δε στεναχωριόταν και τόσο γι’ αυτό—ποιος ξέρει;
Ίσως από μιαν ιδιόμορφη περηφάνια. Έκανε το πρώτο πραχτικό της βήμα με μεγάλη
αποφασιστικότητα παίρνοντας άντρα της τον κύριο Πτίτσιν∙ όμως, όταν παντρευότανε, δεν έλεγε καθόλου στον εαυτό της: «αν είναι να κάνω παλιανθρωπιές, να τις κάνω με τα όλα τους, αρκεί να φτάσω στο σκοπό μου» όπως θα το ‘λεγε το δίχως άλλο σε μια τέτοια περίπτωση ο Γαβρίλα Αρνταλιόνοβιτς (σχεδόν της το ‘πε μάλιστα και της ίδιας, όταν ενέκρινε την απόφασή της σα μεγαλύτερος αδερφός που ήταν). Εντελώς το αντίθετο μάλιστα: η Βαρβάρα Αρνταλιόνοβνα παντρεύτηκε όταν βεβαιώθηκε θετικά πως ο μέλλων σύζυγός της είναι άνθρωπος σεμνός,ευχάριστος, σχεδόν μορφωμένος, ένας άνθρωπος που ποτέ και για τίποτα στον κόσμο δε θα κάνει
μια μεγάλη προστυχιά. Για τις μικρές προστυχιές η Βαρβάρα Αρνταλιόνοβνα δε γύρεψε να πάρει πληροφορίες γιατί τις θεωρούσε ανάξιες λόγου∙ και ποιος δεν κάνει μικροπροστυχιές; Αυτό έλειπε τώρα, να πάει γυρεύοντας το ιδανικό! Επιπλέον, ήξερε πως με το γάμο της εξασφάλιζε και μια γωνιά στη μητέρα της, στον πατέρα της και στ’ αδέλφια της. Βλέποντας τον αδερφό της δυστυχισμένο,θέλησε να τον βοηθήσει, παρ’ όλες τις προηγούμενες οικογενειακές παρεξηγήσεις.
Ο Πτίτσιν τα
‘βαζε καμιά φορά με το Γάνια—φιλικά εννοείται—λέγοντάς του να πιάσει δουλειά σε καμιά
υπηρεσία. «Να, εσύ περιφρονείς τους στρατηγούς και το στρατηγηλίκι, του ‘λεγε καμιά φορά στ’αστεία, μα να δεις πως όλοι α υ τ ο ί θα γίνουν τελικά στρατηγοί∙ άμα ζήσεις θα το δεις». «Μα πώς τους κόλλησε η ιδέα πως περιφρονώ τους στρατηγούς και το στρατηγηλίκι»—σκεφτότανε
σαρκαστικά ο Γάνια. Για να βοηθήσει τον αδερφό της η Βαρβάρα Αρνταλιόνοβνα αποφάσισε να επεκτείνει τον κύκλο των γνωριμιών της: κατάφερε να τρυπώσει στο σπίτι των Επάντσιν—σ’ αυτό τη
βοήθησαν πολύ οι παιδικές αναμνήσεις∙ κι αυτή κι ο αδερφός της παίζανε σαν ήταν παιδιά με τις
Επάντσιν∙ θα παρατηρήσουμε εδώ πως αν η Βαρβάρα Αρνταλιόνοβνα, κάνοντας τις επισκέψεις της
στις Επάντσιν, κυνηγούσε κάποιο ασυνήθιστο όνειρο, τότε, μόνο και μόνο γι’ αυτόν το λόγο, ίσως να
‘χε ξεφύγει απ’ την κατηγορία εκείνη των ανθρώπων όπου είχε κατατάξει η ίδια τον εαυτό της∙ αυτή
όμως δεν κυνηγούσε όνειρα∙ σ’ όλ’ αυτά μάλιστα υπήρχε ένας αρκετά βάσιμος υπολογισμός από μέρος της: βασιζότανε στο χαραχτήρα αυτής της οικογένειας. Όσο για το χαραχτήρα της Αγλαΐας,τον σπούδαζε ακούραστα∙ το ‘βαλε σκοπό της να τους ξαναφιλιώσει αυτούς τους δυο, την Αγλαΐα και τον αδερφό της. Ίσως να κατάφερνε και κάτι∙ δεν αποκλείεται όμως και να ‘πεσε σε λάθη,υπολογίζοντας λόγου χάρη υπερβολικά στον αδερφό της και περιμένοντας απ’ αυτόν κάτι που ποτέ και με κανέναν τρόπο δε θα μπορούσε αυτός να πετύχει. Όπως και να ‘ναι ενεργούσε μ’ αρκετή μαστοριά: βδομάδες ολάκερες δεν έκανε καθόλου λόγο για τον αδερφό της, ήταν πάντα πολύ ειλικρινής και δεν έκρυβε τίποτα, φερνόταν απλά, με αξιοπρέπεια όμως. Όσο για τα βάθη της ψυχής της δε φοβότανε να τα κοιτάζει κατάματα και δεν είχε καμιά τύψη. Αυτό ακριβώς αύξαινε τη δύναμή της. Πότε‐πότε μονάχα παρατηρούσε στον εαυτό της, πως κι αυτήν ίσως‐ίσως την πιάνει φούρκα, πως κι αυτή έχει πολύ εγωισμό και—δεν αποκλείεται—ποδοπατημένη ματαιοδοξία∙ αυτό το παρατηρούσε ιδιαίτερα ορισμένες στιγμές, σχεδόν κάθε φορά που έφευγε απ’ τους Επάντσιν.
Και να που τώρα γύριζε απ’ τους Επάντσιν, όπως το ‘παμε κιόλας παραπάνω, κι ήταν βυθισμένη σε
θλιβερές σκέψεις. Η θλίψη της είχε και κάτι το πικρά ειρωνικό. Ο Πτίτσιν έμενε στο Παυλόβσκ σ’ ένα
μάλλον φτωχικό, ευρύχωρο ωστόσο ξύλινο σπίτι, σ’ ένα δρόμο γεμάτο σκόνη. Το σπίτι αυτό θα περιερχόταν σε λίγο στην πλήρη κυριότητά του, έτσι που ο Πτίτσιν είχε αρχίσει κιόλας να το παζαρεύει για να το πουλήσει. Ανεβαίνοντας στο χαγιάτι, η Βαρβάρα Αρνταλιόνοβνα άκουσε μεγάλη φασαρία απ’ το πάνω πάτωμα και ξεχώρισε τις φωνές του αδερφού της και του πατερούλη της. Μπαίνοντας στη σάλα και βλέποντας το Γάνια να κόβει βόλτες πάνω‐κάτω στο δωμάτιο, χλομό απ’ τη λύσσα του κι έτοιμο να τραβήξει τα μαλλιά του, η Βαρβάρα Αρνταλιόνοβνα στραβομουτσούνιασε κι έπεσε με κουρασμένο ύφος στον καναπέ χωρίς να βγάλει το καπελάκι της.
Καταλαβαίνοντας πολύ καλά πως αν μείνει έτσι σιωπηλή ένα λεπτό ακόμα και δε ρωτήσει τον αδερφό της γιατί τρέχει πάνω‐κάτω, εκείνος το δίχως άλλο θα θυμώσει, η Βάρια βιάστηκε να προφέρει σα να ρωτούσε:
— Πάλι τα ίδια;
— Μακάρι να ‘ταν τα ίδια!—ξεφώνισε ο Γάνια.—Τα ίδια! Όχι, τώρα πια, ένας διάολος ξέρει τι γίνεται μέσα! Ο γέρος έχει λυσσάξει πια… η μητέρα έβαλε τα κλάματα. Μα το Θεό, Βάρια, λέγε ό,τι θέλεις μα θα τον διώξω απ’ το σπίτι ή… ή θα φύγω εγώ απ’ το σπίτι σας,—πρόστεσε, γιατί φαίνεται να θυμήθηκε πως, όπως και να ‘ναι, δεν μπορείς να διώχνεις τους άλλους από ξένο σπίτι.
— Πρέπει να δείχνεις συγκατάβαση,—μουρμούρισε η Βάρια.
— Σε τι; Σε ποιον να δείχνουμε συγκατάβαση;—φούντωσε ο Γάνια.—Στις βρομιές του; Όχι, λέγε ό,τι
θέλεις, όμως αυτό πια, είναι απαράδεχτο! Απαράδεχτο, απαράδεχτο! Και τι τρόπος! Φταίει ο ίδιος,
και κάνει και τον καμπόσο. «Δε θέλω να περάσω απ’ την πύλη, γκρέμισε το τείχος να διαβώ!» Τι έχεις κι είσαι έτσι; Το πρόσωπό σου έχει αλλάξει.

— Το πρόσωπό μου, τίποτα δεν έχει —απάντησε κατσουφιασμένη η Βάρια.
Ο Γάνια την κοίταξε προσεχτικότερα.
— Ήσουν εκεί;—ρώτησε ξαφνικά.
— Εκεί.
— Στάσου, πάλι φωνάζουν! Τι αίσχος, Θεέ μου, και σε μια τέτοια στιγμή!
— Ποια στιγμή! Δεν έχει τίποτα το ιδιαίτερο αυτή η στιγμή. Ο Γάνια περιεργάστηκε ακόμα πιο προσεχτικά την αδερφή του.
— Έμαθες τίποτα;—τη ρώτησε.
— Τίποτα, αναπάντεχο τουλάχιστο. Έμαθα πως όλ’ αυτά είναι σωστά. Ο άντρας μου είχε πιο δίκιο κι
απ’ τους δυο μας∙ όπως το πρόβλεψε από μιας αρχής, έτσι έγινε κιόλας. Πού είναι;
— Λείπει. Τι έτσι έγινε κιόλας;
— Ο πρίγκιπας είναι επίσημος μνηστήρας, το πράγμα αποφασίστηκε. Μου το ‘παν οι μεγαλύτερες
αδερφές. Η Αγλαΐα είναι σύμφωνη∙ πάψανε μάλιστα να κρύβονται. (Γιατί το ξέρεις δα, ως τα τώρα
τα κρατούσαν όλα μυστικά). Το γάμο της Αδελαΐδας θα τον αναβάλουν ξανά για να κάνουν και τους
δυο γάμους μαζί, την ίδια μέρα—τι ρομαντικό αλήθεια! Μοιάζει με ποίημα. Καλά θα ‘κανες να ‘γραφες ένα επιθαλάμιο αντί να τρέχεις έτσι πέρα‐δώθε στο δωμάτιο. Σήμερα το βράδυ θα ‘ρθει να τους δει η Μπελοκόνσκαγια. Πάνω στην ώρα έφτασε∙ θα ‘χουν και καλεσμένους. Θα τον παρουσιάσουν στη Μπελοκόνσκαγια, μόλο που τον έχει κιόλας γνωρίσει∙ φαίνεται πως θα το αναγγείλουν επισήμως. Φοβούνται μονάχα μην τύχει και ρίξει τίποτα και το σπάσει όταν θα μπει στο δωμάτιο μπροστά στους καλεσμένους ή μην τύχει και πέσει ο ίδιος φαρδύς‐πλατύς∙ όλα να τα
περιμένεις από δαύτονε.
Ο Γάνια την άκουσε πολύ προσεχτικά, όμως—κι η αδερφή του απόρησε πολύ—φάνηκε πως η
συνταραχτική γι’ αυτόν είδηση δεν τον έκανε να ταραχτεί και τόσο.
— Εμ, βέβαια, ήταν φανερό,—είπε αυτός αφού σκέφτηκε λιγάκι.—Τέλειωσε, λοιπόν,—πρόστεσε μ’
ένα παράξενο χαμόγελο κοιτάζοντας πονηρά το πρόσωπο της αδερφής του κι εξακολουθώντας να
βηματίζει πάνω‐κάτω, πολύ πιο αργά ωστόσο.
— Πάλι καλά που το παίρνεις φιλοσοφικά∙ μα την αλήθεια, χαίρομαι,—είπε η Βάρια.
— Ναι, απαλλαχτήκαμε από ένα μπελά∙ εσύ τουλάχιστο.
— Αν δεν κάνω λάθος φρόντισα ειλικρινά για το καλό σου χωρίς να πολυσυζητώ και χωρίς να μ’ενοχλήσεις∙ δε σε ρώτησα αλήθεια τι λογής ευτυχία γύρευες απ’ την Αγλαΐα.
— Μα μήπως τάχα εγώ… την ευτυχία γύρευα απ’ την Αγλαΐα;
— Έλα, σε παρακαλώ, μην αρχίζεις τις φιλοσοφίες! Και βέβαια έτσι είναι. Μείναμε στα κρύα του λουτρού. Σου ομολογώ πως ποτέ δεν υπολόγισα σοβαρά σ’ όλ’ αυτά, μονάχα «για κάθε ενδεχόμενο» ασχολήθηκα μ’ αυτή την υπόθεση, υπολόγιζα στον παράξενο χαραχτήρα της και, το κυριότερο, ήθελα να σου κάνω το χατίρι∙ ήμουνα σίγουρη ενενήντα στα εκατό πως δε θα κατάφέρναμε τίποτα. Κι ως τα τώρα ακόμα, ούτε γω δεν ξέρω τι ακριβώς πάσκιζες να πετύχεις.
— Τώρα είναι που θ’ αρχίσετε με τον άντρα σου να μου τρώτε τ’ αυτιά να πιάσω δουλειά∙ θα μου
κάνετε διαλέξεις για την επιμονή και τη δύναμη της θέλησης, να μην περιφρονώ τ’ ασήμαντα και τα
λοιπά∙ τα ξέρω απ’ έξω κι ανακατωτά,—έβαλε τα γέλια ο Γάνια.
«Κάτι καινούργιο έβαλε στο νου του!» σκέφτηκε η Βάρια.
— Και δε μου λες, είναι ευχαριστημένοι κει πέρα οι γονείς;—ρώτησε ξάφνου ο Γάνια.
— Όχι και τόσο, αν δεν κάνω λάθος. Εδώ που τα λέμε, μπορείς να βγάλεις μόνος το συμπέρασμα∙ ο
Ιβάν Φιοντόροβιτς είναι ευχαριστημένος∙ η μάνα φοβάται∙ κι απ’ τα πριν τον έβλεπε με απέχθεια
για γαμπρό∙ γνωστά πράγματα.
— Δε λέω αυτό∙ είναι γαμπρός απίθανος κι αφάνταστος, αυτό είναι φανερό. Ρωτάω για τα τωρινά,
πώς είναι εκεί τα πράγματα; Έδωσε την τυπική συγκατάθεσή της;
— Ως τα τώρα δεν είπε «όχι»—αυτό είναι όλο∙ μα κι ούτε μπορούσε κανείς να περιμένει
διαφορετική στάση απ’ αυτήν. Το ξέρεις πόσο δειλή και ντροπαλή είναι ως τα τώρα ακόμα—μέχρι
παλαβομάρας: σαν ήταν κοριτσάκι, χωνόταν στο ντουλάπι και καθότανε κει μέσα δυο και τρεις ώρες
μόνο και μόνο για να μη βγει να τη δουν οι επισκέπτες∙ τώρα έχει γίνει κοτζάμ κοπέλα κι όμως η ίδια είναι. Δεν ξέρω γιατί, μα νομίζω πως πραγματικά συμβαίνει κάτι σοβαρό εκεί πέρα, ακόμα κι από
μέρος της. Λένε πως τον πρίγκιπα τον κοροϊδεύει απ’ το πρωί ως το βράδυ για να μην καταλάβει
κανένας τίποτα, είναι σίγουρο όμως πως κάτι καταφέρνει και του λέει κρυφά κάθε μέρα γιατί αυτός
πετάει στα σύννεφα και λάμπει απ’ τη χαρά του… Είναι, λένε, τρομερά γελοίος. Απ’ τις ίδιες το άκουσα. Μου φάνηκε μάλιστα πως με κοροϊδεύουν και μένα κατάμουτρα, οι μεγαλύτερες αδερφές θέλω να πω.
Ο Γάνια άρχισε τέλος να σκυθρωπιάζει∙ ίσως η Βάρια να επέμενε επίτηδες σ’ αυτό το θέμα για να
καταλάβει τις πραγματικές του σκέψεις. Κείνη τη στιγμή όμως αντήχησαν και πάλι φωνές από πάνω.
— Θα τον διώξω!—ούρλιαξε ο Γάνια, λες και χάρηκε που κάπου βρήκε να ξεσπάσει.
— Και θα ξαναπάει να μας ντροπιάζει παντού σαν και χτες.
— Πώς, σαν και χτες; Τι πάει να πει σαν και χτες; Μα μήπως… —τρόμαξε ξάφνου φοβερά ο Γάνια.
— Αχ, Θεέ μου, δεν το ξέρεις λοιπόν;—τινάχτηκε η Βάρια.
— Πώς… ώστε είναι αλήθεια πως πήγε εκεί;—φώναξε ο Γάνια κι έγινε κατακόκκινος απ’ την ντροπή
και τη λύσσα του.—Θεέ μου, μα εσύ έρχεσαι από κει! Άκουσες τίποτα; Πήγε κει ο γέρος; Πήγε ή όχι;
Κι ο Γάνια όρμησε στην πόρτα∙ η Βάρια ρίχτηκε πάνω του και τον άρπαξε και με τα δυο της χέρια.
— Τι έπαθες; Τι πας να κάνεις;—του έλεγε.—Αν τον αφήσεις να φύγει τώρα, θα κάνει ακόμα χειρότερα, θα πάει σ’ όλο τον κόσμο!
— Τι έκανε κει πέρα; Τι είπε;
— Μα κι αυτές οι ίδιες δεν ξέρανε να μου πουν και δεν καταλάβανε∙ μονάχα που τους τρόμαξε
όλους∙ πήγε και γύρεψε τον Ιβάν Φιοντόροβιτς—εκείνος έλειπε∙ ζήτησε τότε τη Λιζαβέτα

Προκόφιεβνα. Στην αρχή την παρακάλεσε να του δώσει μια θέση, να πιάσει δουλειά κι ύστερα άρχισε να κάνει παράπονα εναντίον μας, για μένα, τον άντρα μου, ιδιαίτερα για σένα… είπε πολλά και διάφορα.
— Δεν μπόρεσες να μάθεις;—έτρεμε σα να τον έπιασε υστερία, ο Γάνια.
— Πού να μάθω! Είναι ζήτημα αν ήξερε κι ο ίδιος τι έλεγε, μπορεί πάλι να μη μου τα είπαν όλα.
Ο Γάνια έφερε τα δυο του χέρια στο κεφάλι κι έτρεξε στο παράθυρο∙ η Βάρια έκατσε κοντά στ’ άλλο
παράθυρο.
— Αστεία είναι αυτή η Αγλαΐα,—παρατήρησε αυτή ξαφνικά,—με σταματάει και μου λέει:
«μεταβιβάστε στους γονείς σας τα ιδιαίτερα, τα προσωπικά μου σέβη. Το δίχως άλλο θα βρω ευκαιρία μια απ’ αυτές τις μέρες να ιδωθώ με τον πατερούλη σας.» Και μου το λέει έτσι σοβαρά‐
σοβαρά! Τρομερά παράξενο…
— Δεν κορόιδευε; Δεν κορόιδευε;
— Αυτό είναι ακριβώς∙ δεν κορόιδευε∙ κι αυτό ίσα‐ίσα είναι το παράξενο.
— Ξέρει ή δεν ξέρει για το γέρο, τι νομίζεις;
Είμαι σίγουρη πως στο σπίτι δεν το ξέρουν μ’ αυτό που είπες όμως αρχίζω και σκέφτομαι πως η Αγλαΐα μπορεί και να το ξέρει. Μονάχα αυτή θα πρέπει να το ξέρει γιατί οι αδερφές της απόρησαν και κείνες όταν έστειλε τόσο σοβαρά τα χαιρετίσματά της στον πατέρα. Και γιατί σ’ αυτόν ειδικώς;
Αν το ξέρει, θα της το είπε ο πρίγκιπας.
— Δε θέλει και πολλή φιλοσοφία για να καταλάβεις ποιος της το είπε! Κλέφτης! Όλα τα ‘χαμε, αυτό
μας έλειπε τώρα. Ένας κλέφτης στην οικογένειά μας, «ο αρχηγός της οικογενείας»!
— Ε, καλά, ανοησίες!—φώναξε η Βάρια καταθυμωμένη,—ιστορίες του κρασιού και τίποτ’ άλλο. Και
ποιος τα σκαρφίστηκε όλ’ αυτά; Ο Λέμπεντεβ, ο πρίγκιπας… καλοί είναι και του λόγου τους. Μεγάλα
μυαλά. Δε δίνω πεντάρα για όλ’ αυτά..
— Ο γέρος είν’ ένας κλέφτης, ένας μέθυσος,—συνέχιζε όλο χολή ο Γάνια,—εγώ είμαι ζητιάνος, ο άντρας της αδερφής μου τοκογλύφος—πολλά είχε να ζηλέψει η Αγλαΐα! Δεν μπορείς να πεις, ωραία οικογένεια!
— Αυτός ο άντρας της αδερφής σου, ο τοκογλύφος, σε… —Με ταΐζει θες να πεις; Λέγε τα όλα χωρίς
τσιριμόνιες, σε παρακαλώ.
— Γιατί φουρκίζεσαι;—πετάχτηκε η Βάρια.—Δεν καταλαβαίνεις τίποτα—λες κι είσαι μαθητούδι.
Νομίζεις πως όλ’ αυτά θα μπορούσανε να σε βλάψουν στα μάτια της Αγλαΐας; Δεν τον ξέρεις εσύ το
χαρακτήρα της∙ είναι έτοιμη ν’ αποκρούσει τον καλύτερο γαμπρό κι όμως μ’ ευχαρίστησή της θα ‘τρεχε στη σοφίτα κανενός φοιτητή να πεινάσει, αυτό είναι τ’ όνειρό της! Ποτέ σου δεν μπόρεσες να καταλάβεις πόσο ενδιαφέρον θ’ αποχτούσες στα μάτια της αν ήξερες να υποφέρεις με σταθερότητα και περηφάνια την κατάστασή μας. Αν την έπιασε ο πρίγκιπας στ’ αγκίστρι του είναι ακριβώς γιατί πρώτα‐πρώτα δεν προσπάθησε καθόλου να την πιάσει και δεύτερον γιατί όλοι τον έχουν για ηλίθιο.
Και μόνο το γεγονός ότι θα κάνει τώρα άνω‐κάτω την οικογένεια εξαιτίας του—αυτό την κάνει να
χαίρεται. Ε‐εχ, τίποτα δεν καταλαβαίνετε σεις!

— Ε, αυτό θα το δούμε αν καταλαβαίνουμε ή δεν καταλαβαίνουμε,—μουρμούρισε αινιγματικά ο Γάνια.—Ωστόσο δε θα ‘θελα να το μάθαινε η Αγλαΐα για το γέρο. Νόμιζα πως ο πρίγκιπας θα συγκρατηθεί και δε θα το πει. Αυτός συγκράτησε και το Λέμπεντεβ∙ ακόμα και μένα δεν ήθελε να μου τα πει όλα, όταν του φορτώθηκα…
— Ώστε λοιπόν, το βλέπεις και μόνος σου πως και χωρίς αυτόν μαθεύτηκαν όλα. Και τι χολοσκάς τώρα πια; Τι ελπίζεις; Μα κι αν ακόμα έμενε καμιά ελπίδα, το μόνο που θα γινόταν, θα ‘ταν πως θα σ’ έβλεπε η Αγλαΐα σα μάρτυρα.
— Ε, το σκάνδαλο θα το φοβόταν, παρ’ όλο το ρομαντισμό της. Όλες σας φτάνετε ως ένα σημείο,
ίσαμε ένα ορισμένο όριο, έτσι είσαστε όλες σας.
— Η Αγλαΐα θα φοβόταν είπες;—κόρωσε η Βάρια κοιτάζοντας περιφρονητικά τον αδερφό της.—
Έχεις ταπεινή και μικρή ψυχή ωστόσο! Δεν αξίζετε τίποτα όλοι σας. Ας είναι γελοία και παράξενη,
έχει όμως χίλιες φορές πιο ευγενική καρδιά από μας.
— Ε, καλά, καλά, μη θυμώνεις! —μουρμούρισε και πάλι με πολλή αυτοϊκανοποίηση ο Γάνια.
— Τη μητέρα λυπάμαι μονάχα—συνέχισε η Βάρια.—Φοβάμαι μη φτάσει ως τ’ αυτιά της αυτή η ιστορία του πατέρα, αχ, πολύ το φοβάμαι!
— Σίγουρα έχει φτάσει κιόλας,—παρατήρησε ο Γάνια.
Η Βάρια είχε σηκωθεί για ν’ ανέβει απάνω στης Νίνας Αλεξάντροβνας, σταμάτησε, όμως και κοίταξε
προσεχτικά τον αδερφό της.
— Ποιος θα μπορούσε λοιπόν να της το πει;
— Ο Ιππόλυτος, καθώς φαίνεται. Μόλις μετακόμισε σπίτι μας, θα πρέπει να πήγε και να της τα ‘πε
όλα της μητέρας, χαρτί και καλαμάρι, και με μεγάλη του ευχαρίστηση μάλιστα.
— Μα από πού μπορεί να το ‘μαθε αυτός, δε μου λες σε παρακαλώ; Ο πρίγκιπας κι ο Λέμπεντεβ
αποφάσισαν να μην το πουν σε κανέναν. Ακόμα κι ο Κόλια δεν ξέρει τίποτα.
— Ο Ιππόλυτος; Μόνος του το ‘μαθε. Δεν μπορείς να φανταστείς τι πονηρός κανάγιας είναι∙ δεν ξέρεις τι κουτσομπόλης είναι, τι γερή μύτη που σου την έχει για να μυρίζεται σαν το λαγωνικό όλα τα βρομερά πράγματα, όλα τα σκάνδαλα. Ε, αν θέλεις το πιστεύεις, εγώ όμως είμαι σίγουρος πως πρόφτασε κι όλας και την έκανε την Αγλαΐα του χεριού του! Κι αν δεν πρόφτασε, θα το κάνει. Κι ο Ραγκόζιν επίσης απόχτησε σχέσεις μαζί του. Πώς δεν το προσέχει αυτό ο πρίγκιπας! Και πόσο το θέλει τώρα να με τουμπάρει και μένα! Με θεωρεί προσωπικό εχθρό του. Αυτό το κατάλαβα από καιρό∙ και γιατί, τι γυρεύει, δηλαδή, όπου να ‘ναι θα πεθάνει—δεν καταλαβαίνω τίποτα! Εγώ όμως θα του τη σκάσω∙ θα το δεις πως δε θα με τουμπάρει αυτός μα εγώ εκείνον.
— Γιατί λοιπόν τον τράβηξες απ’ τον πρίγκιπα και τον έφερες εδώ, αφού τον μισείς τόσο πολύ; Και
του αξίζει τάχα να τον τουμπάρεις;
— Δική σου ιδέα ήταν να τον φέρουμε σπίτι μας.
— Νόμιζα πως θα μας φανεί χρήσιμος∙ αλήθεια, ξέρεις πως ερωτεύτηκε τώρα κι αυτός την Αγλαΐα
και της έγραφε; Με ρωτούσαν… έφτασε τάχα να γράψει και στη Λιζαβέτα Προκόφιεβνα;

— Απ’ αυτή την άποψη είναι ακίνδυνος!—είπε ο Γάνια και γέλασε με κακία.—Εδώ που τα λέμε κάποιο λάθος θα ‘χεις κάνει. Το πως είναι ερωτευμένος δεν είναι καθόλου απίθανο γιατί πρόκειται για ένα παλιόπαιδο! Όμως… δε θα κάτσει να γράφει ανώνυμα γράμματα στη γριά. Είναι μια κακόψυχη, τιποτένια, ναρκισσευόμενη μετριότητα!… Είμαι σίγουρος το ξέρω θετικά πως με παράστησε δολοπλόκο στην Αγλαΐα, αυτή ήταν η πρώτη του δουλειά. Ομολογώ πως είχα τη βλακεία και του ξανοίχτηκα στην αρχή∙ νόμιζα πως για να εκδικηθεί τον πρίγκιπα θα ‘παιρνε το μέρος μου∙ είναι ένα παμπόνηρο υποκείμενο! Ω, τον κατάλαβα τώρα πέρα για πέρα. Όσο γι’ αυτή την κλοπή, τ’άκουσε απ’ την ίδια τη μάνα του, τη λοχαγίνα. Ο γέρος, αν τ’ αποφάσισε και το ‘κανε, ήταν για τη λοχαγίνα. Όπου στα καλά καθούμενα, έρχεται και μου λέει πως ο γέρος υποσχέθηκε στη μάνα του
τετρακόσια ρούβλια και, καταλαβαίνεις χωρίς να το φέρει καθόλου η κουβέντα, χωρίς καμιά τσιριμόνια. Τότε τα κατάλαβα όλα. Και δώσ’ του και με κοίταζε στα μάτια λες κι απολάμβανε.
Σίγουρα θα το ‘πε και στη μητερούλα μόνο και μόνο για να νιώσει την ευχαρίστηση να της ξεσκίσει
την καρδιά. Και γιατί δεν πεθαίνει επιτέλους, μπορείς να μου πεις: Αφού το υποσχέθηκε να πεθάνει
σε τρεις βδομάδες και τώρα πάχυνε κιόλας! Παύει να βήχει∙ χτες το ‘λεγε ο ίδιος πως είναι δεύτερη
μέρα κιόλας που έχει να βγάλει αίμα.
— Διώξ’ τον.
— Εγώ δεν τον μισώ, τον περιφρονώ,—πρόφερε περήφανα ο Γάνια.—Ε, ναι, ναι, τον μισώ λοιπόν,
αφού το θέλεις!—φώναξε ξάφνου με ασυνήθιστη μανία.—Και θα του το πω κατάμουτρα, ακόμα και
την ώρα που θα πεθαίνει! Αν είχες διαβάσει την εξομολόγησή του,—Θεέ μου τι αφέλεια αναίδειας!
Είναι ένας υπολοχαγός Πιρογκόβ, είναι ένας Νοζντριόβ σε τραγωδία και το κυριότερο—είναι ένα παλιόπαιδο! Ω, με τι απόλαυση θα του τις έβρεχα, μόνο και μόνο για να τον κάνω να μείνει με το
στόμ’ ανοιχτό. Τώρα τους εκδικείται όλους γιατί τότε δεν τα κατάφερε να… Μα τι ‘ναι αυτό; Πάλι
φωνάζουν κει πέρα! Μα τι σημαίνουν επιτέλους όλ’ αυτά; Δε θα τ’ ανεχτώ άλλο πια,—φώναξε στον
Πτίτσιν που έμπαινε κείνη τη στιγμή στο δωμάτιο,—τι ‘ναι αυτό επιτέλους, παραπάει το πράμα εδώ
με μας.. Αυτό… αυτό…
Ο θόρυβος όμως πλησίαζε γρήγορα, η πόρτα άνοιξε ξαφνικά διάπλατα κι ο γερο‐Ιβόλγκιν,
θυμωμένος, κατακόκκινος, καταταραγμένος, εκτός εαυτού, τα ‘βαλε κι αυτός με τον Πτίτσιν. Πίσω
απ’ το γέρο ερχόταν η Νίνα Αλεξάντροβνα, ο Κόλια και τελευταίος απ’ όλους ο Ιππόλυτος.

II
ΗΤΑΝ ΚΙΟΛΑΣ ΠΕΝΤΕ μέρες που ‘χε εγκατασταθεί ο Ιππόλυτος στο σπίτι του Πτίτσιν. Αυτό έγινε μ’
έναν τρόπο πολύ φυσικό, χωρίς παρεξηγήσεις και χωρίς να ψυχρανθεί καθόλου με τον πρίγκιπα∙ όχι
μονάχα δε μαλώσανε μα, επιφανειακά, χωρίσανε σαν καλοί φίλοι. Ο Γαβρίλα Αρνταλιόνοβιτς που
φέρθηκε τόσο εχθρικά στον Ιππόλυτο κείνο το βράδυ, ήρθε ο ίδιος να τον επισκεφτεί—για να λέμε
την αλήθεια, είχαν περάσει κιόλας δυο μέρες ύστερα απ’ το επεισόδιο—και φαίνεται πως ξαφνικά
κάτι είχε βάλει στο μυαλό του. Για κάποιον άγνωστο λόγο, άρχισε κι ο Ραγκόζιν να επισκέπτεται τον
άρρωστο. Του πρίγκιπα του φάνηκε στην αρχή πως ίσως θα ‘ταν καλύτερα για το «καημένο το παιδί» αν μετακόμιζε απ’ το σπίτι του. Όμως, και την ώρα ακόμα που μετακόμιζε, ο Ιππόλυτος είπε
πως πηγαίνει να μείνει στου Πτίτσιν «που είχε την καλοσύνη να του παραχωρήσει μια γωνιά», κι
ούτε μια φορά, λες και το ‘κανε επίτηδες, δεν είπε πως πάει να μείνει στου Γάνια, μόλο που ο Γάνια
ήταν εκείνος που επέμενε να τον δεχτούν σπίτι τους. Ο Γάνια το παρατήρησε αυτό από τότε και,προσβλημένος, το φύλαξε βαθιά στην καρδιά του.
Είχε δίκιο όταν έλεγε στην αδερφή του πως ο άρρωστος πήγαινε καλύτερα. Πραγματικά, ο
Ιππόλυτος ένιωθε τώρα αρκετά καλύτερα, πράγμα που το ‘βλεπες με την πρώτη ματιά. Μπήκε στο
δωμάτιο χωρίς να βιάζεται, πίσω απ’ όλους, χαμογελώντας ειρωνικά, με κακία. Η Νίνα
Αλεξάντροβνα μπήκε πολύ τρομαγμένη. (Είχε αλλάξει πολύ αυτούς τους έξι μήνες, αδυνάτισε∙ σαν
πάντρεψε την κόρη της και μετακόμισε να ζήσει σπίτι της, έπαψε σχεδόν φαινομενικά ν’
ανακατεύεται στις υποθέσεις των παιδιών της.) Ο Κόλια ήταν ταραγμένος και σάμπως αμήχανος∙
ήταν πολλά που δεν καταλάβαινε απ’ την «παλαβομάρα του στρατηγού» όπως έλεγε, μην ξέροντας
φυσικά τις βασικές αιτίες αυτής της καινούργιας αναστάτωσης στο σπίτι. Το ‘βλεπε ωστόσο καθαρά
πως ο πατέρας του κάνει τόσες ανοησίες, κάθε λίγο και λιγάκι όπου σταθεί κι όπου βρεθεί, κι είχε
τόσο πολύ αλλάξει ξαφνικά που θα ‘λεγες πως είχε γίνει εντελώς άλλος άνθρωπος. Τον ανησυχούσε
και το γεγονός ότι ο γέρος, τις τελευταίες τρεις μέρες, δεν είχε ξαναβάλει ποτήρι στο στόμα του.
Ήξερε πως τα ‘χε χαλάσει κι είχε λογοφέρει μάλιστα με το Λέμπεντεβ και τον πρίγκιπα. Ο Κόλια μόλις είχε γυρίσει σπίτι με μισό μπουκάλι βότκα που την είχε αγοράσει με δικά του λεφτά.
— Ελάτε, ακούστε με και μένα, μητερούλα,—προσπαθούσε να πείσει τη Νίνα Αλεξάντροβνα όταν
βρίσκονταν ακόμα επάνω,—ακούστε με και μένα, καλύτερα να πιει. Είναι κιόλας τρεις μέρες που δεν έβαλε σταγόνα στο στόμα του∙ κάποιο σαράκι θα τον τρώει. Αλήθεια σας λέω, καλύτερα να πιει∙ κι όταν τον είχανε μέσα τού πήγαινα βότκα…
Ο στρατηγός άνοιξε τέντα την πόρτα και στάθηκε στο κατώφλι τρέμοντας από θυμό.
— Αξιότιμε κύριε!—φώναξε βροντερά στον Πτίτσιν.—Αν αποφασίσατε στ’ αλήθεια να θυσιάσετε
ένα σεβάσμιο γέροντα χάριν ενός βυζανιάρικου κι αθεϊστή, να θυσιάσετε, λέω τον πατέρα σας ή,
τουλάχιστον τον πατέρα της συζύγου σας, όστις υπηρέτησε πιστώς τον αυτοκράτορά του τότε το πόδι μου, απ’ αυτή την ώρα, θα πάψει να ευρίσκεται σπίτι σας. Εκλέξατε, αξιότιμε κύριε, εκλέξατε πάραυτα: ή εγώ ή αυτή… η βίδα! Ναι, βίδα! Το είπα κατά λάθος, είναι όμως βίδα! Γιατί εισχωρεί και τρυπάει σα βίδα την ψυχή μου και χωρίς τον παραμικρό σεβασμό… εν είδει βίδας!
— Μήπως είμαι τιρμπουσόν;—έβαλε το λογάκι του ο Ιππόλυτος.
— Όχι, δεν είσαι τιρμπουσόν, διότι εγώ ενώπιόν σου είμαι στρατηγός κι όχι μπουκάλα. Έχω παράσημα εγώ, τιμητικάς διακρίσεις… Ενώ εσύ έχεις τον κακό σου τον καιρό. Ή εγώ ή αυτός!
Αποφασίστε, κύριε, τώρα αμέσως, αυτοστιγμεί!—φώναξε και πάλι έξω φρενών στον Πτίτσιν. Ο
Κόλια του ‘φερε μια καρέκλα κι ο στρατηγός έκατσε σχεδόν εξαντλημένος.
— Μα την αλήθεια… θα ‘ταν καλύτερο να…κοιμηθείτε,—μουρμούρισε ο Πτίτσιν που τα ‘χε χαμένα.

— Έχει ακόμα το τουπέ ν’ απειλεί!—είπε με μισή φωνή στην αδερφή του ο Γάνια.
— Να κοιμηθώ!—φώναξε ο στρατηγός.—Δεν είμαι μεθυσμένος, αξιότιμε κύριε, και με
προσβάλλετε. Βλέπω—συνέχισε και σηκώθηκε ξανά—πως εδώ οι πάντες είναι εναντίον μου, οι
πάντες και τα πάντα. Αρκετά! Φεύγω… Να ξέρετε όμως, αξιότιμε κύριε, να ξέρετε…
— Δεν τον αφήσανε να τελειώσει και τον ξανάβαλαν να καθίσει∙ αρχίσανε να τον παρακαλούν να
ησυχάσει. Ο Γάνια πήγε και στάθηκε καταφουρκισμένος στη γωνιά. Η Νίνα Αλεξάντροβνα έτρεμε κι
έκλαιγε.
— Μα τι του ‘κανα; Τι παράπονο έχει!—φώναξε ο Ιππόλυτος χαμογελώντας κοροϊδευτικά.
— Και μήπως λίγα του κάνατε;—παρατήρησε ξαφνικά η Νίνα Αλεξάντροβνα.—Είναι ντροπή σας…
ιδιαίτερα εσείς… κι είναι απάνθρωπο να βασανίζετε έναν γέρο… και μάλιστα στη θέση σας.
— Και πρώτα‐πρώτα, ποια είναι η θέση μου, δεσποσύνη; Σας εκτιμώ και σας σέβομαι πολύ, εσάς
προσωπικά, όμως…
— Είναι βίδα!—φώναξε ο στρατηγός.—Μου τρυπάει την ψυχή και την καρδιά! Θέλει να με κάνει να
πιστέψω τον αθεϊσμό του. Μάθε, βυζανιάρικο, πως πριν εσύ γεννηθείς εμένα με είχαν γεμίσει με
τιμητικάς διακρίσεις∙ εσύ δεν είσαι παρά ένα ζηλόφθονο σκουλήκι, σκισμένο στα δυο, ένα σκουλήκι
που βήχει… και πεθαίνεις απ’ τη μοχθηρία και την αθεΐα σου… Και γιατί σ’ έφερε δω πέρα ο
Γαβρίλα; Όλοι είναι εναντίον μου, απ’ τους ξένους ως τον ίδιο μου το γιο!
— Ε, φτάνουν οι ψευτοτραγωδίες!—φώναξε ο Γάνια.—Καλύτερα θα ‘κανες να μη μας ντροπιάζεις σ’
ολάκερη την πολιτεία!
— Πώς; Εγώ σε ντροπιάζω, βυζανιάρικο; Εσένα! Μονάχα τιμή μπορώ να σου κάνω, ποτέ να σε ντροπιάσω! Πετάχτηκε πάνω και δεν μπορούσαν πια να τον συγκρατήσουν, μα κι ο Γαβρίλα Αρνταλιόνοβιτς φαίνεται πως κι αυτός δεν μπορούσε πια να συγκρατηθεί.
— Τολμάς ακόμα να μιλάς για τιμή!—φώναξε θυμωμένα.
— Τι είπες;—βροντοφώναξε ο στρατηγός χλομιάζοντας κι έκανε ένα βήμα καταπάνω του.
— Είπα πως φτάνει ν’ ανοίξω το στόμα μου για να…—ούρλιαξε ξάφνου ο Γάνια και δεν τέλειωσε τη
φράση του. Στέκονταν ο ένας αντίκρυ στον άλλον σε τρομερή παραφορά, ιδιαίτερα ο Γάνια.
— Γάνια, τι ‘ναι αυτά!—φώναξε η Νίνα Αλεξάντροβνα και ρίχτηκε να σταματήσει το γιο της.
— Τι ανοησίες κι απ’ τις δυο μεριές!—τους έκοψε αγαναχτισμένη η Βάρια.—Ελάτε, μητερούλα,ελάτε,—πρόστεσε αρπάζοντάς την.
— Μονάχα για χάρη της μητέρας σωπαίνω,—πρόφερε μελοδραματικά ο Γάνια.
— Μίλα!—ούρλιαξε ο στρατηγός έξω φρενών.—Μίλα αν δε θέλεις να επιπέσει επάνω σου η
πατρική κατάρα… μίλα!
— Τώρα μάλιστα, πολύ που τη φοβήθηκα την κατάρα σας! Και ποιος φταίει που όγδοη μέρα σήμερα είστε σαν παλαβός; Όγδοη μέρα, το βλέπετε, τα ξέρω όλα με τις ημερομηνίες… Προσέξτε,
μη με κάνετε να χάσω την υπομονή μου∙ θα τα πω όλα… Γιατί κουβαληθήκατε χτες στους Επάντσιν;

Γέρος, σου λέει ο άλλος, άσπρα μαλιά, αρχηγός οικογενείας! Καμαρώστε τον!
— Σώπα, Γάνια!—φώναξε ο Κόλια.—Σώπα, βλάκα!
— Μα τι έκανα εγώ, τι έκανα και τον πρόσβαλα;—επέμενε ο Ιππόλυτος με τον ίδιο ειρωνικό, θα ‘λεγες, τόνο.—Γιατί με λέει βίδα, τον ακούσατε; Μονάχος του μου φορτώθηκε∙ ήρθε τώρα κι άρχισε να μου λέει για κάποιον καπετάνιο Γεροπέγκοβ. Εγώ δεν τη θέλω καθόλου την παρέα σας,στρατηγέ∙ σας απόφευγα, κι άλλοτε, το ξέρετε πολύ καλά∙ τι μ’ ενδιαφέρει εμένα ο καπετάνιος Γεροπέγκοβ, μπορείτε να μου πείτε; Δε μετακόμισα δω πέρα για τον Γεροπέγκοβ. Το μόνο που έκανα ήταν να του πω τη γνώμη μου πως ίσως αυτός ο καπετάνιος Γεροπέγκοβ να μην υπήρξε ποτέ.
Αρπάχτηκε απ’ αυτό κι έγινε έξω φρενών.
— Και βέβαια δεν υπήρξε!—είπε κοφτά ο Γάνια.
Ο στρατηγός όμως στεκόταν λες κι είχε μείνει σύξυλος και κοίταζε χαζά γύρω του. Τα λόγια του γιου
του του ‘καναν καταπληχτική εντύπωση με την απερίφραστη ωμότητά τους. Στην αρχή τα ‘χε τόσο
χαμένα που δεν ήξερε τι να πει. Και τέλος, μονάχα όταν ο Ιππόλυτος έβαλε τα γέλια με την
απάντηση του Γάνια και φώναξε: «Να, τ’ ακούσατε; Ακόμα κι ο γιος σας το λέει πως δεν υπήρξε ποτέ
αυτός ο καπετάνιος Γεροπέγκοβ» ο γέρος μουρμούρισε ολότελα ζαλισμένος:
— Δεν είπα καπετάνιος, είπα Καπίτον Γεροπέγκοβ… Καπίτον… Αντισυνταγματάρχης εν αποστρατεία,
Γεροπέγκοβ… Καπίτον.
— Ούτε και Καπίτον δεν υπήρξε ποτέ!—έκανε ολότελα πια φουρκισμένος ο Γάνια.
— Για… γιατί δεν υπήρξε;—μουρμούρισε ο στρατηγός και το αίμα τού ανέβηκε στο κεφάλι.
— Μα φτάνει πια,—προσπαθούσαν να τους ησυχάσουν ο Πτίτσιν κι η Βάρια.
— Σώπα, Γάνκα!—ξαναφώναξε ο Κόλια.
Όμως, βλέποντάς τους να παίρνουν το μέρος του, ο στρατηγός σα να συνήλθε.
— Πώς δεν υπήρξε; Γιατί δεν υπήρξε;—τα ‘βαλε τρομερός με το γιο του.
— Έτσι. Επειδή δεν υπήρξε. Δεν υπήρξε∙ αυτό είν’ όλο, κι ούτε μπορούσε ποτέ να υπάρξει! Να!
Αφήστε με ήσυχον επιτέλους.
— Κι αυτά τα λέει ο γιος μου… το ίδιο μου το σπλάχνο… τον οποίον εγώ… ω, Θεέ μου! Ο
Γεροπέγκοβ, ο Γιερόσκα Γεροπέγκοβ δεν υπήρξε!
— Νάτα πάλι, μια τον λέτε Γιερόσκα μια Καπιτόσκα,—βρήκε την ευκαιρία να πετάξει το λογάκι του ο
Ιππόλυτος.
— Καπιτόσκα, ευγενέστατε κύριε, Καπιτόσκα κι όχι Γιερόσκα! Καπίτον, Καπίτον Αλεξέγιεβιτς,
Καπίτον… αντισυνταγματάρχης… εν αποστρατεία… παντρεύτηκε τη Μάρια… τη Μάρια Πετρόβνα
Σου… Σου… φίλος και συνάδελφος… Τη Σουτούγκοβα… απ’ τη Σχολή κιόλας. Εγώ για χάρη του
έχυσα αίμα… μπήκα μπροστά… σκοτώθηκε. Και να μου λέτε πως δεν έζησε ο Καπιτόσκα
Γεροπέγκοβ! Πως δεν υπήρξε ποτέ!
Ο στρατηγός φώναζε πεισμωμένος και φουρκισμένος, μα έτσι που θα μπορούσε κανείς να υποθέσει

πως άλλο ήταν το θέμα κι άλλη η αιτία των ουρλιαχτών του. Η αλήθεια είναι πως μιαν άλλη ώρα, θ’
ανεχόταν κάτι πολύ προσβλητικότερο απ’ τον ισχυρισμό της παντελούς ανυπαρξίας του Καπίτον
Γεροπέγκοβ, θα φώναζε, θα ‘κανε σκηνή, θα γινόταν έξω φρενών, ωστόσο στο τέλος θ’ αποσυρόταν
στο δωμάτιό του να κοιμηθεί. Τώρα όμως—η ανθρώπινη καρδιά είναι πάντα πολύ παράξενη—έγινε
έτσι που η αμφιβολία για την ύπαρξη του Γεροπέγκοβ στάθηκε η τελευταία σταγόνα που έκανε να
ξεχειλίσει το ποτήρι. Ο γέρος έγινε κατακόκκινος, σήκωσε τα χέρια του στον ουρανό και φώναξε:
— Αρκεί! Την κατάρα μου να ‘χετε… φεύγω απ’ αυτό το σπίτι! Νικολάι, φέρε μου το σάκο μου,
φεύγω!
Βγήκε βιαστικός και καταθυμωμένος. Η Νίνα Αλεξάντροβνα, ο Κόλια κι ο Πτίτσιν τρέξανε το κατόπι
του.
— Λοιπόν, είδες τι έκανες τώρα!—είπε η Βάρια στον αδερφό της.—Δεν το ‘χει σε τίποτα να
κουβαληθεί εκεί πέρα. Τι ντροπή, Θεέ μου, τι ντροπή!
— Ας μην έκλεβε!—φώναξε ο Γάνια μόλις καταφέρνοντας να προφέρει τα λόγια του απ’ την οργή∙
ξάφνου το βλέμμα του συναντήθηκε με το βλέμμα του Ιππόλυτου∙ ο Γάνια άρχισε να τρέμει σχεδόν
απ’ το κακό του.—Και σεις, ευγενέστατε κύριε,—φώναξε,—θα ‘πρεπε να θυμάστε, πως όπως και να
‘ναι, βρίσκεστε σε ξένο σπίτι και… είστε φιλοξενούμενος και να μην ερεθίζετε το γέρο που, καθώς
φαίνεται, έχει τρελαθεί…
Ο Ιππόλυτος φάνηκε για μια στιγμή έτοιμος να ξεσπάσει, συγκρατήθηκε όμως αμέσως.
— Δεν είμαι εντελώς σύμφωνος μαζί σας πως ο πατερούλης σας τρελάθηκε,—απάντησε
ψύχραιμα.—Μου φαίνεται μάλιστα πως τον τελευταίο καιρό έγινε πολύ πιο μυαλωμένος, μα το
Θεό, δε με πιστεύετε; Έγινε τόσο προσεκτικός, φιλύποπτος, όλα πασκίζει να τα μάθει, ζυγιάζει την
κάθε λέξη… Αν έπιασε μαζί μου κουβέντα γι’ αυτό τον Καπιτόσκα, είχε το σκοπό του∙ φανταστείτε,
ήθελε να μου πάρει λόγια για…
— Ωχ, αδερφέ, μεγάλη μου σκασίλα γιατί ήθελε να σας πάρει λόγια! Σας παρακαλώ ν’ αφήσετε τις
πονηριές κατά μέρος και να μη μου μιλάτε με υπονοούμενα, ευγενέστατε κύριε!—τσίριξε ο Γάνια.—
Αν την ξέρετε και σεις την πραγματική αιτία που βρίσκεται ο γέρος σ’ αυτή την κατάσταση (και σεις
βάζετε τόσες σπιουνιές αυτές τις πέντε μέρες που σίγουρα θα την ξέρετε) δε θα ‘πρεπε να ερεθίζετε
ένα… δυστυχισμένο και να βασανίζετε τη μητέρα μου υπερβάλλοντας τα πράγματα∙ γιατί όλη αυτή
η υπόθεση είναι μια ανοησία, μια ιστορία του κρασιού και τίποτ’ άλλο, τίποτ’ άλλο, μήτε που
αποδείχτηκε ποτέ και γω δε δίνω μήτε μιας πεντάρας σημασία σ’ όλ’ αυτά… Εσείς όμως νιώθετε την
ανάγκη να φαρμακώνετε τους άλλους και να βάζετε σπιουνιές γιατί εσείς… εσείς…
— Είμαι βίδα;—χαμογέλασε σαρκαστικά ο Ιππόλυτος.
— Γιατί είστε σκουπίδι, βασανίσατε μισή ώρα τους ανθρώπους νομίζοντας πως θα τους τρομάξετε
λέγοντας πως θα σκοτωθείτε με το άδειο σας πιστόλι που μ’ αυτό ρεζιλευτήκατε τόσο επαίσχυντα,
αποτυχημένε αυτόχειρα… ναι, είστε μια χυμένη χολή… με δυο πόδια. Εγώ σας φιλοξένησα, μου
παχύνατε δω πέρα, δε βήχετε πια και για το ευχαριστώ…
— Με συγχωρείτε, να πω και γω δυο λόγια. Είμαι στο σπίτι της Βαρβάρας Αρνταλιόνοβνας κι όχι στο
δικό σας∙ δε με φιλοξενήσατε σεις ποτέ, νομίζω μάλιστα ότι σεις ο ίδιος είστε φιλοξενούμενος του
κυρίου Πτίτσιν. Εδώ και τέσσερις μέρες παρακάλεσα τη μητέρα μου να μου βρει στο Παυλόβσκ ένα
σπίτι και να μετακομίσει κι η ίδια γιατί πραγματικά νιώθω καλύτερα δω πέρα, μόλο που δεν πάχυνα
καθόλου κι εξακολουθώ ακόμα να βήχω. Η μητέρα μου με ειδοποίησε χτες βράδυ πως το σπίτι είναι

έτοιμο και γω από μέρος μου σπεύδω να σας πληροφορήσω, αφού ευχαριστήσω πρώτα τη
μητερούλα σας και την αδερφούλα σας, πως μετακομίζω σήμερα κιόλας στο σπίτι μου, πράγμα που
τ’ αποφάσισα απ’ τα χτες το βράδυ κιόλας. Με συγχωρείτε, σας διέκοψα∙ αν δεν κάνω λάθος, είχατε
σκοπό να πείτε πολλά ακόμα.
— Ω, αν είναι έτσι…—άρχισε να τρέμει ο Γάνια.
— Αφού είναι έτσι, επιτρέψτε μου να καθίσω,—πρόστεσε ο Ιππόλυτος κι έκατσε ψυχραιμότατα στη
καρέκλα όπου καθόταν πριν ο στρατηγός,—γιατί όσο και να ‘ναι είμαι άρρωστος. Λοιπόν, τώρα
είμαι έτοιμος να σας ακούσω, αφού μάλιστα αυτή είναι η τελευταία συνομιλία, ίσως‐ίσως κι η τελευταία συνάντηση.
— Ο Γάνια σα να ντράπηκε.
— Πιστέψτε με πως δε θα ταπεινωθώ ως το σημείο να λογαριαστώ μαζί σας,—είπε,—κι αφού
εσείς…
— Δεν υπάρχει λόγος ν’ αρχίζετε έτσι αφ’ υψηλού,—τον έκοψε ο Ιππόλυτος.—Εγώ την πρώτη ακόμα
μέρα που μετακόμισα εδώ, έδωσα το λόγο μου στον εαυτό μου να μη στερηθώ την ευχαρίστηση να
σας τα πω όλα έξω απ’ τα δόντια, με τον ειλικρινέστερο τρόπο, όταν θα χωρίζαμε. Σκοπεύω να το
κάνω. Τούτη τη στιγμή ακριβώς, ύστερα από σας εννοείται.
— Και γω σας παρακαλώ να με απαλλάξετε απ’ την παρουσία σας.
— Καλύτερα, λέω, να μιλήσετε, θα το μετανιώσετε αργότερα που δε μου τα είπατε.
— Πάψτε, Ιππόλυτε∙ ντροπή. Κάντε μου τη χάρη να πάψετε!—είπε η Βάρια.
— Δέχουμαι, για χάρη της κυρίας,—γέλασε ο Ιππόλυτος και σηκώθηκε.—Ορίστε, Βαρβάρα
Αρνταλιόνοβνα, για χάρη σας είμαι έτοιμος να συντομέψω, μονάχα να συντομέψω όμως, γιατί έγινε
εντελώς απαραίτητο να εξηγηθούμε κατά κάποιον τρόπο εγώ κι ο αδερφούλης σας και μου είναι
αδύνατο να φύγω αφήνοντας πίσω μου παρεξηγήσεις.
— Είστε απλούστατα ένας κουτσομπόλης,—φώναξε ο Γάνια,—γι’ αυτό δε θέλετε να φύγετε χωρίς
κουτσομπολιά.
— Τα βλέπετε,—παρατήρησε ψύχραιμα ο Ιππόλυτος,—να που δεν τα καταφέρατε να
συγκρατηθείτε. Μα την αλήθεια, σας λέω πως θα το μετανιώσετε που δε βγάλατε το άχτι σας. Γι’
άλλη μια φορά σας παραχωρώ το λόγο. Δε με πειράζει, μπορώ να περιμένω.
Ο Γαβρίλα Αρνταλιόνοβιτς σώπαινε και τον κοίταζε περιφρονητικά.
— Δε θέλετε. Θέλετε να δείξετε σταθερό χαραχτήρα, δικαίωμά σας. Από μέρος μου, θα ‘μαι όσο γίνεται πιο σύντομος. Δυο ή τρεις φορές άκουσα σήμερα την κατηγορία πως είμαι φιλοξενούμενος.
Αυτό είναι άδικο. Όταν με καλέσατε να μείνω σπίτι σας, πασκίζατε να με πιάσετε στην παγίδα∙
υπολογίζατε πως θέλω να εκδικηθώ τον πρίγκιπα. Ακούσατε ακόμα πως η Αγλαΐα Ιβάνοβνα έδειξε
συμπάθεια για μένα και διάβασε την εξομολόγησή μου. Υπολογίζοντας, δεν ξέρω γιατί, πως θα
δοθώ ολόψυχα στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων σας, ελπίζατε πως θα βρίσκατε ίσως στο
πρόσωπό μου έναν βοηθό. Δεν εξηγούμαι λεπτομερέστερα! Ούτε γυρεύω να τ’ ομολογήσετε αυτό
και να το επιβεβαιώσετε, μου φτάνει ότι σας αφήνω αντιμέτωπο με την συνείδησή σας κι ότι καταλαβαινόμαστε τώρα περίφημα.
— Μα εσείς… ένας Θεός ξέρει τι βάζει ο νους σας ενώ πρόκειται για το απλούστερο πράγμα του κόσμου!—φώναξε η Βάρια.
— Σου είπα πως είναι «κουτσομπόλης και παλιόπαιδο»,—μουρμούρισε ο Γάνια.
— Επιτρέψτε μου, Βαρβάρα Αρνταλιόνοβνα, συνεχίζω. Τον πρίγκιπα, φυσικά, δεν μπορώ μήτε να
τον αγαπώ μήτε να τον εκτιμώ. Είναι ωστόσο άνθρωπος με χρυσή καρδιά αν και… κάπως γελοίος.
Όμως, δε θα ‘χα κανένα λόγο να τον μισήσω. Δεν άφησα τίποτα να φανεί όταν ο αδερφούλης σας
πάσκισε να μου βάλει λόγια εναντίον του πρίγκιπα∙ υπολόγιζα ακριβώς πως θα ‘σπαγα λίγο κέφι όταν θα ‘φευγα από δω. Το ‘ξερα πως ο αδερφός σας θα ‘ρθει να μου μιλήσει και θα του ξεφύγουν πράγματα που δε θα ‘πρεπε να πει. Δεν έπεσα έξω… Είμαι έτοιμος
— τώρα να του φεισθώ μα μόνο και μόνο γιατί σέβουμαι εσάς, Βαρβάρα Αρνταλιόνοβνα. Όμως,τώρα που σας εξήγησα πως δεν είναι και τόσο εύκολο να με πιάσει κανείς στ’ αγκίστρι του, θα σας εξηγήσω και το λόγο που ένιωθα τόσο έντονη επιθυμία να του τη σκάσω του αδερφού σας. Μάθετε
πως το ‘κανα αυτό από μίσος∙ τ’ ομολογώ ειλικρινά. Πεθαίνω, γιατί, όπως και να ‘ναι, εγώ θα πεθάνω, έστω κι αν πάχυνα όπως με βεβαιώνετε και πεθαίνοντας λοιπόν, ένιωσα πως θα πάω πολύ πιο αναπαυμένος στον Παράδεισο αν γελοιοποιήσω έστω κι έναν αντιπρόσωπο του είδους εκείνου
των αναρίθμητων ανθρώπων που με καταδιώκανε σ’ όλη μου τη ζωή, που τους μισούσα σ’ όλη μου
τη ζωή και που ο πολυσέβαστος αδερφός σας αποδίδει ανάγλυφα τον τύπο τους. Σας μισώ, Γαβρίλα
Αρνταλιόνοβιτς, για το μοναδικό λόγο ότι—αυτό ίσως να σας φανεί απίστευτο—για το
μ ο ν α δ ι κ ό λ ό γ ο ό τ ι είστε ο τύπος, η ενσάρκωση, η προσωποποίηση και το αποκορύφωμα
της πιο αδιάντροπης, της πιο αυτάρεσκης, της πιο πρόστυχης και της πιο σιχαμερής μετριότητας.
Είστε μια παραφουσκωμένη μετριότητα, μια μετριότητα που δεν έχει αμφιβολίες, που ζει μες στην
ολύμπια γαλήνη της, είστε η ρουτίνα της ρουτίνας! Ούτε η παραμικρότερη προσωπική σκέψη δεν
πρόκειται να πάρει σάρκα ούτε στην καρδιά ούτε στο μυαλό σας, ποτέ. Η ζηλοφθονία σας όμως δεν
έχει όρια∙ είστε σταθερά πεπεισμένος πως μεγαλύτερη μεγαλοφυία δεν υπάρχει από σας, η
αμφιβολία όμως σας επισκέπτεται μολαταύτα στις σκοτεινές στιγμές και σεις σκυλιάζετε απ’ το κακό σας και ζηλεύετε. Ω, έχετε ακόμα μαύρα σημεία στον ορίζοντα∙ θα εξαφανιστούν όταν θα αποβλακωθείτε τελειωτικά, πράγμα που δε θ’ αργήσει να γίνει∙ παρ’ όλ’ αυτά, έχετε να διανύσετε ακόμα έναν μακρύ και πολυκύμαντο δρόμο που δε μου φαίνεται να σας είναι εξαιρετικά ευχάριστος—κι αυτό δε με λυπεί καθόλου. Και πρώτα‐πρώτα, σας προλέγω πως δε θα καταχτήσετε το πρόσωπο που ξέρετε.
— Ε, αυτό πια είναι ανυπόφορο!—φώναξε η Βάρια.—Θα τελειώσετε καμιά φορά, σιχαμένο
στρίγγλικο;
Ο Γάνια χλόμιασε, έτρεμε και σώπαινε. Ο Ιππόλυτος σταμάτησε, τον κοίταξε επίμονα με απόλαυση,
έριξε ένα βλέμμα στη Βάρια, χαμογέλασε ειρωνικά, υποκλίθηκε και βγήκε, χωρίς να προστέσει λέξη.
Ο Γαβρίλα Αρνταλιόνοβιτς θα μπορούσε δίκαια να παραπονεθεί για την κακή του μοίρα και την αποτυχία του. Για κάμποσην ώρα η Βάρια δεν τ’ αποφάσιζε να του μιλήσει, ούτε τον κοίταζε καν όταν αυτός περνοδιάβαινε μπροστά της με μεγάλα βήματα∙ τέλος ξεμάκρυνε στο παράθυρο και στάθηκε κει, έχοντάς της γυρισμένη την πλάτη. Η Βάρια σκεφτόταν τη ρουσική παροιμία: «Η ράβδος έχει δυο άκρες». Από πάνω ξανακούστηκε φασαρία.
— Φεύγεις;—γύρισε ξάφνου και της είπε ο Γάνια ακούγοντας πως η Βάρια σηκώθηκε.—Περίμενε∙
για κοίτα αυτό εδώ.
Πλησίασε και πέταξε μπροστά της στην καρέκλα ένα μικρό χαρτάκι χιλιοδιπλωμένο σα σημείωμα.

— Θεέ μου!—φώναξε η Βάρια χτυπώντας τα χέρια της.
— Το σημείωμα είχε εφτά αράδες ακριβώς:
«Γαβρίλα Αρνταλιόνοβιτς! Έχοντας πειστεί για τις καλές σας προθέσεις απέναντί μου, πήρα την απόφαση να ζητήσω τη συμβουλή σας για μια σημαντική για μένα υπόθεση. Θα ‘θελα να σας συναντήσω αύριο, στις εφτά ακριβώς, στο πράσινο παγκάκι. Είναι λίγο παρακάτω απ’ τη βίλα μας. Η Βαρβάρα Αρνταλιόνοβνα, που πρέπει το δίχως άλλο να σας συνοδεύσει, ξέρει πολύ καλά το μέρος
που λέω. Α.Ε.»
— Άντε να βρεις λογαριασμό μαζί της ύστερα απ’ αυτό!—είπε ανοίγοντας διάπλατα τα χέρια της η
Βαρβάρα Αρνταλιόνοβνα.
Όσο και να μην ήθελε να πάρει πόζα κείνη τη στιγμή ο Γάνια, δεν μπορούσε ωστόσο να μη δείξει το
θρίαμβό του, ύστερα μάλιστα απ’ τις τόσο ταπεινωτικές προφητείες του Ιππόλυτου. Ένα αυτάρεσκο
χαμόγελο έλαμψε ειλικρινά στα χείλη του μα κι η ίδια η Βάρια φωτίστηκε ολάκερη απ’ τη χαρά της.
— Κι αυτό, τη μέρα ακριβώς που θα κάνουν γνωστά τ’ αρραβωνιάσματα! Άντε να βρεις λογαριασμό
μαζί της ύστερ’ απ’ αυτό!
— Τι γνώμη έχεις, τι σκοπεύει να μου πει αύριο;—ρώτησε ο Γάνια.
— Αυτό δεν έχει σημασία, το σπουδαίο είναι που θέλησε να σε δει για πρώτη φορά ύστερ’ από έξι
μήνες. Άκου με λοιπόν και μένα, Γάνια: ό,τι κι αν γίνει, όπου κι αν καταλήξουν όλ’ αυτά, να ξέρεις
πως πρόκειται για κάτι σ η μ α ν τ ι κ ό ! Υπερβολικά σημαντικό! Μη μεγαλοπιάνεσαι πάλι, μην ξαναλαθέψεις πάλι, μα μη δειλιάσεις κιόλας, πρόσεξε! Μπορεί ποτέ να μην το κατάλαβε γιατί κουβαλιόμουνα μισό χρόνο τώρα σπίτι τους; Και φαντάσου: ούτε λέξη δε μου ‘πε σήμερα, λες και δε συνέβη τίποτα. Μπήκα, ξέρεις, κρυφά στο σπίτι τους, η γριά δεν το ‘ξερε πως είμαι κει, αλλιώς δεν αποκλείεται να μ’ έδιωχνε. Είπα να πάω για χάρη σου κι ό,τι βρέξει—ήθελα το δίχως άλλο να μάθω…
Πάλι ακούστηκαν φωνές και φασαρία από πάνω∙ φαίνεται πως κατέβαιναν αρκετοί τη σκάλα.
— Με κάθε θυσία πρέπει τώρα να το εμποδίσουμε αυτό!—φώναξε ταραγμένη και τρομαγμένη η
Βάρια.—Ούτε σκιά σκανδάλου να μην υπάρξει! Τράβα να του ζητήσεις συγνώμη!
Ο αρχηγός της οικογενείας όμως είχε βγει κιόλας στο δρόμο. Ο Κόλια κουβαλούσε από πίσω του το
σάκο. Η Νίνα Αλεξάντροβνα στεκόταν στο χαγιάτι κι έκλαιγε∙ ήταν έτοιμη να τρέξει από πίσω του, ο
Πτίτσιν όμως την κράτησε.
— Μ’ αυτό που κάνετε, τον βάζετε ακόμα περισσότερο στα αίματα,—της έλεγε.—Δεν έχει πού να
πάει, σε μισή ώρα θα τον ξαναφέρουν πίσω, έχω μιλήσει κιόλας με τον Κόλια∙ αφήστε τον να παιδιαρίσει.
— Τι μας κάνετε τον καμπόσο, πού θα πάτε!—φώναξε ο Γάνια απ’ το παράθυρο.—Δεν έχετε
πουθενά να πάτε!
— Γυρίστε πίσω, πατερούλη!—φώναξε η Βάρια.—Μας ακούει όλη η γειτονιά.
Ο στρατηγός σταμάτησε, γύρισε προς το σπίτι, άπλωσε το χέρι του και φώναξε με έμφαση:
— Η κατάρα μου επί της οικίας ταύτης!
— Δεν μπορεί να κάνει χωρίς τους θεατρινισμούς του!—μουρμούρισε ο Γάνια κλείνοντας με θόρυβο
το παράθυρο.
Οι γείτονες πραγματικά ακούγανε. Η Βάρια βγήκε τρέχοντας απ’ το δωμάτιο.
Όταν η Βάρια έφυγε, ο Γάνια πήρε απ’ το τραπέζι το σημείωμα, το φίλησε, πλατάγισε τη γλώσσα του
και γεμάτος ικανοποίηση έκανε ένα πήδημα στον αέρα.

III
Η ΦΑΣΑΡΙΑ ΜΕ ΤΟ στρατηγό, σε κάθε άλλη περίσταση δε θα ‘χε σοβαρά αποτελέσματα. Του τύχαινε
κι άλλοτε να τον πιάσουν ξαφνικά τα δαιμόνιά του, όπως και τώρα, αν κι αυτό γινόταν αρκετά σπάνια γιατί γενικά ήταν άνθρωπος πολύ ήσυχος και με σχεδόν αγαθές προθέσεις. Αυτά τα τελευταία χρόνια, θα ‘χε πασκίσει ως εκατό φορές να κατανικήσει την ψυχική ακαταστασία που τον είχε κυριέψει∙ θυμόταν ξαφνικά πως είναι ο «αρχηγός της οικογενείας», συμφιλιωνότανε με τη γυναίκα του, έκλαιγε ειλικρινά. Σεβόταν μέχρι λατρείας τη Νίνα Αλεξάντροβνα γιατί του συγχωρούσε τόσα πολλά δίχως να λέει τίποτα και τον αγαπούσε ακόμα και στη γελοιότητά του και στον εξευτελισμό του. Ωστόσο, η μεγαλόψυχη πάλη με την ακαταστασία του δεν κράταγε συνήθως πολύ, κι ο στρατηγός ήταν κι αυτός άνθρωπος πολύ «ορμητικός», αν και με το δικό του τρόπο∙ δεν μπορούσε συνήθως να υποφέρει την υποταγμένη κι άδεια ζωή μέσα στην οικογένειά του και κατέληγε στην ανταρσία. Τον έπιανε ένα πείσμα που γι’ αυτό ίσως‐ίσως να μετάνιωνε κι αυτός την ίδια εκείνη στιγμή και κατηγορούσε τον εαυτό του, δεν μπορούσε όμως να συγκρατηθεί: μάλωνε,άρχιζε να μιλάει με στόμφο και να γλυκαίνεται απ’ τη ρητορεία του, απαιτούσε να του ‘χουν έναν απεριόριστο και παράλογο σεβασμό και τέλος εξαφανιζόταν απ’ το σπίτι, καμιά φορά μάλιστα για αρκετό διάστημα. Τα τελευταία δυο χρόνια, τις υποθέσεις της οικογένειάς του τις ήξερε σε μεγάλες γενικότητες—ό,τι τύχαινε ν’ ακούσει∙ είχε πάψει να ενδιαφέρεται για τις λεπτομέρειες και δεν ένιωθε καμιάν όρεξη να ενδιαφερθεί. Αυτή τη φορά όμως, στη «φασαρία με το στρατηγό», φάνηκε να υπάρχει κάτι ασυνήθιστο∙ ήταν σάμπως όλοι να ξέρανε κάτι και σάμπως όλοι να φοβόνταν να μιλήσουν για κάτι. Ο στρατηγός εμφανίστηκε «επισήμως» στην οικογένεια, δηλαδή στη Νίνα Αλεξάντροβνα, μόλις εδώ και τρεις μέρες, όχι υποταγμένος όμως, όχι μετανιωμένος, όπως γινόταν στις προηγούμενες «εμφανίσεις» του, μα απεναντίας με πολλά νεύρα και στραβοκοιτάγματα. Ήταν ομιλητικός, ανήσυχος, έπιανε κουβέντα μ’ όποιον του τύχαινε μπροστά του με πολλή θέρμη (κι είχες την εντύπωση πως ριχνότανε στο συνομιλητή του) μίλαγε όμως πάντα για θέματα τόσο παράταιρα κι απροσδόκητα που ήταν αδύνατο να καταλάβει κανείς τι ήταν αυτό που πραγματικά τον ανησυχούσε τώρα. Στιγμές‐στιγμές ήταν εύθυμος, συχνά ωστόσο έπεφτε σε συλλογή, δίχως εδώ που τα λέμε να ξέρει κι ο ίδιος τι σκέφτεται∙ ξάφνου άρχιζε να διηγείται κάτι—έλεγε για τους Επάντσιν, για τον πρίγκιπα, για το Λέμπεντεβ—και ξάφνου έκοβε τη φράση στη μέση και σώπαινε∙ από κει και πέρα, όταν τον ρωτάγανε, απαντούσε μ’ ένα ανόητο χαμόγελο, δίχως να το προσέχει ούτε κι ο ίδιος πως τον ρωτάνε και πως εκείνος χαμογελάει. Την τελευταία νύχτα την πέρασε στενάζοντας και βογκώντας και καταβασάνισε όλη νύχτα τη Νίνα Αλεξάντροβνα που του ετοίμαζε και του ‘βαζε όλη την ώρα—άγνωστο γιατί—ζεστά καταπλάσματα∙ κατά το πρωί, τον πήρε ξαφνικά ο ύπνος, κοιμήθηκε κάπου τέσσερις ώρες και ξύπνησε με μιαν έντονη κι αλλοπρόσαλλη κρίση υποχονδρίας που τέλειωσε με τον καυγά με τον Ιππόλυτο και με το «η κατάρα μου επί της οικίας ταύτης». Πρόσεξαν ακόμα πως αυτές τις τρεις μέρες τον έπιανε κάθε τόσο ένας αδιάκοπος παροξυσμός περηφάνιας που ‘χε σα συνέπεια να θεωρεί συνεχώς προσβλημένο τον εαυτό του. Όσο για τον Κόλια, αυτός επέμενε και βεβαίωνε τη μητέρα του πως ήταν ο καημός του κρασιού που τον κάνει έτσι ή, μπορεί κι αυτό, ίσως να νοστάλγησε το Λέμπεντεβ που είχαν γίνει πολύ φίλοι τοντελευταίο καιρό. Όμως, εδώ και τρεις μέρες τα ‘χε χαλάσει με το Λέμπεντεβ και χώρισε καταφουρκισμένος∙ ακόμα και με τον πρίγκιπα έγινε κάποια σκηνή. Ο Κόλια ζήτησε απ’ τον πρίγκιπα εξηγήσεις κι άρχισε τέλος να υποπτεύεται πως και κείνος κάτι του κρύβει. Κι αν ακόμα τέλος είχε γίνει (όπως το υπέθετε πολύ βάσιμα ο Γάνια) καμιά ιδιαίτερη κουβέντα ανάμεσα στον Ιππόλυτο και στη Νίνα Αλεξάντροβνα, είναι παράξενο γιατί αυτός ο μοχθηρός κύριος που ο Γάνια τον είχε πει δίχως περιστροφές κουτσομπόλη, δεν το ‘χε βρει ευχάριστο ν’ ανοίξει με τον ίδιο τρόπο και τα μάτια
του Κόλια. Δεν αποκλείεται καθόλου να μην ήταν και τόσο κακό αυτό το «παλιόπαιδο» όπως τον
περιέγραψε ο Γάνια μιλώντας με την αδερφή του, μα να ήταν κακός κάπως αλλιώτικα. Μα και στη
Νίνα Αλεξάντροβνα ακόμα, είναι απίθανο να έκανε γνωστές τίποτα παρατηρήσεις του μόνο και μόνο για να της «ξεσκίσει την καρδιά». Ας μην ξεχνάμε πως οι αιτίες των πράξεων των ανθρώπων
είναι συνήθως πολύ πιο πολύπλοκες και ποικίλες απ’ ό,τι τις εξηγούμε εμείς εκ των υστέρων και σπάνια διαγράφονται με σαφήνεια. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου το καλύτερο που ‘χει να κάνει ο αφηγητής, είναι να περιοριστεί σε μιαν απλή έκθεση των γεγονότων. Αυτό θα κάνουμε και ‘μεις από δω και πέρα περιγράφοντας την καταστροφή που βρήκε το στρατηγό∙ γιατί, όσο κι αν προσπαθήσαμε για το αντίθετο, βρισκόμαστε ωστόσο στην αναπόδραστη ανάγκη να παραχωρήσουμε και σ’ αυτό το δευτερεύον πρόσωπο της αφήγησής μας λίγο περισσότερο χώρο και προσοχή απ’ ό,τι υπολογίζαμε ως τα τώρα.
Τα γεγονότα που λέμε, διαδέχτηκαν έτσι το ένα τ’ άλλο:
Όταν ο Λέμπεντεβ, μετά το ταξίδι του στην Πετρούπολη—όπου πήγε ν’ ανακαλύψει το
Φερντιστσένκο—γύρισε την ίδια μέρα πίσω μαζί με το στρατηγό, δεν είπε τίποτα το ιδιαίτερο στον
πρίγκιπα. Αν ο πρίγκιπας δεν ήταν κείνο τον καιρό πολύ απασχολημένος μ’ εξαιρετικά σημαντικές γι’
αυτόν εντυπώσεις, θα μπορούσε πολύ γρήγορα να παρατηρήσει πως και τις επόμενες δυο μέρες, ο
Λέμπεντεβ όχι μονάχα δεν ήρθε να του δώσει καμιάν εξήγηση μα λες κι απόφευγε ακόμα και να συναντηθεί μαζί του. Όταν τέλος το πρόσεξε, ο πρίγκιπας έμεινε ν’ απορεί που στις τυχαίες συναντήσεις μαζί του αυτές τις δυο μέρες, το Λέμπεντεβ τον θυμόταν πάντοτε να ‘ναι τρομερά κεφάτος και σχεδόν πάντα παρέα με το στρατηγό. Οι δυο φίλοι δεν άφηναν ο ένας τον άλλον ούτε λεπτό. Ο πρίγκιπας άκουγε πού και πού απ’ το πάνω πάτωμα δυνατές και γρήγορες κουβέντες,γέλια κι εύθυμες αντιλογίες∙ μια φορά μάλιστα—ήταν πολύ αργά το βράδυ—άκουσε ξαφνικά ένα στρατιωτικό βακχικό τραγούδι κι αναγνώρισε αμέσως τη βραχνή μπάσα φωνή του στρατηγού. Το τραγούδι όμως κόπηκε απότομα στη μέση. Ύστερα, για μιαν ώρα περίπου ακουγόταν η ζωηρή και μεθυσμένη τους συζήτηση. Θα μπορούσε κανείς να μαντέψει πως οι φίλοι που διασκέδαζαν απάνω άρχισαν ν’ αγκαλιάζονται και κάποιος τέλος έβαλε τα κλάματα. Ύστερα ξέσπασε ξαφνικά ένας γερός καυγάς που κι αυτός δεν κράτησε πολύ∙ ξανάγινε ησυχία. Όλο αυτό το διάστημα ο Κόλια ήταν τρομερά σκεφτικός κι όλος έγνοια. Ο πρίγκιπας τις περισσότερες ώρες έλειπε απ’ το σπίτι του και γύριζε πολύ αργά∙ πάντα του λέγανε πως ο Κόλια ρωτούσε γι’ αυτόν όλη μέρα και τον γύρευε.
Σα
συναντιόνταν όμως, ο Κόλια δεν είχε να του πει τίποτα ιδιαίτερο, εκτός απ’ το ότι «δεν του αρέσει»
καθόλου ο στρατηγός κι η τωρινή διαγωγή του. «Κουβαλιούνται και μεθοκοπάνε δω παρακάτω σε
μια ταβέρνα, αγκαλιάζονται και καυγαδίζουν καταμεσής στο δρόμο, ύστερα κουρντίζει ο ένας τον
άλλον κι όμως δεν μπορούν στιγμή να κάνουν χώρια». Όταν ο πρίγκιπας του ‘κανε την παρατήρηση
πως και πριν γινόταν το ίδιο, σχεδόν κάθε μέρα, ο Κόλια δεν ήξερε τι ν’ απαντήσει ούτε μπορούσε
να εξηγήσει τι ήταν ακριβώς εκείνο που τον ανησυχούσε.
Τ’ άλλο πρωί, μετά το βακχικό τραγούδι και τον καυγά, όταν ο πρίγκιπας έβγαινε απ’ το σπίτι κατά
τις έντεκα, είδε ξάφνου μπροστά του το στρατηγό που φαινόταν τρομερά ταραγμένος.
— Καιρό τώρα επιζητούσα την τιμή και την ευκαιρία να σας συναντήσω, εντιμότατε Λέων
Νικολάγιεβιτς, από καιρό, από πολύν καιρό,—μουρμούρισε σφίγγοντας πολύ δυνατά, τόσο σχεδόν
που του το πόνεσε, το χέρι του πρίγκιπα,—από πολύν‐πολύν καιρό.
Ο πρίγκιπας τον παρακάλεσε να καθίσει.
— Όχι, δε θα καθίσω κι επιπλέον σας καθυστερώ—καμιά άλλη φορά. Αν δεν κάνω λάθος, θα μπορούσα να σας συγχαρώ επί τη ευκαιρία της… εκπληρώσεως… των πόθων της καρδίας σας.
— Ποιων πόθων της καρδίας μου;
Ο πρίγκιπας σάστισε. Όπως και πολλοί άλλοι σαν βρίσκονται στη θέση του, νόμιζε κι αυτός πως κανένας απολύτως δε βλέπει τίποτα, δε μαντεύει και δεν καταλαβαίνει.
— Ησυχάσατε, ησυχάσατε! Δε θα υπεισέλθω εις τα λεπτότερα των αισθημάτων σας. Το ‘χω
δοκιμάσει αυτοπροσώπως και ξέρω τι σημαίνει μια ξένη, ούτως ειπείν… μύτη… κατά την
παροιμίαν… να χώνεται εκεί όπου δεν την προσκαλούν. Το δοκιμάζω αυτό κάθε πρωί. Ήρθα γι’ άλλη
υπόθεση, πολύ σημαντική. Για μια πολύ σημαντική υπόθεση, πρίγκηψ.
Ο πρίγκιπας τον ξαναπαρακάλεσε να καθίσει κι έκατσε κι ο ίδιος.
— Για ένα δευτερόλεπτο μονάχα… ήρθα να σας ζητήσω μια συμβουλή. Εγώ φυσικά ζω χωρίς πραχτικούς σκοπούς, όμως, σεβόμενος εαυτόν και… την ενεργητικότητα που τόσο πολύ λείπει απ’το Ρώσο γενικώς ειπείν… επιθυμώ να ευρεθώ και εγώ και η σύζυγός μου και τα παιδιά μου εις θέσιν… με δυο λόγια, πρίγκηψ, ζητώ συμβουλήν.
Ο πρίγκιπας παίνεψε με θέρμη τις προθέσεις του.
— Ε, όλ’ αυτά είναι ανοησίες,—τον διέκοψε βιαστικά ο στρατηγός,—κυρίως ειπείν δεν ήρθα γι’αυτό, ήρθα για κάτι άλλο, σημαντικότατο. Και αποφάσισα να τα εξηγήσω όλα ειδικώς σε σας, Λέων
Νικολάγιεβιτς, διότι τυγχάνετε άνθρωπος, διά την ειλικρίνειαν και την ευγένειαν των αισθημάτων του οποίου είμαι πεπεισμένος σαν… σαν… Δεν απορείτε με τα λόγια μου, πρίγκηψ;
Ο πρίγκιπας παρακολουθούσε τον επισκέπτη του, αν όχι μ’ εξαιρετική απορία, με πολλή περιέργεια
πάντως και ιδιαίτερη προσοχή. Ο γέρος ήταν κάπως χλομός, πάνω απ’ τα χείλια του πότε‐πότε περνούσε μια ελαφριά φρικίαση, τα χέρια του λες και δεν μπορούσαν να ησυχάσουν πουθενά. Ήταν λίγα λεπτά που καθόταν κι είχε προφτάσει κιόλας να σηκωθεί για κάποιον άγνωστο λόγο κάνα δυο
φορές ξαφνικά και—πάλι ξαφνικά—να ξανακάτσει, δίχως να προσέχει καθόλου (αυτό ήταν φανερό)
αυτές τις κινήσεις του. Στο τραπέζι βρίσκονταν μερικά βιβλία∙ ο στρατηγός πήρε ένα,
εξακολουθώντας να μιλάει, έριξε μια ματιά στην ανοιγμένη σελίδα, το ξανάκλεισε αμέσως και το ‘βαλε στο τραπέζι, άρπαξε ένα άλλο βιβλίο που αυτό δεν το άνοιξε καθόλου, εξακολουθούσε όμως να το κρατάει στο δεξί του χέρι κουνώντας το στον αέρα.
— Αρκεί!—φώναξε ξάφνου.—Βλέπω πως σας ανησύχησα τρομερά.
— Μα κάθε άλλο, τι λέτε, κάντε μου τη χάρη, απεναντίας εγώ… σας ακούω με πολλή προσοχή και
προσπαθώ να καταλάβω…
— Πρίγκηψ! Επιθυμώ να ευρεθώ εις θέσιν αξιοσέβαστον… επιθυμώ να σέβομαι εμαυτόν και… τα
δικαιώματά μου.
— Ο άνθρωπος που ‘χει μια τέτοια επιθυμία, είναι κιόλας, γι’ αυτό και μόνο, άξιος κάθε σεβασμού.
Ο πρίγκιπας είπε αυτή την κοινοτυπία, όντας απόλυτα σίγουρος πως θα ‘χει περίφημα
αποτελέσματα. Είχε κάπως από ένστιχτο μαντέψει πως με μια τέτοια κούφια και ηχερή, ευχάριστη
όμως, φράση, που λέγεται στην ώρα της, μπορείς να υποτάξεις και να γαληνέψεις την ψυχή ενός
ανθρώπου σαν το στρατηγό, ιδιαίτερα όταν βρίσκεται ο άνθρωπος αυτός σε μια παρόμοια
κατάσταση. Όπως και να ‘ναι, έπρεπε ο επισκέπτης του να φύγει με ξαλαφρωμένη την καρδιά κι αυτό πάσκισε να πετύχει ο πρίγκιπας.
Η φράση τον κολάκεψε, τον συγκίνησε και του άρεσε πολύ∙ ο στρατηγός έγινε ξάφνου πολύ συναισθηματικός, άλλαξε αμέσως τόνο και ξέσπασε σε ενθουσιαστικές και πολύλογες εξηγήσεις.
Μα όσο κι αν τέντωνε τ’ αυτιά του ο πρίγκιπας, όσο κι αν ζοριζόταν, δεν τα κατάφερνε να καταλάβει
απολύτως τίποτα. Ο στρατηγός μίλαγε κάπου δέκα λεπτά, με πολλή θέρμη, πολύ γρήγορα, λες και
δεν πρόφταινε να εκφράσει τις σκέψεις του που συνωστίζονταν σα μπουλούκι και βιάζονταν να εξωτερικευτούν όλες μαζί. Στο τέλος μάλιστα λάμψανε και δάκρυα στα μάτια του, ωστόσο οι φράσεις του δεν είχαν ούτε αρχή ούτε τέλος, ήταν απρόοπτα λόγια κι απρόσμενες σκέψεις που κόβονταν αναπάντεχα στη μέση και πηδούσαν η μια πάνω απ’ την άλλη.
— Αρκεί! Με καταλάβατε και είμαι ήσυχος,—συμπέρανε ξαφνικά και σηκώθηκε.—Μια καρδιά σαν
τη δική σας δεν μπορεί να μην καταλάβει έναν άνθρωπο που υποφέρει. Πρίγκηψ, είστε ευγενικός
σαν ένα ιδανικό! Τι είναι μπροστά σας οι άλλοι; Εσείς όμως είστε νέος και γω σας ευλογώ. Στο τέλος‐τέλος, ήρθα να μου ορίσετε μιαν ώρα όποτε θα μπορέσετε να με ακούσετε γιατί έχουμε να κάνουμε μια σοβαρή συζήτηση και σ’ αυτό ακριβώς έγκειται η κυριοτέρα μου ελπίς. Το μόνο που ζητώ είναι φιλία και μια καρδιά∙ πρίγκηψ, ουδέποτε ηδυνήθην να δεσπόσω επί των αξιώσεων της
ιδικής μου καρδίας.
— Μα γιατί όχι τώρα; Είμαι έτοιμος να σας ακούσω…
— Όχι, πρίγκηψ, όχι!—τον διέκοψε με θέρμη ο στρατηγός.—Όχι τώρα! Τώρα είναι ένα όνειρο! Αυτό
είναι υπερβολικά, υπερβολικά σημαντικό, υπερβολικά σημαντικό! Αυτή η ώρα της συζητήσεως θα
‘ναι η αποφασιστική ώρα της Μοίρας. Αυτή θα ‘ναι μια δ ι κ ή μ ο υ ώρα και δε θα ‘θελα να μπορεί να μας διακόψει ο πρώτος τυχών επισκέπτης σε μια τέτοια ιερή στιγμή, ο πρώτος τυχών αναιδής που συχνά,—έσκυψε ξάφνου στον πρίγκιπα μ’ ένα παράξενο, γεμάτο μυστήριο και σχεδόν τρομαγμένο ψιθύρισμα,—και συχνά ένας τέτοιος αναιδής που δεν αξίζει ούτε το τακούνι… του ποδιού σας, αγαπητέ μου πρίγκηψ! Ω, δε λέω του δικού μου ποδιού! Προσέξτε το ιδιαίτερα αυτό,πως δεν έκανα λόγο για το δικό μου πόδι∙ γιατί σέβομαι υπερβολικά τον εαυτό μου, τόσο που μου είναι αδύνατο να εκστομίσω κάτι τέτοιο δίχως περιστροφές, ωστόσο, μονάχα εσείς είστε ικανός να καταλάβετε ότι, παραμερίζοντας σε μια τέτοια περίπτωση το δικό μου τακούνι, επιδεικνύω ίσως‐ίσως εξαιρετικήν υπερηφάνειαν και αξιοπρέπειαν. Εκτός από σας, ουδείς άλλος θα το καταλάβει και α υ τ ό ς επικεφαλής όλων των άλλων. Α υ τ ό ς δεν καταλαβαίνει τίποτα, πρίγκηψ∙ είναι τελείως,τελείως ανίκανος να καταλάβει! Πρέπει να ‘χεις καρδιά για να καταλάβεις!
Τέλος, ο πρίγκιπας τρόμαξε σχεδόν και όρισε συνάντηση στο στρατηγό για αύριο, την ίδια ώρα. Ο
στρατηγός βγήκε θαρρετά, πολύ παρηγορημένος και σχεδόν ησυχασμένος. Το βράδυ, κατά τις έξι, ο
πρίγκιπας έστειλε να φωνάξουν το Λέμπεντεβ να ‘ρθει να τον δει για ένα λεπτό.
Ο Λέμπεντεβ παρουσιάστηκε αμέσως δίχως να καθυστερήσει στιγμή, «το θεώρησε τιμή του», όπως
άρχισε αμέσως να λέει μόλις μπήκε∙ λες και δεν κρυβόταν τρεις μέρες τώρα συνέχεια, λες και δεν
απόφευγε φανερά να συναντηθεί με τον πρίγκιπα. Έκατσε στην άκρη της καρέκλας, με πολλές γκριμάτσες, με πολλά χαμόγελα, με μάτια γελαστά και που σα να παραμόνευαν, με τριψίματα χεριών και με ύφος αφελέστατης αναμονής ν’ ακούσει κάτι, κάποια είδηση ας πούμε κεφαλαιώδους σημασίας που την περίμενε από καιρό και την είχε προβλέψει ως την τελευταία της λεπτομέρεια. Ο πρίγκιπας σα να ανατρίχιασε∙ άρχισε να το βλέπει καθαρά πως όλοι κάτι περιμένουν απ’ αυτόν, όλοι τον κοιτάνε λες και θέλουν να τον συγχαρούν για κάτι, με υπονοούμενα, με χαμόγελα και κλεισίματα ματιού. Ο Κέλερ είχε περάσει κιόλας δυο‐τρεις φορές για λίγο και ήταν φανερό πως ήθελε να τον συγχαρεί: άρχιζε κάθε φορά να μιλά με πολύν ενθουσιασμό και ασάφεια, δεν τέλειωνε αυτό που άρχιζε και σε λίγο σηκωνόταν κι έφευγε. (Τις τελευταίες μέρες σύχναζε κάπου και τα κοπάναγε γερά κι έκανε φασαρίες σε κάποιο μπιλιάρδο). Ακόμα κι ο Κόλια, παρ’ όλη τη μελαγχολία του, είχε αρχίσει κάνα δυο φορές κάτι να λέει στον πρίγκιπα—με πολλή ασάφεια κι αυτός.
Ο πρίγκιπας ρώτησε δίχως περιστροφές και κάπως νευριασμένα το Λέμπεντεβ τι σκέφτεται για την
τωρινή κατάσταση του στρατηγού, και γιατί ο στρατηγός είναι τόσο ανήσυχος. Του διηγήθηκε με λίγα λόγια την προηγούμενη σκηνή.
— Ο καθένας έχει την ανησυχίαν του, πρίγκηψ, και… ιδιαίτερα στον ανήσυχο και παράξενο αιώνα
μας∙ μάλιστα,—απάντησε κάπως ξερά ο Λέμπεντεβ και σώπασε προσβλημένα, με ύφος ανθρώπου
που γελάστηκε πικρά στις προσδοκίες του.
— Τι φιλοσοφία!—χαμογέλασε ειρωνικά ο πρίγκιπας.
— Η φιλοσοφία χρειάζεται, θα ‘ταν μάλιστα πολύ χρειαζούμενη στον αιώνα μας, στις πραχτικές εφαρμογές, την περιφρονούν όμως, αυτό είναι το κακό. Εγώ από μέρος μου, πολυσέβαστε πρίγκηψ,παρ’ όλον ότι είχα τιμηθεί με την προς εμέ εμπιστοσύνην σας εις ό,τι αφορά ένα γνωστόν εις υμάς περιστατικόν, η εμπιστοσύνη όμως εκείνη έφτανε έως ορισμένο μόνον σημείον και δεν επεκτείνετο
ουδόλως πέραν των περιστάσεων που είχαν ουσιαστικώς σχέσιν μόνο με το εν λόγω περιστατικόν…
Αυτό το καταλαβαίνω πολύ καλά και δεν παραπονιέμαι καθόλου.
— Λέμπεντεβ, σα να μου φαίνεται πως είστε θυμωμένος.
— Καθόλου, ούτε κατ’ ελάχιστον, πολυσεβαστότατε και ακτινοβόλε πρίγκηψ, ούτε κατ’ ελάχιστον!—
φώναξε ενθουσιαστικά ο Λέμπεντεβ φέρνοντας το χέρι στην καρδιά του.—Απεναντίας, αντελήφθην
πάραυτα πως ούτε με τη θέση μου στην κοινωνία, ούτε με την ανάπτυξιν του πνεύματος και της καρδίας μου, ούτε με τα πλούτη μου, ούτε με την ως τα τώρα διαγωγή μου, ούτε με τας γνώσεις μου δεν είμαι άξιος να κερδίσω την εμπιστοσύνη σας όσο κι αν την εκτιμώ, όσο κι αν αποτελεί την κρυφή μου ελπίδα∙ και πως κι αν ακόμα μπορώ να σας εξυπηρετήσω, αυτό θα γίνει σα να ‘μουν σκλάβος σας και υπάλληλος, ουδέποτε κατ’ άλλον τρόπον… δε θυμώνω… απλώς θλίβομαι.
— Μα ελάτε λοιπόν, Λουκιάν Τιμοφέγιεβιτς!
— Ουδέποτε κατ’ άλλον τρόπον! Ούτω πώς και τώρα, ούτω πώς και εις την παρούσαν περίπτωσιν!
Συναντώντας σας και παρακολουθώντας σας με την καρδιά και τη σκέψη μου, έλεγα στον εαυτό μου: είμαι ανάξιος για φιλικές σχέσεις, όμως, υπό την ιδιότητά μου ως σπιτονοικοκύρη, δεν αποκλείεται να λάβω εν καιρώ τω δέοντι, ορισμένας, ούτως ειπείν, οδηγίας ή έστω και προειδοποίησίν τινα εν όψει των μελλοντικών και αναμενομένων αλλαγών…
Προφέροντας αυτά ο Λέμπεντεβ είχε καρφώσει τα ζωηρά ματάκια του στον πρίγκιπα που τον
κοίταζε κατάπληκτος. Είχε ακόμα την ελπίδα να ικανοποιήσει την περιέργειά του.
— Δεν καταλαβαίνω απολύτως τίποτα,—φώναξε ο πρίγκιπας σχεδόν οργισμένος,—και… είστε ένας
φοβερός δολοπλόκος!—κατέληξε ξαφνικά με το πιο ειλικρινές του γέλιο.
Αμέσως βιάστηκε να γελάσει κι ο Λέμπεντεβ και το βλέμμα του έλαμψε∙ σα να ‘λεγε πως οι ελπίδες
του φωτίστηκαν και διπλασιάστηκαν.
— Ξέρετε κάτι, Λουκιάν Τιμοφέγιεβιτς; Μη μου θυμώνετε, απορώ ωστόσο βλέποντάς σας τόσο
αφελή—αν κι εδώ που τα λέμε, δεν είστε ο μόνος! Περιμένετε κάτι από μένα, να τώρα, αυτή τη στιγμή, και το περιμένετε με τόση αφέλεια που, μα την αλήθεια, αρχίζω να έχω τύψεις και να ντρέπομαι που δεν έχω να σας πω τίποτα για να σας ικανοποιήσω. Κι ωστόσο σας ορκίζομαι πως δεν υπάρχει απολύτως τίποτα—το φανταζόσασταν ποτέ;
Κι ο πρίγκιπας ξαναγέλασε.
Ο Λέμπεντεβ πήρε ύφος. Είναι αλήθεια πως ώρες‐ώρες ήταν υπερβολικά αφελής και φορτικός στην
περιέργειά του. Ταυτόχρονα όμως ήταν άνθρωπος αρκετά πονηρός και ήξερε να ξεγλιστράει, σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα ήταν εξαιρετικά ύπουλα σιωπηλός∙ ο πρίγκιπας, αποδιώχνοντάς τον συνεχώς, τα ‘χε καταφέρει να γίνει ο Λέμπεντεβ περίπου εχθρός του. Δεν τον απόδιωχνε όμως γιατί τον περιφρονούσε μα γιατί το αντικείμενο της περιέργειάς του ήταν λεπτό. Εδώ και λίγες μέρες ακόμα, ο πρίγκιπας έβλεπε μερικά του όνειρα σαν έγκλημα, ο Λουκιάν Τιμοφέγιεβιτς όμως νόμιζε πως η απροθυμία του πρίγκιπα να του μιλήσει οφείλεται στη σιχασιά και στη δυσπιστία που νιώθει προσωπικά γι’ αυτόν κι έφευγε με πληγωμένη την καρδιά, ζηλεύοντας όχι μονάχα τον Κόλια και τον Κέλερ μα ακόμα και την ίδια του την κόρη, τη Βέρα Λουκιάνοβνα. Ακόμα κι αυτή τη στιγμή, ο Λέμπεντεβ θα μπορούσε ίσως να κάνει γνωστή στον πρίγκιπα μιαν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα γι’αυτόν είδηση, σώπαινε όμως σκυθρωπός και δεν είπε τίποτα.
— Σε τι ακριβώς θα μπορούσα λοιπόν να σας εξυπηρετήσω τώρα, πολυσεβαστότατε πρίγκηψ, μια
και, όπως και να ‘ναι, με… φωνάξατε;—πρόφερε τέλος ύστερα από μικρή σιωπή.
— Μα να, για το στρατηγό,—αναταράχτηκε ο πρίγκιπας που ‘χε πέσει κι αυτός σε συλλογή.—Και…
σχετικά με κείνη την κλοπή που μου είχατε πει…
— Δηλαδή περί τίνος ακριβώς;
— Άλλο πάλι και τούτο—λες και δε με καταλαβαίνετε! Αχ, Θεέ μου, Λουκιάν Τιμοφέιτς, πότε θα πάψετε επιτέλους να παίζετε θέατρο! Για τα χρήματα λέω, για τα χρήματα, τα τετρακόσια ρούβλια που χάσατε τότε, μαζί με το πορτοφόλι σας και ήρθατε πρωί‐πρωί να μου τα ιστορήσετε όλα, πριν φύγετε για την Πετρούπολη—καταλάβατε επιτέλους;
— Αχ, λέτε για κείνα τα τετρακόσια ρούβλια!—πρόφερε μακρόσυρτα ο Λέμπεντεβ, λες και μόλις τώρα είχε μπει στο νόημα. —Σας ευχαριστώ, πρίγκηψ, για το ειλικρινές σας ενδιαφέρον με κολακεύει ιδιαίτερα μα… τα βρήκα, πάει καιρός.
— Τα βρήκατε! Αχ, δόξα σοι ο Θεός.
— Το επιφώνημά σας είναι ευγενέστατο διότι τετρακόσα ρούβλια δεν είναι ουδόλως
ευκαταφρόνητον ποσόν για ένα φτωχό άνθρωπο που ζει με τον ιδρώτα του προσώπου του κι έχει
μιαν πολυμελή οικογένεια όλο ορφανά…
— Μα δεν ήθελα να πω αυτό! Φυσικά, χαίρουμαι και γι’ αυτό, που τα βρήκατε,—βιάστηκε να τα
μπαλώσει ο πρίγκιπας,—μα… πώς τα βρήκατε λοιπόν;
— Κατά τρόπον απλούστατον. Τα βρήκα κάτω απ’ την καρέκλα όπου είχα κρεμασμένο το σακάκι.
Είναι λοιπόν ολοφάνερο πως το πορτοφόλι γλίστρησε κι έπεσε στο πάτωμα.
— Κάτω απ’ την καρέκλα; Αδύνατον αφού μου είπατε πως ψάξατε σ’ όλες τις γωνιές. Πώς λοιπόν
δεν κοιτάξατε στο κυριότερο μέρος;
— Και βέβαια κοίταξα! Το θυμάμαι σαν τώρα πως κοίταξα! Σερνόμουν χάμω με τα τέσσερα,
ψαχούλεψα εκεί κάτω απ’ την καρέκλα με τα χέρια, παραμέρισα την καρέκλα μην μπορώντας να πιστέψω στα ίδια μου τα μάτια: κι ενώ έβλεπα πως δεν υπήρχε τίποτα, πως το μέρος ήταν άδειο και
λείο σαν την παλάμη μου, εγώ εξακολουθούσα ακόμα να ψαχουλεύω. Έτσι πάντα, μια παρόμοια μικροψυχία κυριεύει τον άνθρωπο όταν έχει μεγάλη λαχτάρα να βρει κάτι… εν ώρα σημαντικών και θλιβερών απωλειών: μόλο που βλέπει πως δεν υπάρχει τίποτα και το μέρος είναι άδειο, όλο κοιτάει και ξανακοιτάει καμιά δεκαπενταριά φορές.
— Καλά, ας το παραδεχτούμε αυτό∙ μα πώς είναι δυνατόν;… Εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω,—
μουρμούρισε ο πρίγκιπας μην μπορώντας να βγάλει νόημα,—πριν λέγατε πως δεν υπήρχε τίποτα και πως είχατε ψάξει καλά σε κείνο το μέρος∙ κι ύστερα βρέθηκαν ξαφνικά εκεί;
— Ναι, βρέθηκαν ξαφνικά εκεί.
Ο πρίγκιπας κοίταξε παράξενα το Λέμπεντεβ.
— Κι ο στρατηγός;—ρώτησε ξάφνου.
— Δηλαδή, τι εννοείτε ο στρατηγός;—πάλι δεν κατάλαβε ο Λέμπεντεβ.
— Αχ, Θεέ μου! Σας ρωτάω τι είπε ο στρατηγός όταν βρήκατε το πορτοφόλι κάτω απ’ την καρέκλα.
Το λέω γιατί την πρώτη φορά ψάχνατε μαζί.
— Την πρώτη φορά μάλιστα. Τη δεύτερη όμως, ομολογώ πως δεν είπα τίποτα και προτίμησα να μην
του το κάνω γνωστό πως βρήκα μόνος μου το πορτοφόλι.
— Μα γιατί αυτό; Και τα χρήματα;
— Άνοιξα το πορτοφόλι∙ ήταν όλα∙ δεν έλειπε ούτε ρούβλι.
— —Δε μου το λέγατε εμένα τουλάχιστον;—παρατήρησε συλλογισμένα ο πρίγκιπας.
— Φοβήθηκα να σας ανησυχήσω προσωπικώς τώρα που έχετε προσωπικές και σημαντικότατες,
ούτως ειπείν, ασχολίες∙ εξάλλου έκανα πως τάχα δε βρήκα τίποτα. Άνοιξα το πορτοφόλι, το κοίταξα
και το ξανάβαλα κάτω απ’ την καρέκλα.
— Και γιατί αυτό;
— Έτσι, από περιέργεια,—γέλασε ξάφνου (χι‐χι‐χι!) ο Λέμπεντεβ κι έτριψε τα χέρια του.
— Ώστε εκεί είναι ακόμα από προχτές;
— Ω, όχι∙ έμεινε κει ένα εικοσιτετράωρο μονάχα∙ ως ένα σημείο, βλέπετε, ήθελα να το βρει κι ο στρατηγός∙ γιατί, μια και το βρήκα εγώ, γιατί να μην το βρει στο τέλος‐τέλος κι ο στρατηγός, γιατί να μη δει ένα αντικείμενο που, ούτως ειπείν, χτυπάει στο μάτι; Αρκετούτσικες φορές τη σήκωνα κείνη τη καρέκλα και την έβαζα αλλού έτσι που το πορτοφόλι να φαίνεται πλέον πεντακάθαρα, ο στρατηγός όμως με κανέναν τρόπο δεν το πρόσεχε κι αυτό συνεχίστηκε έτσι ολάκερο εικοσιτετράωρο. Φαίνεται πως είναι πολύ αφηρημένος τώρα τελευταία, είναι αδύνατο να τον καταλάβεις∙ μιλά, διηγείται, γελά, χαχανίζει και ξάφνου θυμώνει τρομερά μαζί μου, δεν ξέρω γιατί.
Σηκωθήκαμε τέλος να βγούμε απ’ το δωμάτιο και γω άφησα επίτηδες ανοιχτή την πόρτα∙ ο
στρατηγός χασομέρησε μια στιγμή, κάτι ήθελε να πει, φοβήθηκε κατά πάσαν πιθανότητα για το πορτοφόλι με τόσα χρήματα μέσα, ξάφνου όμως θύμωσε τρομερά και δεν είπε τίποτα∙ δεν προφτάσαμε να κάνουμε δυο βήματα στο δρόμο και με παράτησε και τράβηξε αλλού. Μονάχα το
βράδυ ξανασυναντηθήκαμε στην ταβέρνα.
— Μα επιτέλους, το πήρατε κείνο το πορτοφόλι κάτω απ’ την καρέκλα;
— Όχι∙ την ίδια κείνη νύχτα εξαφανίστηκε κάτω απ’ την καρέκλα.
— Και πού είναι λοιπόν τώρα;
— Μα να, εδώ είναι,—γέλασε ξαφνικά ο Λέμπεντεβ και σηκώθηκε απ’ την καρέκλα και στάθηκε μπροστά στον πρίγκιπα κοιτάζοντάς τον κατευχαριστημένος.—Βρέθηκε ξάφνου εδώ, μέσα στη φόδρα της ρεντιγκότας μου. Να, καταδεχτείτε να κοιτάξετε μόνος σας, ψαχουλέψτε τη.
Πραγματικά, μέσα στη φόδρα της ρεντιγκότας στο κάτω μέρος αριστερά, μπροστά‐μπροστά, είχε σχηματισθεί ένα κάτι σαν σακουλάκι και ψαχουλεύοντας μπορούσες αμέσως να καταλάβεις πως είναι μέσα ένα πέτσινο πορτοφόλι που έπεσε κει απ’ την τρύπια τσέπη.
— Το ‘βγαλα και το κοίταξα, δε λείπει τίποτα. Το ξανάριξα μέσα κι από χτες το πρωί περιφέρουμαι
έτσι, το κουβαλάω μες στη φόδρα, με χτυπάει και στα πόδια μάλιστα.
— Και σεις κάνετε πως δεν το προσέχετε;
— Και γω κάνω πως δεν το προσέχω, χε‐χε! Και, φανταστείτε, πολυσεβαστότατε πρίγκηψ, μόλο που
το ζήτημα δεν είναι άξιον της ιδιαιτέρας προσοχής σας, ισχυρίζομαι ωστόσο πως οι τσέπες μου είναι
πάντα γερότατες και τώρα ξάφνου, εν μια νυκτί και μόνη, εμφανίστηκε μια τρυπάρα να‐α‐α!
Εξέτασα το πράγμα προσεκτικότερον κι είναι σα να την έκοψε κάποιος την τσέπη με σουγιά∙ σχεδόν
απίστευτο, ε;
— Και… ο στρατηγός;
— Όλη μέρα θυμώνει και χτες και σήμερα∙ είναι τρομερά κακόκεφος∙ μια είναι καταχαρούμενος και
βακχικός, μια ευσυγκίνητος μέχρι δακρύων, ξαφνικά όμως τον πιάνει ένας θυμός που, μα το Θεό, τα
χρειάζουμαι∙ εγώ, πρίγκηψ, όπως και να το πάρεις, δεν είμαι βλέπετε στρατιωτικός. Χτες
καθόμασταν στην ταβέρνα και μένα η ρεντιγκότα μου, κατά σύμπτωση τάχα, πεταγόταν μπροστά
και το πορτοφόλι φούσκωνε ολάκερο βουνό∙ με στραβοκοίταζε ο στρατηγός και φουρκιζόταν. Από
καιρό τώρα πια δε με κοιτάει ποτέ κατάματα, εκτός κι αν είναι πολύ μεθυσμένος ή έχει συγκινηθεί∙
χτες όμως με κοίταξε κάνα δυο φορές έτσι που μ’ έλουσε κρύος ιδρώτας. Εδώ που τα λέμε, σκοπεύω
αύριο κιόλας να βρω το πορτοφόλι, ως αύριο όμως, θα γλεντήσω μαζί του άλλη μια βραδιά.
— Γιατί τον βασανίζετε έτσι;—φώναξε ο πρίγκιπας.
— Δεν τον βασανίζω, πρίγκηψ, δεν τον βασανίζω,—απάντησε ζωηρά ο Λέμπεντεβ.—Εγώ τον
αγαπάω ειλικρινά… τον σέβουμαι∙ τώρα, να αν θέλετε μην το πιστεύετε—τώρα μου ‘γινε πιο αγαπητός, άρχισα να τον εκτιμώ ακόμα περισσότερο!
— Ο Λέμπεντεβ τα πρόφερε όλ’ αυτά τόσο σοβαρά και με τόση ειλικρίνεια που ο πρίγκιπας αγανάχτησε.
— Τον αγαπάτε και τον βασανίζετε έτσι! Μα για σκεφτείτε το λοιπόν, και μόνο το γεγονός ότι σας
έβαλε έτσι φανερά το πορτοφόλι, πρώτα κάτω απ’ την καρέκλα κι ύστερα μέσα στο σακάκι, μ’ αυτό
και μόνο σας δείχνει καθαρά πως δε θέλει να σας κάνει τον έξυπνο μα σας ζητάει με αγαθή καρδιά
συγνώμη! Μ’ ακούτε; Ζητάει συγνώμη! Ελπίζει λοιπόν και υπολογίζει στη λεπτότητα των
αισθημάτων σας∙ σημαίνει λοιπόν πως πιστεύει στη φιλία που του ‘χετε. Και σεις ταπεινώνετε τόσο
έναν τόσο… τιμιότατο άνθρωπο.
— Τιμιότατο, πρίγκηψ, τιμιότατο!—βρήκε την ευκαιρία να πει ο Λέμπεντεβ και τα μάτια του άστραψαν.—Και ίσα‐ίσα, μόνον εσείς και κανένας άλλος, ευγενέστατε πρίγκηψ, σταθήκατε ικανός
να πείτε έναν τόσο δίκαιο λόγο! Γι’ αυτό ακριβώς σας είμαι και γω αφοσιωμένος μέχρι λατρείας,παρ’ όλο που έχω σαπίσει μέσα στην αμαρτία! Πάει, τέλειωσε! Το βρίσκω το πορτοφόλι τώρ’αμέσως, αυτή τη στιγμή∙ δε θα περιμένω ως αύριο∙ ιδού, το βγάζω ενώπιόν σας∙ νάτο∙ να και τα χρήματα όλα, δε λείπει ούτε ρούβλι∙ να, πάρτε το, ευγενέστατε πρίγκηψ, πάρτε το και φυλάξτε το ως αύριο. Αύριο ή μεθαύριο θα το πάρω και, ξέρετε, πρίγκηψ, φαίνεται πως την πρώτη νύχτα, τότε που χάθηκε, θα ‘ταν κάτω από καμιά πέτρα στον κηπάκο μου, τι λέτε!
— Προσέξτε μην του το πείτε κατάμουτρα πως βρήκατε το πορτοφόλι. Ας δει πως δεν υπάρχει τίποτα μέσα τη φόδρα και θα το καταλάβει.
— Έτσι λέτε; Δε θα ‘ταν καλύτερο να του πω πως το βρήκα και να κάνω τάχα πως ως τα τώρα δεν το
είχα πάρει είδηση;
— Ο‐όχι,—έκανε σκεφτικά ο πρίγκιπας,—όχι, τώρα πια είναι αργά∙ αυτό που λέτε είναι πιο επικίνδυνο∙ αλήθεια, καλύτερα μην του λέτε τίποτα! Και να ‘στε στοργικός μαζί του, μα… μην το δείχνετε και πολύ και… και… ξέρετε σεις…
— Ξέρω, πρίγκηψ, ξέρω, δηλαδή ξέρω πως ίσως και να μην το κάνω∙ διότι για κάτι τέτοιο πρέπει να
‘χει κανείς μια καρδιά σαν τη δική σας. Επιπλέον, είναι κι αυτός όλη την ώρα στα νεύρα του και τώρα τελευταία άρχισε να μου φέρεται υπερβολικά ακατάδεχτα, μια κλαψουρίζει και μ’ αγκαλιάζει,μια αρχίζει ξαφνικά να μ’ εξευτελίζει και να με ειρωνεύεται περιφρονητικά. Ε, τότε λοιπόν και γω του δείχνω επίτηδες το σακάκι, χε‐χε! Ορβουάρ, πρίγκηψ, διότι προφανώς σας ενοχλώ και σας απασχολώ σε μιαν ώρα όταν, ούτως ειπείν, θα θέλατε να μείνετε μόνος με τα πλέον ενδιαφέροντα αισθήματά σας…
— Για όνομα του Θεού όμως, να μην το μάθει κανείς!
— Με αθόρυβα βήματα, με αθόρυβα βήματα!
Ωστόσο, παρ’ όλο που η υπόθεση είχε λήξει, ο πρίγκιπας έμεινε σχεδόν πιο ανήσυχος και πιο σκεφτικός από πριν. Περίμενε μ’ ανυπομονησία την αυριανή συνάντηση με το στρατηγό.

IV
ΕΙΧΑΝ ΠΕΙ ΣΤΙΣ δώδεκα, ο πρίγκιπας όμως, εντελώς αναπάντεχα, άργησε. Γυρίζοντας σπίτι του,βρήκε το στρατηγό να τον περιμένει. Με την πρώτη ματιά που του έριξε, κατάλαβε πως είναι κακόκεφος κι ίσως επειδή ακριβώς αναγκάστηκε να περιμένει. Αφού ζήτησε συγνώμη, ο πρίγκιπας βιάστηκε να καθίσει, δειλιάζοντας όμως κάπως παράξενα, λες κι ο επισκέπτης του ήταν από πορσελάνη και φοβόταν όλη την ώρα μην τον σπάσει. Προηγούμενα, δε δείλιαζε ποτέ με το στρατηγό, ούτε μάλιστα που του πέρασε ποτέ η σκέψη πως μπορεί να δειλιάσει. Ο πρίγκιπας δεν άργησε να παρατηρήσει πως έχει μπροστά του έναν άνθρωπο εντελώς αλλιώτικο απ’ το χτεσινό στρατηγό∙ δεν ήταν πια ούτε σαστισμένος ούτε αφηρημένος∙ φαινόταν σοβαρός και συγκρατημένος∙ θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως ο άνθρωπος αυτός είχε πάρει μια τελειωτική απόφαση. Η ηρεμία του, εδώ που τα λέμε, ήταν μάλλον επιφανειακή. Όπως και να ‘ναι, ο επισκέπτης ήταν ευγενικά ομιλητικός μόλο που οι τρόποι του ήταν συγκρατημένοι και γεμάτοι αξιοπρέπεια∙ στην αρχή μάλιστα φερνόταν στον πρίγκιπα μ’ ένα ύφος κάπως συγκαταβατικό—ακριβώς όπως έχουν καμιά φορά ευγενικά άνετους τρόπους μερικοί περήφανοι μα άδικα συκοφαντημένοι άνθρωποι. Μιλούσε με πολλή καλοσύνη, μόλο που στον τόνο της φωνής του διακρινόταν μια βαθιά ψυχική πικρία.
— Το βιβλίο σας που πήρα τις προάλλες,—έγνεψε βαρυσήμαντα με το κεφάλι του προς το βιβλίο
που ‘χε φέρει και βρισκόταν τώρα πάνω στο τραπέζι.—Σας είμαι υπόχρεος.
— Αχ, ναι∙ το διαβάσατε αυτό το άρθρο, στρατηγέ; Πώς σας φάνηκε; Έχει ενδιαφέρον, ψέματα;—
χάρηκε ο πρίγκιπας που του δινόταν η ευκαιρία ν’ αρχίσει κουβέντα γι’ άλλα θέματα.
— Δε λέω, είναι αρκετά ενδιαφέρον, του λείπει όμως κάθε λεπτότητα και γέμει ανοησιών. Δεν αποκλείεται η κάθε του φράση να ‘ναι κι ένα ψέμα.
Ο στρατηγός μιλούσε με πολύ τουπέ, σέρνοντας μάλιστα λιγάκι τις λέξεις.
— Αχ, είναι μια αφελέστατη αφήγηση∙ η αφήγηση ενός παλαιού πολεμιστή που είδε με τα μάτια
του τους Γάλλους να μπαίνουν στη Μόσχα∙ μερικές λεπτομέρειες είναι χάρμα. Εξάλλου, όλες οι σημειώσεις που γράφτηκαν από αυτόπτες μάρτυρες είναι πολύτιμες, όποιος κι αν είναι ο αυτόπτης μάρτυς. Ψέματα;
— Αν ήμουνα στη θέση του εκδότου δε θα το δημοσίευα∙ όσον αφορά γενικώς τα
Απομνημονεύματα αυτοπτών, ο κόσμος πιστεύει μάλλον έναν άγαρμπο ψεύτη, που γράφει
διασκεδαστικά, παρά έναν άνθρωπο αξιοπρεπή και τιμημένον. Ξέρω μερικά Απομνημονεύματα για
το 1812 τα οποία… Πρίγκηψ, πήρα την απόφασή μου∙ φεύγω απ’ αυτό το σπίτι, το σπίτι του κυρίου
Λέμπεντεβ.
Ο στρατηγός κοίταξε με πολυσήμαντο ύφος τον πρίγκιπα.
— Έχετε δική σας κατοικία στο Παυλόβσκ, στης… στης κόρης σας,—πρόφερε ο πρίγκιπας μην ξέροντας τι να πει. Θυμήθηκε πως ο στρατηγός είχε έρθει να του ζητήσει μια συμβουλή για μια σημαντικότατη υπόθεση που απ’ αυτήν εξαρτάται η μοίρα του.
— Στης γυναίκας μου∙ μ’ άλλα λόγια στο σπίτι μου και στο σπίτι της κόρης μου.
— Με συγχωρείτε, εγώ…
— Φεύγω απ’ το σπίτι του Λέμπεντεβ, καλέ μου πρίγκηψ, διότι διέκοψα κάθε σχέση μ’ αυτόν τον
άνθρωπο, διέκοψα μαζί του χθες βράδυ και μετανοώ που δεν το είχα κάνει νωρίτερα. Απαιτώ σεβασμόν, πρίγκηψ, θέλω να τον έχω ακόμα κι απ’ τα πρόσωπα εκείνα, στα οποία χαρίζω, ούτως ειπείν, την καρδιά μου. Πρίγκηψ, συχνά χαρίζω την καρδιά μου και σχεδόν πάντα βγαίνω γελασμένος. Ο άνθρωπος αυτός απεδείχθη ανάξιος του δώρου μου.
— Είναι αρκετά αλλοπρόσαλλος,—παρατήρησε συγκρατημένα ο πρίγκιπας,—και μερικά
χαρακτηριστικά του… ανάμεσα σ’ όλ’ αυτά όμως, μπορεί κανείς να διακρίνει μια καλή καρδιά, ένα
πονηρό, ώρες‐ώρες, μα ταυτόχρονα και διασκεδαστικό πνεύμα.
Η λεπτότητα των εκφράσεων, ο τόνος του σεβασμού που ‘χε ο πρίγκιπας καθώς του μιλούσε, ήταν
φανερό πως κολακέψανε το στρατηγό, παρ’ όλο που εξακολουθούσε ακόμα να τον κοιτάει με
κάποια δυσπιστία. Ο τόνος του πρίγκιπα όμως ήταν τόσο φυσικός και ειλικρινής που ήταν αδύνατο
να δυσπιστείς σ’ αυτόν.
— Το ότι έχει και καλές ιδιότητες,—βιάστηκε να πει ο στρατηγός,—αυτό πρώτος εγώ το είχα δηλώσει και παραλίγο να του χαρίσω τη φιλία μου. Δεν έχω δα ανάγκη απ’ το σπίτι του και τη φιλοξενία του, τη στιγμή που έχω τη δική μου οικογένεια. Δεν πάω να δικαιολογήσω τα ελαττώματά μου. Δεν είμαι εγκρατής∙ έπινα μαζί του και τώρα ίσως να μετανοώ γι’ αυτό. Μα δεν ήταν μονάχα για το πιοτό (συχωρέστε με, πρίγκηψ, που εκφράζομαι τόσο χοντρά και ειλικρινά μα είμαι νευριασμένος) δεν ήταν βέβαια μονάχα για το πιοτό που συνδέθηκα μαζί του, δε νομίζετε; Με γοητέψανε ακριβώς, όπως το είπατε και σεις, οι καλές του πλευρές∙ όλα όμως μέχρι ενός ορισμένου σημείου, ακόμα κι οι καλές πλευρές∙ και τη στιγμή που ‘χει την αναίδεια να βεβαιώνει πως στα 1812, όταν ήταν ακόμα παιδί, έχασε το αριστερό του πόδι και το κήδεψε στο νεκροταφείο Βαγκανκόβσκογιε, στη Μόσχα, ε, αυτό πια υπερβαίνει τα όρια, είναι εκδήλωσις ασεβείας, είναι αναίδεια…
— Μπορεί να ‘ταν απλώς ένα αστείο για να γελάσετε.
— Καταλαβαίνω. Ένα αθώο ψέμα που λέγεται για να γελάσει κανείς, έστω κι αν είναι
χοντροκομμένο, δεν προσβάλλει την ανθρώπινη καρδιά. Φτάνω μάλιστα, αν θέλετε, στο σημείο να
βεβαιώσω πως είναι μερικοί που λένε ψέματα μόνο και μόνο από φιλία, για να διασκεδάσουν το
συνομιλητή τους∙ αν όμως διακρίνεται στο ψέμα η ασέβεια, αν μ’ αυτή την ασέβεια θέλει ο άλλος
να σου δείξει ίσα‐ίσα πως βαρέθηκε την παρέα σου, τότε το μόνο που μένει σ’ έναν ευγενικό άνθρωπο είναι να του γυρίσει την πλάτη και να διακόψει τις σχέσεις, βάζοντας εκείνον που τον πρόσβαλε στη θέση του.
Ο στρατηγός κοκκίνισε μάλιστα καθώς μίλαγε.
— Μα ο Λέμπεντεβ ούτε μπορούσε ποτέ να βρίσκεται στη Μόσχα το δώδεκα∙ είναι πολύ νέος. Είναι
αστείο.
— Και πρώτα‐πρώτα αυτό∙ ας υποθέσουμε όμως πως πρόφτασε κι ήταν κιόλας γεννημένος, μα πώς
είναι δυνατό να βεβαιώνει αναιδέστατα πως ένας Γάλλος ακροβολιστής γύρισε καταπάνω του το κανόνι και του ‘ριξε μια κανονιά και του ‘κοψε το πόδι έτσι για γούστο; Και πως το πόδι του εκείνο το σήκωσε ο Λέμπεντεβ και το πήγε σπίτι του κι ύστερα το κήδεψε στο νεκροταφείο Βαγκανκόβσκογιε και λέει μάλιστα πως έστησε από πάνω του ένα μνημείο που στη μια μεριά είχε την εγγραφή «ενθάδε κείται το αριστερόν κάτω άκρον του Λέμπεντεβ, γραμματέως άλφα» κι απ’την άλλη μεριά, «αγαπημένο λείψανο, αναπαύσου εν ειρήνη, ώσπου η χαρά του πρωινού τον κόσμο
να φαιδρύνει» και ότι, τέλος, του κάνει του ποδιού του κάθε χρόνο μνημόσυνο (πράγμα που καταντάει ιεροσυλία) και για το σκοπό αυτό πηγαίνει στη Μόσχα. Προς απόδειξιν δε, με καλεί στη
Μόσχα για να μου δείξει τον τάφο και μάλιστα το γαλλικό εκείνο κανόνι που έπεσε στα χέρια των
Ρώσων ως λάφυρον πολέμου και που βρίσκεται τώρα στο Κρεμλίνο. Βεβαιώνει πως είναι το
ενδέκατο στη σειρά απ’ την είσοδο, ένα γαλλικό ελαφρό τηλεβόλο παλαιάς κατασκευής.
— Κι όλ’ αυτά τη στιγμή που έχει γερά και τα δυο του πόδια και τα βλέπει όλος ο κόσμος!—γέλασε ο
πρίγκιπας.—Σας βεβαιώ πως είναι ένα αθώο αστείο∙ μη θυμώνετε.
— Μα επιτρέψτε μου και μένα να έχω γνώμη περί τίνος πρόκειται∙ όσο για τα πόδια, βεβαιώνει κάτι
που δεν είναι ίσως εντελώς απίθανο. Λέει πως το πόδι του είναι απ’ αυτά που φτιάχνει ο Τσερνοσβίτοβ…
— Αχ, ναι, μ’ ένα πόδι του Τσερνοσβίτοβ λένε πως μπορείς να χορέψεις.
— Το ξέρω πολύ καλά. Ο Τσερνοσβίτοβ όταν εφεύρε το πόδι του, η πρώτη του δουλειά ήταν να περάσει τότε απ’ το σπίτι μου και να μου το δείξει. Όμως, το πόδι του Τσερνοσβίτοβ έχει εφευρεθεί πολύ αργότερα… Κι επιπλέον βεβαιώνει πως ακόμα κι η μακαρίτισσα η γυναίκα του, σ’ όλη τη διάρκεια που ήταν παντρεμένοι, δεν το πήρε είδηση πως αυτός, ο άντρας της, έχει ξύλινο πόδι.
«Αφού εσύ, μου είπε όταν του παρατήρησα πόσο απίθανα είναι όλ’ αυτά, αφού εσύ ήσουνα το δώδεκα ακόλουθος του Ναπολέοντος, επίτρεψέ μου και μένα να κηδέψω το πόδι μου στο
Βαγκανκόβσκογιε».
— Μα μήπως τάχα εσείς…—έκανε ν’ αρχίσει ο πρίγκιπας κι έμεινε αμήχανος.
— Κι ο στρατηγός επίσης σα να σάστισε λιγάκι, την ίδια όμως στιγμή κοίταξε τον πρίγκιπα αφ’υψηλού, σχεδόν ειρωνικά.
— Τελειώστε τη φράση σας πρίγκηψ, —έσυρε πολύ απαλά τα λόγια του, —τελειώστε τη φράση σας.
Είμαι συγκαταβατικός, ολοκληρώστε τη σκέψη σας: παραδεχτείτε πως σας φαίνεται αστεία ακόμα
και η σκέψη πως βλέπετε μπροστά σας έναν άνθρωπο ταπεινωμένο σήμερα και… άχρηστο και ταυτόχρονα ν’ ακούτε πως ο άνθρωπος αυτός στάθηκε αυτόπτης μάρτυς… κοσμοϊστορικών
γεγονότων. Α υ τ ό ς , δεν πρόφτασε ακόμα να σας—κουτσομπολέψει τίποτα;
— Όχι∙ δεν άκουσα τίποτα απ’ το Λέμπεντεβ, αν λέτε για τον Λέμπεντεβ…
— Χμ… υπέθετα το αντίθετο∙ ουσιαστικά, η κουβέντα μας χτες το βράδυ άρχισε ακριβώς εξ αφορμής αυτού.. του παράξενου άρθρου στο Αρχείο. Εγώ έκανα μια παρατήρηση για το πόσο ανόητο ήταν και επειδή παρέστην και γω αυτόπτης μάρτυς… χαμογελάτε, πρίγκηψ, κοιτάτε το πρόσωπό μου.
— Ο‐όχι, εγώ…
— Φαίνομαι νεότερος,—έσερνε τα λόγια του ο στρατηγός—είμαι όμως κάπως μεγαλύτερος στα
χρόνια απ’ όσο δείχνω. Το δώδεκα ήμουν δέκα μ’ έντεκα χρονώ. Καλά‐καλά ούτε γω ο ίδιος δεν ξέρω πόσων χρονών είμαι. Στην Επετηρίδα είναι γραμμένα λιγότερα μα και γω ο ίδιος είχα την αδυναμία να κρύβω τα χρόνια μου σ’ όλη μου τη ζωή.
— Σας βεβαιώ, στρατηγέ, πως δεν το βρίσκω καθόλου παράξενο που το δώδεκα βρισκόσασταν στη
Μόσχα και… φυσικά, μπορείτε και σεις να δώσετε πληροφορίες… όπως κι όλοι όσοι βρέθηκαν εκεί.
Ένας απ’ τους συγγραφείς μας αρχίζει το βιβλίο του λέγοντας ακριβώς πως το δώδεκα, όντας βυζανιάρικο μωρό, τον ταΐζανε στη Μόσχα οι Γάλλοι φαντάροι και του δίνανε ψωμί.
— Τα βλέπετε;—καταδέχτηκε να εγκρίνει ο στρατηγός.—Η δική μου περίπτωση δεν είναι φυσικά απ’ τις συνηθισμένες, δεν έχει ωστόσο τίποτα το ασυνήθιστο. Πολύ συχνά η αλήθεια φαίνεται απίθανη. Ακόλουθος! Παραξενεύεσαι φυσικά σαν τ’ ακούς! Ωστόσο, η περιπέτεια που έτυχε σ’ ένα δεκάχρονο παιδί, εξηγείται ίσως με το ότι ήταν ακριβώς δέκα χρονώ παιδί. Μ’ ένα δεκαπεντάχρονο παιδί δε θα μπορούσε ποτέ να γίνει κάτι τέτοιο και είναι πολύ φυσικό, γιατί δεκαπέντε χρονώ δε θα το ‘σκαγα απ’ το ξύλινο σπίτι μας, στη Στάραγια Μπασμάναγια την ημέρα που μπήκε ο Ναπολέων στη Μόσχα, δε θα το ‘σκαγα απ’ τη μάνα μου που είχε αργήσει να φύγει απ’ τη Μόσχα κι έτρεμε απ’το φόβο της! Δεκαπέντε χρονώ θα δείλιαζα και γω, δέκα χρονώ όμως δε φοβήθηκα τίποτα και γλίστρησα μες απ’ το πλήθος, έφτασα στην είσοδο του παλατιού, τη στιγμή ακριβώς που ο Ναπολέων κατέβαινε απ’ τ’ άλογό του.
— Δε χωράει αμφιβολία πως κάνατε μια σωστότατη παρατήρηση όταν λέγατε ότι μονάχα δέκα
χρονώ παιδί μπορούσε να μην τρομάξει…—βεβαίωσε ο πρίγκιπας ενώ τον βασάνιζε η σκέψη πως
τώρα θα κοκκινίσει.
— Δε χωράει αμφιβολία και όλα, τα πάντα, γίνανε τόσο απλά και φυσικά όσο μονάχα στην πραγματικότητα μπορούν να γίνουν αν καταπιανόταν μ’ αυτή την υπόθεση κάποιος
μυθιστοριογράφος, θα καθόταν ν’ αραδιάσει του κόσμου τ’ ανύπαρχτα και τ’ απίθανα πράγματα.
— Ω, ακριβώς!—φώναξε ο πρίγκιπας.—Αυτή η σκέψη μού ‘κανε και μένα εντύπωση και μάλιστα τώρα τελευταία. Ξέρω ένα πραγματικό έγκλημα για ένα ρολόι, το γράφουν τώρα κι οι εφημερίδες.
Αν φανταζόταν κάτι τέτοιο ένας συγγραφέας, τότε οι γνώστες της ζωής του λαού και οι κριτικοί θα
βάζανε αμέσως τις φωνές και θα λέγανε πως είναι απίθανο∙ διαβάζοντάς το όμως στις εφημερίδες
σα γεγονός, νιώθετε πως κάτι τέτοια ακριβώς γεγονότα σας διδάσκουν τη ρωσική πραγματικότητα.
Ήταν θαυμάσια η παρατήρησή σας, στρατηγέ!—φώναξε ζωηρά ο πρίγκιπας και χάρηκε τρομερά
που τα κατάφερε να μην κοκκινίσει.
— Ψέματα; Ψέματα;—φώναξε ο στρατηγός και τα μάτια του λάμψανε από ευχαρίστηση.—Ένα
αγόρι, ένα παιδί που δεν καταλαβαίνει τον κίνδυνο, γλιστράει ανάμεσα στο πλήθος για να δει τη λάμψη, τις στολές, την ακολουθία, και τέλος τον μεγάλο άνδρα που τόσα πολλά είχε ακούσει γι’αυτόν. Γιατί τότε, αρκετά χρόνια συνέχεια, δε μιλούσαν για τίποτ’ άλλο παρά μονάχα γι’ αυτόν. Ο κόσμος ήταν γεμάτος απ’ τ’ όνομά του. Εγώ, ούτως ειπείν, το ‘χα βυζάξει με το γάλα της μητέρας μου. Ο Ναπολέων, περνώντας δυο βήματα πιο πέρα από κει που στεκόμουν, διακρίνει τυχαία το βλέμμα μου∙ και πρέπει να ξέρετε πως ήμουν ντυμένος σαν αρχοντόπουλο, με ντύνανε καλά.
Μονάχα εγώ ήμουν πλούσια ντυμένος μέσα σ’ όλο εκείνο το πλήθος, παραδεχτείτε λοιπόν ότι…
— Χωρίς αμφιβολία, αυτό θα ‘πρεπε να του κάνει εντύπωση και να του αποδείξει πως δεν είχαν φύγει όλοι απ’ τη Μόσχα, πως είχαν μείνει και ευγενείς με τα παιδιά τους.
— Ακριβώς, ακριβώς! Ήθελε να πάρει με το μέρος του τους βογιάρους! Όταν μου ‘ριξε το αετίσιο
βλέμμα του, τα μάτια μου, φαίνεται, αστράψανε σε απάντησή του: «Voila un garçon bien éveillé!
Qui est ton père?» (Να ένα πολύ ξύπνιο παιδί! Ποιος είναι ο πατέρας σου;) Εγώ του απάντησα αμέσως κι η φωνή μου κοβότανε σχεδόν απ’ την ταραχή μου: «Ένας στρατηγός που έπεσε εις το πεδίον της τιμής για την πατρίδα του». «Le fils d’ un boyard et d’ un brave par‐dessus le marché! J’aime les boyards. M’ aime‐tu, petit?» (Γιος βογιάρου και γενναίου επιπλέον! Αγαπώ τους βογιάρους. (Μ’ αγαπάς, μικρέ μου;) Σ’ αυτή τη γρήγορη ερώτηση απάντησα το ίδιο γρήγορα: «Μια ρωσική καρδιά είναι εις θέσιν να διακρίνει έναν μεγάλο άνδρα, ακόμα και στο πρόσωπο ενός εχθρού της πατρίδος της!» Δηλαδή, για να λέω την αλήθεια, δε θυμάμαι αν είπα αυτά ακριβώς τα λόγια…ήμουν παιδί… το νόημα όμως σίγουρα ήταν αυτό! Ο Ναπολέων έμεινε κατάπληκτος, σκέφτηκε ένα λεπτό και είπε στην ακολουθία του: «μ’ αρέσει η περηφάνια αυτού του παιδιού! Αν όμως όλοι οι Ρώσοι σκέφτονται σαν αυτό το παιδί, τότε…» δεν τέλειωσε τη φράση του και μπήκε στο παλάτι∙ εγώ χώθηκα αμέσως μέσα στην ακολουθία κι έτρεξα ξοπίσω του. Οι άνθρωποι της ακολουθίας παραμερίζανε κιόλας μπροστά μου και με κοιτάζανε σαν έναν ευνοούμενο. Όλ’ αυτά όμως είναι μια φευγαλέα εντύπωση… Θυμάμαι μονάχα πως μπαίνοντας στην πρώτη αίθουσα, ο αυτοκράτωρ στάθηκε μπροστά στο πορτρέτο της αυτοκράτειρας Αικατερίνης, το κοίταζε ώρα πολλή σκεφτικός και τέλος πρόφερε: «Ήταν μια σπουδαία γυναίκα!» και συνέχισε το δρόμο του. Σε δυο μέρες όλοι με ξέρανε πια στο παλάτι και στο Κρεμλίνο και με φωνάζανε «le petit boyard» (ο μικρός βογιάρος).
Μονάχα για να κοιμηθώ πήγαινα σπίτι μου. Στο σπίτι, παραλίγο να τρελαθούν. Πέρασαν άλλες δυο
μέρες και ξαφνικά πεθαίνει ο ακόλουθος του Ναπολέοντα, ο βαρόνος ντε Μπαζενκούρ, που δεν άντεξε τους κόπους της εκστρατείας. Ο Ναπολέων με θυμήθηκε∙ με πήρανε, με πήγανε σ’ ένα δωμάτιο χωρίς να μου εξηγήσουν τι τρέχει, μου προβάρανε τη στολή του μακαρίτη, (ήταν ένα αγόρι κάπου δώδεκα χρονώ) κι όταν με πήγανε ντυμένον πια με τη στολή στον αυτοκράτορα κι αυτός μου
κούνησε το κεφάλι του, μου είπαν πως ο αυτοκράτορας με τίμησε με την εύνοιά του και με ονόμασε
ακόλουθο της Μεγαλειότητός του. Εγώ χάρηκα πολύ, γιατί πραγματικά ένιωθα μεγάλη συμπάθεια,
από καιρό τώρα, για το Ναπολέοντα… ε, και εκτός απ’ αυτό, παραδεχτείτε το και σεις, ήταν κι η φανταχτερή στολή, πράγμα που για ένα παιδί έχει μεγάλη σημασία. Περιφερόμουν μ’ ένα σκουροπράσινο φράκο με μακριά και στενή ουρά, με χρυσά κουμπιά, κόκκινα και χρυσά σιρίτια στα μανίκια, ένα ψηλό, σκληρό, ανοιχτό γιακά με χρυσά σιρίτια κι αυτόν, άσπρο παντελόνι εφαρμοστό,
άσπρο μεταξωτό γελέκο, μεταξωτές κάλτσες, παπούτσια με αγκράφες… και την ώρα που ο
αυτοκράτορας έκανε τον περίπατό του με τ’ άλογο, αν έπαιρνα μέρος στην ακολουθία, φορούσα ψηλές μπότες. Αν και η κατάσταση δεν ήταν και τόσο ρόδινη και προαισθανόταν κανείς από τότε τεράστιες συμφορές, την ετικέτα όμως την κρατούσαν κατά το δυνατόν και μάλιστα τόσο σχολαστικότερα όσο πιο φανερό γινόταν πως δε θ’ αργήσουν οι συμφορές.
— Ναι, φυσικά,—μουρμούρισε ο πρίγκιπας σχεδόν σα χαμένος,—τα Απομνημονεύματά σας θα
‘ταν… εξαιρετικά ενδιαφέροντα.
Ο στρατηγός διηγιόταν φυσικά εκείνα που μόλις χτες είχε πει στο Λέμπεντεβ και τα έλεγε λοιπόν
χωρίς να σκοντάφτει πουθενά. Τώρα όμως λοξοκοίταξε και πάλι δύσπιστα τον πρίγκιπα.
— Τα Απομνημονεύματά μου,—πρόφερε με διπλασιασμένη περηφάνια,—να γράψω τα
Απομνημονεύματά μου; Δε μ’ έχει δελεάσει αυτό, πρίγκηψ! Αν θέλετε μάλιστα, τα
Απομνημονεύματά μου είναι ήδη γραμμένα, μα… βρίσκονται στο συρτάρι μου. Ας δουν το φως όταν
θα σκεπαστούν τα μάτια μου με χώμα, και δε χωράει αμφιβολία ότι θα μεταφραστούν και σ’ άλλες
γλώσσες, όχι λόγω της λογοτεχνικής τους αξίας, όχι, αλλά λόγω της σπουδαιότητος των
συνταρακτικών γεγονότων εις τα οποία παρέστην αυτόπτης μάρτυς, έστω κι αν ήμουν παιδί. Τόσο
το καλύτερο όμως: όντας παιδί, είχα διεισδύσει εις την πλέον ιδιωτικήν, ούτως ειπείν,
κρεβατοκάμαρα του «μεγάλου ανδρός»! Άκουγα τις νύχτες τους στεναγμούς αυτού του «μεγάλου
εν δυστυχίαις»∙ δεν μπορούσε βέβαια να ντρέπεται, να στενάζει και να κλαίει μπροστά σ’ ένα παιδί,
αν και γω καταλάβαινα ήδη πως η αιτία των λυγμών του ήταν η σιωπή του αυτοκράτορος
Αλεξάνδρου.
— Ναι, είναι γνωστό πως έγραφε γράμματα… με προτάσεις ειρήνης…—επιβεβαίωσε δειλά ο
πρίγκιπας.
— Ουσιαστικώς ειπείν, μας είναι άγνωστο τι προτάσεις του έκανε, του έγραφε όμως κάθε μέρα,κάθε ώρα, το ένα γράμμα πάνω στ’ άλλο! Ανησυχούσε τρομερά. Μια νύχτα, όταν μείναμε μόνοι,έπεσα με δάκρυα στα μάτια στην αγκαλιά του (ω, τον αγαπούσα!) «Ζητείστε, ζητείστε συγνώμη απ’τον αυτοκράτορα Αλέξανδρο!» του φώναξα. Δηλαδή, θα ‘πρεπε να του πω: «Κάντε ειρήνη με τον αυτοκράτορα Αλέξανδρο», σαν παιδί όμως, είπα με αφέλεια όλη μου τη σκέψη. «Ω, παιδί μου,—
μου απάντησε καθώς περπατούσε πάνω‐κάτω στο δωμάτιο,—ω, παιδί μου!—λες και δεν το
πρόσεχε τότε πως είμαι δέκα χρονώ και του άρεσε μάλιστα να κουβεντιάζει μαζί μου,—ω, παιδί μου, είμαι έτοιμος να φιλήσω τα πόδια του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου∙ του βασιλέως της Πρωσίας
όμως και του αυτοκράτορος της Αυστρίας, ω, τους έχω άσβηστο μίσος και… ας είναι… εσύ δεν καταλαβαίνεις τίποτα από πολιτική!» Λες και θυμήθηκε ξαφνικά με ποιον μιλάει και σώπασε, τα μάτια του όμως εξακολουθούσαν ώρα πολλή ακόμα να πετάνε σπίθες. Ε, καταλαβαίνετε τώρα, αν κάτσω και γράψω όλ’ αυτά τα γεγονότα—και γω παρέστην μάρτυς σε κοσμοϊστορικά γεγονότα—αν
τα εκδώσω τώρα, όλοι αυτοί οι κριτικοί, όλοι αυτοί οι ματαιόδοξοι λογοτεχνίσκοι, όλες αυτές οι ζήλιες, τα κόμματα και… όχι, να μου λείπει!
— Όσο για τα κόμματα, έχετε φυσικά απόλυτα δίκιο και συμφωνώ μαζί σας,—απάντησε σιγά ο πρίγκιπας αφού έμεινε για λίγο σιωπηλός.—Δεν πάει πολύς καιρός που διάβασα το βιβλίο του Σαράς για τη μάχη του Βατερλό. Είναι φανερό πως πρόκειται για σοβαρό βιβλίο και οι ειδικοί βεβαιώνουν πως είναι γραμμένο από άνθρωπο με βαθιά γνώση των πραγμάτων. Σε κάθε σελίδα όμως διακρίνει κανείς τη χαρά του συγγραφέα για την ταπείνωση του Ναπολέοντα, κι αν θα μπορούσε κανείς ν’ αμφισβητήσει κάθε ικανότητα του Ναπολέοντα και στις άλλες εκστρατείες, είναι φανερό πως ο Σαράς θα ‘ταν εξαιρετικά ευχαριστημένος∙ κι αυτό πια δεν είναι καλό για ένα τέτοιο σοβαρό σύγγραμα, γιατί αποχτά φατριαστικό πνεύμα. —Σας απασχολούσε πολλές ώρες τότε η υπηρεσία σας στου… αυτοκράτορος;
Ο στρατηγός ήταν ενθουσιασμένος. Η παρατήρηση του πρίγκιπα με τη σοβαρότητα και την αφέλεια
που είχε γίνει, σκόρπισε και τα τελευταία υπολείμματα της δυσπιστίας του.
— Ο Σαράς! Ω, είχα και γω αγαναχτήσει! Τότε του ‘γραψα αμέσως, όμως… εδώ που τα λέμε, δε θυμάμαι πια… Με ρωτήσατε αν με απασχολούσε πολύ η υπηρεσία μου; Ω, όχι! Μ’ ονομάσανε ακόλουθο, εγώ όμως, και τότε ακόμα, δεν το ‘χα πάρει στα σοβαρά. Εξάλλου ο Ναπολέων έχασε πολύ γρήγορα κάθε ελπίδα να πάρει με το μέρος του τους Ρώσους και φυσικά θα με ξέχναγε και μένα που με πήρε υπό την προστασία του για λόγους πολιτικούς αν.. αν δε μ’ είχε αγαπήσει προσωπικά, το λέω χωρίς να ντρέπομαι τώρα. Εμένα με τραβούσε κοντά του η καρδιά μου. Δε μου ζητάγανε να κάνω υπηρεσία∙ έπρεπε να παρουσιάζομαι πού και πού στο παλάτι και… να συνοδεύω έφιππος τον αυτοκράτορα στους περιπάτους, αυτό ήταν όλο. Ίππευα αρκετά καλά. Έβγαινε πριν απ’το γεύμα και στη συνοδεία ήταν συνήθως ο Νταβού, εγώ, ο μαμελούκος Ρουστάν…
— Κονστάν,—του ξέφυγε του πρίγκιπα, χωρίς να ξέρει κι ο ίδιος γιατί.
— Ο‐όχι, ο Κονστάν δεν ήταν τότε∙ είχε φύγει να πάει ένα γράμμα… στην αυτοκράτειρα Ιωσηφίνα∙
στη θέση του όμως υπήρχαν δυο υπασπιστές, μερικοί Πολωνοί ουλάνοι… ε, αυτή ήταν όλη κι όλη η
συνοδεία, εκτός απ’ τους στρατηγούς, εννοείται, και τους στρατάρχες που ο Ναπολέων τους έπαιρνε
για να εποπτεύσει μαζί τους την περιοχή, τη διάταξη των στρατευμάτων, να συσκεφτεί μαζί τους…
Συχνότερα απ’ όλους βρισκόταν μαζί του ο Νταβού∙ σαν τώρα τον θυμάμαι: ένας τεράστιος,χοντρός, ψύχραιμος άντρας με γυαλιά, με παράξενο βλέμμα. Αυτόν συμβουλευόταν συχνότερα απ’όλους ο αυτοκράτωρ. Εκτιμούσε τις ιδέες του. Θυμάμαι, κάνανε κιόλας αρκετές μέρες συμβούλια∙ ο
Νταβού ερχόταν πρωί και βράδυ, συχνά μάλιστα λογομαχούσανε. Τέλος, ο Ναπολέων σάμπως ν’άρχισε να συμφωνεί. Ήταν οι δυο τους στο γραφείο, και γω τρίτος—σχεδόν δε μ’ είχανε προσέξει.
Ξάφνου το βλέμμα του Ναπολέοντα πέφτει τυχαία πάνω μου, μια παράξενη σκέψη λάμπει στα
μάτια του: «Παιδί,»—μου λέει ξαφνικά,—«τι λες εσύ; Αν βαφτιστώ ορθόδοξος και ελευθερώσω
τους σκλάβους σας, θα πάνε με το μέρος μου οι Ρώσοι ή όχι;» «Ποτέ!» —φώναξα εγώ
αγαναχτισμένος. Ο Ναπολέων έμεινε κατάπληχτος. «Στα μάτια αυτού του παιδιού που τα φλόγισε ο
πατριωτισμός,» είπε, «διάβασα τη γνώμη όλου του ρωσικού λαού. Αρκεί, Νταβού! Όλ’ αυτά είναι
φαντασίες! Εκθέσατέ μου το άλλο σχέδιό σας».
— Ναι, μα κι αυτό το σχέδιο είναι μια μεγάλη ιδέα!—είπε ο πρίγκιπας που ήταν φανερό πως ενδιαφέρθηκε.—Ώστε λοιπόν το αποδίδετε αυτό το σχέδιο στο Νταβού;
— Δεν ξέρω ακριβώς, πάντως συσκέπτονταν μαζί. Φυσικά, η ιδέα ήταν του Ναπολέοντος, μια σκέψη
αετίσια, μα και το άλλο σχέδιο επίσης ήταν μια σκέψη… Πρόκειται για κείνο ακριβώς το περίφημο
«Conseil du lion» (συμβουλή του λέοντος) όπως ονόμασε ο ίδιος ο Ναπολέων την πρόταση αυτή του
Νταβού. Το σχέδιο ήταν το εξής: Να κλειστούν στο Κρεμλίνο μ’ όλο το στράτευμα, να χτίσουν στρατώνες, να φτιάξουν ολόγυρα οχυρώματα, να τοποθετήσουν γύρω‐γύρω κανόνια, να σκοτώσουν
όσο το δυνατόν περισσότερα άλογα και να παστώσουν το κρεάς τους∙ να βρουν ή να
πλιατσικολογήσουν όσο το δυνατόν περισσότερο ψωμί και να διαχειμάσουν εκεί∙ και την άνοιξη ν’
ανοίξουν δρόμο μες απ’ τις γραμές των Ρώσων. Αυτό το σχέδιο άρεσε πολύ στο Ναπολέοντα.
Γυρίζαμε καβάλα στ’ άλογα τα τείχη του Κρεμλίνου κι ο Ναπολέων έδειχνε πού να γκρεμίσουν, πού
να χτίσουν προμαχώνες, πού οχυρώματα και πού πολεμίστρες—ματιά, ταχύτης, έφοδος! Τέλος, όλα
είχαν αποφασιστεί∙ ο Νταβού επέμενε να επιτύχει μίαν οριστικήν απόφασιν. Πάλι ήταν μόνοι τους
και γω τρίτος. Πάλι ο Ναπολέων έκοβε βόλτες στο δωμάτιο με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος.
Δεν μπορούσα να ξεκολλήσω τα μάτια μου απ’ το πρόσωπό του, η καρδιά μου χτυπούσε. «Εγώ πηγαίνω» είπε ο Νταβού. «Πού;» ρώτησε ο Ναπολέων. «Να παστώσω τ’ άλογα», είπε ο Νταβού. Ο
Ναπολέων ανατρίχιασε, αποφασιζόταν η τύχη της Μεγάλης Στρατιάς. «Μικρέ!—μου είπε
ξαφνικά,—τι σκέφτεσαι για την πρόθεσή μας;» Εννοείται πως με ρώτησε όπως καμιά φορά μια μεγαλοφυία καταφεύγει την τελευταία στιγμή στο κορόνα‐γράμματα. Αντί ν’ απαντήσω στον Ναπολέοντα, γυρίζω και λέω στο Νταβού, σα να βρισκόμουν σ’ έμπνευση: «Επιστρέψατε, στρατηγέ,
ολοταχώς εις την χώραν σας!» Το σχέδιο ναυάγησε. Ο Νταβού ανασήκωσε τους ώμους και
βγαίνοντας ψιθύρισε: «Bah, Il devient superstitieux!» (Μπα! Γίνεται προληπτικός!) Και την άλλη κιόλας μέρα, δόθηκε η διαταγή για την υποχώρηση.
— Όλ’ αυτά έχουν καταπληχτικό ενδιαφέρον,—πρόφερε ο πρίγκιπας πάρα πολύ σιγά,—αν γίναν
έτσι που τα λέτε—δηλαδή θέλω να πω…—βιάστηκε να τα μπαλώσει.
— Ω, πρίγκηψ!—φώναξε ο στρατηγός, τόσο πολύ ενθουσιασμένος απ’ τη διήγησή του που ίσως να
μην μπορούσε πια να σταματήσει ακόμα κι αν έκανε ο πρίγκιπας τη χειρότερη απροσεξία.—Λέτε:
«αν γίνανε»! Μα γίνανε πολύ περισσότερα, σας βεβαιώ πως γίνανε πολύ περισσότερα! Όλ’ αυτά δεν είναι παρά γεγονότα ασήμαντα, πολιτικά. Μα σας το ξαναλέω, εγώ παρέστην μάρτυς των νυκτερινών δακρύων και των στεναγμών αυτού του μεγάλου ανδρός∙ κι αυτό πια κανένας δεν το είδε, εκτός εμού! Η αλήθεια είναι πως περί το τέλος δεν έκλαιγε πια, δεν είχε πια δάκρυα, μονάχα στέναζε πού και πύ. Το πρόσωπό του όμως όλο και σκοτείνιαζε. Λες κι η αιωνιότητα τον σκίαζε κιόλας με το ζοφερό φτερό της. Ήταν φορές που περνούσαμε μαζί ώρες ολάκερες τη νύχτα χωρίς να λέμε λέξη,—ο μαμελούκος ο Ρουστάν ροχάλιζε, θυμάμαι, στο διπλανό δωμάτιο. Πολύ βαριά κοιμόταν αυτός ο άνθρωπος. «Είναι όμως πιστός και σε μένα και στη δυναστεία», έλεγε γι’ αυτόν ο Ναπολέων. Μια φορά ένιωσα πολύ πικραμένος και ξαφνικά παρατήρησε δάκρυα στα μάτια μου∙ με κοίταξε κατασυγκινημένος: «Με λυπάσαι!—φώναξε∙—εσύ, μικρούλη, κι ίσως ακόμα κι ένα άλλο παιδί με λυπάται, ο γιος μου, le roi de Rome (o βασιλιάς της Ρώμης) ∙ όλοι οι άλλοι με μισούν κι οι αδερφοί μου, πρώτοι αυτοί θα με πουλήσουν μες στη δυστυχία μου!» Εγώ έβαλα τα κλάματα και ρίχτηκα στην αγκαλιά του∙ τότε κι αυτός δεν κρατήθηκε∙ αγκαλιαστήκαμε και τα δάκρυά μας ανακατεύτηκαν. «Γράψτε, γράψτε ένα γράμμα στην αυτοκράτειρα Ιωσηφίνα!» του είπα κλαίγοντας.
Ο Ναπολέων ανατρίχιασε, σκέφτηκε λιγάκι κι είπε: «Μου θύμισες μια τρίτη καρδιά που μ’ αγαπά∙ σ’
ευχαριστώ, φίλε μου!» Έκατσε αμέσως κι έγραψε κείνο το γράμμα στην Ιωσηφίνα που το ‘δωσε την
άλλη κιόλας μέρα στον Κονστάν να το πάει στη Γαλλία.
— Ήταν υπέροχο αυτό που κάνατε,—είπε ο πρίγκιπας.—Τη στιγμή που τον ζώνανε οι κακές σκέψεις,
τον ωθήσατε σ’ ένα ευγενικό συναίσθημα.
— Ακριβώς πρίγκηψ, και τι εξαίσια εξήγηση που δίνετε σ’ όλ’ αυτά—μιαν εξήγηση αντάξια της μεγάλης σας καρδιάς!—φώναξε ενθουσιασμένα ο στρατηγός και, παράξενο, αληθινά δάκρυα
λάμψανε στα μάτια του.—Μάλιστα, πρίγκηψ, μάλιστα, αυτό ήταν κάτι που άξιζε να το δει κανείς.
Και, ξέρετε, παραλίγο να ‘φευγα μαζί του για το Παρίσι και φυσικά θα μοιραζόμουν μαζί του και την
«πυριφλεγή νήσον της εξορίας», όμως αλίμονον! Η Μοίρα μάς εχώρισε! Αυτός πήγε εις την
πυριφλεγή νήσον, όπου ίσως μια φορά τουλάχιστο, σε στιγμές σκληρής οδύνης, να θυμήθηκε τα δάκρυα ενός φτωχού παιδιού που τον αγκάλιασε και τον συγχώρησε στη Μόσχα∙ όσο για μένα, με
στείλανε στη Στρατιωτική Σχολή όπου δε βρήκα άλλο από μιαν ανόητη και σκληρή πειθαρχία, από
την προστυχιά των συναδέλφων μου και… αλίμονον! Όλα πήγανε στο βρόντο! «Δε θέλω να σε στερήσω απ’ τη μητέρα σου και δε σε παίρνω μαζί μου!»—μου είπε την ημέρα της υποχωρήσεως,—
«θα ‘θελα όμως κάτι να κάνω για σένα». Ανέβαινε κιόλας στ’ άλογό του. «Γράψτε μου κάτι στο λεύκωμα της αδερφής μου για ενθύμιο», πρόφερα εγώ δειλιάζοντας, γιατί ήταν πολύ στεναχωρημένος και σκυθρωπός. Αυτός γύρισε, ζήτησε μια πένα, πήρε το λεύκωμα: «Πόσω χρονών
είναι η αδερφή σου;» με ρώτησε κρατώντας κιόλας την πένα. «Τριώ χρονώ», απάντησα εγώ. «Petite
fille alors» (Μικρό κοριτσάκι λοιπόν). Και εχάραξε στο λεύκωμα:
Ne mentez jamais.
Napoleon, votre ami sincere.9
— Μια τέτοια συμβουλή και μάλιστα σε μια τέτοια στιγμή, παραδεχτείτε, πρίγκηψ…
— Ναι, είναι πολυσήμαντο.
— Εκείνο το χαρτί το ‘χε όλη της τη ζωή κρεμασμένο η αδερφή μου στη σάλα, σε χρυσή κορνίζα με
τζάμι, στο εμφανέστερο μέρος, ως το θάνατό της—πέθανε πάνω στη γέννα∙ πού βρίσκεται τώρα,δεν ξέρω… μα… αχ, Θεέ μου! Είναι δυο η ώρα! Πόσο σας καθυστέρησα, πρίγκηψ! Είμαι ασυγχώρητος.
Ο στρατηγός σηκώθηκε απ’ την καρέκλα του.
— Ω, απεναντίας,—μάσησε τα λόγια του ο πρίγκιπας,—μου κινήσατε τόσο το ενδιαφέρον και…επιτέλους… όλ’ αυτά είναι τόσο ενδιαφέροντα∙ σας είμαι τόσο ευγνώμων!
— Πρίγκηψ!—είπε ο στρατηγός σφίγγοντάς του και πάλι το χέρι τόσο που τον πόνεσε και
κοιτάζοντάς τον με μάτια αστραφτερά λες κι είχε συνέλθει ξαφνικά και τον χτύπησε κατακούτελα
μια αναπάντεχη σκέψη,—πρίγκηψ! Είστε τόσο καλός, τόσο αφελής, που ώρες‐ώρες αρχίζω να σας
λυπάμαι. Σας κοιτάζω με κατάνυξη∙ ω, ο Θεός να σας ευλογεί! Ας αρχίσει η ζωή σας κι ας ανθίσει…
μέσα στον έρωτα! Η δική μου πάει, τέλειωσε! Ω, συχωρέστε με, συχωρέστε με!
Βγήκε βιαστικός, σκεπάζοντας το πρόσωπό του με τα χέρια. Ο πρίγκιπας δεν μπορούσε ν’
αμφιβάλλει για την ειλικρίνεια της ταραχής του∙ καταλάβαινε ακόμα πως ο γέρος βγήκε
κατενθουσιασμένος με την επιτυχία του, είχε νιώσει ωστόσο πως ήταν από κείνους τους
τερατολόγους που, μόλο που ηδονίζονται λέγοντας τα ψέματά τους και συνεπαίρνονται τόσο που
ξεχνιούνται, έχουν ωστόσο πάντοτε την υποψία μέσα τους, ακόμα κι όταν φτάνουν στο ανώτατο σημείο του ενθουσιασμού τους, πως παρ’ όλ’ αυτά δεν τους πιστεύουν, μα κι ούτε είναι δυνατό να τους πιστέψουν. Στην κατάσταση που βρισκόταν τώρα ο γέρος, μπορούσε να συνέλθει, να ντραπεί υπέρμετρα, να υποπτευθεί πως ο πρίγκιπας τον συμπονάει υπερβολικά και να προσβληθεί.
«Μήπως ήταν χειρότερο αυτό που έκανα που τον άφησα να ενθουσιαστεί τόσο;» ανησυχούσε ο πρίγκιπας και ξαφνικά δεν κρατήθηκε, ξέσπασε σε γέλια και γελούσε έτσι κάπου δέκα λεπτά συνέχεια. Άρχισε να κατηγορεί τον εαυτό του γι’ αυτό το γέλιο, γρήγορα όμως κατάλαβε πως δεν υπήρχε λόγος, γιατί τον λυπόταν απεριόριστα το στρατηγό.
Οι προαισθήσεις του βγήκαν αληθινές. Το ίδιο βράδυ κιόλας, πήρε ένα παράξενο σημείωμα,
σύντομο μα αποφασιστικό. Ο στρατηγός τού έκανε γνωστό πως χωρίζει και μ’ αυτόν για πάντα, πως
τον εκτιμάει και του είναι ευγνώμων, ωστόσο δεν το ‘χει σκοπό να δεχτεί ούτε απ’ αυτόν «δείγματα
συμπόνιας που εξευτελίζουν την αξιοπρέπεια ενός ανθρώπου, που και χωρίς αυτό είναι κιόλας αρκετά δυστυχής». Όταν ο πρίγκιπας άκουσε πως ο γέρος κλείστηκε στης Νίνας Αλεξάντροβνας,ησύχασε σχεδόν ολότελα για λογαριασμό του. Εμείς όμως είδαμε κιόλας πως ο στρατηγός πήγε κι έκανε φασαρίες και στης Λιζαβέτας Προκόφιεβνας. Εδώ, δεν μπορούμε ν’ αναφέρουμε
λεπτομέρειες, θα πούμε μονάχα με δυο λόγια πως η ουσία της συνάντησης ήταν πως ο στρατηγός
κατατρόμαξε τη Λιζαβέτα Προκόφιεβνα και, με τους πικρούς του υπαινιγμούς εναντίον του Γάνια,
την έκανε ν’ αγαναχτήσει. Τον βγάλανε ντροπιασμένο έξω απ’ το σπίτι. Να γιατί πέρασε μια τέτοια
νύχτα κι ένα τέτοιο πρωινό, έχασε τελειωτικά τα νερά του και βγήκε τρέχοντας στο δρόμο σχεδόν
παλαβός.
Ο Κόλια δεν καταλάβαινε ακόμα τι τρέχει, έλπιζε μάλιστα πως θα μπορούσε να τον συνεφέρει αν
του μίλαγε αυστηρά.
— Λοιπόν, πού θα κουβαληθούμε τώρα, μπορώ να μάθω, στρατηγέ;—είπε.—Στον πρίγκιπα δε
θέλετε να πάτε, με το Λέμπεντεβ τα χαλάσατε, χρήματα δεν έχετε, εγώ είμαι πάντα απένταρος∙ να
‘μαστε λοιπόν καταμεσής του δρόμου πάνω στα κουκιά10.
— Καλύτερα να τρως κουκιά, παρά πάνω στα κουκιά,—τραύλισε ο στρατηγός.—Μ’ αυτό το αστείο…
είχα κάνει μια παρέα αξιωματικών να σκάσουνε στα γέλια… το σαράντα τέσσερα… το χίλια οχτακόσια σαράντα τέσσερα… ναι! Δε θυμάμαι… ω, μη μου το θυμίζεις, μη μου το θυμίζεις! «Πού ‘ναι τα νιάτα μου, πού ‘ναι η δροσιά μου!» Όπως είχε αναφωνήσει… ποιος το ‘χε φωνάξει αυτό,Κόλια;
— Το λέει ο Γκόγκολ, στις Νεκρές Ψυχές, πατερούλη,—απάντησε ο Κόλια και λοξοκοίταξε δειλά τον
πατέρα του.
— Νεκρές Ψυχές! Ω, ναι, νεκρές! Όταν με κηδέψεις, γράψε πάνω στο μνήμα μου; «Ενθάδε κείται
μια νεκρή ψυχή!» «Με καταδιώκει η καταισχύνη!» Ποιος το ‘πε αυτό, Κόλια;
— Δεν ξέρω, πατερούλη.
— Ο Γεροπέγκοβ, λέει, ανύπαρχτος! Ο Γιερόσκα Γεροπέγκοβ!—φώναξε παράφορα και
κοντοστάθηκε στο δρόμο.—Και να το λέει ο γιος μου, ο πρωτότοκος γιος μου! Ο Γεροπέγκοβ, που
έντεκα μήνες συνέχεια ήταν καλύτερος κι από αδερφός μου, που εγώ πήγα για χάρη του στη μονομαχία… Κει που τα κοπανάγανε, ο πρίγκιπας Βιγκορέτσκη, ο λοχαγός μας, γυρίζει και του λέει:
«Δε μου λες, Γκρίσα, πού το πήρες το παράσημο της Αγίας Άννης;» «Στα πεδία των μαχών, να που το
πήρα!» Εγώ του φώναξα: «Μπράβο, Γκρίσα!» Ε, το πράμα έφτασε στη μονομαχία κι ύστερα
στεφανώθηκε… με τη Μάρια Πετρόβνα Σου… Σουτούγκινα και σκοτώθηκε στο πεδίον… Η σφαίρα
εξοστρακίστηκε απ’ τον πολεμικό σταυρό στο στήθος μου και τον βρήκε ίσα στο κούτελο: «Ποτέ δε
θα το ξεχάσω!» φώναξε κι έπεσε επιτόπου. Εγώ… εγώ υπηρέτησα τίμια, Κόλια, υπηρέτησα σαν ευγενής, η καταισχύνη όμως, «με καταδιώκει η καταισχύνη!» Εσύ κι η Νίνα θα ‘ρθείτε στο μνήμα
μου… «Φτωχή Νίνα!» Παλιά, έτσι την έλεγα, Κόλια, πάει καιρός, τον πρώτο καιρό, και της άρεσε τόσο πολύ… Νίνα, Νίνα! Τι έκανα, πώς κατέστρεψα τη ζωή σου! Πώς μπορείς να μ’ αγαπάς,υπομονετική ψυχή! Η μητέρα σου έχει αγγελική ψυχή, Κόλια, τ’ ακούς αγγελική!
— Αυτό το ξέρω, πατερούλη. Πατερούλη, καλέ μου, γυρίστε πίσω στο σπίτι, στη μητερούλα! Έτρεξε
να μας προφτάσει. Μα τι σταθήκατε λοιπόν; Λες και δεν καταλαβαίνετε… Μα τι έχετε λοιπόν και
κλαίτε;
Ο Κόλια έκλαιγε κι αυτός και φίλαγε τα χέρια του πατέρα του.
Μου φιλάς τα χέρια, τα δικά μου χέρια!
— Ναι, ναι, τα δικά σας, τα δικά σας… τι παράξενο βρίσκετε; Μα τι βάλατε λοιπόν τα κλάματα καταμεσής στο δρόμο, είστε και στρατηγός σου λέει ο άλλος, μπαρουτοκαπνισμένος άνθρωπος,ελάτε λοιπόν, πάμε!
— Ο Θεός να σ’ ευλογεί, καλό μου παιδί, που φέρθηκες με σεβασμό στο ντροπιασμένο γεροντάκο,
ναι, στο ντροπιασμένο γεροντάκο, τον πατέρα σου… είθε ν’ αποχτήσεις και συ ένα παρόμοιο παιδί…
le roi de Rome… Ω, «η κατάρα μου επί της οικίας ταύτης!»
— Μα τι σημαίνουν λοιπόν όλ’ αυτά επιτέλους!—θύμωσε ξάφνου ο Κόλια.—Τι έγινε; Γιατί δε θέλετε
να γυρίσετε σπίτι; Τι πάθατε, τρελαθήκατε;
— Θα σου εξηγήσω, θα σου εξηγήσω… θα σου τα πω όλα, μη φωνάζεις, θα μας ακούσουν… le roi de
Rome… Ω, τι σιχασιά, τι θλίψη! «Νένα, πού είναι ο τάφος σου;» Ποιος το φώναξε αυτό, Κόλια;
— Δεν ξέρω, δεν ξέρω ποιος το φώναξε! Πάμε σπίτι, τώρα, τώρ’ αμέσως! Το Γάνια θα τον σπάσω στο
ξύλο αν χρειαστεί… μα πού πάτε λοιπόν πάλι;
Ο στρατηγός όμως τον τράβαγε στο χαγιάτι ενός γειτονικού σπιτιού.
— Πού πάτε; Είναι ξένο σπίτι!
Ο στρατηγός έκατσε στη σκάλα και τράβαγε τον Κόλια απ’ το χέρι.
— Σκύψε, σκύψε!—μουρμούριζε.—Θα σου τα πω όλα… καταισχύνη… σκύψε… στ’ αυτί, στ’ αυτί∙ θα
σου τα πω στ’ αυτί…
— Μα τι πάθατε λοιπόν;—τρόμαξε φοβερά ο Κόλια σκύβοντας ωστόσο ν’ ακούσει.
— Le roi de Rome…—ψιθύρισε ο στρατηγός που έτρεμε κι αυτός σύγκρομος.
— Τι;… Μα τι σας κόλλησε αυτός ο roi de Rome; Πώς;
— Εγώ… εγώ…—άρχισε να ψιθυρίζει ξανά ο στρατηγός και γαντζωνόταν όλο και πιο δυνατά απ’ τον
ώμο του «μικρού του», —εγώ… θέλω… θα σου τα πω όλα… η Μάρια, η Μάρια… Πετρόβνα Σου‐σου‐
σου…
Ο Κόλια τού ξέφυγε, άρπαξε ο ίδιος το στρατηγό απ’ τους ώμους και, σαν τρελός, τον κοίταζε. Ο γέρος κοκκίνισε, τα χείλη του μελάνιασαν, ελαφρά ρίγη περνούσαν απ’ το πρόσωπό του. Ξάφνου έγειρε κι άρχισε να πέφτει αργά στα χέρια του Κόλια.
— Αποπληξία!—φώναξε κείνος μ’ όλη του τη δύναμη, μαντεύοντας επιτέλους τι τρέχει.

V
Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΠΩΣ η Βαρβάρα Αρνταλιόνοβνα, στη συζήτηση με τον αδερφό της, είχε υπερβάλει
κάπως την ακρίβεια των πληροφοριών της σχετικά με τους αρραβώνες του πρίγκιπα με την Αγλαΐα
Επάντσινα. Ίσως, σα διορατική γυναίκα που ήταν, να ‘χε προβλέψει εκείνο που έπρεπε να συμβεί
στο προσεχές μέλλον∙ ίσως να ‘χε πικραθεί που οι ελπίδες και τα όνειρά της είχαν διαλυθεί σαν καπνός (μόλο που, για να λέμε την αλήθεια, ούτε αυτή η ίδια δεν τα πολυπίστευε) και, σαν άνθρωπος, δεν μπόρεσε να στερηθεί την ευχαρίστηση να μη χύσει ακόμα περισσότερο φαρμάκι στην καρδιά του αδερφού της υπερβάλλοντας τα πράγματα μόλο που αγαπούσε ειλικρινά τον αδερφό της και τον πονούσε. Όπως και να ‘ναι, δεν μπορούσε να ‘χει πάρει απ’ τις φίλες της, τις Επάντσιν, τόσο ακριβείς πληροφορίες. Άκουσε μονάχα υπαινιγμούς, μισόλογα, αποσιωπήσεις,γρίφους. Δεν αποκλείεται κιόλας οι αδερφές της Αγλαΐας να είπαν επίτηδες κάτι περισσότερο για να ψαρέψουν κι αυτές τη Βαρβάρα Αρνταλιόνοβνα∙ μπορεί τέλος να μην μπόρεσαν κι αυτές να στερηθούν τη γυναικεία ευχαρίστηση να πειράξουν λίγο τη φίλη τους έστω κι αν ήταν φίλη παιδική:
γιατί βέβαια κάτι θα ‘χαν καταλάβει κι αυτές απ’ τις προθέσεις της.
Απ’ την άλλη μεριά κι ο πρίγκιπας, παρ’ όλο που δεν έλεγε καθόλου ψέματα όταν βεβαίωνε το Λέμπεντεβ πως δεν έχει τίποτα να του ανακοινώσει και πως δεν του ‘χει συμβεί απολύτως τίποτα ιδιαίτερο, δεν αποκλείεται να ‘κανε κι αυτός λάθος. Πραγματικά, είχε συμβεί με όλους κάτι που θα μπορούσες να το πεις πολύ παράξενο: δεν είχε συμβεί τίποτα, κι όμως, ταυτόχρονα, λες κι είχαν συμβεί πάρα πολλά. Αυτό το τελευταίο το μάντεψε η Βαρβάρα Αρνταλιόνοβνα με το αλάθευτο γυναικείο της ένστιχτο.
Ωστόσο, είναι πολύ δύσκολο να τα βάλει κανείς στη σειρά και να εξηγήσει πώς έγινε και στο σπίτι
των Επάντσιν αρχίσανε ξάφνου όλοι μονομιάς να σκέφτονται πως με την Αγλαΐα είχε συμβεί κάτι
κεφαλαιώδες και πως αποφασίζεται η τύχη της. Μόλις όμως τους πέρασε αυτή η σκέψη, απ’ το μυαλό ολονών μονομιάς, άρχισαν όλοι τους, και πάλι μονομιάς, να υποστηρίζουν πως όλ’ αυτά τα ‘χαν προσέξει από καιρό τώρα και πως όλ’ αυτά τα πρόβλεπαν πεντακάθαρα∙ πως όλα ήταν πεντακάθαρα π’ τον καιρό του «φτωχού ιππότη» κι από πιο πριν μάλιστα, μονάχα που τότε ακόμα
δε θέλανε να πιστέψουν σε μια τέτοια ανοησία. Αυτό βεβαίωναν οι αδερφές∙ φυσικά, κι η Λιζαβέτα
Προκόφιεβνα τα ‘χε προβλέψει και τα ‘χε καταλάβει όλα νωρίτερα απ’ όλους κι από καιρό τώρα «σφιγγόταν η καρδιά της», μα—όπως και να ‘ταν—η σκέψη πως θα ‘κανε γαμπρό της τον πρίγκιπα δεν της καλάρεσε καθόλου, ιδιαίτερα γιατί αυτή η σκέψη την έκανε να τα χάνει. Σ’ όλ’ αυτά υπήρχε ένα πρόβλημα που έπρεπε να λυθεί χωρίς χρονοτριβή, μα όχι μονάχα της ήταν αδύνατο να λύσει το πρόβλημα μα και το ίδιο το πρόβλημα, όσο κι αν χτυπιόταν η καημένη η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα, δεν
μπορούσε να το θέσει μπροστά της καθαρά και συγκεκριμένα. Το πράγμα ήταν δύσκολο: «Είναι καλός ή δεν είναι καλός ο πρίγκιπας; Είναι καλά όλ’ αυτά ή δεν είναι καλά; Αν δεν είναι καλά (πράγμα αναμφισβήτητο) σε τι ακριβώς δεν είναι καλά; Κι αν ίσως είναι καλά (πράγμα πιθανό) τότε και πάλι, σε τι ακριβώς είναι καλά;» Ο ίδιος ο αρχηγός της οικογένειας, ο Ιβάν Φιοντόροβιτς,απόρησε, εννοείται, σαν τ’ άκουσε, ύστερα όμως ομολόγησε ξαφνικά πως «μα το Θεό, κι αυτός κάτι τέτοιο υποπτευόταν όλο αυτό το διάστημα, ώρες‐ώρες μάλιστα σα να του φαινόταν πως το βλέπει καθαρά!» Σώπασε αμέσως κάτω απ’ τ’ αυστηρό βλέμμα της συζύγου του∙ σώπασε το πρωί, το βράδυ όμως, όταν βρέθηκε μονάχος με τη σύζυγό του κι αναγκάστηκε να ξαναμιλήσει, είπε ξαφνικά, με κάποιο αναπάντεχο θα ‘λεγες, θάρρος μερικές παράξενες σκέψεις: «Διότι ουσιαστικώς τι συμβαίνει;…(αποσιωπητικά). Φυσικά, όλ’ αυτά είναι πολύ παράξενα, αν βέβαια είναι αληθινά,αυτό δεν το συζητώ, μα…» (Πάλι αποσιωπητικά). «Κι απ’ την άλλη μεριά, αν καλοκοιτάξουμε το πράγμα, ο πρίγκιπας, μα το Θεό, είναι εξαίρετο παλικάρι και… και —ε, κι επιτέλους, τ’ όνομα, τ’όνομα της γενιάς μας, όλ’ αυτά θα πάρουν τη μορφή, ούτως ειπείν, της υποστυλώσεως του
ονόματος της γενιάς που ευρίσκεται εν καταπτώσει στα μάτια της κοινωνίας, δηλαδή αν το κοιτάζει
κανείς απ’ αυτή την άποψη, δηλαδή, διότι… είναι φυσικά η κοινωνία∙ η κοινωνία είναι κοινωνία∙ όπως και να ‘ναι, πάντως ο πρίγκιπας δεν είναι δίχως περιουσία, έστω κι αν δεν είναι τρομερά σημαντική. Έχει επίσης και…και…και…» (Πολλά αποσιωπητικά και οριστικόν αδιέξοδον). Σαν άκουσε το σύζυγό της, η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα έγινε έξω φρενών.
Κατά τη γνώμη της, όλ’ αυτά ήταν «ασυγχώρητη και εγκληματική επιπλέον ανοησία, ένα
φανταστικό, σαχλό και γελοίο ταμπλό!» Και πρώτ’ απ’ όλα το γεγονός ότι «αυτός ο πρίγκιπάκος είναι άρρωστος, ηλίθιος, δεύτερον είναι βλάκας, δεν ξέρει τον καλό κόσμο, δεν έχει καμιά θέση στον καλό κόσμο: πού μπορείς να τον πας, πού μπορείς να τον δείξεις; Είναι ένας ανάρμοστος δημοκράτης, δεν έχει μήτε κανένα βαθμό, έστω και μικρό και… και…και… Τι θα πει η Μπελοκόνσκαγια; Μα τέτοιον άντρα λοιπόν φανταζόμασταν κι ονειρευόμασταν για την Αγλαΐα;» Το τελευταίο επιχείρημα ήταν, εννοείται, το κυριότερο. Η καρδιά της μητέρας έτρεμε σ’ αυτή τη σκέψη,μάτωνε και λουζόταν σε δάκρυα παρ’ όλο που ταυτόχρονα κάτι αχνοσάλευε μέσα σε κείνη την καρδιά, κάτι που της έλεγε: «Και τι του λείπει του πρίγκιπα για να γίνει ό,τι σας χρειάζεται;» Ε,λοιπόν, αυτές ίσα‐ίσα οι αντιρρήσεις της ίδιας της καρδιάς της ήταν για τη Λιζαβέτα Προκόφιεβνα εκείνες που τη σκότιζαν περισσότερο απ’ όλες.
Στις αδερφές της Αγλαΐας άρεσε για κάποιο λόγο η σκέψη για τον πρίγκιπα, δεν τους φαινόταν μάλιστα και τόσο παράξενη∙ με δυο λόγια, μπορούσαν ξάφνου να βρεθούν ολόψυχα με το μέρος του. Κι οι δυο τους όμως αποφάσισαν να σωπάσουν. Όλη η οικογένεια το ‘χε παρατηρήσει και το
‘ξερε θετικά πως όσο πιο επίμονες γίνονταν οι αντιρρήσεις της Λιζαβέτας Προκόφιεβνας σχετικά μ’
ένα γενικό και αμφισβητούμενο οικογενειακό ζήτημα, τόσο θα μπορούσε κανείς να προβλέψει πως
ίσως η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα να ‘χε αρχίσει κιόλας να συμφωνεί σ’ αυτό το ζήτημα. Εδώ που τα
λέμε όμως, η Αλεξάνδρα Ιβάνοβνα δεν μπορούσε να σωπάσει εντελώς. Η μητερούλα της, έχοντάς
την αναγνωρίσει από καιρό συμβουλάτορά της, τη φώναζε τώρα κάθε λίγο και λιγάκι κι απαιτούσε
να της πει τη γνώμη της και, το κυριότερο, τις αναμνήσεις της, δηλαδή: «πώς έγινε λοιπόν και φτάσαν ως εδώ τα πράγματα; Γιατί δεν το είδε κανείς; Γιατί δεν το λέγανε τότε; Τι σήμαινε τότε αυτός ο απαίσιος «φτωχός ιππότης»; Γιατί να ‘ναι μονάχα αυτή, η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα,καταδικασμένη να φροντίζει για όλους, να τα προσέχει και να τα προβλέπει όλα κι όλοι οι άλλοι να κάθονται και να χάφτουν μύγες; κ.τ.λ. κ.τ.λ. Η Αλεξάνδρα Ιβάνοβνα ήταν στην αρχή προσεχτική και παρατήρησε μονάχα πως της φαίνεται αρκετά σωστή η γνώμη του πατερούλη πως η καλή κοινωνία θα βρει πολύ ικανοποιητική την εκλογή του πρίγκιπα Μίσκιν σαν συζύγου μιας απ’ τις Επάντσιν.
Σιγά‐σιγά αποξεχάστηκε με την κουβέντα κι έφτασε να προστέσει πως ο πρίγκιπας δεν είναι καθόλου «χαζοπούλι» και δεν ήταν ποτέ του τέτοιος, κι όσο για τη σημασία του—ένας Θεός το ξέρει με ποια κριτήρια θα μετριέται σε μερικά χρόνια η σημασία ενός καθωσπρέπει ανθρώπου εδώ στη
Ρωσία μας, με τις επιτυχίες στην υπηρεσία ή με κάτι άλλο; Σ’ όλ’ αυτά η μητερούλα της της απάντησε αμέσως ορθά‐κοφτά πως η Αλεξάνδρα είναι «λιμπεραλίστρια και για όλ’ αυτά φταίει το καταραμένο γυναικείο ζήτημα». Ύστερα, σε μισή ώρα, έφυγε για την πολιτεία κι από κει για τη νήσο Κάμενι να βρει την Μπελοκόνσκαγια που, λες κι είχε γίνει επίτηδες, έτυχε να βρίσκεται κείνο τον καιρό στην Πετρούπολη, θα ξανάφευγε όμως είν’ αλήθεια πολύ σύντομα. Η Μπελοκόνσκαγια ήταν νονά της Αγλαΐας.
Η «γριά» Μπελοκόνσκαγια άκουσε με προσοχή όλες τις πυρετικές κι απελπισμένες εξομολογήσεις
της Λιζαβέτας Προκόφιεβνας και δε συγκινήθηκε καθόλου απ’ τα δάκρυα της μητρός της
οικογένειας που ‘χε χάσει τα νερά της, την κοίταξε μάλιστα ειρωνικά. Ήταν μια γριά με τρομερά δεσποτικό χαραχτήρα∙ ακόμα και στην πιο παλιά φιλία δεν μπορούσε ν’ ανεχτεί την ισότητα, και τη Λιζαβέτα Προκόφιεβνα την έβλεπε σαν protégée (προστατευομένη) της, όπως και τριανταπέντε χρόνια πριν, και με κανέναν τρόπο δεν μπορούσε να παραδεχτεί τον απότομο κι ανεξάρτητο χαραχτήρα της. Ανάμεσα στ’ άλλα, έκανε και την παρατήρηση πως, «όπως φαίνεται, όλοι τους εκεί πέρα—έτσι το ‘χανε δα απ’ ανέκαθεν συνήθειο—έχουν προτρέξει πολύ και βλέποντας μια μύγα, την κάνανε ελέφαντα∙ πως όσο και να τέντωνε τ’ αυτιά της, δεν είχε πειστεί ότι συνέβη πράγματι κάτι το σοβαρό στο σπίτι τους∙ πως θα ‘ταν καλύτερο να περιμένουν να ξεκαθαρίσουν κάπως τα πράγματα.
Πως ο πρίγκιπας κατά τη γνώμη της, είναι ένας καθωσπρέπει νέος, μόλο που ‘ναι άρρωστος,παράξενος και υπερβολικά ασήμαντος. Το χειρότερο απ’ όλα είναι που συντηρεί ανοιχτά μιαν ερωμένη». Η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα κατάλαβε πολύ καλά πως η Μπελοκόνσκαγια, είναι κάπως θυμωμένη για την αποτυχία του Ευγένιου Παύλοβιτς, που τον είχε συστήσει αυτή. Γύρισε στη βίλα της στο Παυλόβσκ ακόμα πιο νευριασμένη απ’ ό,τι ήταν όταν έφευγε κι αμέσως βρήκαν όλοι το μπελά τους, το κυριότερο για το λόγο ότι «τρελαθήκανε», ότι σε κανένα άλλο σπίτι δε γίνονται έτσι αυτές οι δουλειές, μονάχα στο δικό τους. «Τι τους έπιασε τόση φούρια; Τι έγινε; Όσο προσεχτικά κι αν κοιτάζω, μου είναι αδύνατο να συμπεράνω πως πραγματικά έχει συμβεί κάτι! Περιμένετε πρώτα να γίνει κάτι! Το ξέρουμε δα πως ο Ιβάν Φιοντόροβιτς φαντάζεται πολλά και διάφορα, δε θα κάτσουμε τώρα να λέμε ελέφαντα μια μύγα», κ.τ.λ. κ.τ.λ.
Ώστε λοιπόν, το συμπέρασμα ήταν πως έπρεπε να ησυχάσουν, ν’ αντιμετωπίσουν ψύχραιμα τα
πράγματα και να περιμένουν. Όμως, αλίμονο! Η ηρεμία δεν κράτησε ούτε δέκα λεπτά. Το πρώτο πλήγμα το ‘δωσε η είδηση για κείνο που συνέβη όσο έλειπε η μαμακούλα στη νήσο Κάμενι. (Το ταξίδι της Λιζαβέτας Προκόφιεβνας έγινε τ’ άλλο πρωί ύστερα από κείνο το βράδυ που ο πρίγκιπας είχε έρθει στις δωδεκάμιση, νομίζοντας πως είναι εννιάμση). Οι αδερφές απαντούσαν στις ανυπόμονες ερωτήσεις της μαμάκας τους με πολλές λεπτομέρειες και πρώτα‐πρώτα πως, «καθώς φαίνεται, δεν έγινε τίποτα εξαιρετικό όσο αυτή έλειπε», πως είχε έρθει ο πρίγκιπας, πως η Αγλαΐα έκανε πολλήν ώρα να βγει στο σαλόνι, κάπου μισή ώρα, ύστερα βγήκε και μόλις τον είδε πρότεινε αμέσως στον πρίγκιπα να παίξουν σκάκι∙ πως ο πρίγκιπας δεν ξέρει ούτε πώς κινούν τα πιόνια κι η Αγλαΐα τον νίκησε αμέσως∙ έγινε πολύ εύθυμη και πείραζε τρομερά τον πρίγκιπα που δεν ξέρει να παίζει σκάκι, γέλαγε φοβερά μαζί του, τόσο που λυπόσουν να τον βλέπεις. Ύστερα πρότεινε να παίξουν χαρτιά, τον «τρελό». Εδώ όμως έγινε τ’ αντίθετο: ο πρίγκιπας αποδείχτηκε πολύ γερός παίχτης, παίχτης στον «τρελό» σαν… καθηγητής∙ έπαιζε σα μάστορας∙ η Αγλαΐα του ‘κανε ζαβολιές,άλλαζε τα χαρτιά, του ‘κλεβε μπροστά στα μάτια του τις χαρτωσιές κι όμως αυτός τα κατάφερνε και κάθε φορά την έβγαζε «τρελή»∙ κάπου πέντε φορές συνέχεια. Η Αγλαΐα δαιμονίστηκε τρομερά, δεν ήξερε πια τι έκανε∙ είπε στον πρίγκιπα τέτοια πειράγματα κι ήταν τόσο ανάγωγη που αυτός έπαψε πια να γελάει κι έγινε κατάχλομος όταν του είπε τέλος πως «δε θα ξαναπατήσει σ’ αυτό το δωμάτιο όσο θα μένει αυτός εκεί και πως είναι μεγάλο θράσος από μέρος του να ‘ρχεται σπίτι τους και μάλιστα τις νύχτες, στη μία η ώρα, ύστερα απ’ όλα όσα έγιναν». Ύστερα βγήκε χτυπώντας την πόρτα.
Ο πρίγκιπας έφυγε σα να ‘φευγε από κηδεία, παρ’ όλα τα καλά λόγια που του είπαν οι δυο αδερφές.
ξάφνου, ένα τέταρτο μετά από τότε που ‘χε φύγει ο πρίγκιπας, η Αγλαΐα κατέβηκε τρέχοντας στη βεράντα και τόσο βιαστικά μάλιστα που δεν είχε καν σκουπίσει τα μάτια της και τα μάτια της ήταν δακρυσμένα∙ κατέβηκε γιατί είχε έρθει ο Κόλια κι είχε φέρει ένα σκαντζόχοιρο∙ όλοι τους αρχίσανε να κοιτάνε το σκαντζόχοιρο, ρωτήσανε τον Κόλια και τους εξήγησε πως ο σκαντζόχοιρος δεν είναι δικός του και πως έχει τώρα παρέα ένα φίλο του, ένα μαθητή του γυμνασίου, τον Κόστια Λέμπεντεβ, που είναι έξω και ντρέπεται να μπει γιατί βαστάει ένα τσεκούρι∙ πως και το σκαντζόχοιρο και το τσεκούρι τ’ αγοράσανε τώρα μόλις από ‘ναν μουζίκο που αντάμωσαν στο δρόμο. Το σκαντζόχοιρο ο μουζίκος τον πούλαγε και τους πήρε για δαύτονε πενήντα καπίκια, το τσεκούρι όμως τον έπεισαν αυτοί να τους το πουλήσει, πρώτον γιατί θέλανε να τα πάρουν μια και καλή και τα δυο και δεύτερον γιατί το τσεκούρι ήταν πολύ καλό και τους άρεσε. Τότε η Αγλαΐα άρχισε ξάφνου να παρακαλάει τον Κόλια να της πουλήσει αμέσως το σκαντζόχοιρο, επέμενε τρομερά, παραφέρθηκε μάλιστα τόσο που έφτασε να πει τον Κόλια «αγαπημένε μου». Ο Κόλια αρνιόταν πολλήν ώρα, τέλος όμως δεν άντεξε πια και φώναξε τον Κόστια Λέμπεντεβ, που μπήκε πραγματικά μ’ ένα τσεκούρι, κόκκινος απ’ την ντροπή του. Τότε όμως αποδείχτηκε πως ο σκαντζόχοιρος δεν ήταν καθόλου δικός τους αλλά ανήκε σ’ ένα τρίτο παιδί, τον Πετρόβ, που τους είχε δώσει λεφτά για να του αγοράσουν από κάποιο τέταρτο παιδί την Ιστορία του Σλόσερ που εκείνος, έχοντας ανάγκη, την πούλαγε φτηνά∙ πως αυτοί πήγαιναν ν’ αγοράσουν την Ιστορία του Σλόσερ, δεν κρατήθηκαν όμως κι αγοράσανε το σκαντζόχοιρο, και πως συνεπώς κι ο σκαντζόχοιρος και το τσεκούρι ανήκουν σε κείνο το τρίτο παιδί και του τα πάνε και τα δυο αντί για την Ιστορία του Σλόσερ. Η Αγλαΐα όμως επέμεινε τόσο πολύ, που τέλος, το πήραν απόφαση και της πουλήσανε το σκαντζόχοιρο. Μόλις τον πήρε η Αγλαΐα το σκαντζόχοιρο, τον έβαλε αμέσως με τη βοήθεια του Κόλια σ’ ένα καλαθάκι, τον σκέπασε με μια πετσέτα κι άρχισε να παρακαλάει τον Κόλια να πάει αμέσως τώρα, χωρίς να σταματήσει πουθενά, ίσα στον πρίγκιπα και να του δώσει το σκαντζόχοιρο
από μέρος της, με την παράκληση να τον δεχτεί «εις ένδειξιν της βαθυτάτης εκτιμήσεώς της».
Ο Κόλια δέχτηκε χαρούμενος κι έδωσε το λόγο του πως θα τον πάει, άρχισε όμως αμέσως να της κάνει
ερωτήσεις: «Τι σημαίνει ο σκαντζόχοιρος κι ένα τέτοιο δώρο;» Η Αγλαΐα απάντησε πως δεν είναι δική του δουλειά. Αυτός της απάντησε πως είναι σίγουρος πως εδώ κρύβεται μια αλληγορία. Η Αγλαΐα θύμωσε και του είπε κοφτά πως είναι ένα παλιόπαιδο που δεν ξέρει τι του γίνεται. Ο Κόλια τής αντείπε αμέσως πως, αν δε σεβότανε στο πρόσωπό της τη γυναίκα και, πάνω απ’ όλα, τις φεμινιστικές του πεποιθήσεις, θα μπορούσε να της αποδείξει αμέσως πως ξέρει ν’ απαντήσει σε παρόμοιες προσβολές. Ωστόσο, τ’ αποτέλεσμα ήταν να ξεκινήσει ο Κόλια ενθουσιασμένος παρ’ όλ’αυτά για να πάει το σκαντζόχοιρο στον πρίγκιπα κι ο Κόστια Λέμπεντεβ έτρεχε ξοπίσω του∙ η Αγλαΐα δεν κρατήθηκε και, βλέποντας πως ο Κόλια κουνάει πολύ το καλάθι, του φώναξε απ’ τη βεράντα:
«Κόλια, προσέξτε σας παρακαλώ, μη σας πέσει, καλέ μου!» λες και δεν είχε μόλις τώρα καυγαδίσει
μαζί του∙ ο Κόλια σταμάτησε και της φώναξε ολοπρόθυμα, λες και δεν είχε κι αυτός καυγαδίσει μαζί
της: «Όχι, δε θα μου πέσει, Αγλαΐα Ιβάνοβνα. Μείνετε απολύτως ήσυχη!» κι άρχισε πάλι να τρέχει. Η
Αγλαΐα έβαλε αμέσως τα γέλια κι έτρεξε στο δωμάτιό της τρομερά ευχαριστημένη κι όλη τη μέρα
ύστερα ήταν πολύ εύθυμη.
Η είδηση αυτή άφησε τελείως εμβρόντητη τη Λιζαβέτα Προκόφιεβνα. Και γιατί, θα ‘λεγε κανείς;
Φαίνεται όμως πως τέτοια ήταν η διάθεσή της. Η ταραχή της έφτασε στο έπακρο και, το
κυριότερο—ο σκαντζόχοιρος. Τι σημαίνει ο σκαντζόχοιρος; Τι κρυπτογραφικό υπάρχει σ’ όλ’ αυτά;
Ποιο ήταν το υπονοούμενο; Τι συνθηματικό ήταν αυτό; Τι τηλεγράφημα; Επιπλέον, ο καημένος ο Ιβάν Φιοντόροβιτς που έτυχε να βρίσκεται παρών κατά την ανάκριση, τα ‘κανε μούσκεμα με την απάντησή του. Κατά τη γνώμη του, σ’ όλ’ αυτά δεν υπήρχε κανένα τηλεγράφημα κι όσο για το σκαντζόχοιρο—«είναι απλά και σκέτα ένας σκαντζόχοιρος και το πολύ‐πολύ που μπορεί να σημαίνει επιπλέον είναι η φιλία, η λήθη των προσβολών κι η συμφιλίωσις, με δυο λόγια όλ’ αυτά είναι μια αταξία, εν πάσει περιπτώσει όμως μια αθώα αταξία που πρέπει να της συγχωρεθεί».
Θα σημειώσουμε εδώ σε παρένθεση πως δεν είχε πέσει καθόλου έξω. Ο πρίγκιπας γύρισε σπίτι του
απ’ την Αγλαΐα χλευασμένος και διωγμένος κι ήταν μισή ώρα τώρα που καθόταν βυθισμένος στην
πιο σκοτεινή απελπισία, όταν παρουσιάστηκε ξάφνου ο Κόλια με το σκαντζόχοιρο. Αμέσως ο
ουρανός ξαστέρωσε∙ ο πρίγκιπας λες κι αναστήθηκε εκ νεκρών∙ ρωτούσε τον Κόλια, κρεμόταν απ’
την κάθε του λέξη, ξαναρωτούσε για το ίδιο πράγμα δέκα φορές, γελούσε σαν παιδί, και κάθε τόσο
έσφιγγε τα χέρια των δυο παιδιών που γελάγανε κι αυτά και τον κοιτάζανε με τα φωτεινά τους μάτια. Το συμπέρασμα ήταν λοιπόν πως η Αγλαΐα τον συγχωρεί κι ο πρίγκιπας μπορούσε να ξαναπάει σπίτι της, και σήμερα το βράδυ ακόμα, και για τον πρίγκιπα αυτό δεν ήταν μονάχα το κυριότερο ήταν το παν.
— Τι παιδιά που είμαστε ακόμα, Κόλια! Και…και…Τι καλά που είμαστε παιδιά!—φώναξε τέλος καταχαρούμενος.
— Είναι απλούστατα ερωτευμένη μαζί σας, πρίγκηψ, αυτό είναι όλο!—απάντησε ο Κόλια με ύφος
αναντίρρητης αυθεντίας σ’ αυτά τα ζητήματα.
Ο πρίγκιπας έγινε κατακόκκινος, αυτή τη φορά όμως δεν είπε λέξη κι ο Κόλια γέλαγε και χτύπαγε
παλαμάκια∙ σε λίγο έβαλε τα γέλια κι ο πρίγκιπας κι ύστερα, ως το βράδυ, κοίταζε κάθε πέντε λεπτά
το ρολόι του να δει πόση ώρα πέρασε και πόση ώρα μένει ώσπου να βραδιάσει.
Η κακόκεφη διάθεση όμως υπερίσχυσε: η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα δεν κρατήθηκε τέλος κι ενέδωσε
στην υστερική της ανυπομονησία. Παρ’ όλες τις αντιρρήσεις του συζύγου και των θυγατέρων της, έστειλε να φωνάξουν αμέσως την Αγλαΐα με την πρόθεση να τη ρωτήσει χωρίς περιστροφές και να
πάρει μια καθαρή και τελειωτική απάντηση. «Για να ξεμπερδεύουμε μια και καλή μ’ όλ’ αυτά, να
μην πονοκεφαλάμε πια και για να μην ξαναγίνει λόγος! Αλλιώς,—δήλωσε η Λιζαβέτα
Προκόφιεβνα,—δε θα μπορέσω να ζήσω ως το βράδυ!» Και μονάχα τότε κατάλαβαν όλοι ως ποιο
σημείο παραλογισμού είχαν φτάσει τα πράγματα. Εκτός από πλαστή απορία, αγανάχτηση, γέλια και
ειρωνείες για τον πρίγκιπα και για όλους όσοι της κάνανε ανάκριση, δεν άκουσαν τίποτ’ άλλο απ’
την Αγλαΐα. Η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα έπεσε στο κρεβάτι και βγήκε μονάχα για το τσάι, την ώρα που
υπολόγιζε πως θα ‘ρχόταν ο πρίγκιπας. Τον περίμενε τρομερά ταραγμένη κι όταν ήρθε, παραλίγο να
την πιάσει υστερία.
Κι ο πρίγκιπας μπήκε δειλά, σχεδόν ψαχουλευτά, χαμογελώντας παράξενα, τους κοίταζε όλους στα
μάτια κι ήταν σα να τους ρωτούσε όλους γιατί η Αγλαΐα δεν ήταν εκεί, πράγμα που τον έκανε αμέσως να τρομάξει. Κείνο το βράδυ δεν υπήρχε κανένας ξένος, μονάχα τα μέλη της οικογένειας. Ο πρίγκιπας Σ. ήταν ακόμα στην Πετρούπολη∙ τον κρατούσαν εκεί οι υποθέσεις οι σχετικές με το θείο τού Ευγένιου Παύλοβιτς. «Να βρισκόταν τουλάχιστον αυτός, να ‘λεγε τίποτα», τον νοστάλγησε η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα. Ο Ιβάν Φιοντόροβιτς καθόταν εξαιρετικά σκεφτικός∙ οι δεσποινίδες ήταν σοβαρές και, λες και το κάνανε επίτηδες, σώπαιναν. Η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα δεν ήξερε πώς ν’ανοίξει κουβέντα. Τέλος, έβρισε ξάφνου έντονα τους σιδηροδρόμους και κοίταξε τον πρίγκιπα προκλητικά.
Αλίμονο! Η Αγλαΐα δεν έβγαινε κι ο πρίγκιπας ήταν σα χαμένος. Τα σάστισε και μουρμούρισε πως
θα ‘ταν εξαιρετικά ωφέλιμο να επιδιορθώσουν τη σιδηροδρομική γραμμή, η Αδελαΐδα όμως γέλασε
ξαφνικά κι ο πρίγκιπας ξανασώπασε συντριμμένος. Αυτή ακριβώς τη στιγμή μπήκε η Αγλαΐα
ψύχραιμη και σοβαρή, έκανε μιαν υπόκλιση μ’ όλους τους τύπους στον πρίγκιπα κι έκατσε
θριαμβευτικά στο εμφανέστερο μέρος δίπλα στο στρογγυλό τραπέζι. Κοίταξε ερωτηματικά τον
πρίγκιπα. Όλοι κατάλαβαν πως έφτασε η στιγμή που θα λύνονταν όλες οι απορίες τους.
— Λάβατε το σκαντζόχοιρο μου;—ρώτησε σταθερά και σχεδόν θυμωμένα.
— Τον έλαβα,—απάντησε ο πρίγκιπας κοκκινίζοντας και σβήνοντας.
— Εξηγείστε μου λοιπόν αμέσως τι σκέφτεστε για όλ’ αυτά. Είναι απαραίτητο για την ψυχική ηρεμία
της μαμάκας μου κι όλης της οικογενείας μας.
— Άκουσε, Αγλαΐα…—ανησύχησε ξάφνου ο στρατηγός.
— Αυτό, αυτό υπερβαίνει κάθε όριο!—τρόμαξε ξάφνου, άγνωστο γιατί, η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα.
— Δεν υπερβαίνει κανένα όριο, maman,—απάντησε αμέσως η κόρη της.—Έστειλα σήμερα στον
πρίγκιπα ένα σκαντζόχοιρο και επιθυμώ να ξέρω τη γνώμη του. Λοιπόν, πρίγκηψ;
— Δηλαδή, ποια γνώμη μου, Αγλαΐα Ιβάνοβνα;
— Για το σκαντζόχοιρο.
— Δηλαδή… νομίζω, Αγλαΐα Ιβάνοβνα, ότι θέλετε να μάθετε πώς δέχτηκα… το σκαντζόχοιρο… ή, για
να το πω καλύτερα, με τι μάτι είδα… αυτό το δώρο… του σκαντζόχοιρου, δηλαδή… σε μια τέτοια περίπτωση, υποθέτω ότι… με δυο λόγια…
Του κόπηκε η ανάσα και σώπασε.
— Ε, δε μας είπατε και πολλά πράγματα,—περίμενε κάπου πέντε δευτερόλεπτα η Αγλαΐα.—Πάει καλά, δέχουμαι να τον αφήσουμε το σκαντζόχοιρο κατά μέρος∙ είμαι όμως πολύ χαρούμενη που επιτέλους μπορώ να διαλύσω όλες τις απορίες που έχουν συσσωρευτεί. Επιτρέψτε μου, πρίγκηψ,να μάθω προσωπικά από σας τον ίδιο: με ζητάτε σε γάμο, ναι ή όχι;
— Αχ, Θεέ μου!—της ξέφυγε της Λιζαβέτας Προκόφιεβνας. Ο πρίγκιπας τινάχτηκε κι ακούμπησε απότομα στη ράχη της καρέκλας∙ ο Ιβάν Φιοντόροβιτς έμεινε σα στήλη άλατος∙ οι αδερφές σμίξανε τα φρύδια τους.
— Μη λέτε ψέματα, πρίγκηψ, πέστε την αλήθεια. Εξαιτίας σας με καταδιώκουν με παράξενες ανακρίσεις∙ δεν μπορεί λοιπόν, κάποια βάση θα ‘χουν αυτές οι ανακρίσεις! Λοιπόν;
— Δεν έστειλα προξενιό να σας ζητήσω, Αγλαΐα Ιβάνοβνα,—πρόφερε ο πρίγκιπας ζωηρεύοντας
ξαφνικά,—όμως…—Το ξέρετε κι η ίδια πόσο σας αγαπώ και πόση εμπιστοσύνη σας έχω… ακόμα και
τώρα…
— Άλλο σας ρώτησα: Ζητάτε το χέρι μου ή όχι;
— Το ζητάω,—απάντησε ο πρίγκιπας με φωνή που έσβηνε.
Όλοι έκαναν ασυναίσθητα μια κίνηση κι έμειναν.
— Όλ’ αυτά δεν είναι έτσι, καλέ μου φίλε,—πρόφερε ο Ιβάν Φιοντόροβιτς πολύ ταραγμένος,—αυτό… αυτό είναι σχεδόν αδύνατο, αν είναι έτσι, Αγλαΐτσα… Να με συγχωρείτε, πρίγκηψ, με το συμπάθιο, αγαπητέ μου!…. Λιζαβέτα Προκόφιεβνα!—γύρισε στη σύζυγο του ζητώντας βοήθεια, θα ‘πρεπε… να εμβαθύνουμε…
— Αρνούμαι!—κούνησε τα χέρια της η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα.
— Μα επιτρέψτε μου, maman, να μιλήσω και γω∙ αφορά και μένα νομίζω αυτή η υπόθεση: Αυτή τη
στιγμή αποφασίζεται το πεπρωμένο μου (αυτήν ακριβώς την έκφραση χρησιμοποίησε η Αγλαΐα) και
θέλω να μάθω μόνη μου και χαίρομαι ιδιαίτερα που όλ’ αυτά γίνονται μπροστά σ’ όλους…
Επιτρέψτε μου λοιπόν να σας ρωτήσω, πρίγκηψ, εφ’ όσον «τρέφετε τέτοιες προθέσεις», κατά ποιον
ακριβώς τρόπο σκοπεύετε να με κάνετε ευτυχισμένη;
— Μα την αλήθεια, δεν ξέρω, Αγλαΐα Ιβάνοβνα, τι να σας απαντήσω∙ στην περίπτωση αυτή… τι μπορεί ν’ απαντήσει κανείς; Μα… και… χρειάζεται απάντηση;
— Αν δεν κάνω λάθος έχετε σαστίσει και κόβεται η ανάσα σας∙ ξεκουραστείτε λιγάκι και
συγκεντρώστε τις δυνάμεις σας∙ πιείτε ένα ποτήρι νερό∙ άλλωστε θα σας φέρουν τσάι σε λίγο.
— Σας αγαπώ, Αγλαΐα Ιβάνοβνα, σας αγαπώ πολύ, μονάχα εσάς αγαπώ και… μην αστειεύεστε σας
παρακαλώ, εγώ σας αγαπώ πολύ.
— Πρόκειται ωστόσο για κάτι σοβαρό∙ δεν είμαστε παιδιά και δεν πρέπει ν’ αεροβατούμε… Κάντε
λοιπόν τον κόπο να μου εξηγήσετε ποια είναι τα περιουσιακά σας στοιχεία;
— Έλα, έλα, μα έλα λοιπόν, Αγλαΐα. Τι ‘ναι αυτά που λες! Αυτά δεν είναι έτσι, δεν είναι έτσι…—τραύλιζε τρομαγμένα ο Ιβάν Φιοντόροβιτς.
— Αίσχος!—ψιθύρισε δυνατά η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα.
— Τρελάθηκε!—το ίδιο δυνατά ψιθύρισε κι η Αλεξάνδρα.
— Η περιουσία μου… δηλαδή τα χρήματα;—απόρησε ο πρίγκιπας.
— Ακριβώς.
— Έχω… έχω τώρα εκατόν τριανταπέντε χιλιάδες ρούβλια, —μουρμούρισε ο πρίγκιπας
κοκκινίζοντας.
— Μονάχα τόσα;—είπε δυνατά η Αγλαΐα απορώντας ειλικρινά, χωρίς καθόλου να κοκκινίσει.—Δεν
πειράζει ωστόσο∙ με λίγη οικονομία… Σκοπεύετε να μπείτε σε καμιάν υπηρεσία;
— Έλεγα να δώσω εξετάσεις για ιδιωτικός παιδαγωγός…
— Λαμπρή ιδέα∙ φυσικά, αυτό θα βελτιώσει τα οικονομικά μας. Σκοπεύετε να γίνετε αυλικός ακόλουθος;
— Αυλικός ακόλουθος; Δεν το φαντάστηκα ποτέ μου, όμως…
Εδώ όμως δεν κρατήθηκαν οι δυο αδερφές και ξέσπασαν σε γέλια. Η Αδελαΐδα από ώρα τώρα είχε
παρατηρήσει στα τρεμάμενα χαρακτηριστικά της Αγλαΐας τα σημάδια ενός γρήγορου κι
ασυγκράτητου γέλιου, που το συγκρατούσε για την ώρα μ’ όλη της τη δύναμη. Η Αγλαΐα έκανε να
κεραυνοβολήσει με τ’ αυστηρό της βλέμμα τις δυο αδερφές, δεν μπόρεσε όμως να κρατηθεί μήτε
στιγμή κι η ίδια και ξέσπασε σε κάτι θεότρελα, σχεδόν υστερικά γέλια. Τέλος, πετάχτηκε απάνω και
βγήκε τρέχοντας απ’ το δωμάτιο.
— Το ‘ξερα πως όλ’ αυτά τα ‘κανε μόνο και μόνο για να γελάσει!—φώναξε η Αδελαΐδα.—Απ’ τη αρχή
το κατάλαβα, απ’ το σκαντζόχοιρο.
— Όχι, αυτό πια δε θα το επιτρέψω, δε θα το επιτρέψω!—φουρκίστηκε ξαφνικά η Λιζαβέτα
Προκόφιεβνα και σηκώθηκε καταθυμωμένη να πάει να βρει την Αγλαΐα. Ξοπίσω της τρέξανε
αμέσως κι οι δυο αδερφές. Στο δωμάτιο έμεινε ο πρίγκιπας κι ο αργηγός της οικογενείας.
— Αυτό… αυτό… φανταζόσουνα ποτέ σου τίποτα παρόμοιο, Λέων Νικολάιτς;—φώναξε απότομα ο
στρατηγός κι ήταν φανερό πως δεν καταλάβαινε μήτε ο ίδιος τι ήθελε να πει∙—όχι, χωρίς αστεία, το
φανταζόσουν ποτέ;
— Βλέπω πως η Αγλαΐα Ιβάνοβνα με περιγελούσε,—απάντησε θλιμμένα ο πρίγκιπας.
— Περίμενε, αδερφέ μου∙ θα πάω μέσα, μη φεύγεις… διότι… εξήγησέ μου εσύ τουλάχιστον, Λέων
Νικολάιτς, εξήγησέ μου έστω εσύ: πώς συνέβησαν όλ’ αυτά και τι σημαίνουν σε όλη, ούτως ειπείν,
την ολότητα των; Παραδέξου το, αδερφέ μου—είμαι πατέρας∙ όπως και να ‘ναι, είμαι πατέρας—διότι δεν καταλαβαίνω τίποτα∙ δώσε μου λοιπόν τουλάχιστον εσύ μίαν εξήγησιν!
— Αγαπώ την Αγλαΐα Ιβάνοβνα∙ αυτή το ξέρει και… φαίνεται πως είναι καιρός που το ξέρει.
Ο στρατηγός ανασήκωσε τους ώμους.
— Παράξενο, παράξενο… και την αγαπάς πολύ;
— Την αγαπάω πολύ.
— Παράξενα, πολύ παράξενα μου φαίνονται όλ’ αυτά. Δηλαδή είναι μία τοιαύτη έκπληξις κι ένα χτύπημα ώστε… βλέπεις, καλέ μου, δε λέω για την περιουσία (μόλο που περίμενα πως θα ‘χες περισσότερα), μα… για μένα η ευτυχία της κόρης μου… θέλω να πω… Είσαι τάχα ικανός να την κάνεις, ούτως ειπείν… ευτυχισμένη; Και… και… τι ήταν αυτό; Αστειεύτηκε ή τα ‘λεγε σοβαρά;
Δηλαδή όχι εσύ, εκείνη.
Πίσω απ’ την πόρτα ακούστηκε η φωνή της Αλεξάνδρας Ιβάνοβνας∙ φωνάζανε τον πατερούλη.
— Περίμενε, αδερφέ μου, περίμενε! Περίμενε! Και σκέψου το καλά… εγώ θα γυρίσω αμέσως…—
πρόφερε βιαστικά κι έτρεξε σχεδόν φοβισμένος στη φωνή της Αλεξάνδρας.
Βρήκε τη σύζυγο και την κόρη του αγκαλιασμένες να καταβρέχει η μια την άλλη με δάκρυα. Ήταν
δάκρυα ευτυχίας, αγαλλίασης και συμφιλίωσης. Η Αγλαΐα φιλούσε τη μητέρα της στα χέρια, στα μάγουλα, στα χείλη∙ η μια έσφιγγε την άλλη απάνω της.
— Να λοιπόν, κοίταξέ την, Ιβάν Φιοντόροβιτς, νάτην τώρα χωρίς μάσκα!—είπε η Λιζαβέτα
Προκόφιεβνα.
Η Αγλαΐα ανασήκωσε το ευτυχισμένο και κλαμένο προσωπάκι της απ’ το στήθος της μητέρας της,
έριξε μια ματιά στο μπαμπάκα της, γέλασε δυνατά, όρμησε και τον σφιχταγκάλιασε κι αυτόν και τον
φίλησε αρκετές φορές απανωτά. Ύστερα έτρεξε ξανά στη μαμάκα της κι έκρυψε πια εντελώς το πρόσωπο στο στήθος της, για να μην το δει κανένας και ξανάβαλε αμέσως τα κλάματα. Η Λιζαβέτα
Προκόφιεβνα τη σκέπασε με την άκρη της μαντίλιας της.
— Λοιπόν, γιατί μας παιδεύεις έτσι, γιατί μας βασανίζεις; Είσαι ένα άκαρδο κορίτσι ύστερα απ’ όλ’
αυτά, και να το ξέρεις!—πρόφερε αυτή, τα ‘λεγε όμως χαρούμενα πια, λες και μπόρεσε ν’ ανασάνει
πιο εύκολα.
— Άκαρδη! Ναι, άκαρδη!—συμφώνησε ξάφνου η Αγλαΐα.—Είμαι παλιοκόριτσο! Παραχαϊδεμένο!
Πέστε το στον πατερούλη. Αχ, μα είναι εδώ. Μπαμπά, εδώ είστε; Ακούσατε;—γέλασε κλαίγοντας ακόμα.
— Αγαπημένη μου φίλη, ίνδαλμά μου!—της φίλαγε το χέρι ο στρατηγός, που έλαμπε ολάκερος από
ευτυχία. (Η Αγλαΐα δεν τράβηξε το χέρι της).—Ώστε λοιπόν… τον αγαπάς… αυτό τον νέο;..
— Καθόλου, καθόλου καθόλου! Δεν μπορώ να τον υποφέρω… αυτό το νέο σας, δεν μπορώ να τον
υποφέρω!—φουρκίστηκε ξαφνικά η Αγλαΐα και σήκωσε το κεφάλι της.—Κι αν τολμήσετε,
πατερούλη, άλλη φορά… σοβαρά σας το λέω∙ μ’ ακούτε! Μιλάω σοβαρά.
Και πραγματικά, μίλαγε σοβαρά: κατακοκκίνισε μάλιστα και τα μάτια της αστράφτανε. Ο
πατερούλης τα ‘χασε και τρόμαξε, η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα όμως του έκανε νόημα πίσω απ’ την πλάτη της Αγλαΐας κι αυτός κατάλαβε πως ήθελε να του πει: «μην επιμένεις».
— Αν είναι έτσι, άγγελέ μου, όπως θέλεις, είναι μόνος του μέσα και περιμένει∙ να του δώσουμε με
λεπτό τρόπο να καταλάβει πως θα ‘ταν καλύτερα να φύγει;
Ο στρατηγός έκλεισε με τη σειρά του το μάτι στη Λιζαβέτα Προκόφιεβνα.
— Όχι, όχι, αυτό πια είναι περιττό∙ ιδιαίτερα αν γίνει με «λεπτό τρόπο»: βγείτε να του μιλήσετε και γω θα ‘ρθω σε λίγο, τώρ’ αμέσως∙ θέλω να ζητήσω… απ’ αυτόν το νέο συγνώμη, γιατί τον πρόσβαλα.
— Πολύ άσκημα μάλιστα,—βεβαίωσε σοβαρά ο Ιβάν Φιοντόροβιτς.
— Ε, λοιπόν μείνετε καλύτερα όλοι σας εδώ, και γω θα πάω στην αρχή μονάχη μου και σεις να
μπείτε αμέσως το κατόπι μου, την ίδια στιγμή∙ καλύτερα έτσι.
Είχε φτάσει κιόλας ως την πόρτα, ξάφνου όμως ξαναγύρισε.
— Θα γελάσω! Θα σκάσω στα γέλια!—είπε θλιμμένα.
Την ίδια στιγμή όμως γύρισε κι έτρεξε στον πρίγκιπα.
— Λοιπόν, τι σημαίνουν όλ’ αυτά; Τι νομίζεις;—πρόφερε βιαστικά ο Ιβάν Φιοντόροβιτς.
— Φοβάμαι να το πω,—απάντησε το ίδιο βιαστικά η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα,—κατά τη γνώμη μου
όμως είναι φανερό.
— Το ίδιο λέω και γω∙ είναι φανερό. Ηλίου φαεινότερον. Τον αγαπάει.
— Τον αγαπάει δε λέει τίποτα. Είναι ερωτευμένη!—είπε η Αλεξάνδρα Ιβάνοβνα.—Μονάχα, τι του
βρίσκει αλήθεια;
— Ο Θεός να την ευλογεί, μια κι αυτή ήταν η μοίρα της,—σταυροκοπήθηκε μ’ ευλάβεια η Λιζαβέτα
Προκόφιεβνα.
— Ήταν το πεπρωμένο της λοιπόν,—βεβαίωσε ο στρατηγός.—Και το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον.
Κι όλοι πήγαν στο σαλόνι και κει τους περίμενε πάλι μια έκπληξη.
Η Αγλαΐα όχι μονάχα δεν έβαλε τα γέλια σαν πλησίασε τον πρίγκιπα (όπως το φοβόταν η ίδια) μα
απεναντίας του είπε σχεδόν δειλά:
— Συχωρέστε μιαν ανόητη, μια κακή και παραχαϊδεμένη κοπελίτσα (τον είχε πάρει απ’ το χέρι) και
να ‘στε σίγουρος πως όλοι μας σας εκτιμούμε απεριόριστα. Κι αν τόλμησα να πάρω στην κοροϊδία
την υπέροχη… και καλόκαρδη αφέλειά σας, συχωρέστε με σαν ένα παιδί που έκανε μιαν αταξία∙
συχωρέστε με που επέμεινα σε μια μωρολογία που φυσικά δεν μπορεί να ‘χει καμιάν απολύτως συνέπεια…
Τα τελευταία της λόγια η Αγλαΐα τα τόνισε ιδιαίτερα.
Ο πατέρας, η μητέρα κι οι αδερφές, όλοι βιάστηκαν να μπουν στο σαλόνι για να τα δουν όλ’ αυτά
και να τ’ ακούσουν κι έκανε σ’ όλους εντύπωση η «μωρολογία που δεν μπορεί να ‘χει καμιάν απολύτως συνέπεια»∙ τους έκανε κι απόρησαν ακόμα περισσότερο το σοβαρό ύφος της Αγλαΐας όταν μίλησε γι’ αυτή τη μωρολογία. Όλοι κοιτάχτηκαν ερωτηματικά, ο πρίγκιπας όμως φαίνεται πως δεν κατάλαβε αυτά τα λόγια και βρισκόταν στον έβδομο ουρανό της ευτυχίας.
— Γιατί τα λέτε αυτά;—μουρμούρισε,—γιατί… μου ζητάτε… συγνώμη…
Ήθελε μάλιστα να προστέσει πως δεν του αξίζει να του ζητάνε συγνώμη. Ποιος ξέρει, μπορεί και να
πρόσεξε τη σημασία των λέξεων «μια μωρολογία που δεν μπορεί να ‘χει καμιάν απολύτως
συνέπεια», σαν παράξενος άνθρωπος όμως, μπορεί να χάρηκε κιόλας ακούγοντας αυτά τα λόγια. Δε
χωράει αμφιβολία πως του ‘φτανε για να νιώσει αγαλλίαση και μονάχα να μπορεί να ξανάρχεται ελεύθερα στην Αγλαΐα, να του επιτρέπουν να μιλάει μαζί της, να κάθεται μαζί της, να κάνει περίπατο μαζί της, και, ποιος ξέρει, ίσως και μονάχα μ’ αυτά να ‘μενε ευχαριστημένος για όλη του τη ζωή! (Αυτήν ίσα‐ίσα την ολιγαρκή ευχαρίστηση φοβόταν, καθώς φαίνεται, κρυφά μέσα της η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα∙ τη μάντευε∙ πολλά πράγματα φοβόταν κρυφά μέσα της, πράγματα που δεν ήξερε ούτε η ίδια να τα πει).
Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ως ποιο σημείο ζωήρεψε ο πρίγκιπας και πόσο κουράγιο πήρε
κείνο το βράδυ. Ήταν τόσο εύθυμος που έφτανε να τον κοιτάξεις για να ευθυμήσεις και συ—έτσι
είπαν αργότερα οι αδερφές της Αγλαΐας. Έγινε ομιλητικός κι αυτό είχε να του συμβεί από κείνο το
πρωί όταν, εδώ κι έξι μήνες, έγινε η πρώτη του γνωριμία με τους Επάντσιν∙ από τότε που ξαναγύρισε στην Πετρούπολη ήταν πάντα φανερά και σκόπιμα λιγόλογος και πριν λίγες μέρες ακόμα του ‘χε ξεφύγει κι είχε πει στον πρίγκιπα Σ., μπροστά σ’ όλους, πως πρέπει να συγκρατιέται και να σωπαίνει γιατί δεν έχει το δικαίωμα να εξευτελίζει μια σκέψη αναπτύσσοντάς την ο ίδιος.
Κείνο το βράδυ μίλαγε όλη την ώρα σχεδόν μονάχος του και διηγήθηκε πάρα πολλά∙ όταν τον ρωτούσανε τίποτα, απαντούσε με σαφήνεια, με πολλές λεπτομέρειες και μεγάλη προθυμία. Για να
λέμε ωστόσο την αλήθεια, δεν μπορούσες να διακρίνεις τίποτα μέσα στα λόγια του που να μοιάζει
με ερωτική κουβέντα. Όλ’ αυτά ήταν σοβαρότατες, σοφές μάλιστα ώρες‐ώρες σκέψεις. Ο πρίγκιπας
έφτασε μάλιστα να εκθέσει μερικές απόψεις του, μερικές προσωπικές του κρυφές παρατηρήσεις,τόσο που όλ’ αυτά θα καταντούσαν ίσως‐ίσως γελοία αν δεν «τα ‘λεγε τόσο όμορφα» όπως είπαν αργότερα όλοι όσοι τον ακούσανε. Ο στρατηγός, μόλο που του άρεσαν τα σοβαρά θέματα στη συζήτηση, όμως, τόσο αυτός όσο κι η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα, σκέφτηκαν πως όλ’ αυτά παραήταν επιστημονικά, τόσο που κατά το τέλος της βραδιάς έφτασαν να μελαγχολήσουν. Άλλωστε, ο πρίγκιπας παρασύρθηκε τόσο που στο τέλος διηγήθηκε μερικά αστειότατα ανέκδοτα και γέλαγε πρώτος αυτός με τ’ αστεία του, έτσι που οι άλλοι γελούσαν πολύ περισσότερο με το χαρούμενο γέλιο του παρά με τ’ ανέκδοτα. Όσο για την Αγλαΐα, δεν έβγαλε λέξη σχεδόν όλο το βράδυ, όμως άκουγε με αδιάπτωτο ενδιαφέρον το Λέοντα Νικολάγιεβιτς και μάλιστα δεν τον άκουγε τόσο όσο τον κοίταζε.
— Πώς τον κοίταζε, δεν έλεγε να ξεκαρφώσει τα μάτια της από πάνω του∙ κρεμόταν απ’ την κάθε
του λεξούλα∙ για να μη χάσει μήτε συλλαβή!—έλεγε αργότερα η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα στο σύζυγό
της—πες της όμως πως τον αγαπάει και θα γίνει θηρίο απ’ το κακό της!
— Τι να γίνει;—το Πεπρωμένον!—ανασήκωνε τους ώμους ο στρατηγός και δε χόρταινε να λέει και
να ξαναλέει αυτή τη λεξούλα που του ‘χε αρέσει πολύ. Θα προσθέσουμε ότι, σαν άνθρωπος πραχτικός που ήταν, δεν του άρεσαν καθόλου πάμπολλα σημεία στην παρούσα κατάσταση των πραγμάτων και το κυριότερο απ’ όλα—η ασάφεια της υπόθεσης∙ για την ώρα όμως, είχε αποφασίσει κι αυτός να μη λέει λέξη και να κοιτάει… στα μάτια τη Λιζαβέτα Προκόφιεβνα.
Η χαρούμενη διάθεση της οικογένειας δεν κράτησε και πολύ. Η Αγλαΐα, την άλλη μέρα κιόλας,ξαναμάλωσε με τον πρίγκιπα και το πράγμα συνεχίστηκε έτσι όλες τις επόμενες μέρες∙ ώρες ολάκερες πείραζε τον πρίγκιπα παίρνοντάς τον στο ψιλό και του φερόταν λες κι ήταν κανένας παλιάτσος. Η αλήθεια είναι πως κάθονταν καμιά φορά μια και δυο ώρες στην πέργκολα του κήπου τους, πρόσεξαν όμως πως στις τέτοιες περιπτώσεις, σχεδόν πάντα, ο πρίγκιπας καθόταν και διάβαζε στην Αγλαΐα εφημερίδες ή κανένα βιβλίο.
— Ξέρετε κάτι,—του είπε μια φορά η Αγλαΐα διακόπτοντας την ανάγνωση της εφημερίδας—
παρατήρησα πως είστε τρομερά αμόρφωτος, δεν ξέρετε τίποτα, δεν μπορείτε να δώσετε για τίποτα
μια συγκεκριμένη πληροφορία: δεν είστε σίγουρος ούτε για τα ονόματα, ούτε για τις χρονολογίες,
ούτε για τις Συνθήκες. Είστε αξιολύπητος.
— Σας το είπα πως δεν είμαι πολύ σπουδασμένος,—απάντησε ο πρίγκιπας.
— Τι προσόντα έχετε λοιπόν αφού είν’ έτσι; Πώς μπορώ να σας έχω εχτιμήση; Διαβάστε παρακάτω∙
ή μάλλον όχι, δε χρειάζεται, σταματείστε.
Και ξανά, κείνο το βράδυ, η Αγλαΐα φάνηκε πολύ αινιγματική για όλους. Γύρισε ο πρίγκιπας Σ. Η Αγλαΐα ήταν πολύ τρυφερή μαζί του, τον ρωτούσε πολλά και διάφορα για τον Ευγένιο Παύλοβιτς, (ο πρίγκιπας Λέων Νικολάγιεβιτς δεν είχε ‘ρθει ακόμα). Ξάφνου ο πρίγκιπας Σ. επέτρεψε στον εαυτό του να κάνει έναν υπαινιγμό για «μιαν επικείμενη καινούργια μεταβολή στην οικογένεια»,απαντώντας σε μια φράση που ξέφυγε της Λιζαβέτας Προκόφιεβνας και που είπε πως ίσως θα πρέπει ν’ αναβάλουν και πάλι το γάμο της Αδελαΐδας για να γίνουν κι οι δυο γάμοι μαζί. Είναι αδύνατο να φανταστεί κανείς πόσο δαιμονίστηκε η Αγλαΐα μ’ «όλ’ αυτά τ’ ανόητα σχέδια»∙ και,ανάμεσα σε άλλα δεν κρατήθηκε κι είπε πως αυτή «δεν το ‘χει ακόμα σκοπό ν’ αντικαταστήσει την ερωμένη κανενός».
Τα λόγια αυτά τους άφησαν όλους κατάπληκτους, ιδιαίτερα όμως τους γονείς. Η Λιζαβέτα
Προκόφιεβνα, σε μυστικό συμβούλιο με το σύζυγό της, επέμενε να εξηγηθούν μια και καλή με τον
πρίγκιπα σχετικά με τη Ναστάσια Φιλίπποβνα.
Ο Ιβάν Φιοντόροβιτς έπαιρνε όρκο πως όλ’ αυτά δεν είναι παρά ένα απ’ τα «καμώματα» της Αγλαΐας και αιτία στάθηκε «η ντροπαλοσύνη» της, πως αν ο πρίγκιπας Σ. δεν άνοιγε κουβέντα για το γάμο, τότε δε θα γινόταν τίποτα γιατί η Αγλαΐα το ξέρει και μόνη της, και το ξέρει θετικά, πως όλ’αυτά είναι συκοφαντίες κακών ανθρώπων και πως η Ναστάσια Φιλίπποβνα παντρεύεται το
Ραγκόζιν∙ πως ο πρίγκιπας ούτε τη βλέπει καν και φυσικά δεν έχει σχέσεις μαζί της∙ ούτε που είχε
και ποτέ του σχέσεις για να πούμε όλη τη αλήθεια.
Παρ’ όλ’ αυτά ο πρίγκιπας δεν έδινε πεντάρα για τίποτα κι εξακολουθούσε να πλέει σε πελάγη ευδαιμονίας. Ω, φυσικά παρατηρούσε κι αυτός ώρες‐ώρες κάτι σκοτεινό κι ανυπόμονο στα βλέμματα της Αγλαΐας, πίστευε όμως πολύ περισσότερο σε κάτι άλλο, και το σκοτάδι διαλυόταν μονάχο του. Έχοντας πιστέψει μια φορά, τίποτα δεν μπορούσε να κλονίσει την πίστη του. Δεν αποκλείεται να ‘ταν υπερβολικά ήσυχος∙ αυτή τη γνώμη είχε τουλάχιστο ο Ιππόλυτος που τον συνάντησε μια φορά τυχαία στο πάρκο.
— Λοιπόν, δεν είχα δίκιο τότε που σας έλεγα πως είστε ερωτευμένος;—άρχισε να λέει πλησιάζοντας
πρώτος τον πρίγκιπα και σταματώντας τον. Ο πρίγκιπας του ‘δωσε το χέρι και τον συνεχάρη για «την
καλή του όψη». Ο άρρωστος φαινόταν να ‘χει ξαναβρεί το κουράγιο του—πράγμα που συμβαίνει
συχνά μ’ όλους τους φυματικούς.
Είχε πλησιάσει τον πρίγκιπα για να του πει καμιά φαρμακερή κουβέντα σχετικά με το ευτυχισμένο
πρόσωπό του, τα ‘χασε όμως αμέσως κι άρχισε να μιλάει για τον εαυτό του. Άρχισε να κάνει παράπονα, παραπονιόταν ώρα πολλή για πολλά και διάφορα και τα λόγια του ήταν αρκετά ασύνδετα.
— Δε θα το πιστέψετε,—συμπέρανε,—πόσο εύθικτοι είναι όλοι τους κει πέρα, πόσο μικροπρεπείς,
εγωιστές, κενόδοξοι, συνηθισμένοι∙ το πιστεύετε τάχα πως με πήρανε με τη συμφωνία να πεθάνω
όσο το δυνατό πιο γρήγορα και τώρα έχουν λυσσάξει όλοι απ’ το κακό τους που δεν πεθαίνω μα
απεναντίας αισθάνουμαι καλύτερα. Κωμωδία! Κόβω το κεφάλι μου πως δε με πιστεύετε!
Ο πρίγκιπας δεν είχε διάθεση για αντιρρήσεις.
— Ώρες‐ώρες μάλιστα, σκέφτουμαι να μετακομίσω στη βίλα σας,—πρόστεσε αδιάφορα ο
Ιππόλυτος.—Ώστε λοιπόν, δεν τους θεωρείτε ικανούς να δεχτούν έναν άνθρωπο με τη συμφωνία να
πεθάνει το δίχως άλλο, κι όσο γίνεται πιο γρήγορα;
— Νόμισα πως σας κάλεσαν έχοντας άλλους σκοπούς κατά νου.
— Α‐α! Ώστε δεν είστε καθόλου τόσο απλοϊκός όπως σας λένε! Δεν είναι κατάλληλη ώρα, αλλιώς θα
σας έλεγα κάτι για κείνον τον Γάνετσκα και τις ελπίδες του. Σας υπονομεύουν, πρίγκηψ, σας υπονομεύουν άσπλαχνα και… μου ‘ρχεται αλήθεια να λυπηθώ που είστε τόσο ήσυχος. Όμως,αλίμονο—δεν μπορείτε να ‘στε διαφορετικός.
— Βρήκατε λόγο για να λυπηθείτε!—γέλασε ο πρίγκιπας.—Μα τι λοιπόν, έχετε τη γνώμη πως θα ‘μουν πιο ευτυχισμένος αν ήμουν ανήσυχος;
— Καλύτερα να ‘σαι δυστυχισμένος μα να ξ έ ρ ε ι ς παρά ευτυχισμένος και… κορόιδο. Σα να μου
φαίνεται πως δεν πιστεύετε καθόλου ότι έχετε αντίζηλο και… από κείνη τη μεριά.
— Τα λόγια σας για αντιζηλίες είναι κάπως κυνικά, Ιππόλυτε∙ λυπάμαι που δεν έχω το δικαίωμα να
σας απαντήσω. Όσο για το Γαβρίλα Αρνταλιόνοβιτς, παραδεχτείτε το και σεις, μπορεί ποτέ να μείνει
ήσυχος ύστερα απ’ όλα όσα έχασε, αν φυσικά έχετε έστω και μια μικρή ιδέα για τις υποθέσεις του;
Μου φαίνεται πως θα ‘πρεπε καλύτερα να κοιτάξουμε το πράγμα απ’ τη σκοπιά που σας λέω. Θα
προφτάσει ακόμα ν’ αλλάξει∙ έχει πολλά χρόνια να ζήσει κι η ζωή είναι πλούσια… αν και, άλλωστε…άλλωστε,—τα ‘χασε ξάφνου ο πρίγκιπας,—όσον αφορά τις υπονομεύσεις… μου είναι αδύνατο να καταλάβω τι ακριβώς εννοείτε∙ ας την αφήσουμε καλύτερα αυτή τη συζήτηση, Ιππόλυτε.
— Ας την αφήσουμε προς το παρόν. Κι εξάλλου δεν μπορεί φυσικά να μη φανείτε ευγενικός. Ναι,
πρίγκηψ, εσείς θα πρέπει να βάλετε τον δάκτυλον επί των τύπων των ήλων για να μην πιστέψετε και
πάλι, χα! χα! Και δε μου λέτε, με περιφρονείτε πολύ τώρα;
— Για ποιο λόγο; Επειδή υποφέρατε κι υποφέρετε περισσότερο από μας;
— Όχι, μα επειδή είμαι ανάξιος των όσων υποφέρω.
— Όποιος μπόρεσε να υποφέρει περισσότερο, σημαίνει πως είναι άξιος να υποφέρει περισσότερο.
Η Αγλαΐα Ιβάνοβνα, όταν διάβασε την εξομολόγησή σας, ήθελε να σας δει, μα…
— Το αναβάλλει… δεν μπορεί, καταλαβαίνω, καταλαβαίνω… —τον διέκοψε ο Ιππόλυτος σα να προσπαθούσε ν’ αλλάξει το γρηγορότερο κουβέντα.—Αλήθεια, λένε πως εσείς ο ίδιος της
διαβάσατε όλη κείνη την αρλουμπολογία∙ πραγματικά ήταν γραψίματα και… πράξεις
παραληρήματος. Και δεν καταλαβαίνω—πόσο θα πρέπει να ‘ναι κανένας… δε λέω σκληρός (αυτό
είναι ταπεινωτικό για μένα) μα παιδιάστικα κενόδοξος και μνησίκακος για να με κατηγορεί γι’ αυτή
την εξομολόγηση και να τη στρέφει εναντίον μου σαν όπλο! Μην ανησυχείτε, δεν έχω υπ’ όψη μου
εσάς όταν το λέω…
— Μα εγώ λυπάμαι που αποκηρύσσετε αυτό το χειρόγραφο, Ήταν γραμμένο με ειλικρίνεια και,ξέρετε, ακόμα και οι πιο γελοίες πλευρές του, και υπάρχουν πολλές είναι αλήθεια (ο Ιππόλυτος στραβομουτσούνιασε), εξαγοράζονται με τον πόνο γιατί το να τις παραδεχτείτε ήταν κι αυτό ένας πόνος και… ίσως‐ίσως μεγάλη γενναιότητα. Η σκέψη που σας ώθησε είχε το δίχως άλλο ευγενικές βάσεις, όποια και να ‘ναι τα φαινόμενα. Όσο προχωράει προς το τέλος, τόσο πιο καθαρά το βλέπω,σας ορκίζουμαι∙ δε σας κρίνω, σας το λέω για να ξέρετε τη γνώμη μου και λυπάμαι που τότε δενείπα τίποτα…
Ο Ιππόλυτος αναψοκοκκίνισε. Για μια στιγμή του πέρασε η σκέψη πως ο πρίγκιπας υποκρίνεται και
πάει να τον ψαρέψει∙ όμως, κοιτάζοντας πιο προσεχτικά το πρόσωπό του, δεν μπόρεσε να μην πιστέψει στην ειλικρίνειά του. Το πρόσωπό του ξαστέρωσε.
— Παρ’ όλ’ αυτά ωστόσο είναι να με πάρει ο θάνατος!—πρόφερε και παραλίγο να προστέσει: «έναν
άνθρωπο σαν και μένα!»—Και, φανταστείτε, τι κάθεται και μου λέει για να με σμπαραλιάσει αυτός
ο Γάνετσκά σας∙ σκαρφίστηκε την αντίρρηση πως ίσως‐ίσως απ’ αυτούς που άκουσαν τότε την εξομολόγηση τρεις ή τέσσερις μπορεί να πεθάνουν πριν από μένα! Πώς σας φαίνεται! Νομίζει πως
αυτό θα με παρηγορήσει, χα! χα! Και πρώτα‐πρώτα, δεν πέθαναν ακόμα∙ μα κι αν ακόμα πεθαίνανε
όλοι τους ως τον τελευταίο, τι σόι παρηγοριά θα ‘ταν αυτό για μένα, συμφωνείστε και σεις! Κρίνει εξ ιδίων εδώ που τα λέμε, προχώρησε τώρα ακόμα παραπέρα, βρίζει και λέει πως ένας άνθρωπος που
‘χει λίγη τσίπα απάνω του πεθαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις σιωπηλά και πως όλ’ αυτά από μέρος
μου δεν ήταν άλλο παρά σκέτος εγωισμός! Πώς σας φαίνεται! Τι εγωισμός από μέρος του, ε; Τι εκλεπτυσμένος, ή μάλλον, για να το πω καλύτερα, τι χοντρός και βουβαλίσιος που είναι ταυτόχρονα ο εγωισμός τους, που παρ’ όλ’ αυτά αδυνατούν ν’ αντιληφθούν ότι τον έχουν!… Έχετε διαβάσει,πρίγκηψ, τίποτα σχετικά με το θάνατο κάποιου Στεπάν Γκλεμπόβ, στο δέκατο όγδοο αιώνα; Τυχαία το διάβασα χτες…
— Ποιανού Στεπάν Γκλεμπόβ;
— Τον ανασκολοπίσανε, τον καιρό του Μεγάλου Πέτρου.
— Αχ, Θεέ μου, ξέρω! Έμεινε ανασκολοπισμένος δεκαπέντε ώρες μες στην παγωνιά, με τη γούνα του και πέθανε πολύ ηρωικά∙ πώς, το διάβασα… λοιπόν;
— Να, δίνει ο Θεός τέτοιους θανάτους στους ανθρώπους, σε μας όμως πού; Ίσως να νομίζετε πως
δεν είμαι ικανός να πεθάνω σαν το Γκλεμπόβ;
— Ω, κάθε άλλο,—σάστισε ο πρίγκιπας,—θέλω μονάχα να πω πως εσείς… δηλαδή όχι πως δε θα
μοιάζατε με το Γκλεμπόβ μα… πως εσείς… εσείς θα ήσασταν τότε μάλλον ο…
— Μαντεύω: ο Όστερμαν κι όχι ο Γκλεμπόβ11, αυτό δε θέλατε να πείτε;
— Ποιος Όστερμαν;—απόρησε ο πρίγκιπας.
— Ο Όστερμαν, ο διπλωμάτης, ο Όστερμαν, της εποχής του Μεγάλου Πέτρου,—μουρμούρισε ο
Ιππόλυτος που ξάφνου τα ‘χασε λιγάκι. Επακολούθησε κάποια αμηχανία.
— Ω, ο‐ο‐όχι! Δεν ήθελα να πω αυτό,—έσυρε ξάφνου τη φωνή του ο πρίγκιπας αφού σώπασε λιγάκι.—Μου φαίνεται πως εσείς… δε θα γινόσασταν ποτέ Όστερμαν.
Ο Ιππόλυτος έσμιξε τα φρύδια.
— Εξάλλου, αν βεβαιώνω κάτι τέτοιο,—βιάστηκε ξάφνου ο πρίγκιπας κι ήταν φανερό πως πάσκιζε
να τα μπαλώσει,—είναι γιατί οι άνθρωποι εκείνης της εποχής (σας ορκίζουμαι πως αυτό μου έκανε
πάντοτε εντύπωση) λες κι ήταν ολότελα διαφορετικοί απ’ ό,τι είμαστε μεις τώρα, λες κι ήταν άλλη
φυλή απ’ αυτή που ζει στον αιώνα μας∙ μα την αλήθεια, λες κι η ράτσα τους ήταν διαφορετική…
Τότε οι άνθρωποι πιστεύανε κατά κάποιον τρόπο σε μια μονάχα ιδέα, ενώ τώρα είναι πιο νευρικοί,
πιο ανεπτυγμένοι, πιο λεπταίσθητοι, πιστεύουν κατά κάποιον τρόπο σε δυο και σε τρεις ιδέες ταυτόχρονα… ο σύγχρονος άνθρωπος είναι πλατύτερος—και, σας ορκίζουμαι, αυτό τον εμποδίζει ίσα‐ίσα να ‘ναι ο μονοκόμματος άνθρωπος εκείνων των αιώνων… Εγώ… γι’ αυτό μονάχα το είπα κι όχι… .
— Καταλαβαίνω∙ πασκίζετε τώρα να με παρηγορήσετε για την αφέλεια με την οποία δε
συμφωνήσατε μαζί μου, χα! χα! Είστε σωστό παιδί, πρίγκηψ. Παρατηρώ ωστόσο πως μου φέρνεστε
συνεχώς σα να ‘μουνα κανένα φαρφουρένιο φλιτζάνι… Καλά, καλά, δε θυμώνω. Όπως και να ‘ναι,
μπλέξαμε σε μια γελοία συζήτηση∙ ώρες‐ώρες είστε σωστό παιδί πρίγκηψ. Εδώ που τα λέμε, θα πρέπει να ξέρετε πως ίσως‐ίσως να λαχταρούσα να γίνω κάτι καλύτερο απ’ τον Όστερμαν δε θ’ άξιζε ν’ αναστηθώ εκ νεκρών για να γίνω Όστερμαν… άλλωστε, βλέπω πως πρέπει να πεθάνω όσο το δυνατό γρηγορότερα, αλλιώς εγώ ο ίδιος θα… Αφήστε με. Γεια σας! Ε, καλά, πέστε μου λοιπόν εσείς, ποια είναι η γνώμη σας: ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος απ’ όλους να πεθάνω; Για να γίνει δηλαδή ο θάνατός μου όσο το δυνατόν πιο… ενάρετος; Λοιπόν, μιλείστε!
— Προσπεράστε μας και συχωρέστε την ευτυχία μας!—πρόφέρε ο πρίγκιπας σιγά.
— Χα‐χα‐χα! Καλά το ‘λεγα γω! ήμουνα σίγουρος πως θ’ ακούσω κάτι τέτοιο! Ωστόσο… ωστόσο σεις… Ε, καλά τώρα! Ευφραδέστατοι άνθρωποι! Γεια σας, γεια σας!
VI
ΓΙΑ ΤΗ ΒΡΑΔΙΝΗ δεξίωση στη βίλα των Επάντσιν που σ’ αυτήν περίμεναν να ‘ρθει κι η
Μπελοκόνσκαγια, η Βαρβάρα Αρνταλιόνοβνα είχε δώσει και γι’ αυτό σωστότατες πληροφορίες στον
αδερφό της: τους επισκέπτες τούς περίμεναν την ίδια κείνη μέρα το βράδυ∙ και πάλι όμως είχε χρωματίσει τα πράγματα κάπως πιο έντονα απ’ ό,τι θα ‘πρεπε. Είναι αλήθεια βέβαια πως η δεξίωση ετοιμάστηκε με υπερβολική βιασύνη και μάλιστα με μια—εντελώς περιττή θα ‘λεγε κανείς—ταραχή κι όλ’ αυτά γιατί τα πάντα σε κείνη την οικογένεια «γίνονταν όπως δε γίνονται πουθενά αλλού».
Αιτία ήταν η ανυπομονησία της Λιζαβέτας Προκόφιεβνας που «δεν ήθελε πια ν’ αμφιβάλλει» και το
καρδιοχτύπι και των δυο γονέων που δεν είχαν άλλο όνειρο έξω απ’ την ευτυχία της κόρης τους.
Επιπλέον, η Μπελοκόνσκαγια επρόκειτο πράγματι να ξαναφύγει πολύ γρήγορα απ’ την Πετρούπολη∙
και, μια κι ένας καλός της λόγος είχε πραγματικά μεγάλη σημασία για τους κοσμικούς κύκλους και
μια κι έλπιζαν πως θα ‘παιρνε με καλό μάτι τον πρίγκιπα, οι γονείς είχαν την ελπίδα πως η «καλή
κοινωνία» θα δεχόταν το γαμπρό της Αγλαΐας μες απ’ τα χέρια της παντοδύναμης «γριάς» και πως,
κατά συνέπεια, κι αν ακόμα φαίνονταν παράξενα όλ’ αυτά, κάτω από μια τέτοια προστασία θα τα
δέχονταν όλοι δίχως να παραξενευτούν και τόσο. Αυτό ήταν ίσα‐ίσα το σημαντικό, πως δηλαδή οι
γονείς με κανέναν τρόπο δεν τα κατάφερναν να καταλήξουν σε μιαν απόφαση για το αν «υπάρχει σ’
όλ’ αυτά τίποτα παράξενο κι ως ποιο σημείο είναι παράξενο; Ή, μήπως δεν υπάρχει τίποτα παράξενο;» Η φιλική και ειλικρινής γνώμη ανθρώπων με κύρος, ανθρώπων αρμοδίων γι’ αυτά τα ζητήματα, τους ήταν ιδιαίτερα απαραίτητη τώρα που, χάρη στην Αγλαΐα, δεν είχε αποφασιστεί τίποτα τελειωτικά. Εξάλλου, όπως και να ‘ναι, αργά ή γρήγορα θα ‘πρεπε να παρουσιάσουν τον πρίγκιπα στην καλή κοινωνία που γι’ αυτήν αυτός δεν είχε την παραμικρότερη ιδέα. Για να μην τα πολυλογούμε, είχαν την πρόθεση να τον «δείξουν». Η εσπερίδα ωστόσο δε θα ‘χε επίσημο χαρακτήρα. Ήταν να ‘ρθουν μονάχα «οι φίλοι του σπιτιού» κι αυτοί πολύ λίγοι. Εκτός απ’ την Μπελοκόνσκαγια, περίμεναν μια κυρία, σύζυγο ενός πολύ σπουδαίου άρχοντα και αξιωματούχου.
Απ’ τους νέους υπολόγιζαν σχεδόν μονάχα στον Ευγένιο Παύλοβιτς∙ έπρεπε να ‘ρθει συνοδεύοντας
τη Μπελοκόνσκαγια.
Το ότι θα ‘ρχόταν η Μπελοκόνσκαγια, ο πρίγκιπας τ’ άκουσε τρεις μέρες σχεδόν πριν απ’ την εσπερίδα∙ όσο για το πως θα γινόταν δεξίωση με προσκλήσεις, το ‘μαθε μόλις την προηγούμενη μέρα. Εννοείται φυσικά πως παρατήρησε το πολυάσχολο ύφος των μελών της οικογενείας και μάλιστα, από κάτι υπαινιγμούς κι απ’ την ταραχή που έβλεπε όταν του μιλούσαν, κατάλαβε πως φοβούνται για την εντύπωση που μπορεί να προκαλέσει. Οι Επάντσιν όμως, όλοι ως τον τελευταίο,είχαν σχηματίσει κατά κάποιον τρόπο την πεποίθηση πως αυτός, όντας τόσο αφελής, δε θα ‘παιρνε ποτέ είδηση πως ανησυχούν τόσο για λογαριασμό του. Γι’ αυτό, κοιτάζοντάς τον, θλίβονταν όλοι μέσα τους. Ωστόσο, η αλήθεια είναι πως ο πρίγκιπας δεν έδινε σχεδόν καμιά σημασία στην επικείμενη δεξίωση∙ ήταν απασχολημένος μ’ εντελώς άλλα πράγματα: η Αγλαΐα ώρα με την ώρα γινόταν όλο και πιο ιδιότροπη και πιο σκυθρωπή, κι αυτό τον σκότωνε. Όταν έμαθε πως περιμένουν και τον Ευγένιο Παύλοβιτς, χάρηκε πολύ κι είπε πως ήθελε από καιρό να τον δει. Για κάποιον άγνωστο λόγο, τα λόγια του αυτά δεν άρεσαν σε κανέναν∙ η Αγλαΐα βγήκε φουρκισμένη απ’ το δωμάτιο και μονάχα αργά το βράδυ, περασμένες έντεκα, όταν ο πρίγκιπας σηκωνόταν πια να φύγει,βρήκε την ευκαιρία να του πει δυο λόγια καθώς τον ξεπροβόδιζε κι είχαν μείνει μόνοι.
— Θα ‘θελα να μην ερχόσασταν αύριο το πρωί σπίτι μας και να ‘ρθείτε μονάχα το βράδυ όταν θα
‘χουν πια μαζευτεί αυτοί οι… καλεσμένοι. Το ξέρετε πως θα ‘χουμε καλεσμένους;
Μιλούσε ανυπόμονα και προσπαθούσε να φανεί αυστηρή. Ήταν η πρώτη φορά που του μίλησε γι’
αυτή την «εσπερίδα». Και γι’ αυτήν την ίδια, η σκέψη πως θα ‘ρχονταν καλεσμένοι ήταν σχεδόν ανυπόφορη. Όλοι το ‘χαν παρατηρήσει. Ίσως να το ‘θελε τρομερά να μαλώσει με τους γονείς της γι’αυτό, η περηφάνια όμως κι η ντροπαλοσύνη της την εμπόδισαν να μιλήσει. Ο πρίγκιπας κατάλαβε
αμέσως πως κι αυτή φοβάται για λογαριασμό του (και δε θέλει να το παραδεχτεί πως φοβάται) και
ξάφνου τρόμαξε κι ο ίδιος.
— Ναι, μ’ έχουν καλέσει,—της απάντησε.
Ήταν φανερό πως η Αγλαΐα δυσκολευόταν να συνεχίσει.
— Είναι δυνατό να μιλήσει κανείς μαζί σας για κάτι σοβαρό; Έστω και μια μονάχα φορά;—θύμωσε
ξάφνου υπερβολικά, χωρίς να ξέρει κι η ίδια γιατί και δίχως να μπορεί να συγκρατηθεί.
— Είναι δυνατόν. Και σας ακούω∙ κι είμαι πολύ ευχαριστημένος μάλιστα,—τραύλισε ο πρίγκιπας.
Η Αγλαΐα ξανασώπασε για μια στιγμή και συνέχισε με φανερή αποστροφή:
— Δε θέλησα να τους φέρω αντιρρήσεις σχετικά μ’ αυτό το ζήτημα∙ είναι μερικές περιπτώσεις που
ό,τι κι αν τους πεις δεν πρόκειται να βάλουν μυαλό. Πάντα τους σιχαινόμουν τους κοσμικούς τύπους
της maman. Για τον πατερούλη δε λέω τίποτα, απ’ αυτόν δεν μπορείς να ζητήσεις ευθύνες. Η maman φυσικά είναι μια ευγενική γυναίκα∙ τολμείστε να της προτείνετε τίποτα ποταπό και θα δείτε.Όμως, να κάνει τεμενάδες μπροστά σ’ αυτά τα… σκουπίδια! Δε λέω για την Μπελοκόνσκαγια: είναι μια ελεεινή παλιόγρια κι έχει ελεεινό χαρακτήρα, είναι έξυπνη όμως και ξέρει να επιβάλλεται σ’όλους—αυτό είναι το καλό της. Ω, τι ποταπότητα! Κι είναι κι αστείο, μα το ναι: ήμασταν πάντοτε άνθρωποι της μεσαίας τάξης, της πιο μεσαίας που μπορεί να υπάρξει. Ποιος ο λόγος λοιπόν να πασκίζουμε να χωθούμε στους αριστοκρατικούς κύκλους; Οι αδερφές μου το ίδιο∙ ο πρίγκιπας Σ.
τους ξεσήκωσε τα μυαλά. Γιατί χαίρεστε που θα ‘ρθει ο Ευγένιος Παύλοβιτς;
— Ακούστε, Αγλαΐα,—είπε ο πρίγκιπας,—αν δεν κάνω λάθος φοβάστε για λογαριασμό μου, μην
τύχει και τα στραπατσάρω μέσα σ’ αυτόν τον κύκλο;
— Για λογαριασμό σας; Φοβάμαι;—έγινε κατακόκκινη η Αγλαΐα.—Ποιος ο λόγος να φοβάμαι για λογαριασμό σας έστω κι αν… έστω κι αν πρόκειται να γίνετε ολότελα ρεζίλι; Τι με νοιάζει εμένα; Και πώς μπορείτε να μεταχειρίζεστε τέτοιες λέξεις! Τι θα πει «να τα στραπατσάρω»; Είναι μια ελεεινή,μια πρόστυχη λέξη.
— Είναι… μια λέξη του σχολείου.
— Μα ναι, του σχολείου! Ελεεινή λέξη! Σα να μου φαίνεται πως το ‘χετε σκοπό να μιλήσετε αύριο
με τέτοιες λέξεις. Ψάξτε στο λεξιλόγιό σας και βρέστε κι άλλες τέτοιες λέξεις: θα κάνετε μεγάλη εντύπωση, μα την αλήθεια! Κρίμα που, καθώς φαίνεται, ξέρετε να μπαίνετε όμορφα σ’ ένα σαλόνι∙ πού το μάθατε; Θα τα καταφέρετε να πάρετε και να πιείτε καθωσπρέπει ένα φλιτζάνι τσάι, όταν όλοι θα ‘χουν καρφώσει τα μάτια τους επάνω σας;
— Νομίζω πως θα τα καταφέρω.
— Κρίμα∙ θα χάσω μια ευκαιρία να γελάσω. Σπάστε τουλάχιστο το κινέζικο βάζο στο σαλόνι! Είναι
ακριβό∙ πολύ σας παρακαλώ, σπάστε το∙ είναι δώρο∙ η μητερούλα θα παλαβώσει και θα βάλει μπροστά σε όλους τα κλάματα—τόσο πολύ τ’ αγαπάει αυτό το βάζο. Κάντε καμιά χειρονομία, όπως
κάνετε πάντα, χτυπείστε το και ρίξτε το στο πάτωμα. Καθίστε επίτηδες δίπλα.
— Απεναντίας, θα προσπαθήσω να κάτσω όσο το δυνατό μακρύτερα: σας ευχαριστώ που με
προειδοποιήσατε.
— Ώστε λοιπόν φοβάστε απ’ τα πριν πως θα κάνετε αδέξιες χειρονομίες. Κόβω το κεφάλι μου πως θ’
αρχίσετε να μιλάτε για κανένα «θέμα», για κάτι σοβαρό, επιστημονικό, υψηλό! Πόσο θα ταιριάζει
αυτό στην περίσταση.
— Νομίζω πως θα ‘ταν ανόητο… αν δε λεγόταν στην ώρα του.
— Ακούστε μια για πάντα,—δεν άντεξε τέλος η Αγλαΐα, —αν αρχίσετε να μιλάτε για κάτι σαν τη θανατική ποινή, για την οικονομική κατάσταση της Ρωσίας ή για το ότι «τον κόσμο θα τον σώσει η ομορφιά», τότε… εγώ, θα χαρώ φυσικά και θα γελάσω πολύ, όμως… σας προειδοποιώ από τώρα:να μην τολμήσετε πια να ξαναπαρουσιαστείτε μπροστά μου! Ακούτε; Το λέω σοβαρά! Αυτή τη φορά
δεν αστειεύομαι καθόλου!
Πραγματικά, η Αγλαΐα πρόφερε σ ο β α ρ ά την απειλή της, τόσο μάλιστα που αντήχησε κάτι ασυνήθιστο στα λόγια της και φάνηκε στο βλέμμα της κάτι που δεν το ‘χε παρατηρήσει ποτέ ως τα
τώρα ο πρίγκιπας—κάτι που δεν έμοιαζε φυσικά με αστείο.
— Ε, λοιπόν, μ’ όλ’ αυτά που μου είπατε αρχίζω να πιστεύω πως θ’ αρχίσω το δίχως άλλο να «μιλάω» και μάλιστα… μπορεί… να σπάσω και το βάζο. Ως τώρα δε φοβόμουν τίποτα, τώρα όμως όλα τα φοβάμαι. Το δίχως άλλο θα τα στραπατσάρω.
— Τότε λοιπόν σωπάστε. Καθίστε σε μια γωνιά και μη λέτε τίποτα.
— Δε θα μπορέσω είμαι σίγουρος πως θ’ αρχίσω να μιλάω απ’ το φόβο μου κι απ’ το φόβο μου θα
το σπάσω το βάζο. Μπορεί να γλιστρήσω στο παρκέ και να πέσω, ή θα μου συμβεί κάτι παρόμοιο
γιατί μου ‘χει τύχει κι άλλη φορά∙ απόψε θα το βλέπω όλη τη νύχτα στον ύπνο μου∙ γιατί ν’ ανοίξετε
αυτή την κουβέντα;
Η Αγλαΐα τον κοίταζε σκυθρωπά.
— Ξέρετε τι λέω; Καλύτερα να μην έρθω καθόλου αύριο! Θα δηλώσω ασθένεια και θα
ξεμπερδεύουμε!—πήρε την απόφασή του ο πρίγκιπας.
Η Αγλαΐα χτύπησε το πόδι της στο πάτωμα και χλόμιασε μάλιστα απ’ το θυμό της.
— Θεέ μου! Μα πού ξανακούστηκε αυτό! Δε θα ‘ρθει όταν γίνονται όλα ειδικά γι’ αυτόν και, ω Θεέ
μου! Μεγάλη ευχαρίστηση, μα την αλήθεια, να ‘χει να κάνει κανείς μ’ έναν τέτοιο… ασυνεννόητο
άνθρωπο σαν και σας!
— Καλά, καλά, θα ‘ρθω, θα ‘ρθω!—βιάστηκε να τη διακόψει ο πρίγκιπας.—Και σας δίνω το λόγο της
τιμής μου πως θα κάτσω στη γωνιά μου και δε θα βγάλω λέξη όλο το βράδυ. Αυτό θα κάνω.
— Πολύ καλά θα κάνετε∙ τώρα μόλις είπατε: «θα δηλώσω ασθένεια» από πού τις παίρνετε, μα την
αλήθεια, αυτές τις εκφράσεις; Τι σας ήρθε και μιλάτε μαζί μου με τέτοιες λέξεις; Θέλετε μήπως να
με κοροϊδέψετε;
— Σας ζητώ συγνώμη∙ είναι κι αυτή μια σχολική έκφραση∙ δε θα το ξανακάνω. Το καταλαβαίνω πολύ καλά πως… φοβάστε για λογαριασμό μου… (μα μη θυμώνετε λοιπόν!) και είμαι τρομερά χαρούμενος γι’ αυτό. Δε θα το πιστέψετε πόσο πολύ φοβάμαι τώρα—και πόσο χαίρομαι γι’ αυτά που μου είπατε. Όμως όλος αυτός ο τρόμος, σας ορκίζομαι, όλ’ αυτά είναι ανάξια λόγου, είναι ανοησίες! Μα το Θεό, Αγλαΐα! Η χαρά όμως θα μείνει. Μ’ αρέσει τρομερά που είστε τόσο παιδί!
Τόσο καλό κι αγαθό παιδάκι! Αχ, τι υπέροχη μπορείτε να ‘στε, Αγλαΐα!
Η Αγλαΐα θα θύμωνε φυσικά κι ήταν κιόλας έτοιμη να θυμώσει, ξάφνου όμως κάποιο αναπάντεχο
και γι’ αυτήν την ίδια αίσθημα πλημμύρισε μεμιάς την ψυχή της.
— Και δε θα με κατηγορήσετε για τα σημερινά σκληρά μου λόγια… καμιά φορά… αργότερα;—τον
ρώτησε ξάφνου.
— Μα τι λέτε, τι λέτε! Και γιατί ξανακοκκινίσατε; Να που με κοιτάτε πάλι σκυθρωπά! Αρχίσατε και
με κοιτάτε πολύ σκυθρωπά τώρα τελευταία, Αγλαΐα—ποτέ δε με κοιτάζατε έτσι. Ξέρω γιατί γίνεται
αυτό…
— Σωπάστε, σωπάστε!
— Όχι, καλύτερα να το πω. Από καιρό ήθελα να σας το πω∙ σας το ‘πα κιόλας μα… είναι λίγο, γιατί
δε με πιστέψατε. Ανάμεσά μας βρίσκεται παρ’ όλα αυτά μια ύπαρξη…
— Σωπάστε, σωπάστε, σωπάστε, σωπάστε,—τον έκοψε ξάφνου η Αγλαΐα και τον άρπαξε δυνατά απ’
το χέρι, κοιτάζοντάς τον σχεδόν με φρίκη. Εκείνη τη στιγμή τη φώναξαν σα να χάρηκε, τον παράτησε
κι έφυγε τρέχοντας.
Ο πρίγκιπας έτρεμε απ’ τον πυρετό όλη τη νύχτα. Παράξενο, εδώ και μερικές νύχτες συνέχεια έτρεμε από πυρετό. Κι αυτή τη φορά, μισοπαραληρώντας, του πέρασε η σκέψη: τι θα γίνει αν αύριο μπροστά σε όλους, τον πιάσει καμιά κρίση; Μήπως κι άλλοτε δεν τον είχαν πιάσει κρίσεις μπροστά σε κόσμο; Πάγωνε μόλις το σκεφτόταν, όλη τη νύχτα φανταζόταν τον εαυτό του μέσα σε κάποιον απίθανο κι ανήκουστο κύκλο, ανάμεσα σε κάτι παράξενους ανθρώπους. Το κυριότερο ήταν που «άρχισε να μιλάει»∙ ήξερε πως δεν έπρεπε να μιλήσει, μίλαγε όμως χωρίς να σταματάει, κάτι έλεγε και προσπαθούσε να τους πείσει. Ο Ευγένιος Παύλοβιτς κι ο Ιππόλυτος ήταν κι αυτοί ανάμεσα στους καλεσμένους και φαίνονταν να ‘χουν μεγάλες φιλίες.
Ξύπνησε περασμένες οκτώ κι είχε πονοκέφαλο, οι σκέψεις του ήταν μαλλιά‐κουβάρια και τον βάραιναν παράξενες εντυπώσεις. Για κάποιον άγνωστο λόγο, λαχτάρησε τρομερά να δει το Ραγκόζιν∙ να τον δει και να μιλήσει πολύ μαζί του—για τι ακριβώς δεν το ‘ξερε ούτε ο ίδιος∙ ύστερα,πήρε σχεδόν την απόφαση να πάει στον Ιππόλυτο χωρίς να ξέρει καλά‐καλά γιατί. Κάτι θολό βασάνιζε την καρδιά του, τόσο που οι περιπέτειες που του έτυχαν εκείνο το πρωί, του έκαναν βέβαια εξαιρετικά μεγάλη εντύπωση, ήταν όμως σάμπως να μην τον άγγιξαν ως τα κατάβαθα της ψυχής του. Μια απ’ αυτές τις περιπέτειες, ήταν κι η επίσκεψη του Λέμπεντεβ.
Ο Λέμπεντεβ παρουσιάστηκε αρκετά νωρίς, κατά τις εννιάμιση, κι ήταν σχεδόν ολότελα
μεθυσμένος. Μόλο που ο πρίγκιπας δεν ήταν παρατηρητικός τώρα τελευταία, το πρόσεξε σχεδόν αμέσως πως από τότε που έφυγε απ’ το σπίτι τους ο στρατηγός Ιβόλγκιν,—πάνε τώρα τρεις μέρες—η διαγωγή του Λέμπεντεβ άλλαξε στο χειρότερο. Έγινε κάπως ξαφνικά εξαιρετικά λιγδιάρης,βρόμικος, η γραβάτα του στραβοδεμένη κι ο γιακάς της ρεντιγκότας του σκισμένος∙ έκανε φασαρία σπίτι του κι οι φωνές του ακούγονταν πέρα απ’ τη μικρή αυλή. Η Βέρα ήρθε μια φορά και με δάκρυα στα μάτια κάτι έλεγε σχετικά. Τώρα που παρουσιάστηκε ο Λέμπεντεβ άρχισε να μιλάει πολύ παράξενα, χτυπώντας το στήθος του και για κάτι μεμφόταν τον εαυτό του.
— Έλαβα… έλαβα την ανταμοιβή μου για την προδοσία και την παλιανθρωπιά μου… Δέχτηκα ένα
χαστούκι!—συμπέρανε τέλος με ύφος τραγικό.
— Χαστούκι! Από ποιον; Κι έτσι πρωί‐πρωί;
— Πρωί‐πρωί;—χαμογέλασε σαρκαστικά ο Λέμπεντεβ.—Η ώρα δεν έχει να κάνει… ακόμα και για
μια σωματική τιμωρία… εγώ όμως δέχτηκα ένα ηθικό… ένα ηθικό κι όχι σωματικό χαστούκι!
Στρογγυλοκάθισε ξάφνου δίχως πολλά‐πολλά κι άρχισε να διηγιέται. Η διήγησή του ήταν πολύ ασυνάρτητη∙ ο πρίγκιπας στραβομουτσούνιασε κι ήθελε να φύγει. Ξάφνου όμως, μερικά λόγια του
Λέμπεντεβ τον έκαναν ν’ απορήσει τόσο που ‘μεινε σύξυλος.—Παράξενα πράγματα διηγόταν ο
κύριος Λέμπεντεβ.
Στην αρχή φαινόταν πως επρόκειτο για κάποιο γράμμα∙ πρόφερε και τ’ όνομα της Αγλαΐας
Ιβάνοβνας. Ύστερα ο Λέμπεντεβ άρχισε ξαφνικά να κατηγορεί πικρά τον ίδιο τον πρίγκιπα∙ θα μπορούσε κανείς να καταλάβει πως ο πρίγκιπας τον έχει προσβάλει. Γιατί στην αρχή, όπως έλεγε, ο
πρίγκιπας τον τίμησε με την εμπιστοσύνη του σχετικά με τις δοσοληψίες μ’ ένα γνωστό «άτομο» (με
τη Ναστάσια Φιλίπποβνα)∙ ύστερα όμως έκοψε κάθε σχέση μαζί του και τον έδιωξε από κοντά του
αναισχύντως, και μάλιστα μέχρι τοιούτου προσβλητικού σημείου που την τελευταία φορά
αρνήθηκε τάχα με βάναυσο τρόπο ν’ απαντήσει σε μιαν «αθωοτάτην ερώτησίν του, σχετικά με τις
αλλαγές που είναι να γίνουν σε λίγο στο σπίτι». Ο Λέμπεντεβ, χύνοντας μεθυσμένα δάκρυα,ομολόγησε πως «ύστερα απ’ αυτό δεν μπόρεσε πια να το υποφέρει, πολλώ μάλλον που ήξερε πολλά… πάρα πολλά… κι απ’ το Ραγκόζιν κι απ’ τη Ναστάσια Φιλίπποβνα κι απ’ τη φίλη της Ναστάσιας Φιλίπποβνας κι απ’ τη Βαρβάρα Αρνταλιόνοβνα… την ίδια… κι απ’ την… απ’ την ίδια μάλιστα την Αγλαΐα Ιβάνοβνα, μπορείτε να το φανταστείτε αυτό… τη μεσολαβήσει της Βέρας…
μέσω της κόρης μου, της πολυαγαπημένης και μονάκριβής μου κόρης Βέρας… μάλιστα… αν και, για
να λέμε την αλήθεια, δεν είναι μονάκριβη γιατί έχω τρεις. Και ποιος πληροφορούσε τη Λιζαβέτα Προκόφιεβνα με γράμματα, κατά τρόπον μάλιστα απολύτως μυστικόν, χε‐χε! Ποιος της τα ‘γραψε χαρτί και καλαμάρι όλα τα σχετικά μ’ όλες τις σχέσεις και… τις κινήσεις της Ναστάσιας Φιλίπποβνας,χε‐χε χε! Ποιος, ποιος είναι αυτός ο ανώνυμος, επιτρέψτε μου να σας ρωτήσω;»
— Είναι ποτέ δυνατό να είστε εσείς;—φώναξε ο πρίγκιπας.
— Ακριβώς,—απάντησε με πολλήν αξιοπρέπεια ο μέθυσος,—και σήμερα στις οκτώμιση, πριν μισή
ώρα όλη κι όλη… όχι, πριν τρία τέταρτα της ώρας, ειδοποίησα την ευγενεστάτη μητέρα πως έχω να
της κάνω γνωστό ένα περιστατικό… σημαντικότατο. Την ειδοποίησα μ’ ένα σημείωμα που το ‘δωσα
στην υπηρέτρια απ’ το πίσω χαγιάτι. Με δέχτηκε.
— Είδατε τώρα τη Λιζαβέτα Προκόφιεβνα;—ρώτησε ο πρίγκιπας μη μπορώντας να πιστέψει στ’
αυτιά του.
— Την είδα πριν από λίγο και δέχτηκα ένα χαστούκι… ηθικό. Μου γύρισε πίσω το γράμμα, μου το
πέταξε μάλιστα σφραγισμένο… και μένα μ’ άρπαξε απ’ το γιακά και μ’ έβγαλε έξω με τις κλοτσιές…
δηλαδή, εδώ που τα λέμε, με την ηθική κι όχι με τη σωματική έννοια των λέξεων… ή μάλλον,περίπου σωματικώς, λίγο έλειψε!
— Ποιο γράμμα σάς πέταξε σφραγισμένο;
— Μα μήπως… χε‐χε‐χε! Μα βέβαια, δε σας το είπα ακόμα! Και γω που νόμιζα πως σας το είπα κιόλας… Μου δωσαν, ξέρετε, ένα γραμματάκι να το πάω…
— Ποιος σας το ‘δωσε; Και για ποιον;
Όμως, μερικές απ’ τις «εξηγήσεις» του Λέμπεντεβ ήταν τρομερά δύσκολο να τις καταλάβεις και να
βγάλεις άκρη από δαύτες∙ ο πρίγκιπας ωστόσο έβγαλε το συμπέρασμα απ’ όσα μπόρεσε να
καταλάβει πως το γράμμα το ‘χε φέρει η υπηρέτρια στη Βέρα Λέμπεντεβα για να το δώσουν στη διεύθυνση που έγραφε… «έτσι ακριβώς όπως και πριν, έτσι ακριβώς όπως και πριν, στο γνωστό άτομο, απ’ το ίδιο πρόσωπο (διότι τη μιαν απ’ αυτές την ονομάζω «πρόσωπο» και την άλλη απλώς και μόνο «άτομο», προς ταπείνωσην και διαχωρισμόν διότι υπάρχει μεγίστη διαφορά μεταξύ αθώας και αρχοντικής στρατηγικής δεσποσύνης και της… καμελίας) κι έτσι λοιπόν, το γράμμα προερχόταν από ένα πρόσωπο που τ’ όνομά του αρχίζει από Άλφα»…
— Πώς είναι δυνατόν! Στη Ναστάσια Φιλίπποβνα; Ανοησίες!—φώναξε ο πρίγκιπας.
— Έγινε, έγινε, κι αν όχι σ’ αυτήν, στο Ραγκόζιν τότε, το ίδιο κάνει, στο Ραγκόζιν… και μάλιστα για τον κύριο Τερέντιεβ μάς δόθηκε προς μετάδοσην μια φορά, απ’ το πρόσωπο που αρχίζει από Άλφα,—έκλεισε το μάτι του και χαμογέλασε ο Λέμπεντεβ.
Επειδή τα μπέρδευε και πηδούσε από το ‘να στ’ άλλο ξεχνώντας τι είχε αρχίσει να λέει, ο πρίγκιπας
σώπασε για να τον αφήσει να εξηγηθεί. Παρ’ όλα αυτά δεν μπόρεσε να καταλάβει αν τα γράμματα
περνούσαν απ’ τα χέρια του ή απ’ τα χέρια της Βέρας. Αφού το βεβαίωνε ο ίδιος πως «τι στο Ραγκόζιν, τι στη Ναστάσια Φιλίπποβνα», σημαίνει πως το πιθανότερο απ’ όλα είναι πως δεν περνούσαν απ’ τα χέρια του τα γράμματα, αν φυσικά υπήρχαν γράμματα. Όσο για το πώς έγινε και του ‘πεσε τώρα στα χέρια το γράμμα, αυτό έμεινε εντελώς ανεξήγητο∙ θα ‘πρεπε κανείς να υποθέσει πως το πιθανότερο απ’ όλα ήταν ότι το πήρε κατά κάποιον τρόπο απ’ τη Βέρα∙—το ‘κλεψε κρυφά και το πήγε, έχοντας κάποιο σκοπό κατά νου, στη Λιζαβέτα Προκόφιεβνα. Αυτό σκέφτηκε και κατάλαβε τέλος ο πρίγκιπας.
— Τρελαθήκατε!—φώναξε τρομερά ταραγμένος.
— Όχι εντελώς, πολυσεβαστότατε πρίγκηψ,—απάντησε ο Λέμπεντεβ μ’ αρκετή κακία.—Είναι
αλήθεια πως σκέφτηκα για μια στιγμή να σας το δώσω, να σας το παραδώσω στα χέρια σας για να
σας εξυπηρετήσω… συλλογίστηκα όμως πως θα ‘ταν καλύτερα να προσφέρω εκεί τις υπηρεσίες μου
και να τα κάνω όλα γνωστά στην ευγενεστάτη μητέρα… επειδή και προηγουμένως την
επληροφόρησα άπαξ μ’ ένα ανώνυμο γράμμα∙ κι όταν της έγραψα πριν από λίγο το σημείωμα,προκαταρκτικώς, ζητώντας της να με δεχτεί, στις οκτώ και είκοσι, έβαλα και πάλι στη θέση της υπογραφής τις λέξεις ο «ο μυστικός σας αλληλογράφος». Με δέχτηκαν αμέσως, πάραυτα, μ’εξαιρετική βιασύνη μάλιστα, απ’ την πίσω πόρτα… και με παρουσίασαν στην ευγενεστάτη μητέρα…
— Λοιπόν;
— Ε, τα παρακάτω είναι γνωστά, παραλίγο να με δείρει∙ δηλαδή, τόσο ελάχιστα παραλίγο που μπορεί να πει κανείς πως σχεδόν μ’ έδειρε. Και το γράμμα μού το πέταξε στα μούτρα∙ είναι αλήθεια πως θέλησε να το κρατήσει, το είδα, το πρόσεξα, μα άλλαξε γνώμη και μου το πέταξε: «μια και το εμπιστεύτηκαν σ’ έναν άνθρωπο σαν και σένα για να το δώσεις, τράβα δώσ’ το». Προσβλήθηκε μάλιστα. Μια και δε ντράπηκε να το πει μπροστά μου, σημαίνει πως προσβλήθηκε. Ευέξαπτος χαρακτήρας.
— Και πού είναι τώρα το γράμμα;
— Εγώ το ‘χω, νάτο.
Κι έδωσε στον πρίγκιπα το σημείωμα της Αγλαΐας στο Γαβρίλα Αρνταλιόνοβιτς, που εκείνος τόσο θριαμβευτικά, ο ίδιο πρωί, το ‘δειξε δυο ώρες αργότερα στην αδελφή του.
— Αυτό το γράμμα δεν πρέπει να μείνει στα χέρια σας.
— Σε σας, σε σας! Σε σας το φέρνω,—είπε με θέρμη ο Λέμπεντεβ.—Τώρα είμαι και πάλι δικός σας,
ολόκληρος δικός σας, απ’ το κεφάλι ως την καρδιά, δούλος σας, ύστερα απ’ τη στιγμιαία προδοσία!
Εκτελέστε την καρδιά, σπλαχνιστείτε όμως τη γενειάδα, έτσι είπε ο Τόμας Μουρ… στην Αγγλία και
στη Μεγάλη Βρετανία. Mea culpa, mea culpa (αμάρτημά μου) όπως λέει η ρωμαία Πάπα… δηλαδή
είναι Πάπας της Ρώμης και γω τον λέω «ρωμαία Πάπα».
— Αυτό το γράμμα πρέπει να σταλεί αμέσως,—είπε ενεργητικά ο πρίγκιπας,—θα το δώσω εγώ.
— Δε θα ‘ταν όμως καλύτερα, δε θα ‘ταν καλύτερα, καλοαναθρεμμενέστατε πρίγκηψ, δε θα ‘ταν καλύτερα να το… αυτώσουμε;
Ο Λέμπεντεβ έκανε μια παράξενη, κατανυκτική γκριμάτσα∙ άρχιζε να στριφογυρίζει τρομερά στη θέση του, λες και τον τσίμπησαν ξάφνου με μια καρφίτσα κι ανοιγόκλεινε πονηρά τα μάτια του,κάνοντας παντομίμα με τα χέρια του.
— Τι έκανε λέει;—τον ρώτησε τρομερός ο πρίγκιπας.
— Προηγουμένως να τ’ ανοίγατε!—ψιθύρισε κατανυκτικά μ’ έναν τόνο σχεδόν εμπιστευτικό.
Ο πρίγκιπας πετάχτηκε πάνω τόσο οργισμένος που ο Λέμπεντεβ έκανε να το βάλει στα πόδια∙ σαν
έφτασε όμως στην πόρτα, κοντοστάθηκε, περιμένοντας μήπως του δοθεί χάρη.
— Εχ, Λέμπεντεβ! Είναι ποτέ δυνατό, είναι ποτέ δυνατό να φτάσει κανείς σε μια τόσο ταπεινή αταξία που φτάσατε εσείς;—φώναξε πικραμένα ο πρίγκιπας.
Τα χαρακτηριστικά του Λέμπεντεβ φωτίστηκαν.
— Είμαι ποταπός! Ποταπός!—πλησίασε αμέσως και χτύπησε το στήθος του με δάκρυα στα μάτια.
— Αυτό πια καταντάει βρομιά!
— Ακριβώς∙ βρομιά. Η μόνη σωστή λέξη!
— Και τι σόι συνήθεια είναι αυτή που έχετε να φέρεστε τόσο παράξενα; Μα εσείς… είστε σωστός
σπιούνος! Γιατί στέλνατε ανώνυμα γράμματα κι ανησυχούσατε μια τόσο ευγενικότατη και καλότατη
γυναίκα; Γιατί επιτέλους να μην έχει το δικαίωμα η Αγλαΐα Ιβάνοβνα να γράφει σ’ όποιον θέλει; Τι
πήγατε σήμερα εκεί; Για να κάνετε μήπως παράπονα; Τι ελπίζετε να πάρετε από κει; Τι σας έσπρωξε
να καταδώσετε;
— Ο μοναδικός λόγος ήτο η ευχαρίστησις της περιέργειας και… η επιθυμία να εξυπηρετήσω μιαν
ευγενική ψυχή, ναι, έτσι είναι!—τσαμπούναγε ο Λέμπεντεβ.—Τώρα όμως είμαι ολόκληρος δικός
σας, ολόκληρος και πάλι! Κρεμάστε με, αν θέλετε!
— Σ’ αυτή την κατάσταση παρουσιαστήκατε στη Λιζαβέτα Προκόφιεβνα;—έκανε με σιχασιά ο
πρίγκιπας.
— Όχι… φρεσκότερος… και μάλιστα κοσμιότερος∙ μετά την ταπείνωση έφτασα… σ’ αυτή την κατάσταση.
— Ε, καλά, αφήστε με τώρα.
Όμως, ο πρίγκιπας αναγκάστηκε να επαναλάβει αρκετές φορές αυτή την παράκληση πριν το πάρει
επιτέλους απόφαση ο επισκέπτης να φύγει. Όταν είχε ανοίξει πια την πόρτα, ξαναγύρισε, έφτασε ως
τη μέση του δωματίου πατώντας στα νύχια και ξανάρχισε να κάνει νοήματα με τα χέρια, δείχνοντας
πώς ανοίγουν ένα γράμμα∙ δεν τόλμησε ωστόσο να προφέρει τη συμβουλή του∙ ύστερα βγήκε
χαμογελώντας τρυφερά.
Όλ’ αυτά τον στενοχώρησαν τρομερά τον πρίγκιπα. Το κυριότερο ήταν πως η Αγλαΐα βρισκόταν σε
μεγάλη ανησυχία, σε μεγάλη αναποφασιστικότητα, κάτι φαινόταν να τη βασανίζει («από ζήλια»ψιθύρισε μόνος του ο πρίγκιπας). Αποδειχνόταν επίσης πως την έκαναν κι έχανε τα νερά της άνθρωποι κακοί και ήταν βέβαια πολύ παράξενο που τους εμπιστευόταν τόσο. Φυσικά, μέσα σ’αυτό το άπειρο μα ευέξαπτο και περήφανο κεφαλάκι, ωρίμαζαν κάποια ιδιότροπα σχέδια,καταστρεπτικά ίσως‐ίσως και… ακαταλόγιστα… ακαταλόγιστα… Ο πρίγκιπας τρομοκρατήθηκε και σάστισε τόσο που δεν ήξερε τι απόφαση να πάρει. Έπρεπε το δίχως άλλο να προλάβει κάτι, αυτό το ‘νιωθε. Ξαφνικά, κοίταξε γι’ άλλη μια φορά τη διεύθυνση στο σφραγισμένο γράμμα∙ ω, εδώ δεν είχε αμφιβολίες κι ανησυχίες γιατί είχε πίστη∙ άλλο ήταν που τον ανησυχούσε σ’ αυτό το γράμμα, δεν είχε εμπιστοσύνη στο Γαβρίλα Αρνταλιόνοβιτς. Κι ωστόσο, το πήρε απόφαση να του το δώσει αυτό το γράμμα, να πάει και να του το δώσει ο ίδιος προσωπικά και βγήκε κιόλας απ’ το σπίτι, στο δρόμο όμως το μετάνιωσε. Σχεδόν μπροστά στο σπίτι του Πτίτσιν, βρέθηκε σαν επίτηδες μπροστά του ο Κόλια κι ο πρίγκιπας τον παρακάλεσε να δώσει το γράμμα στον αδελφό του, σα να το ‘φερνε απευθείας απ’ την Αγλαΐα Ιβάνοβνα. Ο Κόλια δεν έκανε ερωτήσεις και το πήγε, έτσι που ο Γάνια,ούτε το φαντάστηκε ποτέ του πως το γράμμα είχε περάσει από τόσους σταθμούς. Σα γύρισε σπίτι, ο πρίγκιπας φώναξε τη Βέρα Λουκιάνοβνα, της είπε όσα έπρεπε να της πει και την καθησύχασε γιατί αυτή έψαχνε ακόμα να βρει το γράμμα κι έκλαιγε. Την έπιασε φρίκη όταν έμαθε πως το γράμμα το ‘χε πάρει ο πατέρας της. (Ο πρίγκιπας έμαθε απ’ τη Βέρα αργότερα πως είχε εξυπηρετήσει αρκετές φορές το Ραγκόζιν και την Αγλαΐα Ιβάνοβνα—κρυφά—και δεν της είχε περάσει ποτέ απ’ το μυαλό πως όλ’ αυτά θα μπορούσαν να βλάψουν κατά κάποιο τρόπο τον πρίγκιπα)…
Κι ο πρίγκιπας είχε τέλος τόσο πολύ συγχυστεί, που όταν δυο ώρες αργότερα έφτασε τρεχάτος κάποιος που ‘χε στείλει ο Κόλια και του είπε για την αρρώστια του στρατηγού, την πρώτη στιγμή δυσκολεύτηκε να καταλάβει τι είχε συμβεί. Αυτό το περιστατικό ωστόσο του ξανάδωσε την ψυχική του ηρεμία γιατί τον έκανε να σκεφτεί άλλα πράγματα. Έμεινε στης Νίνας Αλεξάντροβνας (όπου είχαν μεταφέρει φυσικά τον άρρωστο) σχεδόν ως αργά το βράδυ. Δε βοήθησε σχεδόν σε τίποτα,υπάρχουν όμως άνθρωποι που για κάποιο λόγο είναι ευχάριστο να τους νιώθεις δίπλα σου σ’ορισμένες δύσκολες στιγμές. Του Κόλια του είχαν κάνει τρομερή εντύπωση όλ’ αυτά, έκλαιγε υστερικά, έτρεχε όμως αδιάκοπα εδώ και κει: πήγε να φωνάξει γιατρό και βρήκε τρεις, έτρεχε στο φαρμακείο και στο κουρείο. Το στρατηγό τον συνέφεραν κάπως, δεν ανέκτησε όμως τις αισθήσεις του∙ οι γιατροί έλεγαν πως «εν πάση περιπτώσει, ο ασθενής ευρίσκεται εν κινδύνω». Η Βάρια κι η Νίνα Αλεξάντροβνα δεν έφευγαν στιγμή απ’ το κρεβάτι του άρρωστου∙ ο Γάνια τα ‘χε χαμένα και τον είχε συγκλονίσει όλη αυτή η περιπέτεια, δεν ήθελε όμως ν’ ανέβει επάνω και μάλιστα φοβόταν να δει τον άρρωστο. Συστρεφε τα χέρια του και μιλώντας ασύνδετα στον πρίγκιπα τα κατάφερε κι είπε πως «για κοίτα τι δυστύχημα μας βρήκε και σε μια τέτοια στιγμή μάλιστα!» Του πρίγκιπα του φάνηκε πως κατάλαβε ποια ακριβώς στιγμή εννοούσε. Τον Ιππόλυτο ο πρίγκιπας δεν τον πρόφτασε πια στο σπίτι του Πτίτσιν. Κατά το βράδυ έφτασε τρέχοντας ο Λέμπεντεβ που μετά την πρωινή «εξήγηση» κοιμόταν ως εκείνη την ώρα βαθιά. Τώρα ήταν σχεδόν ξεμέθυστος κι έκλαιγε πάνω απ’τον άρρωστο με πραγματικά δάκρυα, λες κι ήταν αδελφός του. Κατηγορούσε εις επήκοον όλων τον εαυτό του, χωρίς ωστόσο να εξηγεί τι ακριβώς συμβαίνει και δεν άφηνε ήσυχη τη Νίνα Αλεξάντροβνα βεβαιώνοντάς την κάθε λίγο και λιγάκι πως «αυτός, αυτός και μόνο είναι η αιτία, και κανένας άλλος έξω απ’ αυτόν… μόνο και μόνο για την ευχαρίστηση της περιέργειας… και πως ο “μεταστάς” (έτσι επέμενε, για κάποιον άγνωστο λόγο, να λέει τον στρατηγό που ζούσε ακόμα) ήταν μεγαλοφυέστατος άνθρωπος!» Επέμενε ιδιαίτερα στη μεγαλοφυία του, λες κι απ’ αυτό θα μπορούσε να βγει κείνη τη στιγμή κάποιο μεγάλο όφελος. Η Νίνα Αλεξάντροβνα, βλέποντας τα ειλικρινή του δάκρυα, του είπε στο τέλος, χωρίς καμιά μομφή, σχεδόν στοργικά μάλιστα: «Ε, ο Θεός μαζί σας, μην κλαίτε λοιπόν, ε, ο Θεός θα σας το συγχωρέσει!» Του Λέμπεντεβ του έκαναν τόση εντύπωση αυτά τα λόγια κι ο τόνος που προφέρθηκαν, που όλο κείνο το βράδυ δεν ήθελε πια ν’
απομακρυνθεί απ’ τη Νίνα Αλεξάντροβνα (κι όλες τις επόμενες μέρες, ως το θάνατο του στρατηγού,
ξημεροβραδιαζόταν σχεδόν στο σπίτι τους). Κείνη τη μέρα, ήρθε δυο φορές στη Νίνα Αλεξάντροβνα
άνθρωπος σταλμένος απ’ τη Λιζαβέτα Προκόφιεβνα, να μάθει για την κατάσταση του άρρωστου. Κι
όταν το βράδυ, στις εννιά, μπήκε ο πρίγκιπας στο σαλόνι των Επάντσιν, που ήταν κιόλας γεμάτο καλεσμένους, η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα άρχισε αμέσως να τον ρωτάει για τον άρρωστο και ζητούσε λεπτομέρειες και φαινόταν να συμπάσχει κι απάντησε με πολλή σοβαρότητα και ύφος στην ερώτηση της Μπελοκόνσκαγια: «Ποιος είναι ο άρρωστος και ποια είναι αυτή η Νίνα
Αλεξάντροβνα;» Του πρίγκιπα του άρεσε πολύ αυτό. Αυτός ο ίδιος, απαντώντας στη Λιζαβέτα Προκόφιεβνα, μιλούσε «υπέροχα» όπως είπαν αργότερα οι αδερφές της Αγλαΐας, «σεμνά, σιγά,χωρίς περιττές κουβέντες, χωρίς χειρονομίες, με αξιοπρέπεια∙ μπήκε υπέροχα∙ ήταν ντυμένος εξαίσια» κι όχι μονάχα δεν «έπεσε στο παρκέ», όπως φοβόνταν την προηγούμενη μέρα, μα ήταν φανερό πως έκανε σ’ όλους ευχάριστη εντύπωση.
Από μέρος του ο πρίγκιπας, όταν έκατσε και πρόσεξε τους ανθρώπους γύρω του, είδε αμέσως πως
όλη αυτή η συντροφιά δεν έμοιαζε καθόλου με τα φαντάσματα που του προφήτεψε χτες η Αγλαΐα
και τον τρόμαξε ή με τους εφιάλτες που είδε στον ύπνο του τη νύχτα. Για πρώτη φορά στη ζωή του
είδε μια γωνίτσα εκείνου που φέρει το τρομερό όνομα «ο καλός κόσμος». Από καιρό τώρα, εξαιτίας
ορισμένων ιδιαίτερων προθέσεων, σκέψεων και επιθυμιών του, λαχταρούσε να διεισδύσει σ’ αυτόν
το μαγικό κύκλο και γι’ αυτό ενδιαφέρθηκε τρομερά με τις πρώτες εντυπώσεις του. Αυτές οι πρώτες
του εντυπώσεις τον είχαν μάλιστα γοητέψει. Μεμιάς και ξαφνικά, του φάνηκε πως οι άνθρωποι αυτοί, λες κι ήταν γεννημένοι για να βρίσκονται μαζί. Πως οι Επάντσιν δε δίνουν καμιά «εσπερίδα» αυτό το βράδυ και δεν υπήρχε κανένας επισκέπτης ειδικά καλεσμένος, πως είναι όλοι «δικοί τους άνθρωποι» και πως αυτός ο ίδιος ήταν τάχα από καιρό αφοσιωμένος τους φίλος και ομοϊδεάτης τους και ξαναγύρισε κοντά τους ύστερα από έναν πρόσφατο χωρισμό. Η γοητεία των κομψών τρόπων, της απλότητας και της φαινομενικής εγκαρδιότητας ήταν σχεδόν μαγευτική. Ούτε για μια στιγμή δεν του πέρασε η σκέψη πως όλη αυτή η εγκαρδιότητα κι η ευγένεια, οι πνευματώδεις συζητήσεις κι η προσωπική αξιοπρέπεια δεν είναι ίσως‐ίσως παρά μονάχα μια υπέροχη και καλαίσθητη επιφάνεια. Οι περισσότεροι επισκέπτες μάλιστα, παρ’ όλη την επιβλητική τους εμφάνιση, ήταν αρκετά κούφιοι άνθρωποι που, ωστόσο, είχαν τόση αυταρέσκεια ώστε δεν το ‘χαν ούτε οι ίδιοι καταλάβει πως πολλά απ’ τα καλά που έχουν δεν είναι τίποτ’ άλλο από λούστρο που γι’αυτό δεν είχαν κιόλας καμιάν ευθύνη γιατί το απέκτησαν ασυναίσθητα και κληρονομικά. Ο πρίγκιπας δεν ήθελε ούτε και να υποπτευθεί κάτι τέτοιο, έτσι που βρισκόταν κάτω απ’ την επίδραση της μαγείας των πρώτων του εντυπώσεων. Έβλεπε λόγου χάρη πως αυτός ο γέρος άνθρωπος, αυτός ο σπουδαίος αξιωματούχος, που από άποψη ηλικίας θα μπορούσε να ‘ναι και παππούς του,διακόπτει τη συζήτησή του για ν’ ακούσει αυτόν, έναν τόσο νέο και άπειρο άνθρωπο κι όχι μονάχα τον ακούει ως το τέλος μα είναι φανερό πως εκτιμάει τη γνώμη του, είναι τόσο στοργικός μαζί του,τόσο ειλικρινά καλόκαρδος—κι όλ’ αυτά παρ’ όλο που είναι ξένοι και βλέπονται για πρώτη φορά. Ίσως αυτό που επέδρασε περισσότερο στη φλογερή δεκτικότητα του πρίγκιπα, να ‘ταν αυτή η εκλεπτυσμένη ευγένεια. Ίσως πάλι να ‘ταν από πριν προδιατεθειμένος και να ‘χε κιόλας τον ευσεβή πόθο να τα βρει όλα ωραία και καλά.
Κι ωστόσο, όλους αυτούς τους ανθρώπους—αν και φυσικά ήταν «φίλοι του σπιτιού και μεταξύ τους»—δε θα μπορούσες παρ’ όλ’ αυτά να τους πεις και τόσο φίλους του σπιτιού, ούτε και μεταξύ τους, όσο τους νόμισε ο πρίγκιπας μόλις τον παρουσίασαν και τον σύστησαν σ’ αυτούς. Εδώ υπήρχαν άνθρωποι που ποτέ τους και με κανέναν τρόπο δε θ’ αναγνώριζαν τους Επάντσιν έστω και στο ελάχιστο ίσους τους. Υπήρχαν μάλιστα άνθρωποι που δε χώνευαν καθόλου ο ένας τον άλλον η γριά Μπελοκόνσκαγια σ’ όλη της τη ζωή «περιφρονούσε» τη σύζυγο του «γεροντάκου
αξιωματούχου» και κείνη με τη σειρά της κάθε άλλο παρά αγαπούσε τη Λιζαβέτα Προκόφιεβνα.
Αυτός ο «αξιωματούχος», ο σύζυγός της, που ήταν, άγνωστο για ποιο λόγο, προστάτης των Επάντσιν
απ’ τα νιάτα τους ακόμα και που προέδρευε εδώ, ήταν τόσο τεράστια προσωπικότητα στα μάτια του
Ιβάν Φιοντόροβιτς που αυτός, εκτός από δέος και φόβο δεν μπορούσε να νιώσει τίποτ’ άλλο όταν
βρισκόταν μπροστά του και θα περιφρονούσε μάλιστα ειλικρινά τον εαυτό του αν έστω και για μια
στιγμή θεωρούσε τον εαυτό του ίσο του κι αν έπαυε να νομίζει πως εκείνος είναι ο Ολύμπιος Δίας.
Υπήρχαν άνθρωποι που είχαν να ειδωθούν ολάκερα χρόνια και δεν ένιωθαν ο ένας για τον άλλον
παρά μονάχα αδιαφορία αν όχι αποστροφή∙ όμως, μόλις συναντήθηκαν τώρα, έκαναν σάμπως να
‘χαν ειδωθεί μόλις χθες στην πιο φιλική κι ευχάριστη παρέα. Άλλωστε δεν είχαν έρθει και πολλοί.
Εκτός απ’ την Μπελοκόνσκαγια και τον «γεροντάκο αξιωματούχο» που ήταν πραγματικά σπουδαίο
πρόσωπο, εκτός απ’ τη σύζυγό του, ήταν πρώτος‐πρώτος ένας πολύ αξιοπρόσεχτος στρατηγός εν ενεργεία, βαρόνος ή κόμης με γερμανικό επίθετο —άνθρωπος τρομερά λιγόλογος που ‘χε φήμη βαθύτατου γνώστη των κυβερνητικών υποθέσεων και οι φήμες έφταναν σχεδόν ως το σημείο να λένε πως ήταν ένας σοφός—ένας από κείνους τους ολύμπιους κρατικούς λειτουργούς που τα ξέρουν όλα «εκτός ίσως απ’ την ίδια τη Ρωσία», ένας άνθρωπος που έλεγε κάθε πέντε χρόνια ένα «καταπληκτικά βαθυνούστατο» απόφθεγμα που ήταν ωστόσο, εδώ που τα λέμε, απ’ τ’αποφθέγματα εκείνα που γίνονται το δίχως άλλο παροιμίες και κάνουν εντύπωση ως και στους ανώτατους κύκλους∙ ένας από κείνους τους ανώτατους κρατικούς λειτουργούς που συνήθως, ύστερ’από πολυετή υπηρεσία (τόσο πολυετή μάλιστα που αρχίζει να φαίνεται παράξενο), πεθαίνουν παραφορτωμένοι με τίτλους, σε υπεροχότατες θέσεις και με μεγάλες περιουσίες αν και δίχως μεγάλα κατορθώματα, διατηρώντας μάλιστα κάποιαν εχθρότητα για όλα τα κατορθώματα γενικώς.
Ο στρατηγός αυτός ήταν ο άμεσος προϊστάμενος του Ιβάν Φιοντόροβιτς στην υπηρεσία κι ο Ιβάν Φιοντόροβιτς έχοντας μια καρδιά φλογερή κι ευγνώμονη κι όντας ιδιαίτερα φιλότιμος τον θεωρούσε κι αυτόν ευεργέτη του, ο άλλος όμως δε θεωρούσε καθόλου τον εαυτό του ευεργέτη του
Ιβάν Φιοντόροβιτς, του φερόταν με πολλήν αδιαφορία αν και δεν αρνιόταν να επωφεληθεί με ευχαρίστηση απ’ τις πολυάριθμες εκδουλεύσεις του, και θα τον είχε αντικαταστήσει αμέσως μ’ έναν
άλλον υπάλληλο, φτάνει να το απαιτούσαν ορισμένοι υπολογισμοί, έστω κι αν ήταν σχετικά
ασήμαντοι. Ήταν ακόμα ένας ηλικιωμένος και σημαντικός άρχοντας, σχεδόν συγγενής της Λιζαβέτας
Προκόφιεβνας, αν κι αυτό δεν ανταποκρινόταν με κανέναν τρόπο στην αλήθεια∙ άνθρωπος με
σημαντικό βαθμό και τίτλο, πλούσιος κι από τζάκι, γεροδεμένος και υγιέστατος, μέγας πολυλογάς,
που ‘χε μάλιστα τη φήμη ανθρώπου δυσαρεστημένου (αν κι εδώ που τα λέμε, με την πιο επιτρεπτή
έννοια της λέξης), ανθρώπου μάλιστα που στάζει χολή (όμως κι αυτό ακόμα τον έκανε ευχάριστο),
με τρόπους Άγγλων αριστοκρατών κι εγγλέζικα γούστα (σχετικά λόγου χάρη με το μισοψημένο ροσμπίφ, τα χάμουρα των αλόγων, τους λακέδες και τα τέτοια). Ήταν στενός φίλος του «αξιωματούχου», τον διασκέδαζε, κι επιπλέον η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα έτρεφε για κάποιον άγνωστο λόγο μια παράξενη ελπίδα πως αυτός ο ηλικιωμένος κύριος (άνθρωπος αρκετά
ελαφρόμυαλος και εν μέρει γυναικάς) θα ‘ρθει ένα ωραίο πρωί και θα χαρίσει την ευτυχία στην Αλεξάνδρα, ζητώντας την εις γάμον. Κάτω απ’ αυτό το ανώτερο κι αξιοσέβαστο στρώμα της συντροφιάς βρισκόταν το στρώμα των νεότερων καλεσμένων που δεν έλειπαν ωστόσο ούτε απ’ αυτούς η λάμψη και οι κομψές ιδιότητες. Εκτός απ’ τον πρίγκιπα Σ. και τον Ευγένιο Παύλοβιτς, στο στρώμα αυτό ανήκε κι ο γνωστός, ο γοητευτικός πρίγκιπας Ν., πρώην τρυφερός κατακτητής γυναικών όλης της Ευρώπης και νυν περίπου σαρανταπεντάρης που διατηρούσε ωστόσο το υπέροχο παρουσιαστικό του και ήξερε να τους κάνει όλους να κρέμονται απ’ το στόμα του όταν άρχιζε να διηγείται∙ άνθρωπος με μεγάλη περιουσία που ‘χε εδώ που τα λέμε, αρκετά κλονιστεί και άνθρωπος που έμενε τον περισσότερο καιρό στο Εξωτερικό—συνήθως. Ήταν τέλος και κάποιοι άλλοι που αποτελούσαν, θα μπορούσε να πει κανείς, ένα τρίτο στρώμα και που δεν ανήκαν αυτοί καθαυτοί στον «κλειστό κύκλο» της καλής κοινωνίας, που μπορούσες όμως, όπως ακριβώς και τους Επάντσιν, άγνωστο γιατί, να τους συναντήσεις σ’ αυτόν τον «κλειστό κύκλο». Από κάποιο τακτ, που το ‘χαν δεχτεί σαν κανόνα, οι Επάντσιν ανακάτευαν πάντα—στις σπάνιες περιπτώσεις που έδιναν μια δεξίωση κι έστελναν προσκλήσεις—την ανώτερη κοινωνία με ανθρώπους λιγότερο υψηλής τάξης, που ήταν οι διαλεκτοί αντιπρόσωποι «των μεσαίων στρωμάτων». Τους Επάντσιν τους παίνευαν μάλιστα γι’ αυτό κι έλεγαν πως καταλαβαίνουν τη θέση τους κι είναι άνθρωποι με τακτ, κι οι Επάντσιν περηφανεύονταν γι’ αυτή τη γνώμη. Ένας απ’ τους εκπροσώπους αυτών των μεσαίων τάξεων ήταν εκείνο το βράδυ ένας συνταγματάρχης, άνθρωπος σοβαρός, πολύ στενός φίλος του πρίγκιπα Σ.—αυτός τον έφερε στους Επάντσιν—άνθρωπος, εδώ που τα λέμε, πολύ λιγόλογος στις συναναστροφές∙ φορούσε στο δείχτη του δεξιού του χεριού ένα μεγάλο και φανταχτερό δαχτυλίδι που κατά πάσαν πιθανότητα θα ‘ταν αυτοκρατορικό δώρο. Ήταν, τέλος ακόμα κι ένας φιλόλογος ποιητής, γερμανικής καταγωγής, που έγραφε ρωσικά ποιήματα ωστόσο, κι επιπλέον ήταν κι ευπρεπέστατος, τόσο που μπορούσε να τον μπάσει κανείς άφοβα σ’ ένα αριστοκρατικό σαλόνι. Είχε γοητευτικό παρουσιαστικό, αν και, για κάποιο λόγο, ήταν κάπως αποκρουστικό∙ θα ‘ταν κάπου τριανταοχτώ χρονώ, ντυνόταν άψογα, ανήκε σε μια γερμανική οικογένεια στο έπακρο αστική, όμως και στο έπακρο ευυπόληπτη∙ ήξερε να εκμεταλλεύεται τις διάφορες ευκαιρίες για να πετυχαίνει την προστασία υψηλών προσώπων και να διατηρεί την εύνοιά τους. Κάποτε είχε μεταφράσει απ’ τα γερμανικά κάποιο σπουδαίο έργο κάποιου σπουδαίου Γερμανού ποιητή σε στίχους, διάλεξε σωστά σε ποιον ν’ αφιερώσει τη μετάφρασή του, ήξερε να περηφανευτεί για τη φιλία του μ’ ένα διάσημο Ρώσο ποιητή που ‘χε πεθάνει (υπάρχει ένα ολάκερο στρώμα συγγραφέων που τους αρέσει υπερβολικά να παρουσιάζονται δημοσίως και ενυπογράφως σα φίλοι διασήμων, πεθαμένων όμως,συγγραφέων) και τον είχε φέρει εδώ και λίγο μόλις καιρό στους Επάντσιν η σύζυγος του «γεροντάκου αξιωματούχου». Αυτή η μεγαλοκυρία είχε τη φήμη Μαικήνα των λογοτεχνών και των επιστημόνων και πραγματικά για κάνα δυο απ’ αυτούς είχε καταφέρει να τους βγάλουν σύνταξη—μέσω ορισμένων υψηλών προσώπων που αυτή επηρέαζε. Και πραγματικά, ήταν αρκετά σημαντική γυναίκα στο είδος της. Ήταν μια κυρία κάπου σαρανταπέντε χρονώ (πολύ νέα δηλαδή για γυναίκα ενός γεροντάκου σαν τον άντρα της), πρώην καλλονή, που της άρεσε και τώρα ακόμα—είναι μια μανία που την έχουν πολλές σαρανταπεντάρες κυρίες—να ντύνεται υπερβολικά επιδεικτικά∙ η εξυπνάδα της δεν ήταν μεγάλη κι οι λογοτεχνικές της γνώσεις πολύ αμφίβολες. Όμως, το να ‘ναι προστάτρια των λογοτεχνών, ήταν γι’ αυτή μια μανία της ίδιας ακριβώς ποιότητας όπως και η μανία του μεγάλου λούσου στις τουαλέτες της. Της είχαν αφιερώσει πολλά πρωτότυπα έργα και μεταφράσεις∙ δυο‐τρεις συγγραφείς, με την άδειά της, δημοσίεψαν τα γράμματα που της είχαν στείλει—γράμματα που πραγματεύονταν θέματα εξαιρετικής σημασίας… Κι όλη αυτή λοιπόν τη συντροφιά ο πρίγκιπας την πήρε για γερότατο νόμισμα, για καθαρό χρυσάφι, χωρίς καμιά πρόσμιξη.
Εξάλλου, όλοι αυτοί οι άνθρωποι, λες κι έγινε επίτηδες, ήταν εκείνο το βράδυ τρομερά
καλοδιάθετοι κι εξαιρετικά ευχαριστημένοι απ’ τον εαυτό τους. Όλοι ως τον τελευταίο, ήξεραν πως
κάνουν στους Επάντσιν μεγάλη τιμή με την επίσκεψή τους. Όμως, αλίμονο, ο πρίγκιπας ούτε που τις
υποπτευόταν κάτι τέτοιες φιοριτούρες. Δεν υποπτευόταν λόγου χάρη πως οι Επάντσιν, έχοντας υπ’
όψη τους ένα τόσο σοβαρό βήμα, όπως αυτό που θα ‘κρινε την τύχη της κόρης τους, δε θα τολμούσαν ποτέ να μην τον δείξουν αυτόν, τον πρίγκιπα Λέοντα Νικολάγιεβιτς, σ’ αυτόν το γεροντάκο αξιωματούχο που τον είχαν παραδεχτεί για προστάτη της οικογενείας τους. Ο γεροντάκος αξιωματούχος πάλι, μόλο που δε θα ταραζόταν καθόλου αν μάθαινε πως βρήκε τους Επάντσιν κι η τρομερότερη ακόμα συμφορά, θα το θεωρούσε το δίχως άλλο προσβολή του αν οι Επάντσιν αρραβώνιαζαν την κόρη τους χωρίς να ζητήσουν τη συμβουλή του και χωρίς, ούτως ειπείν,να πάρουν την άδειά του. Ο πρίγκιπας Ν., αυτός ο καλότατος, αυτός ο αναντίρρητα πνευματώδης και χρυσής καρδιάς άνθρωπος, δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία πως είναι κάτι σαν ήλιος που ‘χε ανατείλει κείνη τη νύχτα πάνω απ’ το σαλόνι των Επάντσιν. Τους θεωρούσε ασύγκριτα κατώτερούς του, κι αυτή ίσα‐ίσα η αγαθότατη κι ευγενέστατη σκέψη γεννούσε μέσα του την καταπληκτικά καλόκαρδη άνεση και τη φιλία και την αγάπη που μ’ αυτήν φερόταν σ’ αυτούς τους ίδιους τους Επάντσιν. Ήξερε πολύ καλά πως εκείνο το βράδυ είναι υποχρεωμένος να διηγηθεί το δίχως άλλο κάτι για να γοητέψει τη συντροφιά και προετοιμαζόταν γι’ αυτό με κάποια έμπνευση μάλιστα. Ο πρίγκιπας Λέων Νικολάγιεβιτς, που άκουσε αργότερα το ανέκδοτό του, ομολογούσε πως δεν είχε ακούσει ποτέ του τίποτα που να μοιάζει μ’ αυτό το σπινθηροβόλο χιούμορ, μ’ αυτή την καταπληκτική ευθυμία και την αφέλεια, τη σχεδόν συγκινητική στο στόμα ενός τέτοιου Δον Ζουάν όπως ήταν ο πρίγκιπας Ν.. Κι όμως, αν ήξερε μονάχα πόσο παλιό, πόσο τριμμένο ήταν αυτό το ανέκδοτο! Αν ήξερε πως το ‘χαν μάθει πια απ’ έξω και το ‘χαν βαρεθεί σ’ όλα τα σαλόνια και μονάχα
στους αθώους Επάντσιν παρουσιαζόταν και πάλι σα μια νουβοτέ, σα μια αναπάντεχη,
ειλικρινέστατη και σπινθηροβόλος ανάμνηση ενός λαμπρού και υπέροχου ανθρώπου! Τέλος, ακόμα
κι ο Γερμανάκος ποετάστρος, μόλο που φερόταν μ’ εξαιρετική ευγένεια και σεμνότητα, είχε φτάσει
σχεδόν κι αυτός να νομίζει πως έκανε τιμή σ’ αυτό το σπίτι με την επίσκεψή του. Ο πρίγκιπας όμως
δεν έβλεπε την άλλη όψη του νομίσματος. Αυτή τη συμφορά ίσα‐ίσα δεν είχε προβλέψει η Αγλαΐα.
Αυτή ήταν καταπληκτικά όμορφη κείνο το βράδυ. Κι οι τρεις δεσποινίδες ήταν τουαλεταρισμένες,
αν κι όχι με πολύ λούσο, και μάλιστα κάπως ιδιαίτερα χτενισμένες. Η Αγλαΐα καθόταν με τον Ευγένιο Παύλοβιτς και κουβέντιαζε μαζί του πολύ‐πολύ φιλικά κι αστειευόταν. Ο Ευγένιος Παύλοβιτς ήταν σοβαρότερος από άλλες φορές, ίσως από σεβασμό προς τους αξιωματούχους.
Άλλωστε, ήταν από καιρό γνωστός στους κοσμικούς κύκλους∙ ήταν κιόλας δικός τους άνθρωπος παρ’
όλο που ήταν νέος. Κείνο το βράδυ ήρθε στους Επάντσιν με πένθος στο καπέλο, και η
Μπελοκόνσκαγια τον παίνεψε για κείνο το πένθος: ένας άλλος κοσμικός ανιψιός, κάτω από
παρόμοιες συνθήκες, δε θα φορούσε ίσως πένθος για έναν τέτοιο θείο. Η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα
έμεινε κι αυτή ευχαριστημένη απ’ αυτό το πένθος, γενικά όμως φαινόταν υπερβολικά ταραγμένη. Ο
πρίγκιπας παρατήρησε πως η Αγλαΐα τον κοίταξε κάνα δυο φορές προσεκτικά και φαίνεται να ‘μεινε
ευχαριστημένη απ’ αυτόν. Λίγο‐λίγο γινόταν τρομερά ευτυχισμένος. Οι πρωινές «αβάσιμες»
σκέψεις κι οι φόβοι του (ύστερα απ’ τη συζήτηση με το Λέμπεντεβ) του φαίνονταν τώρα—καθώς τις
αναθυμόταν αναπάντεχα κάθε τόσο—ένας εφιάλτης, που δε θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί
ποτέ, ένας γελοίος εφιάλτης! (Κι από πριν ακόμα η πρώτη, αν και ασυνείδητη, επιθυμία του, όλη
κείνη την ημέρα, ήταν να τα καταφέρει κατά κάποιον τρόπο έτσι που να μην πιστέψει σ’ αυτόν τον
εφιάλτη!) Μίλαγε λίγο κι αυτό μονάχα όταν τον ρωτούσαν και τέλος σώπασε εντελώς, καθόταν μονάχα κι άκουγε, μα η αγαλλίασή του ήταν φανερή. Σιγά‐σιγά, προπαρασκευάστηκε μέσα του ένα κάτι σαν έμπνευση που ήταν έτοιμη να ξεσπάσει με την πρώτη ευκαιρία… Άρχισε να μιλάει τυχαία,απαντώντας σε μιαν ερώτηση και, θα ‘λεγε κανείς, χωρίς καμιάν ιδιαίτερη πρόθεση…

VII
ΚΑΘΩΣ Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ κοίταζε απολαμβάνοντας την Αγλαΐα που κουβέντιαζε εύθυμα με τον πρίγκιπα
Ν. και τον Ευγένιο Παύλοβιτς, άκουσε ξάφνου τον ηλικιωμένο αγγλομανή άρχοντα, που καθόταν στην άλλη γωνιά και κάτι διηγόταν ζωηρά στον «αξιωματούχο», να προφέρει τ’ όνομα του Νικολάι Αντρέγιεβιτς Παυλίστσεβ. Ο πρίγκιπας γύρισε αμέσως κατά το μέρος του κι άρχισε ν’ ακούει.
Γινόταν λόγος για τη σημερινή τάξη πραγμάτων και για κάτι ταραχές σε κάποια χτήματα
τσιφλικάδων στο κυβερνείο Λ…σκάγια. Τα όσα έλεγε ο αγγλομανής θα πρέπει να ‘χαν και κάτι το εύθυμο γιατί ο γεροντάκος άρχισε τέλος να γελάει με τη χολωμένη έξαψη του αφηγητή. Διηγόταν
δίχως ν’ ανεβοκατεβάζει τον τόνο της φωνής του, σέρνοντας κάπως γκρινιάρικα τις λέξεις και τονίζοντας απαλά τα φωνήεντα κι έλεγε για ποιο λόγο είχε αναγκαστεί, εξαιτίας ακριβώς των σημερινών συνθηκών, να πουλήσει ένα υπέροχο κτήμα του στο κυβερνείο Λ…σκάγια, δίχως να ‘χει μάλιστα και μεγάλη ανάγκη από χρήματα, να το πουλήσει μισοτιμής και ταυτόχρονα να διατηρήσει ένα κτήμα κατεστραμμένο, ένα κτήμα που του ‘φερνε ζημιά, επιβαρυμένο κιόλας με κάποια δίκη και να πληρώσει κι από πάνω γι’ αυτό το κτήμα. «Για ν’ αποφύγω τη δίκη για το κτήμα του Παυλίστσεβ,τους παράτησα κι έφυγα. Ακόμα κάνα δυο τέτοιες κληρονομιές και θα καταστραφώ τελείως∙ ωστόσο έπεφταν στο μερτικό μου τριάντα χιλιάδες στρέμματα υπέροχης γης!»
— Ακούς; Ο Ιβάν Πετρόβιτς είναι συγγενής του μακαρίτη του Νικολάι Αντρέγιεβιτς Παυλίστσεβ… Αν
δεν κάνω λάθος, έψαχνες για τους συγγενείς του,—είπε χαμηλόφωνα στον πρίγκιπα ο Ιβάν
Φιοντόροβιτς που βρέθηκε ξάφνου εκεί κοντά και πρόσεξε με πόση προσοχή άκουγε ο πρίγκιπας
την κουβέντα. Ως εκείνη τη στιγμή κουβέντιαζε με το στρατηγό‐προϊστάμενό του, από ώρα όμως είχε παρατηρήσει πως ο πρίγκιπας Λέων Νικολάγιεβιτς καθόταν απομονωμένος κι άρχισε ν’ανησυχεί∙ θέλησε να τον μπάσει ως ένα σημείο στην κουβέντα και με τον τρόπο αυτό να τον δείξει
και να τον συστήσει για δεύτερη φορά στα «υψηλά πρόσωπα».
— Το Λέοντα Νικολάγιεβιτς τον έχει αναθρέψει ο Νικολάι Αντρέγιεβιτς Παυλίστσεβ, ύστερα απ’ το
θάνατο των γονέων του,—είπε συναντώντας το βλέμμα του Ιβάν Πετρόβιτς.
— Λί‐αν ευχά‐ρι‐στον,—παρατήρησε εκείνος,—και το θυμάμαι πολύ καλά μάλιστα. Πριν από λίγο,
όταν μας σύστησε ο Ιβάν Φιοντόροβιτς, σας αναγνώρισα αμέσως. Η αλήθεια είναι πως λίγο
αλλάξατε στην όψη, μόλο που σας είχα δει παιδί, θα πρέπει να ήσαστε δέκα με έντεκα χρονών.
Υπάρχει κάτι στα χαρακτηριστικά σας που μου θυμίζει…
— Με είχατε δει παιδί;—ρώτησε ο πρίγκιπας με κάποιαν ασυνήθιστη έκπληξη.
— Ω, πάνε πολλά χρόνια από τότε,—εξακολούθησε ο Ιβάν Πετρόβιτς,—στο Ζλατοβέρχοβο όπου
μένατε τότε σε κάτι εξαδέρφες μου. Άλλοτε περνούσα αρκετά συχνά απ’ το Ζλατοβέρχοβο, δε με θυμάστε; Καθόλου απίθανο να μη με θυμάστε… Ήσαστε τότε… είχατε τότε κάποια αρρώστια, τόσο μάλιστα που μια φορά μου φανήκατε παράξενος…
— Δε θυμάμαι τίποτα!—βεβαίωσε με θέρμη ο πρίγκιπας.
Ύστερα από μερικές εξηγήσεις ακόμα, που δόθηκαν με μεγάλη ψυχραιμία απ’ τον Ιβάν Πετρόβιτς
και με μια καταπληκτική ταραχή απ’ τον πρίγκιπα, αποδείχτηκε πως οι δύο αρχόντισσες, οι γεροντοκόρες συγγένισσες του μακαρίτη του Παυλίστσεβ που έμεναν στο κτήμα του στο
Ζλατοβέρχοβο και που σ’ αυτές ο Παυλίστσεβ είχε εμπιστευθεί την ανατροφή του πρίγκιπα, ήταν και ξαδέρφες του Ιβάν Πετρόβιτς. Ο Ιβάν Πετρόβιτς, όπως κι όλοι οι άλλοι, δεν μπορούσε να δώσει καμιάν εξήγηση σχετικά με τις αιτίες που έκαναν τον Παυλίστσεβ να φροντίζει τόσο το μικρό πρίγκιπα, τον αναθρεφτό του. «Άλλωστε είχα ξεχάσει τότε να ενδιαφερθώ γι’ αυτά τα πράγματα»,είπε ο Ιβάν Πετρόβιτς∙ αποδείχτηκε όμως πως είχε περίφημη μνήμη γιατί θυμήθηκε ακόμα και το πόσο αυστηρή ήταν με το μικρό αναθρεφτό η μεγαλύτερη ξαδέρφη, η Μάρθα Νικήτισνα, «τόσο μάλιστα που ήρθα μια φορά στα λόγια εξαιτίας σας για το παιδαγωγικό της σύστημα διότι όταν δέρνει κανείς συνεχώς ένα άρρωστο παιδί με τη βέργα—αυτό πια… παραδεχτείτε το και σεις…»∙ και πόσο στοργικά φερόταν απεναντίας στο φτωχό παιδί η μικρότερη ξαδέλφη, η Ναταλία Νικήτισνα…
«Και οι δυο τους τώρα,—εξήγησε παρακάτω ο Ιβάν Πετρόβιτς,—κατοικούν στο κυβερνείο
Μ…σκάγια (δεν ξέρω μονάχα αν βρίσκονται ακόμα εν τη ζωή) όπου κληρονόμησαν απ’ τον
Παυλίστσεβ ένα αξιόλογο κτηματάκι. Αν δεν κάνω λάθος, η Μάρθα Νικήτισνα ήθελε να κλειστεί σε
μοναστήρι∙ ωστόσο, δεν είμαι και πολύ σίγουρος∙ μπορεί να τ’ άκουσα αυτό για καμιάν άλλη… ναι,
τ’ άκουσα τις προάλλες για τη γυναίκα του γιατρού…»
Ο πρίγκιπας τ’ άκουσε όλ’ αυτά με μάτια που έλαμπαν από ενθουσιασμό και κατάνυξη. Με
ασυνήθιστη θέρμη, δήλωσε αμέσως πως δε θα συγχωρέσει ποτέ τον εαυτό του που τους έξι αυτούς
μήνες, ενώ ταξίδεψε στις επαρχίες του Εσωτερικού, δεν μπόρεσε να βρει καιρό να επισκεφτεί τις κυρίες που τον ανάθρεψαν. «Κάθε μέρα έλεγε να πάει κι όλο οι περιστάσεις τον ανάγκαζαν να το
αναβάλλει… έστω όμως και τώρα… δίνει στον εαυτό του το λόγο του… να πάει το δίχως άλλο…έστω και στο κυβερνείο Μ…σκάγια. Ώστε την ξέρετε λοιπόν τη Ναταλία Νικήτισνα; Τι υπέροχη, τι αγία ψυχή! Μα κι η Μάρθα Νικήτισνα… να με συγχωρείτε, αλλά νομίζω πως κάνετε λάθος για τη Μάρθα Νικήτισνα! Ήταν αυστηρή μα… και πώς να μη χάσει λοιπόν την υπομονή της… μ’ έναν τέτοιο ηλίθιο όπως ήμουν τότε εγώ (χι! χι!). Γιατί τότε εγώ ήμουν ολότελα ηλίθιος, δε θα το πιστέψετε (χα!χα!). Άλλωστε. .. άλλωστε, με είδατε πώς ήμουν τότε και… Πώς λοιπόν δε σας θυμάμαι, μπορείτε να μου το εξηγήσετε; Ώστε εσείς… αχ, Θεέ μου, μα είναι λοιπόν δυνατό να είστε πράγματι συγγενής του Νικολάι Αντρέγιεβιτς Παυλίστσεβ;»
— Σας το δια‐βε‐βαι‐ώ,—χαμογέλασε ο Ιβάν Πετρόβιτς καθώς περιεργαζόταν τον πρίγκιπα.
— Ω, δεν το είπα επειδή… αμφιβάλλω… και, επιτέλους, είναι ποτέ δυνατό ν’ αμφιβάλλει κανείς (χε!χε!)… έστω και στο ελάχιστο; Δηλαδή κυριολεκτικώς, έστω και τόσο δα!! (χε! χε!) Το λέω γιατί ο μακαρίτης ο Νικολάι Αντρέιτς Παυλίστσεβ ήταν τόσο υπέροχος άνθρωπος! Τόσο γενναιόφρων, σας διαβεβαιώ!
Ο πρίγκιπας όχι πως λαχάνιαζε μα, για να το πούμε έτσι, «πνιγόταν μέσα στην υπέροχη καρδιά του»
όπως είπε την άλλη μέρα το πρωί η Αδελαΐδα κουβεντιάζοντας με τον αρραβωνιαστικό της, τον πρίγκιπα Σ..
— Αχ, Θεέ μου!—γέλασε ο Ιβάν Πετρόβιτς,—γιατί λοιπόν να μην μπορώ να είμαι συγγενής ακόμα κι
ενός γενναιο‐φρονεστάτου ανθρώπου;
— Αχ, Θεέ μου!—φώναξε ο πρίγκιπας ντροπιασμένος κι άρχισε να βιάζεται, να ενθουσιάζεται όλο
και περισσότερο,—εγώ… είπα και πάλι μια βλακεία, μα… έτσι ακριβώς έπρεπε να γίνει γιατί εγώ…
εγώ… εγώ… σα να μου φαίνεται πως πάλι τα μπέρδεψα! Μα και τι σχέση έχω τώρα εγώ, πέστε μου
παρακαλώ, όταν γίνεται λόγος για τέτοια συμφέροντα… για τόσο τεράστια συμφέροντα! Και σε σύγκριση μ’ έναν τόσο γενναιοφρονέστατο άνθρωπο, γιατί, μα το Θεό, ήταν γενναιοφρονέστατος άνθρωπος, ψέματα; Ψέματα;
Ο πρίγκιπας έτρεμε μάλιστα σύγκορμος. Γιατί τον είχε πιάσει ξάφνου τέτοια ταραχή, γιατί είχε ενθουσιαστεί έτσι παράφορα, εντελώς δίχως κανένα λόγο, στα καλά καθούμενα και, θα ‘λεγες, κατά τρόπο εντελώς δυσανάλογο με το θέμα της συζήτησης;—αυτό θα ‘ταν δύσκολο να το εξηγήσει κανείς. Τέτοια όμως ήταν η ψυχική του διάθεση κι ένιωθε μάλιστα κείνη τη στιγμή την πιο φλογερή κι αισθηματική ευγνωμοσύνη που τη χρωστούσε σε κάποιον, για κάτι—ίσως‐ίσως και στον Ιβάν Πετρόβιτς, ίσως‐ίσως και σ’ όλους τους καλεσμένους γενικά. Έλιωνε από ευτυχία. Ο Ιβάν Πετρόβιτς άρχισε τέλος να τον κοιτάζει προσεχτικότερα. Πολύ προσεχτικά τον κοίταζε κι ο «αξιωματούχος». Η Μπελοκόνσκαγια κάρφωσε στον πρίγκιπα το θυμωμένο βλέμμα της κι έσφιξε τα χείλη της. Ο πρίγκιπας Ν., ο Ευγένιος Παύλοβιτς, ο πρίγκιπας Σ., οι κοπέλες, όλοι διέκοψαν την κουβέντα τους κι άκουγαν. Η Αγλαΐα φαινόταν τρομαγμένη. Όσο για τη Λιζαβέτα Προκόφιεβνα, τα χρειάστηκε για τα καλά. Παράξενες ήταν κι αυτές—οι κόρες με τη μαμάκα τους. Το ‘χαν πει και το ‘χαν αποφασίσει πως το καλύτερο θα ‘ταν να κάτσει ο πρίγκιπας όλο το βράδυ χωρίς να βγάλει λέξη, μόλις όμως τον είδαν στη γωνιά, εντελώς απομονωμένο κι απόλυτα ευχαριστημένο με την τύχη του, ανησύχησαν αμέσως. Η Αλεξάνδρα σκόπευε κιόλας να πάει κοντά του, διασχίζοντας όλο το δωμάτιο και να τον πάρει με την παρέα τους, δηλαδή στη συντροφιά του πρίγκιπα Ν. κοντά στην Μπελοκόνσκαγια. Και να που μόλις άρχισε να μιλάει ο πρίγκιπας, ανησύχησαν ακόμα περισσότερο.
— Το ότι ήταν υπεροχότατος άνθρωπος, σ’ αυτό έχετε δίκιο, πρόφερε επιβλητικά ο Ιβάν Πετρόβιτς,
χωρίς να χαμογελάει πια,—ναι, ναι… ήταν υπέροχος άνθρωπος! Υπέροχος κι άξιος,—πρόσθεσε
αφού σώπασε για λίγο.—Άξιος μάλιστα, μπορώ να πω, κάθε σεβασμού,—πρόσθεσε ακόμα πιο
επιβλητικά ύστερα από μια τρίτη παύση,—και… και είναι μάλιστα πολύ ευχάριστο να βλέπει κανείς
ότι εσείς…
— Μ’ αυτόν τον Παυλίστσεβ ήταν που έγινε μια ιστορία… παράξενη… με τον αβά… με τον αβά…ξέχασα με ποιον αβά, κάτι έλεγαν όμως τότε όλοι,—πρόφερε σαν κάτι ν’ αναθυμόταν ο «αξιωματούχος».
— Με τον αβά Γκουρό, τον ιησουίτη,—του θύμισε ο Ιβάν Πετρόβιτς.—Ναι, να πού καταντάνε οι υπεροχότατοι κι οι αξιότατοι άνθρωποί μας! Διότι όπως και να το πάρεις, ήταν άνθρωπος από μεγάλο τζάκι, με περιουσία, αυλικός ακόλουθος και αν… εξακολουθούσε να υπηρετεί… Και να που παρατάει ξαφνικά την υπηρεσία του, τα παρατάει όλα για να γίνει καθολικός, να γίνει ιησουίτης και μάλιστα σχεδόν ανοιχτά, μ’ ενθουσιασμό θα ‘λεγε κανείς. Μα την αλήθεια, καλά που πέθανε σε λίγο… τότε όλοι έλεγαν πως…
Ο πρίγκιπας ήταν εκτός εαυτού.
— Ο Παυλίστσεβ… ο Παυλίστσεβ έγινε καθολικός; Είναι αδύνατο!—φώναξε με φρίκη.
— Ε, το «είναι αδύνατο!»—πρόφερε με πολύ ύφος ο Ιβάν Πετρόβιτς,—αυτό πια είναι μια έκφραση
υπερβολική και παραδεχτείτε το και σεις, αγαπητέ μου πρίγκηψ… Εδώ που τα λέμε, εκτιμάτε τόσο
πολύ το μακαρίτη… πραγματικά ήταν καλότατος άνθρωπος και σ’ αυτήν ακριβώς την καλοσύνη του
αποδίδω κατ’ αρχήν την επιτυχία εκείνου του τσαρλατάνου του Γκουρό. Ρωτείστε όμως εμένα,εμένα, πόσα τρεχάματα και φασαρίες είχα αργότερα εξαιτίας όλων αυτών… με κείνον τον ίδιο Γκουρό που λέμε! Φανταστείτε,—γύρισε ξάφνου στον γεροντάκο,—θέλησαν μάλιστα να εγείρουν αξιώσεις σχετικά με την κληρονομιά κι αναγκάστηκα τότε να καταφύγω στα πιο… θέλω να πω στα πιο σύντονα μέτρα—για να τους βάλω στη θέση τους… γιατί είναι μαστόροι σε κάτι τέτοια! Κα‐τα‐πλη‐κτι‐κοί! Όμως, δόξα τω Θεώ, όλ’ αυτά γίνονταν στη Μόσχα, πήγα αμέσως στον κόμη και τους…
βάλαμε μυαλό.
— Δε θα το πιστέψετε πόσο με πικράνατε και με καταπλήξατε μ’ όλ’ αυτά!—ξαναφώναξε ο
πρίγκιπας.
— Λυπάμαι∙ ουσιαστικά όμως, εδώ που τα λέμε μεταξύ μας, δεν επρόκειτο για κάτι σοβαρό κι όλα
θα τέλειωναν χωρίς πολλές συνέπειες όπως πάντα∙ είμαι σίγουρος. Το περασμένο καλοκαίρι,—γύρισε πάλι στον γεροντάκο,—άκουσα να λένε πως κι η κόμισσα Κ. μπήκε σε κάποιο καθολικό μοναστήρι στο Εξωτερικό∙ οι συμπατριώτες μας φαίνεται να χάνουν κάθε δύναμη αντιστάσεως,όταν μια φορά πέσουν στα χέρια αυτών των… τυχοδιωκτών… ιδιαίτερα στο Εξωτερικό.
— Όλ’ αυτά έχουν, νομίζω, την αιτία τους στην… κόπωσή μας,—ψεύδισε με πολύ κύρος ο
γεροντάκος.—Ε, είναι κι ο τρόπος που κηρύττουν… πολύ κομψός, ιδιόρρυθμος… και ξέρουν να σε
τρομάξουν κιόλας. Και μένα επίσης με τρόμαξαν το τριάντα δύο στη Βιέννη—ναι, σας βεβαιώ,μονάχα που εγώ δεν υπέκυψα και τους το ‘σκασα, χα‐χα! Έτσι που το λέω έγινε: τους το ‘σκασα.
— Έχω ακουστά, πατερούλη, πως το ‘σκασες τότε απ’ τη Βιέννη και πήγες στο Παρίσι μαζί με την
ωραία κόμισσα Λιβίτσκαγια, παράτησες και τη θέση σου και δε φοβήθηκες κανέναν ιησουίτη,—ανακατεύτηκε ξάφνου στη συζήτηση η Μπελοκόνσκαγια.
— Μα ναι, απ’ τον ιησουίτη το ‘σκασα, όπως και να το πάρεις, εγώ απ’ τον ιησουίτη το ‘χα σκάσει!—
βιάστηκε να πει ο γεροντάκος γελώντας με την ευχάριστη ανάμνηση.—Φαίνεστε να είστε πολύ θρήσκος, τόσο που σπάνια συναντά κανείς νέους σαν και σας,—γύρισε στοργικά στον πρίγκιπα Λέοντα Νικολάγιεβιτς που άκουγε με το στόμα ανοιχτό και δεν έλεγε να συνέλθει απ’ την κατάπληξή του. Ήταν φανερό πως ο γέρος ήθελε να γνωρίσει καλύτερα τον πρίγκιπα∙ για ορισμένους λόγους του ‘χε κινήσει ιδιαίτερα το ενδιαφέρον.
— Ο Παυλίστσεβ ήταν ένα φωτεινό μυαλό και χριστιανός, πραγματικός χριστιανός,—πρόφερε
ξάφνου ο πρίγκιπας,—πώς μπόρεσε λοιπόν να υποταχτεί σε μια πίστη… μη χριστιανική; Ο
καθολικισμός λίγο διαφέρει από μια πίστη μη χριστιανική!—πρόσθεσε ξαφνικά και τα μάτια του άστραψαν καθώς τους κοίταξε όλους ένα γύρω.
— Ε, αυτό πάει πολύ,—μουρμούρισε ο γεροντάκος και κοίταξε απορημένος τον Ιβάν Φιοντόροβιτς.
— Πώς είναι μη χριστιανική πίστη ο καθολικισμός;—ανακάθισε στην καρέκλα του ο Ιβάν
Πετρόβιτς.—Και τι είναι λοιπόν;
— Πρώτον, είναι πίστη μη χριστιανική!—ξανάρχισε να λέει ο πρίγκιπας τρομερά ταραγμένος,
τονίζοντας με δυσανάλογη έμφαση τα λόγια του.—Πρώτον αυτό, και δεύτερον ο καθολικισμός της
Ρώμης είναι χειρότερος κι απ’ τον αθεϊσμό∙ αυτή είναι η γνώμη μου! Μάλιστα! Αυτή είναι η γνώμη
μου! Ο αθεϊσμός κηρύττει μονάχα το μηδέν, ο καθολικισμός όμως προχωρεί πιο πέρα ακόμα:
κηρύττει ένα διαστρεβλωμένο Χριστό, ένα Χριστό που τον έχει κατασυκοφαντήσει και καθυβρίσει,
ένα Χριστό αντίθετο του Χριστού! Κηρύττει τον Αντίχριστο, σας ορκίζομαι, σας βεβαιώ! Αυτή είναι
μια προσωπική και πολύ παλιά μου πεποίθηση και μ’ έχει καταβασανίσει και μένα τον ίδιο… Ο καθολικισμός της Ρώμης πιστεύει πως χωρίς την παγκόσμια κρατική εξουσία η Εκκλησία δε θα μπορέσει να κρατηθεί όρθια στη γη και φωνάζει: Non possumus! (Δεν μπορούμε). Κατά τη γνώμη μου ο καθολικισμός της Ρώμης δεν είναι καν μια πίστη μα είναι απλώς και μόνον η συνέχεια της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και τα πάντα είναι υποταγμένα σ’ αυτή την ιδέα της Αυτοκρατορίας, αρχίζοντας απ’ την πίστη. Ο Πάπας άρπαξε γη, έκατσε σε γήινο θρόνο και πήρε το ξίφος στα χέρια του. Από τότε δεν έχει αλλάξει τίποτα, μονάχα που στο ξίφος πρόσθεσαν και το ψεύδος, τη ραδιουργία, την απάτη, το φανατισμό, την πρόληψη, το έγκλημα, έπαιξαν με τα πιο άγια, τα πιο δίκαια, τα πιο αγνά, τα πιο φλογερά αισθήματα του λαού, όλα, όλα τα πρόδωσαν για να καρπωθούν χρήματα, για να κερδίσουν την ανάξια γήινη εξουσία. Δεν είναι λοιπόν όλ’ αυτά διδασκαλία του Αντίχριστου; Πώς να μην ξεφύτρωνε από κει ο αθεϊσμός; Ο αθεϊσμός από κει έχει πηγάσει, απ’ τον ρωμαιοκαθολικισμό! Ο αθεϊσμός, πριν απ’ όλα, άρχισε απ’ αυτούς τους ίδιους:
μπορούσαν ποτέ να πιστέψουν οι ίδιοι στον εαυτό τους; Τον έκανε και ρίζωσε η αποστροφή που
ένιωσε ο κόσμος γι’ αυτούς∙ είναι συνέχεια του ψεύδους τους και της πνευματικής τους αδυναμίας!
Ο αθεϊσμός! Σε μας εδώ προς το παρόν μονάχα σε ορισμένους κύκλους συναντάται η απιστία, σ’αυτούς που έχασαν τις ρίζες τους—όπως το ‘πε πολύ ωραία ο Ευγένιος Παύλοβιτς τις προάλλες.
Εκεί, όμως, στην Ευρώπη, αρχίζουν κιόλας να μην πιστεύουν τρομακτικές μάζες λαού—στην αρχή
από άγνοια και ψεύδος και τώρα πια από φανατισμό, από μίσος για την Εκκλησία και το
Χριστιανισμό!
Ο πρίγκιπας σταμάτησε να πάρει ανάσα. Μιλούσε πάρα πολύ γρήγορα. Ήταν χλομός και λαχάνιαζε.
Όλοι γύρω κοίταζαν ο ένας τον άλλον∙ όμως, τέλος, ο γεροντάκος άρχισε να γελάει μ’ όλη του την
καρδιά. Ο πρίγκιπας Ν. έβγαλε τα λορνιόν του και κάρφωσε το βλέμμα του στον πρίγκιπα. Ο Γερμανός ποετάστρος ξεγλίστρησε απ’ τη γωνιά του και πλησίασε προς το μέρος του τραπεζιού χαμογελώντας μοχθηρά.
— Υπερβάλλετε πολύ,—έσυρε τα λόγια του ο Ιβάν Πετρόβιτς με κάποια πλήξη και μάλιστα με κάποια συστολή,—η εκεί Εκκλησία έχει εκπροσώπους που είναι άξιοι κάθε σεβασμού… και πολύ ενά‐ρε‐τοι…
— Μα εγώ δε μίλησα καθόλου για ορισμένους εκπροσώπους της Εκκλησίας. Εγώ μίλησα για τον καθολικισμό της Ρώμης και την ουσία του, για τη Ρώμη λέω. Είναι ποτέ δυνατό να εξαφανιστεί τελείως η Εκκλησία; Εγώ ποτέ δεν είπα κάτι τέτοιο!
— Σύμφωνος, όλ’ αυτά ωστόσο είναι γνωστά και μάλιστα δε χρειάζεται να… είναι θέμα για θεολόγους…
— Ω, όχι, όχι! Όχι μονάχα για θεολόγους, σας βεβαιώ πως όχι! Μας αφορά πολύ πιο άμεσα απ’ όσο
νομίζετε. Αυτό ίσα‐ίσα είναι το λάθος μας, πως δεν μπορέσαμε ακόμα να δούμε ότι η υπόθεση αυτή
δεν είναι της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Θεολογίας! Γιατί κι ο σοσιαλισμός είναι γέννημα του
καθολικισμού και της ουσίας του καθολικισμού! Κι αυτός, όπως κι ο αδερφός του ο αθεϊσμός,προήλθε απ’ την απελπισία, σα μια αντίδραση στον καθολικισμό στο ηθικό πεδίο, για ν’αντικαταστήσει αυτός τη χαμένη ηθική εξουσία της θρησκείας, για να σβήσει την ψυχική δίψα της καταδιψασμένης ανθρωπότητας και να τη σώσει όχι με το Χριστό, μα κι αυτός με τη βία! Κι αυτός
επίσης είναι η ελευθερία μέσω της βίας κι αυτός επίσης είναι η ένωση μέσω του ξίφους και του αίματος! «Μην τολμήσεις να πιστέψεις στο Θεό, μην τολμήσεις να έχεις ιδιοκτησία, μην τολμήσεις να έχεις προσωπικότητα, fraternité ou la mort, (αδελφότητα ή θάνατος), δυο εκατομμύρια κεφάλια!» Εκ των έργων των τους εγνωρίσατε—κατά το ρηθέν! Και μη νομίσετε πως όλ’ αυτά ήταν τόσο αθώα κι ακίνδυνα για μας∙ ω, χρειάζεται μια αντίδραση από μέρος μας και το γρηγορότερο, το γρηγορότερο! Πρέπει ν’ αναλάμψει ενάντια στη Δύση ο δικός μας ο Χριστός που εμείς τονδιατηρήσαμε ενώ εκείνοι δεν τον έχουν καν γνωρίσει! Να μην πέφτουμε δουλικά στο δόλωμα των
ιησουιτών μα να τους φέρουμε το δικό μας, το ρωσικό πολιτισμό∙ πρέπει τώρα να σταθούμε μπροστά τους και να μη λένε πια στη χώρα μας πως το κήρυγμά τους είναι κομψό, όπως είπε κάποιος πριν από λίγο…
— Μα επιτρέψτε μου λοιπόν, επιτρέψτε μου,—ανησύχησε τρομερά ο Ιβάν Πετρόβιτς κοιτάζοντας
γύρω του κι αρχίζοντας μάλιστα να δειλιάζει,—όλες οι σκέψεις σας είναι φυσικά αξιέπαινες και πλήρεις πατριωτισμού, όλ’ αυτά όμως είναι εις το έπακρον υπερβολικά και… Το καλύτερο μάλιστα θα ‘ταν ν’ αλλάξουμε θέμα…
— Όχι, δεν είναι υπερβολικά, εντελώς το αντίθετο μάλιστα∙ το αντίθετο ακριβώς διότι δεν έχω τη
δύναμη να εκφραστώ όπως θα ‘πρεπε μα…
— Μα ε‐πι‐τρέ‐ψτε μου!
Ο πρίγκιπας σώπασε. Καθόταν με όρθιο το κορμί στην καρέκλα και κοίταζε ακίνητος, με φλογερό
βλέμμα, τον Ιβάν Πετρόβιτς.
— Μου φαίνεται πως σας έκανε υπερβολική εντύπωση η περίπτωση με τον ευεργέτη σας,—
παρατήρησε στοργικά ο γεροντάκος χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του.—Ίσως η έξαψή σας να οφείλεται… στη μόνωση. Αν είχατε ζήσει περισσότερο με κόσμο, μέσα στην κοινωνία, (όπου θα χαρούν πολύ, ελπίζω, απ’ τη συντροφιά σας γιατί είστε ένας υπέροχος νέος) τότε φυσικά θα καταπέσει ο ενθουσιασμός σας και θα δείτε πως όλ’ αυτά είναι πολύ απλούστερα… κι εξάλλου κάτι τέτοιες σπάνιες περιπτώσεις… συμβαίνουν κατά τη γνώμη μου εν μέρει από κόρο και εν μέρει… από πλήξη…
— Ακριβώς, ακριβώς, έχετε απόλυτο δίκιο,—φώναξε ο πρίγκιπας,—υπεροχότατη σκέψη! Από
πλήξη, μάλιστα! Όχι από κόρο, μα απεναντίας από δίψα… όχι από κόρο, σ’ αυτό πέσατε έξω! Όχι
μονάχα από δίψα μα από φλογερή λαχτάρα, από πυρετική δίψα! Και… και μη νομίσετε πως είναι
τόσο ελάχιστες, οι περιπτώσεις που μπορεί κανείς να γελάει, με συγχωρείτε, αλλά πρέπει να ξέρει
κανείς να προαισθάνεται! Οι δικοί μας, μόλις φτάσουν στην όχθη, μόλις πιστέψουν πως είναι όχθη,
χαίρονται τόσο που έφτασαν σ’ αυτή την όχθη, ώστε τραβάνε αμέσως ως τα τελευταία όρια∙ γιατί
συμβαίνει αυτό; Τώρα λόγου χάρη απορείτε με τον Παυλίστσεβ, τ’ αποδίδετε όλα στην τρέλα του ή
στην καλοσύνη του, δεν είναι έτσι όμως! Κι όχι μονάχα εμείς, μα κι ολάκερη η Ευρώπη μένει κατάπληκτη με τη ρούσικη παραφορά μας∙ ο Ρώσος, αν ασπαστεί τον καθολικισμό, θα γίνει το δίχως άλλο ιησουίτης και μάλιστα απ’ τους πιο καταχθόνιους∙ αν γίνει αθεϊστής, θ’ αρχίσει το δίχως άλλο ν’ απαιτεί το ξερίζωμα της πίστης στο Θεό με τη βία, δηλαδή ακόμα και με το ξίφος! Γιατί συμβαίνει αυτό, γιατί τον πιάνει αμέσως ένας τέτοιος φανατισμός; Είναι δυνατό να μην το ξέρετε; Είναι γιατί βρήκε μια πατρίδα, που δεν μπόρεσε να διακρίνει εδώ, και χάρηκε. Βρήκε την όχθη, πάτησε σε στεριά κι έπεσε κάτω να φιλήσει το χώμα! Γιατί βέβαια δεν είναι μονάχα η ματαιοδοξία που φταίει,δε γίνονται μονάχα από κακά ματαιόδοξα αισθήματα οι Ρώσοι αθεϊστές κι οι Ρώσοι ιησουίτες μα από πόνο ψυχικό, από ψυχική δίψα, από νοσταλγία για ένα ιδανικό, για μια στέρεη όχθη, για μια πατρίδα που έπαψαν να πιστεύουν σ’ αυτήν γιατί δεν την είχαν γνωρίσει ποτέ! Κι είναι τόσο εύκολο να γίνει αθεϊστής ο Ρώσος∙ γίνεται πιο εύκολα από κάθε άλλον στον κόσμο! Κι οι δικοί μας δε γίνονται απλά και σκέτα αθεϊστές μα το δίχως άλλο φτάνουν να π ι σ τ έ ψ ο υ ν στον αθεϊσμό, σα να ‘ταν μια καινούργια πίστη, χωρίς να το προσέξουν καθόλου πως πίστεψαν στο μηδέν. Τόσο μεγάλη είναι η δίψα μας! «Όποιος δεν έχει έδαφος κάτω απ’ τα πόδια του, δεν έχει μήτε Θεό». Δεν είναι δική μου φράση αυτή. Είναι φράση ενός εμπόρου παλαιόθρησκου που τον συνάντησα όταν ταξίδευα. Η αλήθεια είναι πως δεν το ‘πε έτσι, το διατύπωσε ως εξής: «Όποιος απαρνήθηκε την πάτρια γη απαρνήθηκε και το Θεό του». Φτάνει μονάχα να σκεφτεί κανείς πως εδώ στην πατρίδα μας, άνθρωποι τρομερά μορφωμένοι έφτασαν να γίνουν ακόμα και αυτομαστιγούμενοι… Κι άλλωστε, κατά τι είναι χειρότερη η αίρεση των αυτομαστιγούμενων απ’ το μηδενισμό, τον ιησουϊτισμό και τον αθεϊσμό; Ίσως‐ίσως μάλιστα να ‘χει και περισσότερο βάθος! Να ως πού έφτανε όμως καμιά φορά η νοσταλγική λαχτάρα που έλεγα! Αποκαλύψτε στους φρυγμένους από δίψα συντρόφους του Κολόμβου τις ακρογιαλιές του «Νέου Κόσμου», αποκαλύψτε στο Ρώσο το ρωσικό «Κόσμο», δώστε του τη δυνατότητα να βρει αυτό το χρυσάφι, το θησαυρό που είναι κρυμμένος μέσα στη γη και δεν τον βλέπει! Δείξτε του στο μέλλον την ανανέωση όλης της ανθρωπότητας και την ανάστασή της με μόνη ίσως‐ίσως τη ρωσική σκέψη, με το ρωσικό Θεό και το Χριστό και θα δείτε τι παντοδύναμος γίγας, τι δίκαιος, σοφός και μειλίχιος γίγας θα ορθωθεί μπροστά στον κατάπληκτο κόσμο, τον κατάπληκτο και τρομαγμένο, γιατί αυτοί περιμένουν από μας μονάχα το ξίφος, το ξίφος και τη βία, γιατί κρίνοντας απ’ τον εαυτό τους δεν μπορούν να μας φανταστούν δίχως βαρβαρότητα.Κι αυτό γίνεται ως τα τώρα, κι αυτό όσο πάει χειροτερεύει! Και…
Εκείνη τη στιγμή όμως έγινε ένα επεισόδιο και ο λόγος του ρήτορα κόπηκε στη μέση με τον πιο απροσδόκητο τρόπο.
Όλη αυτή η πυρετική τιράντα, όλη αυτή η πλημμύρα των γεμάτων πάθος και ταραχή λέξεων και των
απειθάρχητα ενθουσιαστικών σκέψεων, που συνωστίζονταν, θα ‘λεγε κανείς, μέσα σ’ έναν κυκεώνα
και πηδούσαν η μια πάνω απ’ την άλλη, όλ’ αυτά προμηνούσαν κάτι επικίνδυνο, κάτι ιδιαίτερο στην
ψυχική διάθεση αυτού του νέου που ‘χε αρχίσει να κοχλάζει έτσι αναπάντεχα, φαινομενικά χωρίς
κανένα λόγο. Απ’ τους παρόντες στο σαλόνι, όλοι όσοι ήξεραν τον πρίγκιπα, απορούσαν
τρομαγμένοι (και μερικοί με ντροπή τους) για τούτα τα καμώματά του που έρχονταν τόσο πολύ σε
αντίθεση με τον παντοτινό, το δειλό μάλιστα συγκρατημό του, με το σπάνιο κι εξαιρετικό τακτ που
είχε σε ορισμένες περιπτώσεις και με την ανώτερη από ένστικτο ευπρέπειά του∙ τους ήταν αδύνατο
να καταλάβουν ποιος ήταν ο λόγος και έγιναν όλ’ αυτά: δεν μπορούσε βέβαια να ήταν αιτία η πληροφορία για τον Παυλίστσεβ. Απ’ τη γωνιά των κυριών, τον κοίταζαν σαν άνθρωπο που τρελάθηκε κι η Μπελοκόνσκαγια ομολόγησε αργότερα πως «ένα λεπτό ακόμα και θα το ‘βαζε στα πόδια». Τα «γερόντια» δεν μπορούσαν να συνέλθουν απ’ την πρώτη κατάπληξη∙ ο στρατηγός‐προϊστάμενος κοίταζε ενοχλημένος και αυστηρός απ’ την καρέκλα του. Ο συνταγματάρχης καθόταν τελείως ακίνητος. Ο Γερμανάκος χλόμιασε, εξακολουθούσε όμως ακόμα να χαμογελάει με το ψεύτικο χαμόγελό του, κοιτάζοντας κάθε τόσο τους άλλους για να δει πώς θ’ αντιδράσουν.
Άλλωστε, όλ’ αυτά και «όλο το σκάνδαλο» θα μπορούσαν να τελειώσουν με τον πιο συνηθισμένο
και φυσικό τρόπο, ίσως μάλιστα το επόμενο ακριβώς λεπτό∙ ο Ιβάν Φιοντόροβιτς, που ‘χε μείνει κι
αυτός κατάπληκτος μα που συνήλθε πριν απ’ τους άλλους, είχε δοκιμάσει κιόλας αρκετές φορές να
σταματήσει τον πρίγκιπα∙ μην έχοντας καταφέρει τίποτα, βάδιζε κιόλας προς το μέρος του με ξεκάθαρους σκοπούς και πολλήν αποφασιστικότητα. Ένα λεπτό ακόμα και, αν γινόταν ανάγκη, θα τ’
αποφάσιζε ίσως‐ίσως να βγάλει φιλικά τον πρίγκιπα απ’ το σαλόνι με τη δικαιολογία πως είναι άρρωστος, πράγμα που μπορεί να ‘ταν και αλήθεια∙ κι ο Ιβάν Φιοντόροβιτς το πίστευε μέσα του…
Τα πράγματα όμως πήραν άλλη τροπή.
Απ’ την αρχή ακόμα, μόλις μπήκε ο πρίγκιπας στο σαλόνι, έκατσε όσο μπορούσε πιο μακριά απ’ το
κινέζικο βάζο που μ’ αυτό τον είχε φοβίσει τόσο η Αγλαΐα. Είναι ποτέ δυνατό να πιστέψει κανείς πως ύστερα απ’ τα χτεσινά λόγια της Αγλαΐας του ‘χε καρφωθεί κάποια έμμονη ιδέα, κάποιο καταπληκτικό προαίσθημα πως το δίχως άλλο αύριο κιόλας θα το σπάσει το βάζο, όσο κι αν απομακρυνόταν απ’ αυτό, όσο κι αν απόφευγε τη συμφορά; Κι όμως αυτό ακριβώς του ‘χε συμβεί.
Στη διάρκεια της εσπερίδας άρχισαν να πλημμυρίζουν την ψυχή του άλλες δυνατές μα φωτεινές εντυπώσεις∙ κάναμε κιόλας λόγο γι’ αυτό. Ο πρίγκιπας ξέχασε το προαίσθημά του. Όταν άκουσε να μιλάνε για τον Παυλίστσεβ κι ο Ιβάν Φιοντόροβιτς τον πήγε και τον ξανάδειξε στον Ιβάν Πετρόβιτς, ο πρίγκιπας άλλαξε θέση κι έκατσε πιο κοντά στο τραπέζι και βρέθηκε στην πολυθρόνα που ήταν δίπλα‐δίπλα με το τεράστιο, το υπέροχο κινέζικο βάζο που βρισκόταν τοποθετημένο πάνω σε μια ψηλή βάση, δίπλα σχεδόν στον αγκώνα του, ελάχιστα πιο πίσω.
Λέγοντας τα τελευταία του λόγια, σηκώθηκε ξαφνικά απ’ τη θέση του, έκανε μια πλατιά κι απρόσεχτη χειρονομία και… ακούστηκαν φωνές από παντού. Το βάζο ταλαντεύθηκε, στην αρχή με
κάποια αναποφασιστικότητα θα ‘λεγες: λες και το μελετούσε να πέσει στο κεφάλι κανενός
γεροντάκου, ξάφνου όμως έγειρε προς την αντίθετη μεριά, (προς τη μεριά του Γερμανάκου που μόλις πρόφτασε να πεταχτεί στο πλάι) και γκρεμίστηκε στο πάτωμα. Ο πάταγος, οι φωνές, τα πολύτιμα θρύψαλα που ξεχύθηκαν στο χαλί, ο τρόμος, η κατάπληξη,—ω, είναι δύσκολο μα και σχεδόν περιττό να περιγράψει κανείς τα αισθήματα του πρίγκιπα! Δεν μπορούμε ωστόσο να μην κάνουμε λόγο για ένα παράξενο συναίσθημα που τον κυρίεψε εκείνη ακριβώς τη στιγμή και πρόβαλε πεντακάθαρο μπροστά του, μες απ’ όλα τ’ άλλα τα θολά και τρομερά συναισθήματα: δεν ήταν ούτε η ντροπή, ούτε το σκάνδαλο, ούτε ο τρόμος, ούτε τ’ αναπάντεχο του πράγματος που του ‘κανε εντύπωση! τον άφησε άναυδο το γεγονός ότι η προφητεία είχε συντελεστεί! Τι ήταν το τόσο συγκλονιστικό σ’ αυτή τη σκέψη; Αυτό δε θα μπορούσε μήτε ο ίδιος να το εξηγήσει στον εαυτό του.
Ένιωθε μονάχα πως είχε μείνει εμβρόντητος μέχρι μυελού οστέων και στεκόταν κυριευμένος από ένα φόβο σχεδόν μυστικιστικό. Μια στιγμή ακόμα κι ήταν σα ν’ άνοιξαν και να πλάτυναν τα πάντα
μπροστά του, αντί για φρίκη τον περίλουσε το φως, η χαρά, ο ενθουσιασμός∙ άρχισε να του κόβεται
η ανάσα, και… η στιγμή ωστόσο πέρασε. Δόξα σοι ο Θεός, δεν ήταν αυτό! Πήρε ανάσα και κοίταξε
γύρω του.
Ώρα πολλή, λες και δεν καταλάβαινε τη φασαρία που κόχλαζε γύρω του, δηλαδή την καταλάβαινε
απόλυτα και τα ‘βλεπε όλα, στεκόταν όμως σαν ένας ξένος που δεν έπαιρνε μέρος σε τίποτα, που,
σαν τον αόρατο άνθρωπο του παραμυθιού, είχε χωθεί στο δωμάτιο και περιεργαζόταν ανθρώπους
που δεν ήξερε, που του είχαν κινήσει ωστόσο το ενδιαφέρον. Είδε πως μάζευαν τα θρύψαλα,άκουγε τις γρήγορες κουβέντες, έβλεπε την Αγλαΐα που ήταν χλομή και τον κοίταζε παράξενα, πολύ παράξενα: στα μάτια της δεν υπήρχε καθόλου μίσος, δεν ήταν ούτε τόσο δα θυμωμένη. Τον κοίταζε
μ’ ένα τρομαγμένο βλέμμα, μ’ ένα βλέμμα ωστόσο γεμάτο συμπάθεια ενώ τους άλλους τους κοίταζε
και τα μάτια της άστραφταν… η καρδιά του πόνεσε ξάφνου γλυκά. Τέλος, είδε με παράξενη κατάπληξη πως όλοι ξανάκατσαν στις θέσεις τους και μάλιστα γελάνε, λες και δεν είχε συμβεί τίποτα! Ακόμα ένα λεπτό και τα γέλια δυνάμωσαν: γελούσαν πια κοιτάζοντας αυτόν, κοιτάζοντάς τον έτσι απολιθωμένο κι άλαλο, γελούσαν όμως φιλικά, εύθυμα. Πολλοί άρχισαν να του μιλούν και του μιλούσαν τόσο στοργικά—πάνω απ’ όλους η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα: Κάτι του ‘λεγε γελώντας,με πολλή, πάρα πολλή καλοσύνη. Ξάφνου ένιωσε πως ο Ιβάν Φιοντόροβιτς τον χτύπησε φιλικά στον ώμο∙ ο Ιβάν Πετρόβιτς γελούσε κι εκείνος∙ ακόμα καλύτερος όμως, ακόμα γοητευτικότερος και συμπαθητικότερος ήταν ο γεροντάκος. Πήρε τον πρίγκιπα απ’ το χέρι και, πότε σφίγγοντάς το, πότε χτυπώντας το ελαφρά με τ’ άλλο, τον παρακαλούσε να συνέλθει—κι ήταν σα να μιλούσε σ’ ένα μικρό τρομαγμένο παιδάκι, πράγμα που άρεσε τρομερά στον πρίγκιπα—και τέλος, τον έβαλε να καθίσει δίπλα του. Ο πρίγκιπας κοίταζε με απόλαυση το πρόσωπό του και για κάποιο λόγο δεν τα κατάφερνε ακόμα ν’ αρθρώσει λέξη—κοβόταν η ανάσα του∙ τόσο πολύ του άρεσε το πρόσωπο του γεροντάκου.
— Πώς;—μουρμούρισε τέλος.—Ώστε στ’ αλήθεια λοιπόν με συγχωρείτε; Και… σεις, Λιζαβέτα
Προκόφιεβνα;
Τα γέλια δυνάμωσαν, τα μάτια του πρίγκιπα βούρκωσαν δεν πίστευε στ’ αυτιά του κι ήταν καταγοητευμένος.
— Φυσικά το βάζο ήταν υπέροχο. Το θυμάμαι εδώ κάπου δεκαπέντε χρόνια τώρα, ναι…
δεκαπέντε…—άρχισε να λέει ο Ιβάν Πετρόβιτς.
— Χαρά στη ζημιά! Εδώ κι οι άνθρωποι έχουν ένα τέλος και θα κάνουμε έτσι για ένα πήλινο τσουκάλι!—είπε δυνατά η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα.—Μα στ’ αλήθεια σε τρόμαξε αυτό, Λέων Νικολάιτς!—πρόφερε με κάποιο φόβο μάλιστα.—Φτάνει, πουλάκι μου, φτάνει, με κάνεις και τρομάζω, μα την αλήθεια.
— Και με συγχωρείτε για όλα; Για όλα εξόν απ’ το βάζο;—έκανε να σηκωθεί ο πρίγκιπας απ’ τη θέση
του, ο γεροντάκος όμως τον ξανατράβηξε αμέσως απ’ το χέρι. Δεν ήθελε να τον αφήσει.
— C’est tres curieux et c’est tres sérieux! (Είναι πολύ παράξενο και πολύ σοβαρό!)—ψιθύρισε πάνω
απ’ το τραπέζι στον Ιβάν Πετρόβιτς, αρκετά δυνατά ωστόσο∙ ο πρίγκιπας ίσως και να τ’ άκουσε.
— Ώστε λοιπόν δεν πρόσβαλα κανένα σας; Δε θα το πιστέψετε πόσο ευτυχισμένο με κάνει αυτή η
σκέψη∙ μα ναι, έτσι πρέπει να ‘ναι! Μπορούσα τάχα ποτέ να προσβάλω κανέναν εδώ; Θα σας πρόσβαλα και πάλι όλους αν σκεφτόμουν κάτι τέτοιο.
— Ησυχάστε, φίλε μου, αυτό είναι… υπερβολή. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να μας ευχαριστείτε τόσο. Το συναίσθημά σας είναι υπέροχο, παραμένει όμως υπερβολικό.
— Δε σας ευχαριστώ, απλώς σας… καμαρώνω, είμαι ευτυχισμένος κοιτάζοντάς σας∙ μπορεί να μιλάω ανόητα μα… πρέπει να μιλήσω, πρέπει να εξηγηθώ… έστω κι από σεβασμό προς τον ίδιο τον
εαυτό μου.
Όλα μέσα του ήταν σπασμωδικά, θολά και πυρετικά∙ δεν αποκλείεται καθόλου, τα λόγια που πρόφερε να μην ήταν τις περισσότερες φορές εκείνα που ήθελε να πει. Ήταν σα να ρωτούσε με το
βλέμμα του: του δίνουν την άδεια να μιλήσει; Το βλέμμα του έπεσε στη Μπελοκόνσκαγια.
— Μη δειλιάζεις, πατερούλη, συνέχισε, συνέχισε, μονάχα μην πνιγείς, πάρε μιαν ανάσα,—του είπε
εκείνη,—και πριν λίγη ώρα λαχανιασμένα άρχισες και να το αποτέλεσμα∙ μη φοβάσαι όμως να μιλήσεις∙ αυτοί εδώ οι κύριοι έχουν δει και πιο παράξενους από σένα, δε θα τους κάνεις ν’απορήσουν, και συ, ένας Θεός ξέρει πόσο μυαλωμένος είσαι, μονάχα που έσπασες το βάζο και μας τρόμαξες.
Ο πρίγκιπας την άκουσε χαμογελώντας.
— Εσείς δεν ήσασταν,—γύρισε ξάφνου στο γεροντάκο,—εσείς δεν ήσασταν που γλιτώσατε πριν από
τρεις μήνες απ’ την εξορία το φοιτητή Ποντκούμοβ και το δημόσιο υπάλληλο Σβάμπριν;
Ο γεροντάκος κοκκίνισε μάλιστα λιγάκι και μουρμούρισε:
— Ησυχάστε, ηρεμείστε…
— Για σας δεν ήταν που άκουσα να λένε στο κυβερνείο Β…σκάγια,—γύρισε αμέσως ο πρίγκιπας
στον Ιβάν Πετρόβιτς,—πως δώσατε δωρεάν ξυλεία στους μουζίκους σας για να χτίσουν τα σπίτια τους∙ όταν κάηκαν σε μια πυρκαγιά, μόλο που οι μουζίκοι αυτοί δεν ήταν πια δουλοπάροικοί σας,ήταν ελεύθεροι και σας είχαν προξενήσει και κάτι δυσαρέσκειες από πάνω;
— Ε, αυτό είναι υ‐περ‐βο‐λή,—ψέλλισε ο Ιβάν Πετρόβιτς μόλο που κορδώθηκε ωστόσο
ευχαριστημένος. Αυτή τη φορά όμως είχε απόλυτο δίκιο όταν έλεγε πως ήταν «υπερβολή». Ήταν μια ψεύτικη διάδοση μονάχα που ‘χε φτάσει ως τ’ αυτιά του πρίγκιπα.
— Και σεις, πριγκίπισσα,—γύρισε ξάφνου στη Μπελοκόνσκαγια μ’ ένα φωτεινό χαμόγελο,—μην
τάχα δεν ήσασταν εσείς που εδώ κι έξι μήνες με δεχτήκατε στη Μόσχα σαν παιδί σας, τότε που σας
έγραψε η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα και μου δώσατε μια συμβουλή, πραγματικά σα μάνα στοργική, μια συμβουλή που δε θα την ξεχάσω ποτέ; Θυμάστε;
— Τι σου ‘ρθε τώρα,—πρόφερε φουρκισμένη η Μπελοκόνσκαγια.—Έχεις χρυσή καρδιά μα είσαι και
γελοίος: μόλις βρεθεί κανένας να σου δώσει δυο πεντάρες, αρχίζεις και τον γεμίζεις μ’ ευχαριστώ,
λες και σου ‘σωσε τη ζωή. Νομίζεις πως αυτό είναι αξιέπαινο; Αμ δε: είναι σιχαμερό.
Παραλίγο να θύμωνε για τα καλά, ξάφνου όμως έβαλε τα γέλια και τούτη τη φορά το γέλιο της ήταν
γεμάτο καλοσύνη. Το πρόσωπο της Λιζαβέτας Προκόφιεβνας φωτίστηκε∙ έλαμψε κι ο Ιβάν
Φιοντόροβιτς.
— Το ‘λεγα εγώ πως ο Λέων Νικολάγιεβιτς είναι άνθρωπος… άνθρωπος… με δυο λόγια, φτάνει να
μη βιαζόταν όταν μιλάει, όπως παρατήρησε η πριγκίπισσα,—μουρμούρισε ο στρατηγός
καταχαρούμενος, επαναλαμβάνοντας τα λόγια της Μπελοκόνσκαγια που του ‘χαν κάνει εντύπωση.
Μονάχα η Αγλαΐα ήταν κάπως δύσθυμη. Το πρόσωπό της όμως ήταν ακόμα κατακόκκινο, ίσως κι
από αγανάκτηση.
— Πραγματικά, είναι πολύ χαριτωμένος,—μουρμούρισε και πάλι ο γεροντάκος στον Ιβάν Πετρόβιτς.
— Μπήκα εδώ μ’ έναν πόνο στην καρδιά,—συνέχισε ο πρίγκιπας κι η ταραχή του όλο και μεγάλωνε,
μίλαγε όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο παράξενα κι εμπνευσμένα.—Εγώ… εγώ σας φοβόμουν, φοβόμουν και τον εαυτό μου. Περισσότερο απ’ όλα τον εαυτό μου. Γυρίζοντας εδώ, στην Πετρούπολη, υποσχέθηκα στον εαυτό μου να δω το δίχως άλλο τους εκλεκτούς μας, τους μεγαλυτέρους, τους αρχαιοτέρους που σ’ αυτούς ανήκω και γω ο ίδιος, που ανάμεσά τους είμαι και γω απ’ τους πρώτους από άποψη γενιάς. Γιατί βέβαια τώρα κάθομαι ανάμεσα σε πρίγκιπες σαν και μένα, έτσι δεν είναι; Ήθελα να σας γνωρίσω κι αυτό ήταν απαραίτητο∙ πολύ, πάρα πολύ απαραίτητο! Πάντα άκουγα για σας πολλά άσχημα πράγματα, πολύ περισσότερα απ’ τα καλά,άκουσα πως τα ενδιαφέροντά σας είναι ανάξια λόγου και αποκλειστικά, πως είσαστε
καθυστερημένοι, ελάχιστα μορφωμένοι, πως έχετε γελοίες συνήθειες—ω, γράφουν και λένε για σας
τόσα πολλά! Ερχόμουν με περιέργεια εδώ σήμερα, με ταραχή∙ έπρεπε να το δω μόνος μου και να
πειστώ προσωπικά: Είναι πράγματι για πέταμα όλο το ανώτερο στρώμα των Ρώσων, είναι αλήθεια
πως πέρασε πια η εποχή του, έχασε κάθε του ικμάδα και τώρα πια το μόνο που μπορεί να κάνει
είναι να πεθάνει, μα κι αυτό μέσα σ’ ένα ταπεινό και φθονερό αγώνα με τους ανθρώπους του…μέλλοντος, εμποδίζοντάς τους, μην παίρνοντας είδηση πως πεθαίνει; Και πριν δεν την πίστευα απόλυτα αυτή τη γνώμη γιατί εδώ στη χώρα μας ούτε υπήρξε ποτέ ανώτερο στρώμα, εκτός απ’ τους αυλικούς, λόγω στολής ή… τυχαίας συμπτώσεως και τώρα πια έχει εξαφανιστεί τελείως, έτσι δεν είναι, έτσι δεν είναι;
— Ε, αυτό πια δεν είναι καθόλου έτσι,—γέλασε φαρμακερά ο Ιβάν Πετρόβιτς.
— Ε, πάλι το χαβά του αυτός!—δεν κρατήθηκε και πρόφερε η Μπελοκόνσκαγια.
— Laissez le dire (αφήστε τον να τα πει), δε βλέπετε που τρέμει σύγκορμος;—προειδοποίησε και πάλι με μισή φωνή ο γεροντάκος.
Ο πρίγκιπας ήταν ολότελα εκτός εαυτού.
— Και τι έγινε λοιπόν; Είδα ανθρώπους κομψούς, καλοκάγαθους, έξυπνους∙ είδα ένα σεβάσμιο γέροντα να φέρεται στοργικά και να κάθεται ν’ ακούει ένα παιδαρέλι σαν και μένα. Βλέπω ανθρώπους που είναι άξιοι να κατανοούν και να συγχωρούν, ανθρώπους καθαυτό Ρώσους και καλόκαρδους, σχεδόν το ίδιο καλούς και εγκάρδιους όπως ήταν εκείνοι που συνάντησα εκεί.
Κρίνετε λοιπόν πόσο ευχάριστη ήταν η έκπληξή μου! Ω, επιτρέψτε μου να σας το εκφράσω! Τ’άκουσα πολλές φορές και το ‘χα πιστέψει κι ο ίδιος πως στους κοσμικούς κύκλους τα πάντα είναι οι τρόποι, όλα είναι μια τυπικότητα που της έλειψε κάθε ζωή, που στράγγισε από μέσα της κάθε ουσία, τώρα όμως το βλέπω με τα μάτια μου πως αυτό είναι αδύνατο να συμβαίνει στη χώρα μας∙ μπορεί να γίνεται κάπου άλλου, στη χώρα μας όμως ποτέ. Είναι ποτέ δυνατό να είστε τώρα όλοι σας ιησουίτες και απατεώνες; Άκουσα πριν από λίγο τη διήγηση του πρίγκιπα Ν.: μήπως τάχα δεν ήταν ένα καλοκάγαθο μα εμπνευσμένο χιούμορ, μήπως τάχα δεν ήταν λόγια μιας πραγματικά χρυσής καρδιάς; Τάχα μπορεί ποτέ να προφέρει τέτοια λόγια ένα στόμα… νεκρού, με μαραμένη την καρδιά και το ταλέντο; Μήπως τάχα οι πεθαμένοι θα μπορούσαν ποτέ να μου φερθούν όπως μου φερθήκατε εσείς; Μήπως τάχα αυτό δεν είναι υλικό… για το μέλλον, για τις ελπίδες; Μήπως τάχα είναι δυνατό, τέτοιοι άνθρωποι να μην καταλάβουν και να μείνουν καθυστερημένοι;
— Γι’ άλλη μια φορά σας παρακαλώ, ησυχάστε, καλέ μου∙ για όλ’ αυτά θα μιλήσουμε καμιάν άλλη
φορά και γω, με μεγάλη μου ευχαρίστηση θα…—μισογέλασε ο «αξιωματούχος».
Ο Ιβάν Πετρόβιτς ξερόβηξε κι ανακάθισε στην πολυθρόνα του∙ ο Ιβάν Φιοντόροβιτς άρχισε να σαλεύει∙ ο στρατηγός‐προϊστάμενος κουβέντιαζε με τη σύζυγο του αξιωματούχου και δεν έδινε πια
την παραμικρότερη προσοχή στον πρίγκιπα∙ η σύζυγος του αξιωματούχου όμως έστηνε συχνά τ’αυτί της και πότε‐πότε τον κοίταζε.
— Όχι, ξέρετε, καλύτερα πια να μιλήσω!—συνέχισε μ’ ένα νέο πυρετικό ξέσπασμα ο πρίγκιπας γυρίζοντας με μεγάλη εμπιστοσύνη, εμπιστευτικά θα ‘λεγε κανείς, στο γεροντάκο.—Η Αγλαΐα Ιβάνοβνα μου απαγόρεψε χτες να μιλήσω, μου απαρίθμησε μάλιστα και τα θέματα που γι’ αυτά δεν κάνει να μιλήσω, ξέρει πως όταν καταπιάνομαι μ’ αυτά τα θέματα είμαι γελοίος! Έχω πατήσει το εικοσιεφτά, ξέρω ωστόσο πως είμαι ακόμα σαν παιδί. Δεν έχω το δικαίωμα να εκφράζω τη σκέψη μου, αυτό το ‘χω πει από καιρό∙ μονάχα στη Μόσχα, με το Ραγκόζιν, μιλούσα ανοιχτά… Διαβάζαμε μαζί Πούσκιν, όλον τον διαβάσαμε, αυτός δεν ήξερε τίποτα, ούτε καν τ’ όνομα του Πούσκιν… Πάντα φοβάμαι πως με το γελοίο μου ύφος θα εκθέσω και θα ντροπιάσω τη σκέψη και την κ ύ ρ ι α ιδέα . Μου λείπει η σωστή χειρονομία. Οι χειρονομίες μου έρχονται σ’ αντίθεση μ’ αυτά που λέω κι αυτό κάνει τους άλλους να γελάνε και εξευτελίζει την ιδέα. Ούτε έχω αίσθηση του μέτρου κι αυτό είναι το κυριότερο∙ αυτό μάλιστα είναι το κυριότερο απ’ όλα… ξέρω πως θα ‘κανα πολύ καλύτερα να κάτσω και να μη βγάλω λέξη απ’ το στόμα μου. Όταν κλείσω το στόμα μου και σωπάσω, φαίνομαι τρομερά μυαλωμένος κι επιπλέον κάθομαι και τα γυρίζω όλα στο μυαλό μου. Τώρα όμως, καλύτερα να μιλήσω. Αν άρχισα να μιλάω, είναι γιατί με κοιτάτε τόσο υπέροχα∙ έχετε ένα υπέροχο πρόσωπο!Χτες, έδωσα το λόγο μου στην Αγλαΐα Ιβάνοβνα πως όλο το βράδυ δε θα βγάλω λέξη.
— Vraiment? (Αλήθεια;)—χαμογέλασε ο γεροντάκος.
— Είναι ωστόσο στιγμές που νομίζω πως δεν έχω δίκιο να σκέφτομαι έτσι: γιατί βέβαια η ειλικρίνεια
αξίζει περισσότερο απ’ τη σωστή χειρονομία. Έτσι δεν είναι; Έτσι δεν είναι;
— Καμιά φορά.
— Θέλω όλα να τα εξηγήσω, όλα, όλα, όλα! Ω, ναι! Νομίζετε πως είμαι ουτοπιστής; Ιδεολόγος; Ω,
όχι, οι σκέψεις μου, μα το Θεό, είναι τόσο απλές… Δε με πιστεύετε; Χαμογελάτε; Ξέρετε, ώρες‐ώρες
γίνομαι χυδαίος γιατί χάνω στην πίστη μου∙ πριν λίγη ώρα ερχόμουν εδώ πέρα και σκεφτόμουν:
«Μα πώς θα κουβεντιάσω μαζί τους; Με ποια λέξη θα πρέπει ν’ αρχίσω για να καταλάβουν κάτι,
έστω και το ελάχιστο;» Πόσο φοβόμουν, για σας όμως φοβόμουν περισσότερο, τρομερά, τρομερά!
Κι όμως, ήταν τάχα δικαιολογημένος ο φόβος μου, δεν ήταν ντροπή μου να φοβάμαι; Τι σημασία
έχει που σε κάθε πρωτοπόρο αναλογούν αμέτρητοι καθυστερημένοι και κακοί: Αυτή είναι ίσα‐ίσα η
χαρά μου που είμαι τώρα σίγουρος πως δεν είναι καθόλου αμέτρητοι μα είναι όλοι τους ζωντανό
υλικό! Εξάλλου, δεν υπάρχει λόγος να ντρεπόμαστε που είμαστε γελοίοι, ψέματα; Γιατί αυτό είναι
αλήθεια, είμαστε γελοίοι, ελαφρόμυαλοι, έχουμε κακές συνήθειες, πλήττουμε, δεν ξέρουμε να βλέπουμε σωστά, δεν καταλαβαίνουμε τίποτα, όλοι μας έτσι είμαστε και σεις και γω και κείνοι. Να,εσείς δεν το θεωρείτε βέβαια προσβλητικό που σας το λέω κατάμουτρα πως είστε γελοίοι, έτσι δεν
είναι; Κι αφού είναι έτσι, δεν είστε λοιπόν θαυμάσιο υλικό; Ξέρετε, κατά τη γνώμη μου το να ‘ναι
κανείς γελοίος, είναι καμιά φορά καλό, ίσως‐ίσως καλύτερα να ‘ναι κανείς γελοίος: μπορεί να συγχωρέσει ευκολότερα ο ένας τον άλλον, και να γίνουν γρηγορότερα φίλοι∙ γιατί βέβαια δεν μπορεί να τα καταλάβει κανείς όλα αμέσως, δεν μπορεί ν’ αρχίσει μονομιάς απ’ την τελειότητα! Για να φτάσεις την τελειότητα πρέπει πολλά να μην τα καταλαβαίνεις πρώτα. Κι αν τα καταλάβουμε πολύ γρήγορα, δεν αποκλείεται να μην τα καταλάβουμε καλά. Αυτό το λέω σε σας, σε σας που μπορέσατε κιόλας τόσα να καταλάβετε και… να μην καταλάβετε. Τώρα πια δε φοβάμαι για σας∙ δεν πιστεύω να θυμώνετε που κάθεται ένα παιδί και σας λέει τέτοια πράγματα. Και βέβαια όχι! Ω, εσείς θα μπορέσετε να ξεχάσετε και να συγχωρέσετε κείνους που σας πρόσβαλαν και κείνους που δε σας έκαναν καμιά προσβολή∙ γιατί το δυσκολότερο απ’ όλα είναι να συγχωρέσει κανείς εκείνους που δεν του έκαναν καμιά προσβολή κι ακριβώς για το λόγο πως δε σας πρόσβαλαν και κατά συνέπεια το παράπονο σας είναι αβάσιμο: να τι περίμενα απ’ τους ανώτερους ανθρώπους, να τι βιαζόμουν να τους πω όταν ερχόμουν με το τρένο στην Πετρούπολη και δεν ήξερα πώς να τους το πω… Γελάτε,Ιβάν Πετρόβιτς; Λέτε με το νου σας πως φοβόμουν για κ ε ί ν ο υ ς , πως είμαι δ ι κ ό ς τ ο υ ς συνήγορος, πως είμαι δημοκράτης, πως είμαι ρήτορας της ισότητας;—γέλασε υστερικά (κάθε τόσο γελούσε σύντομα κι αλλοπαρμένα)—… Φοβάμαι για σας, για σας όλους και για όλους μας μαζί.
Γιατί και γω είμαι γνήσιος πρίγκιπας και βρίσκομαι ανάμεσα σε πρίγκιπες. Τα λέω για να σώσω όλους εμάς, για να μη χαθεί άδικα η τάξη μας χωρίς ν’ αντιληφθεί τίποτα, βρίζοντας τα πάντα και χάνοντας τα πάντα. Γιατί να εξαφανιστούμε και να παραχωρήσουμε σ’ άλλους τη θέση μας όταν μπορούμε να μείνουμε πρωτοπόροι και ηγέτες; Αν θα ‘μαστε πρωτοπόροι, θα ‘μαστε και ηγέτες. Ας γίνουμε υπηρέτες για να γίνουμε ηγέτες.
Κάθε τόσο πάσκιζε να σηκωθεί απ’ την πολυθρόνα του, ο γεροντάκος όμως τον συγκρατούσε κάθε
φορά, κοιτάζοντάς τον με ανησυχία που όλο και μεγάλωνε.
παράδειγμα, το καλύτερο είναι ν’ αρχίσει κανείς… εγώ έχω κιόλας αρχίσει… και… και είναι στ’αλήθεια ποτέ δυνατό να ‘ναι κανείς δυστυχισμένος; Ω, τι σημασία έχει η πίκρα μου και η συμφορά μου όταν έχω τη δύναμη να ‘μαι ευτυχισμένος; Ξέρετε, δεν καταλαβαίνω πώς μπορείς να περάσεις μπροστά από ένα δέντρο και να μην είσαι ευτυχισμένος που το βλέπεις! Να μιλάς μ’ έναν άνθρωπο και να μην είσαι ευτυχισμένος που τον αγαπάς! Ω, το κακό μονάχα είναι που δεν ξέρω να τα εκφράσω… κι ωστόσο πόσα και πόσα εξαίσια πράγματα δε συναντάμε στο κάθε μας βήμα, τόσο εξαίσια που ακόμα κι ο πιο χαμένος άνθρωπος, τα βρίσκει υπέροχα: Κοιτάξτε το μικρό παιδί, κοιτάξτε την αυγούλα του Θεού, κοιτάξτε το μικρό χορταράκι, να δείτε πώς μεγαλώνει, κοιτάξτε μες στα μάτια που σας κοιτάζουν και σας αγαπάνε…
Από ώρα τώρα βρισκόταν όρθιος. Ο γεροντάκος τον κοίταζε κι είχε τρομοκρατηθεί για τα καλά. Η
Λιζαβέτα Προκόφιεβνα φώναξε: «Αχ, Θεέ μου!», μαντεύοντας πριν απ’ όλους και χτύπησε τα χέρια
της. Η Αγλαΐα έτρεξε γρήγορα κοντά του, πρόφτασε να τον δεχτεί στην αγκαλιά της και με φρίκη, με
παραμορφωμένο απ’ τον πόνο πρόσωπο, άκουσε την άγρια κραυγή «του δαιμόνιου που συγκλόνισε
και σύντριψε» το δυστυχισμένο. Ο άρρωστος κείτονταν πάνω στο χαλί. Κάποιος πρόφτασε και του
‘βαλε βιαστικά ένα μαξιλάρι κάτω απ’ το κεφάλι του.
Αυτό δεν το περίμενε κανένας. Σ’ ένα τέταρτο, ο πρίγκιπας Ν., ο Ευγένιος Παύλοβιτς, ο γεροντάκος,
πάσκισαν να ξαναζωηρέψουν τη βραδιά, σαν πέρασε όμως μισή ώρα ακόμα, όλοι διαλύθηκαν.
Ειπώθηκαν πολλές φράσεις συμπάθειας, πολλές κρίσεις, αρκετές γνώμες. Ο Ιβάν Πετρόβιτς είπε ανάμεσα στ’ άλλα πως «ο νέος είναι σλα‐βό‐φι‐λος ή κάτι τέτοιο∙ το πράγμα ωστόσο, δεν είναι επικίνδυνο». Ο γεροντάκος δεν εξέφρασε καμιά γνώμη. Η αλήθεια είναι πως αργότερα, την άλλη και την παράλλη μέρα, όλοι τους σα να θύμωσαν λιγάκι∙ ο Ιβάν Πετρόβιτς έφτασε μάλιστα να προσβληθεί —ελαφρώς. Ο στρατηγός‐προϊστάμενος φερόταν ψυχρά ένα ορισμένο διάστημα στον Ιβάν Φιοντόροβιτς. Ο «προστάτης» της οικογενείας, ο αξιωματούχος, κάτι ψεύδισε κι αυτός στον αρχηγό της οικογένειας—προς γνώσιν και συμμόρφωσιν—προσθέτοντας κολακευτικά πως ενδιαφέρεται και πολύ μάλιστα για την τύχη της Αγλαΐας. Ήταν άνθρωπος που διέθετε πράγματι αρκετή καλοσύνη∙ όμως, ανάμεσα στις αιτίες που τον έκαναν να ενδιαφερθεί για τον πρίγκιπα, ήταν και κείνη η παλιά ιστορία του πρίγκιπα με τη Ναστάσια Φιλίπποβνα. Κάτι είχε ακουστά γι’ αυτή την ιστορία και του κίνησε το ενδιαφέρον, θα ‘θελε μάλιστα να ζητήσει και πληροφορίες πάνω σ’ αυτό.
Η Μπελοκόνσκαγια, φεύγοντας απ’ τη δεξίωση, είπε στη Λιζαβέτα Προκόφιεβνα:
— Τι να σου πω, είναι και καλός μα είναι και κακός∙ κι αν θες να ξέρεις τη γνώμη μου είναι μάλλον
κακός∙ βλέπεις και μόνη σου τι άνθρωπος είναι—ένας άρρωστος!
Η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα πήρε μέσα της την τελειωτική απόφαση πως είναι γαμπρός
«απαράδεκτος» και τη νύχτα έδωσε το λόγο της στον εαυτό της πως «όσο ζει αυτή, δε θα γίνει ο
πρίγκιπας άντρας της Αγλαΐας της». Και μ’ αυτή τη γνώμη σηκώθηκε το πρωί. Όμως, την ίδια κιόλας
μέρα, κατά τις δωδεκάμιση, στο πρόγευμα, ήρθε σε τρομερή αντίφαση με τον εαυτό της.
Σε μια ερώτηση—πολύ διακριτική εδώ που τα λέμε—η Αγλαΐα απάντησε ξάφνου στην αδερφή της
ψυχρά μα πολύ προκλητικά:
— Δεν του ‘δωσα ποτέ καμιά υπόσχεση, ποτέ στη ζωή μου δεν τον θεώρησα αρραβωνιαστικό μου.
Μου είναι το ίδιο ξένος όσο κι οποιοσδήποτε άλλος.
Η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα αναψοκοκκίνισε ξάφνου απ’ τη φούρκα της.
— Αυτό πια δεν το περίμενα από σένα,—πρόφερε πικραμένα∙—είναι απαράδεκτος για γαμπρός, το
ξέρω και δόξα τω Θεώ που ήρθαν έτσι τα πράγματα, από σένα όμως δεν το περίμενα να μιλήσεις
έτσι! Νόμιζα πως θ’ αντιδρούσες αλλιώς. Εγώ όλους εκείνους τους χτεσινούς θα τους έδιωχνα,αυτόν όμως θα τον κρατούσα, να τι άνθρωπος είναι!…
Σταμάτησε απότομα γιατί τρόμαξε κι η ίδια με εκείνο που ‘χε πει. Αν ήξερε όμως πόσο άδικη ήταν
εκείνη τη στιγμή με την κόρη της! Η Αγλαΐα είχε πάρει πια την απόφαση της∙ περίμενε κι αυτή την
ώρα της, την τελειωτική κι αποφασιστική της ώρα, και κάθε υπαινιγμός, κάθε απρόσεχτο άγγιγμα
άνοιγαν βαθιές πληγές στην καρδιά της.
VIII
ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ πρίγκιπα κείνο το πρωινό είχε αρχίσει με καταθλιπτικά προαισθήματα∙ θα μπορούσε
κανείς να τα εξηγήσει με την αρρώστια του, η μελαγχολία του όμως ήταν υπερβολικά αόριστη κι αυτό ήταν το βασανιστικότερο απ’ όλα. Η αλήθεια είναι πως είχε μπροστά του γεγονότα εντακάθαρα, βαριά και φαρμακερά, η μελαγχολία του όμως προχωρούσε πέρα απ’ όλα όσα αναθυμόταν και σκεφτόταν∙ καταλάβαινε πως δε θα μπορέσει να ηρεμήσει μονάχος του. Σιγά‐σιγά,
ρίζωσε μέσα του η προσμονή πως σήμερα κιόλας θα του συμβεί κάτι εξαιρετικό και τελειωτικό. Η
κρίση της επιληψίας που τον είχε πιάσει το προηγούμενο βράδυ, δεν ήταν και τόσο βαριάς μορφής∙
εκτός απ’ την υποχονδρία, εκτός που ένιωθε κάπως βαρύ το κεφάλι του και πόνους στα μέλη του,
δεν ένιωθε τίποτε άλλο. Το μυαλό του δούλευε αρκετά καθαρά, μόλο που η ψυχή του ήταν άρρωστη. Σηκώθηκε κάπως αργά κι αμέσως θυμήθηκε ζωηρά τη χτεσινή βραδιά∙ αν κι όχι τόσο καθαρά, θυμήθηκε και το πώς τον μετέφεραν σπίτι, μισή ώρα ύστερα απ’ την κρίση. Έμαθε πως είχε έρθει κιόλας άνθρωπος σταλμένος απ’ τους Επάντσιν να πληροφορηθεί για την υγεία του. Στις εντεκάμιση ήρθε άλλος: αυτό τον ευχαρίστησε. Η Βέρα Λέμπεντεβα ήρθε απ’ τους πρώτους να τον επισκεφτεί και να τον φροντίσει. Την πρώτη στιγμή, μόλις τον είδε, έβαλε ξάφνου τα κλάματα, μα όταν ο πρίγκιπας τη βεβαίωσε αμέσως πως δεν έχει τίποτα, άρχισε να γελάει. Του πρίγκιπα, κάπως αναπάντεχα, του ‘κανε μεγάλη εντύπωση που τον συμπονούσε τόσο αυτή η κοπέλα∙ άρπαξε το χέρι της και το φίλησε. Η Βέρα έγινε κατακόκκινη.
— Αχ, τι κάνετε, τι κάνετε!—φώναξε τρομαγμένη, τραβώντας βιαστικά το χέρι της.
Έφυγε γρήγορα, κάπως παράξενα σαστισμένη και ντροπαλή. Ανάμεσα στ’ άλλα, πρόφτασε και του
είπε πως ο πατέρας της έτρεξε πρωί‐πρωί στον «μεταστάντα» όπως ονόμαζε το στρατηγό, να μάθει
αν πέθανε τη νύχτα και πως απ’ όσα λένε, φαίνεται πως γρήγορα θα πεθάνει. Περασμένες έντεκα,
ήρθε σπίτι και πέρασε να δει τον πρίγκιπα ο ίδιος ο Λέμπεντεβ, αλλά μονάχα «διά μίαν στιγμήν διά
να πληροφορηθώ περί της πολυτίμου υγείας σας» κ.τ.λ. κι εκτός απ’ αυτό, για να ρίξει μια ματιά στο
«ντουλαπάκι». Ήταν όλο αχ και ωχ κι ο πρίγκιπας τον άφησε γρήγορα να φύγει, ο Λέμπεντεβ ωστόσο πρόφτασε και δοκίμασε να τον ρωτήσει για τη χτεσινή κρίση μόλο που ήταν φανερό πως τα ήξερε όλα με λεπτομέρειες. Ύστερα απ’ αυτόν, πέρασε ο Κόλια—κι αυτός για ένα λεπτό∙ αυτός πια βιαζόταν πραγματικά κι ήταν πολύ σκυθρωπός και ταραγμένος. Ζήτησε αμέσως απ’ τον πρίγκιπα,χωρίς περιστροφές, να του εξηγήσει όλα όσα του έκρυβαν, προσθέτοντας πως τα ‘χε μάθει σχεδόν όλα και τα ‘ξερε από χτες. Τα όσα έμαθε, τον είχαν βαθύτατα συγκλονίσει.
Μ’ όλη τη δυνατή συμπάθεια που μπορούσε να δείξει, ο πρίγκιπας του διηγήθηκε την υπόθεση,αποκατέστησε τα γεγονότα σ’ όλη τους την ακρίβεια και τ’ αποτέλεσμα ήταν να μείνει το φτωχό παιδί σαν κεραυνόπληχτο. Δεν μπόρεσε ν’ αρθρώσει λέξη κι άρχισε να κλαίει σιωπηλά. Ο πρίγκιπας ένιωσε πως αυτή ήταν μια από κείνες τις εντυπώσεις που μένουν άσβηστες για πάντα και είναι απ’τις κρίσιμες στιγμές στη ζωή ενός έφηβου. Βιάστηκε να του εξηγήσει την άποψή του σχετικά με την υπόθεση, προσθέτοντας πως κατά τη γνώμη του δεν αποκλείεται κι ο θάνατος του γέρου να προέρχεται κυρίως απ’ τη φρίκη που απέμεινε στην καρδιά του ύστερα απ’ το παραπάτημα και δεν είναι ο καθένας ικανός να νιώσει αυτή τη φρίκη. Τα μάτια του Κόλια άστραψαν όταν άκουσε τον πρίγκιπα.
— Α, τον ελεεινό το Γάνια, τη Βάρια και τον Πτίτσιν! Δε θα κάτσω να μαλώσω μαζί τους, απ’ αυτή τη
στιγμή όμως οι δρόμοι μας χωρίζουν! Αχ, πρίγκηψ, απ’ τα χτεσινά κι ύστερα, ένιωσα πολλά καινούργια πράγματα∙ ας μου γίνει μάθημα! Νομίζω πως τώρα θα πρέπει να φροντίσω και για τη
μητέρα∙ μόλο που ‘ναι εξασφαλισμένη στο σπίτι της Βάριας, ωστόσο… δεν είναι το ίδιο…
Πετάχτηκε πάνω γιατί θυμήθηκε πως τον περιμένουν, ρώτησε βιαστικά πώς πάει η υγεία του πρίγκιπα και σαν άκουυε την απάντηση πρόσθεσε ξάφνου:
— Μήπως υπάρχει και τίποτ’ άλλο; Άκουσα χτες… (εδώ που τα λέμε, δεν έχω το δικαίωμα), αν όμως
σας χρειαστεί ποτέ ένας πιστός δούλος τότε τον έχετε μπροστά σας. Φαίνεται πως κι οι δυο μας, δεν
είμαστε και τόσο ευτυχισμένοι, πέφτω έξω; Μα… δε σας ρωτάω τίποτα, δε σας ρωτάω τίποτα…
Ο Κόλια έφυγε κι ο πρίγκιπας ξανάπεσε σε πιο μεγάλη συλλογή. Όλοι του προφητεύουν συμφορές,
όλοι έβγαλαν πια τα συμπεράσματά τους, όλοι έχουν ένα ύφος σάμπως κάτι να ξέρουν—κάτι που
αυτός δεν το ξέρει∙ ο Λέμπεντεβ κάνει ερωτήσεις, ο Κόλια κάνει σαφείς υπαινιγμούς κι η Βέρα κλαίει. Τέλος, κούνησε το χέρι του βαριεστημένα σα να ‘λεγε: ωχ, αδελφέ! «Καταραμένη,παθολογική ιδεοληψία», σκέφτηκε. Το πρόσωπό του ξαστέρωσε όταν, περασμένες μία, είδε τους Επάντσιν που ήρθαν να τον επισκεφτούν «για ένα λεπτό». Αυτοί πια ήρθαν πραγματικά για ένα λεπτό. Η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα, μόλις σηκώθηκαν απ’ το πρόγευμα, δήλωσε πως θα πάνε όλοι μαζί περίπατο. Η δήλωση είχε μορφή διαταγής και ειπώθηκε απότομα, ξερά, χωρίς εξηγήσεις. Βγήκαν όλοι, δηλαδή η μαμά, οι κοπέλες κι ο Πρίγκιπας Σ. —Η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα τράβηξε αμέσως προς την αντίθετη μεριά από κείνη που έστριβαν κάθε μέρα. Όλοι καταλάβαιναν τι συμβαίνει κι όλοι σώπαιναν γιατί φοβόνταν μη νευριάσουν τη μαμάκα τους, κι αυτή, λες κι ήθελε ν’ αποφύγει τα παράπονα και τις αντιρρήσεις, τράβαγε μπροστά χωρίς να κοιτάει πίσω της. Τέλος, η Αδελαΐδα έκανε την παρατήρηση πως όταν βγαίνει κανείς περίπατο δεν υπάρχει λόγος να τρέχει έτσι και πως είναι αδύνατο να προφτάσεις τη μητερούλα.
— Ακούστε δω,—γύρισε ξάφνου η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα,—περνάμε τώρα έξω απ’ τη βίλα του. Ό,τι
και να σκέφτεται η Αγλαΐα κι ό,τι κι αν γίνει αργότερα, δε μας είναι ωστόσο ξένος και τώρα επιπλέον που είναι δυστυχισμένος κι άρρωστος∙ εγώ τουλάχιστο θα πάω να τον επισκεφθώ. Όποιος θέλει να ‘ρθει μαζί μου —ας έρθει∙ όποιος δε θέλει—ας τραβήξει το δρόμο του∙ ώρα του καλή κι αέρας στα
πανιά του.
Εννοείται πως μπήκαν όλοι. Ο πρίγκιπας, όπως ήταν το σωστό, βιάστηκε να ζητήσει άλλη μια φορά
συγνώμη για το χτεσινό βάζο και… το σκάνδαλο.
— Ε, καλά, όλα αυτά δεν έχουν σημασία,—απάντησε η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα,—δε λυπάμαι το
βάζο, λυπάμαι εσένα. Ώστε λοιπόν το καταλαβαίνεις και μόνος σου τώρα πως έγινε σκάνδαλο. Καλά
το λένε «της νύχτας τα καμώματα τα βλέπει η μέρα και γελά»… όμως, και πάλι δεν πειράζει γιατί ο
καθένας το βλέπει τώρα πως δεν μπορεί να σου ζητήσει ευθύνες. Ορβουάρ ωστόσο∙ αν μπορείς κάνε έναν περίπατο και ξανακοιμήσου—αυτή είναι η συμβουλή μου. Κι όποτε θέλεις, να ‘ρχεσαι να μας βλέπεις σαν και πρώτα∙ να ‘σαι σίγουρος, μια για πάντα, πως ό,τι κι αν έγινε, ό,τι κι αν συμβεί,εσύ θα μείνεις πάντα φίλος του σπιτιού μας∙ δικός μου τουλάχιστο. Για τον εαυτό μου τουλάχιστο,μπορώ να εγγυηθώ…
Όλοι οι άλλοι απάντησαν στην πρόκληση και επιβεβαίωσαν τα λόγια της μαμάς. Έφυγαν σ’ αυτή την
αφελεστάτη ωστόσο βιασύνη να του πει κάτι στοργικό, κάτι που να του δώσει κουράγιο, κρυβόταν
πολλή σκληρότητα, που δεν μπόρεσε να την πάρει είδηση η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα. Στην
πρόσκληση που του ‘κανε να πηγαίνει «σαν και πρώτα» και στα λόγια «δικός μου τουλάχιστο»—
αντήχησε και πάλι κάτι το προφητικό. Άρχισε ν’ αναθυμάται την Αγλαΐα∙ είναι αλήθεια πως του χαμογελούσε μ’ ένα υπέροχο χαμόγελο και σαν μπήκε κι όταν τον αποχαιρετούσε, δεν είπε όμως λέξη, ακόμα και τότε που όλοι τον βεβαίωναν για τη φιλία τους, μόλο που τον κοίταξε δυο τρεις φορές επίμονα. Το πρόσωπό της ήταν πιο χλομό απ’ το συνηθισμένο, λες κι είχε κοιμηθεί άσχημα τη νύχτα. Ο πρίγκιπας αποφάσισε να πάει το δίχως άλλο σπίτι τους το ίδιο βράδυ «σαν και πρώτα» και κοίταζε ανυπόμονα το ρολόι. Μπήκε η Βέρα, τρία λεπτά ακριβώς αφού έφυγαν οι Επάντσιν.
— Λέων Νικολάγιεβιτς, η Αγλαΐα Ιβάνοβνα τώρα μόλις με παρακάλεσε να σας μεταβιβάσω κρυφά
δυο λόγια…
— Κανένα σημείωμα;
Ο πρίγκιπας άρχισε να τρέμει.
— Όχι, προφορικά∙ κι αυτό, μόλις που πρόφτασε. Σας παρακαλεί πολύ να μη φύγετε σήμερα ούτε
στιγμή απ’ το σπίτι σας, ως τις εφτά το βράδυ ή μπορεί κι ως τις εννιά, δεν καλάκουσα.
— Μα… γιατί λοιπόν; Τι σημαίνει αυτό;
— Δεν ξέρω τίποτα∙ μονάχα που με διάταξε να σας πω «το δίχως άλλο».
— Έτσι το ‘πε; «Το δίχως άλλο»;
— Όχι, δεν το ‘πε έτσι∙ μόλις πρόφτασε να γυρίσει και να μου ψιθυρίσει τα λόγια της—πάλι καλά
που βρέθηκα κοντά και βιάστηκα να πλησιάσω. Μα απ’ το πρόσωπό της το ‘βλεπες αμέσως πως επέμενε πολύ σ’ αυτό. Μου ‘ριξε μια ματιά που πάγωσε η καρδιά μου…
Ο πρίγκιπας της έκανε μερικές ερωτήσεις ακόμα, δεν τα κατάφερε όμως να μάθει τίποτ’ άλλο,μονάχα που ανησύχησε περισσότερο. Σαν έμεινε μόνος, ξάπλωσε στο ντιβάνι κι άρχισε πάλι να σκέφτεται. «Μπορεί να ‘χουν κανέναν επισκέπτη ως τις εννιά και φοβάται πάλι για μένα μην τύχει και ξανακάνω γκάφες μπροστά σε κόσμο», σκέφτηκε τέλος κι άρχισε πάλι να περιμένει ανυπόμονα
το βράδυ και να κοιτάει το ρολόι. Η λύση του αινίγματος όμως επακολούθησε πολύ νωρίτερα απ’ το
βράδυ κι είχε κι αυτή τη μορφή επισκέψεως κι ήταν μια λύση αινίγματος που ‘χε τη μορφή ενός καινούργιου, βασανιστικού αινίγματος: μισή ώρα ακριβώς από τότε που έφυγαν οι Επάντσιν, μπήκε στο δωμάτιό του ο Ιππόλυτος, τόσο κουρασμένος κι εξαντλημένος που, χωρίς να πει λέξη, σα να μην ήξερε τι του γινόταν, σωριάστηκε κυριολεκτικά σε μια πολυθρόνα κι αμέσως τον έπιασε ένας ασυγκράτητος βήχας. Έβηξε τόσο που του ήρθε αίμα. Τα μάτια του άστραφταν και δύο κόκκινοι λεκέδες τού φλόγισαν τα μάγουλα. Ο πρίγκιπας κάτι του τραύλισε, εκείνος όμως δεν απάντησε κι αρκετή ώρα δεν έλεγε τίποτα, μονάχα κούνησε το χέρι του σα να ‘θελε να πει: «μη μ’ ενοχλείτε».
Τέλος, συνήλθε.
— Φεύγω!—πρόφερε τέλος με πολλή προσπάθεια, με βραχνή φωνή.
— Θέλετε να σας συνοδέψω;—είπε ο πρίγκιπας κι ανασηκώθηκε απ’ τη θέση του, ξανάκατσε όμως
αμέσως γιατί θυμήθηκε πως μόλις πριν από λίγο του είχαν απαγορεύσει να βγει απ’ το σπίτι.
Ο Ιππόλυτος έβαλε τα γέλια.
— Δε φεύγω απ’ το σπίτι σας,—συνέχισε κείνος κι η φωνή του κοβόταν όλη την ώρα κι ήταν βραχνή,—απεναντίας, το θεώρησα αναγκαίο να ‘ρθω να σας δω για μια υπόθεση… αν δεν ήταν αυτό, δε θα σας ανησυχούσα. Φεύγω γ ι α κ ε ι κι αυτή τη φορά τέλειωσαν καθώς φαίνεται τα ψέματα! Τετέλεσται! Δεν το λέω για να με συμπονέσετε, πιστέψτε με… είχα πέσει σήμερα στο κρεβάτι, στις δέκα η ώρα, με την απόφαση να μην ξανασηκωθώ ως ε κ ε ί ν η τη στιγμή, ξάφνου όμως το μετάνιωσα και σηκώθηκα γι’ άλλη μια φορά για να ‘ρθω να σας δω… σημαίνει λοιπόν πως υπήρχε λόγος.
— Ραγίζεται η καρδιά μου που σας βλέπω έτσι∙ καλύτερα να με φωνάζατε παρά να μπείτε ο ίδιος
στον κόπο.
— Ε, φτάνει τόσο. Με λυπηθήκατε κι αυτό είναι αρκετό για την κοσμική ευγένεια… Α, ναι, ξέχασα.
Εσείς; Πώς πάει η υγεία σας;
— Είμαι καλά. Χτες… δεν ήμουν και τόσο.
— Τ’ άκουσα, τ’ άκουσα. Το κινέζικο βάζο τα πλήρωσε∙ κρίμα που έλειπα! Ήρθα για δουλειά.
Πρώτον, είχα σήμερα την ευχαρίστηση να δω το Γαβρίλα Αρνταλιόνοβιτς ραντεβού με την Αγλαΐα
Ιβάνοβνα, στο πράσινο παγκάκι. Θαύμασα ως ποιο σημείο μπορεί ένας άνθρωπος να ‘χει ηλίθια όψη. Αυτό το είπα στην ίδια την Αγλαΐα Ιβάνοβνα όταν έφυγε ο Γαβρίλα Αρνταλιόνοβιτς… Αν δεν κάνω λάθος, δε σας εκπλήσσει τίποτα, πρίγκηψ,—πρόσθεσε κοιτάζοντας δύσπιστα το ατάραχο πρόσωπο του πρίγκιπα,—το να μην απορεί κανείς με τίποτα, λένε πως είναι γνώρισμα μεγάλου πνεύματος∙ κατά τη γνώμη μου θα μπορούσε κάλλιστα να ‘ναι γνώρισμα και μεγάλης βλακείας…
Άλλωστε, δεν κάνω υπαινιγμό για σας, με συγχωρείτε… Είμαι πολύ άτυχος σήμερα στις εκφράσεις
μου.
— Το ‘ξερα από χτες πως ο Γαβρίλα Αρνταλιόνοβιτς…—κόπηκε απότομα ο πρίγκιπας, φανερά
σαστισμένος, μόλο που του Ιππόλυτου του κακοφαινόταν που δεν απορεί.
— Το ξέρατε! Ε, αυτό δεν το περίμενα! Αν και καλύτερα να μη μου πείτε τίποτα… Και δεν παρασταθήκατε μάρτυρας του σημερινού ραντεβού;
— Το είδατε πως δεν ήμουν μια και ήσασταν εκεί.
— Μπορεί να ‘χατε κρυφτεί πίσω από κανένα θάμνο. Εδώ που τα λέμε, χαίρομαι, για λογαριασμό
σας φυσικά, γιατί νόμιζα κιόλας πως ο Γαβρίλα Αρνταλιόνοβιτς έχαιρε της προτιμήσεως!
— Σας παρακαλώ να μη μου κάνετε λόγο γι’ αυτό το ζήτημα, Ιππόλυτε, και μάλιστα με τέτοιες εκφράσεις.
— Πολύ περισσότερο που τα ξέρετε όλα πια.
— Κάνετε λάθος. Δεν ξέρω σχεδόν τίποτα και η Αγλαΐα Ιβάνοβνα ξέρει θετικά πως δεν ξέρω τίποτα.
Εγώ μάλιστα δεν ήξερα απολύτως τίποτα γι’ αυτό το ραντεβού… Λέτε πως είχαν ραντεβού; Ε, ας είναι, ας τ’ αφήσουμε…
— Μα τι σημαίνουν όλα αυτά; Μια λέτε πως το ξέρετε, μια πως δεν ξέρετε τίποτα… Λέτε, «ε, ας είναι κι ας τ’ αφήσουμε.» Ε, όχι, μην είστε τόσο εύπιστος! Ιδιαίτερα αν δεν ξέρετε τίποτα. Είστε εύπιστος γιατί ίσα‐ίσα δεν ξέρετε. Δε μου λέτε αλήθεια, ξέρετε τι σχέδια έχουν αυτά τα δύο πρόσωπα, ο αδερφούλης κι η αδερφούλα του; Αυτό τουλάχιστον ίσως να το υποπτεύεστε, ε; Καλά,καλά, τ’ αφήνω κατά μέρος,—πρόσθεσε βλέποντας μια ανυπόμονη χειρονομία του πρίγκιπα.—Ήρθα όμως για μια προσωπική μου υπόθεση και θέλω να… εξηγηθώ. Που να πάρει ο διάολος, μου είναι αδύνατο να πεθάνω χωρίς εξηγήσεις∙ σε πιάνει φρίκη όταν πας να σκεφτείς πόσες πολλές εξηγήσεις δίνω. Θέλετε να μ’ ακούσετε;
— Μιλείστε, σας ακούω.
— Κι ωστόσο αλλάζω και πάλι γνώμη∙ παρ’ όλ’ αυτά, θ’ αρχίσω απ’ τον Γάνετσκα. Το φανταζόσασταν
ποτέ πως ειδοποιήθηκα και γω να πάω σήμερα στο πράσινο παγκάκι; Εδώ που τα λέμε, δε θέλω να
λέω ψέματα: εγώ ο ίδιος επέμενα στο ραντεβού, το ζήτησα με παρακάλια, υποσχέθηκα ν’
αποκαλύψω ένα μυστικό. Δεν ξέρω αν πήγα πολύ νωρίς (φαίνεται πως πραγματικά πήγα πολύ
νωρίς) πάντως, μόλις έκατσα δίπλα στην Αγλαΐα Ιβάνοβνα, βλέπω να εμφανίζονται ο Γαβρίλα Αρνταλιόνοβιτς κι η Βαρβάρα Αρνταλιόνοβνα, αλαμπρατσέτα, τάχα πως κάνουν περίπατο. Φαίνεται πως απόρησαν πολύ κι οι δυο τους που με συνάντησαν, δεν το περίμεναν, σάστισαν μπορώ να πω.Η Αγλαΐα Ιβάνοβνα αναψοκοκκίνισε και—αν θέλετε το πιστεύετε—τα ‘χασε μάλιστα λιγάκι, δεν ξέρω αν έγινε επειδή ήμουν εγώ εκεί ή απλώς και μόνο γιατί είδε τον Γαβρίλα Αρνταλιόνοβιτς, (γιατί είναι μορφονιός, βλέπετε) γεγονός παραμένει ωστόσο πως έγινε κατακόκκινη κι έδωσε αμέσωςτέλος στην υπόθεση με πολύ κωμικό τρόπο: σηκώθηκε, απάντησε στην υπόκλιση του Γαβρίλα Αρνταλιόνοβιτς και στο υστερόβουλο χαμόγελο της Βαρβάρας Αρνταλιόνοβνας και ξαφνικά τους είπε απότομα: «σας κάλεσα μόνο και μόνο για να σας εκφράσω προσωπικά την ευχαρίστησή μου για τα ειλικρινή και φιλικά αισθήματά σας κι αν ποτέ τα χρειαστώ, τότε, πιστέψτε με…» Εδώ τους έκανε μια υπόκλιση κι έφυγαν κι οι δυο τους—δεν ξέρω αν ζεματίστηκαν ή αν το πήραν επάνω τους∙ ο Γάνετσκα φυσικά, έφυγε ζεματισμένος∙ δεν κατάλαβε τίποτα και κοκκίνισε σαν αστακός (είναι ν’απορείς καμιά φορά με την έκφραση του προσώπου του), η Βαρβάρα Αρνταλιόνοβνα όμως
φαίνεται πως κατάλαβε ότι πρέπει να ξεκουμπίζεται μια ώρα αρχύτερα και πως αυτό που είπε η Αγλαΐα φτάνει και παραφτάνει∙ έφυγε λοιπόν και τράβηξε και τον αδερφό της. Είναι πολύ πιο έξυπνη από κείνον κι είμαι σίγουρος πως τώρα θριαμβεύει. Όσο για μένα, είχα πάει να μιλήσω με την Αγλαΐα Ιβάνοβνα για να κανονίσω μαζί της μια συνάντηση με τη Ναστάσια Φιλίπποβνα.
— Με τη Ναστάσια Φιλίπποβνα!—φώναξε ο πρίγκιπας.
— Αχά. Σα να μου φαίνεται πως χάνετε την ψυχραιμία σας κι αρχίζετε να εκπλήττεσθε. Χαίρω πολύ
που θέλετε να μοιάσετε μ’ άνθρωπο. Γι’ αυτό και γω, θα σας διασκεδάσω. Να τι σημαίνει να υπηρετείς παλικάρια και δεσποινίδες με γενναιόφρονα αισθήματα: δέχτηκα σήμερα απ’ αυτήν ένα χαστούκι!
— Η‐ηθικό;—ρώτησε ο πρίγκιπας άθελά του.
— Ναι, δεν ήταν σωματικό. Έχω την εντύπωση πως δε θα βρεθεί κανένας να σηκώσει το χέρι του να
χτυπήσει έναν άνθρωπο σαν και μένα∙ ακόμα και μια γυναίκα δε θα με χτυπήσει τώρα πια∙ ακόμα κι
ο Γάνετσκα δε θα με χτυπήσει! Αν και χτες, κάποια στιγμή, νόμισα πως θα ριχνόταν επάνω μου…
Κόβω το κεφάλι μου πως ξέρω τι σκέφτεστε τώρα: Λέτε μέσα σας: «ναι, δεν υπάρχει λόγος να τον
δείρει κανείς, μπορεί όμως να τον πνίξει μ’ ένα μαξιλάρι, ή με μια βρεγμένη πατσαβούρα εκεί που
θα κοιμάται—και του αξίζει μάλιστα»… Είναι γραμμένο στο πρόσωπό σας πως αυτό σκέφτεστε, τώρα, αυτή τη στιγμή.
— Ποτέ δε σκέφτηκα κάτι τέτοιο!—πρόφερε με σιχασιά ο πρίγκιπας.
— Δεν ξέρω, σήμερα είδα στον ύπνο μου πως μ’ έπνιξε με μια βρεγμένη πατσαβούρα… ένας άνθρωπος… ε, θα σας το πως ποιος ήταν: φανταστείτε, είδα το Ραγκόζιν! Τι γνώμη έχετε, μπορείς να πνίξεις έναν άνθρωπο με μια βρεγμένη πατσαβούρα;
— Δεν ξέρω.
— Άκουσα πως μπορείς. Καλά, ας τ’ αφήσουμε. Όχι, πέστε μου, από πού κι ως πού είμαι κουτσομπόλης; Γιατί μ’ έβρισε σήμερα και με είπε κουτσομπόλη; Και, προσέξτε το, το ‘πε όταν τα ‘χε ακούσει όλα ως την τελευταία λεξούλα και μου ζήτησε και λεπτομέρειες… Αλλά έτσι είναι οι γυναίκες! Για χάρη της έπιασα φιλίες με το Ραγκόζιν—ενδιαφέρων άνθρωπος∙ και για καλό δικό της τα κανόνισα να ειδωθούν προσωπικά με τη Ναστάσια Φιλίπποβνα. Μήπως το είπε γιατί την πείραξα στο φιλότιμο κάνοντας έναν υπαινιγμό πως λιμπίστηκε τ’ «αποφάγια» της Ναστάσιας Φιλίπποβνας;Ναι, δεν τ’ αρνιέμαι πάσκιζα τόσο καιρό να την πείσω πως έτσι είναι, το ‘κανα όμως για το καλό της,δυο γράμματα της έστειλα σχετικά μ’ αυτό το ζήτημα και σήμερα για τρίτη φορά, στο ραντεβού…
Μόλις πήγα, αυτό άρχισα να της λέω, πως είναι ταπεινωτικό γι’ αυτήν… Κι εξάλλου, ουσιαστικά η
λέξη «αποφάγια» δεν είναι δική μου, είναι ξένη∙ στο σπίτι του Γάνια τουλάχιστο, όλοι την έλεγαν∙
μα κι αυτή η ίδια το επιβεβαίωσε. Λοιπόν, γιατί με λέει κουτσομπόλη; Το βλέπω, το βλέπω: σας έρχεται τώρα να βάλετε τα γέλια κοιτάζοντάς με και κόβω το κεφάλι μου πως μου προβάρετε κείνους τους ανόητους στίχους:
Κι ίσως να λάμφει στο θλιβό της ζωής μου γέρμα
σε χαμογέλιο ο έρωτας αποχαιρετισμού
— Χα‐χα‐χα!—ξέσπασε ξάφνου σε υστερικά γέλια και τον έπιασε βήχας. Και προσέξτε και τούτο,είπε βραχνά βήχοντας ακόμα,—προσέξτε τι λογής άνθρωπος είναι αυτός ο Γάνετσκα: μιλάει γι’«αποφάγια». Κι ωστόσο, από τι λαχταράει να επωφεληθεί ο ίδιος!
Ο πρίγκιπας έμεινε πολλήν ώρα σιωπηλός∙ τον είχε κυριέψει φρίκη.
— Είπατε πως θα συναντηθεί με τη Ναστάσια Φιλίπποβνα;—τραύλισε τέλος.
— Ε, μα είναι ποτέ δυνατό να μην ξέρετε στ’ αλήθεια πως η Αγλαΐα Ιβάνοβνα θα συναντηθεί σήμερα
με την Ναστάσια Φιλίπποβνα; Η Ναστάσια Φιλίπποβνα ειδοποιήθηκε να ‘ρθει απ’ την Πετρούπολη
μέσω του Ραγκόζιν ειδικά γι’ αυτό ύστερα απ’ την πρόσκληση της Αγλαΐας Ιβάνοβνας και τις δικές
μου προσπάθειες και βρίσκεται τώρα μαζί με το Ραγκόζιν∙ εδώ παρακάτω είναι, στο σπίτι που έμενε
και πρώτα, σε εκείνης της κυρίας, της Ντάριας Αλεξέγιεβνας… είναι μια πολύ ύποπτη κυρία, φίλη
της, κι η Αγλαΐα Ιβάνοβνα θα πάει σήμερα εκεί, σ’ αυτό το ύποπτο σπίτι για να μιλήσει φιλικά με τη
Ναστάσια Φιλίπποβνα και να λύσει διάφορα προβλήματα. Τους ήρθε η όρεξη ν’ ασχοληθούν με την
αριθμητική. Δεν το ξέρατε; Λόγω τιμής;
— Αυτό είναι απίστευτο!
— Ε, τόσο το καλύτερο μια κι είναι απίστευτο∙ εδώ που τα λέμε, πού μπορείτε να ξέρετε; Μόλο που
εδώ και μύγα να πετάξει το μαθαίνει όλος ο κόσμος—τόσο μικρό είναι το μέρος. Εγώ ωστόσο σας
προειδοποίησα και μπορείτε να μου χρωστάτε ευγνωμοσύνη. Ε, ορβουάρ λοιπόν, στον άλλο κόσμο
κατά πάσαν πιθανότητα. Α, ναι, ήθελα να σας πω και τούτο: αν κι είμαι παλιάνθρωπος απέναντί σας, γιατί… μα ποιος ο λόγος να κάνω αυτοθυσίες, θα με υποχρεώνατε πολύ να το σκεφτείτε και μόνος σας. Για το καλό σας τάχα; Μα αφού εγώ της αφιέρωσα την «Εξομολόγησή» μου (δεν το ξέρατε αυτό;) Και πώς το δέχτηκε μάλιστα! Χε‐χε! Αυτής ωστόσο δεν της φέρθηκα καθόλου πρόστυχα, απέναντί της δεν είμαι ένοχος σε τίποτα∙ αυτή όμως, μ’ εξευτέλισε και μου την έσκασε…εδώ που τα λέμε δηλαδή, ούτε κι απέναντι σας είμαι ένοχος∙ μόλο που της έκανα λόγο για τ’«αποφάγια» και άλλα παρόμοια, ήρθα ωστόσο και σας έκανα τώρα γνωστή και την ημέρα και την ώρα και το μέρος της συνάντησης και σας αποκαλύπτω όλο αυτό το παιχνίδι… από φούρκα,εννοείται, κι όχι από μεγαλοψυχία. Γεια σας, είμαι φλύαρος σαν ψευδός ή χτικιάρης, κοιτάξτε λοιπόν να πάρετε τα μέτρα σας, αν φυσικά θέλετε να λέγεστε άνθρωπος. Η συνάντηση θα γίνει σήμερα το βράδυ, αυτό είναι σίγουρο.
Ο Ιππόλυτος τράβηξε κατά την πόρτα, ο πρίγκιπας όμως τον φώναξε και κείνος σταμάτησε στο κατώφλι.
— Ώστε λοιπόν, λέτε πως η Αγλαΐα Ιβάνοβνα θα πάει σήμερα στης Ναστάσιας Φιλίπποβνας;—
ρώτησε ο πρίγκιπας. Κόκκινοι λεκέδες φάνηκαν στα μάγουλα και στο μέτωπό του.
— Δεν ξέρω ακριβώς, το πιθανότερο όμως είναι αυτό,—απάντησε ο Ιππόλυτος πάνω απ’ τον ώμο
του.—Εδώ που τα λέμε, δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Δεν μπορεί βέβαια να πάει η Ναστάσια
Φιλίπποβνα στο σπίτι εκείνης. Κι ούτε βέβαια να ειδωθούν στου Γάνετσκα: έχει σπίτι του ένα σχεδόν νεκρό. Πώς σας φάνηκε αυτό του στρατηγού;
— Απ’ αυτό και μόνο, φαίνεται πως είναι αδύνατο!—βιάστηκε να πει ο πρίγκιπας.—Πώς θα βγει λοιπόν, κι αν ακόμα το ‘θελε: Δεν ξέρετε… τις συνήθειες αυτού του σπιτιού∙ δεν μπορεί να βγει έξω μόνη της και να πάει στη Ναστάσια Φιλίπποβνα∙ όλ’ αυτά είναι ανοησίες!
— Τι να σας πω, πρίγκηψ. Κανένας δεν πηδάει απ’ τα παράθυρα, μα αν πιάσει φωτιά το σπίτι τότε
σα να μου φαίνεται πως κι ο μεγαλύτερος τζέντλεμαν κι η αρχοντικότερη κυρία θα πηδήσουν απ’ το
παράθυρο. Ανάγκα και θεοί πείθονται, και στης Ναστάσιας Φιλίπποβνας ακόμα θα πάει το κορίτσι
μας. Μα τι, δεν τις αφήνουν να βγουν καθόλου τις δεσποινίδες σας;
— Όχι, δεν έλεγα αυτό…
— Αν δε λέγατε αυτό, τότε της φτάνει να κατέβει απ’ το χαγιάτι και να τραβήξει ίσα κι ύστερα πια ας είναι να μη γυρίσει ποτέ της σπίτι. Αφού τυχαίνουν περιστάσεις που καίει κανένας τα καράβια του,μπορεί να μη γυρίσει και στο σπίτι: η ζωή δεν αποτελείται μονάχα από προγεύματα, γεύματα και
πρίγκιπες Σ.. Μου φαίνεται πως την περνάτε την Αγλαΐα Ιβάνοβνα για κανένα μικρό κοριτσάκι ή για
καμιά μαθητριούλα, αυτό της το ‘χω πει από μέρες τώρα. Αν δεν κάνω λάθος συμφώνησε.
Περιμένετε ως τις εφτά ή οκτώ… Αν ήμουν στη θέση σας, θα ‘στελνα κάποιον να παραφυλάξει κει
πέρα για να μη χάσετε στιγμή όταν θα κατέβει απ’ το κατώφλι. Ε, στείλτε τον Κόλια έστω∙ με μεγάλη
του ευχαρίστηση θα κάνει τον κατάσκοπο, από αγάπη για σας δηλαδή… γιατί βέβαια όλ’ αυτά είναι
σχετικά… Χα‐χα!
Ο Ιππόλυτος βγήκε. Ο πρίγκιπας δεν είχε λόγο να στείλει κανένα να κατασκοπεύσει, έστω κι αν ήταν
ικανός για κάτι τέτοιο. Η διαταγή της Αγλαΐας να κάτσει σπίτι του, είχε σχεδόν εξηγηθεί: ίσως να ‘θελε να περάσει να τον πάρει. Βέβαια, μπορεί ίσα‐ίσα να μην ήθελε να βρεθεί εκεί και γι’ αυτό του είπε να κάτσει σπίτι… Μπορεί να ‘ταν κι αυτό. Του ήρθε ζάλη∙ όλο το δωμάτιο στριφογύριζε.
Ξάπλωσε στο ντιβάνι κι έκλεισε τα μάτια.
— Όπως και να ‘ναι, το πράγμα ήταν αποφασισμένο, τελειωτικό. Όχι, ο πρίγκιπας δε θεωρούσε την
Αγλαΐα μικρό κοριτσάκι ή μαθητριούλα: ένιωθε τώρα πως από καιρό φοβόταν μη γίνει κάτι τέτοιο∙
μα γιατί θέλει να τη δει; Ένα ρίγος τον διαπέρασε σύγκορμο. Είχε και πάλι πυρετό.
Όχι, δεν τη θεωρούσε παιδί! Τον τελευταίο καιρό τον τρόμαζαν μερικά βλέμματά της, μερικά της λόγια. Φορές‐φορές του φαινόταν πως η Αγλαΐα σα να συγκρατιόταν υπερβολικά, σα να υπομόνευε υπερβολικά, κι αυτό τον φόβιζε. Βέβαια, όλες αυτές τι μέρες προσπαθούσε να μην τα σκέφτεται αυτά, απόδιωχνε τις βαριές σκέψεις∙ τι κρυβόταν όμως σ’ αυτήν την ψυχή; Αυτή η ερώτηση τον βασάνιζε από καιρό, μόλο που πίστευε σ’ αυτή την ψυχή. Και να που όλα αυτά έπρεπε ν’αποκαλυφθούν σήμερα κιόλας και να βρουν τη λύση τους. Σκέψη φριχτή. Και πάλι «αυτή η γυναίκα»! Γιατί του φαινόταν πάντα πως αυτή η γυναίκα θα εμφανιστεί την τελευταία, την έσχατη στιγμή, και θα σπάσει όλη τη μοίρα του σα μια σάπια κλωστή; Το ότι έτσι του φαινόταν πάντα, αυτό ήταν έτοιμος τώρα να τ’ ορκιστεί μόλο που σχεδόν μισοπαραληρούσε. Αν προσπαθούσε να την ξεχάσει ε κ ε ί ν η ν τον τελευταίο καιρό, αυτό γινόταν μόνο και μόνο γιατί τη φοβόταν. Λοιπόν; Την αγαπούσε αυτή τη γυναίκα ή τη μισούσε; Αυτή την ερώτηση δεν την έκανε ούτε μια φορά στον
εαυτό του σήμερα∙ σ’ αυτό το σημείο η καρδιά του ήταν καθαρή: ήξερε ποιαν αγαπάει. .. Δε φοβόταν τόσο τη συνάντηση των δυο τους, δεν τον τρόμαζε το γεγονός ότι όλ’ αυτά ήταν τόσο παράξενα, ούτε σκιαζόταν για την αιτία της συνάντησης που του ήταν άγνωστη, ούτε για τ’αποτέλεσμα της συνάντησης, όποιο και να ‘ταν—φοβόταν την ίδια τη Ναστάσια Φιλίπποβνα.
Αργότερα πια, ύστερα από μερικές μέρες, θυμήθηκε πως κείνες τις πυρετικές ώρες έβλεπε
αδιάκοπα μπροστά του τα μάτια της, το βλέμμα της, άκουγε τα λόγια της,—κάτι παράξενα λόγια, αν
και δε θυμόταν τίποτα σχεδόν απ’ αυτές τις πυρετικές και θλιβερές ώρες. Μόλις που θυμόταν λόγου
χάρη πως ήρθε η Βέρα και του ‘φερε να φάει και κείνος έφαγε, δε θυμόταν όμως αν κοιμήθηκε μετά
το φαΐ ή όχι. Ήξερε μονάχα πως άρχισε να τα ξεχωρίζει όλα πεντακάθαρα κείνο το βράδυ, όταν η
Αγλαΐα ανέβηκε ξάφνου στη βεράντα του και κείνος πετάχτηκε απ’ το ντιβάνι και βγήκε να την υποδεχτεί. Ήταν εφτά και τέταρτο. Η Αγλαΐα ήταν μόνη, ολομόναχη, ντυμένη απλά, βιαστικά θα ‘λεγες—φόραγε μιαν ελαφριά κάπα. Το πρόσωπό της ήταν χλομό, όπως και το πρωί, και τα μάτια της άστραφταν με μια φωτεινή και στεγνή λάμψη∙ ο πρίγκιπας δεν είχε ξαναδεί ποτέ μια τέτοια έκφραση στα μάτια της. Αυτή τον περιεργάστηκε προσεκτικά.
— Είστε εντελώς έτοιμος, βλέπω,—παρατήρησε σιγά και ψύχραιμα θα ‘λεγες.—Ντυμένος, με το
καπέλο στο χέρι∙ σημαίνει λοιπόν πως σας προειδοποίησαν και ξέρω ποιος: ο Ιππόλυτος.
— Ναι, μου έλεγε…—μουρμούρισε ο πρίγκιπας σχεδόν μισοπεθαμένος.
— Πάμε λοιπόν: ξέρετε πως πρέπει το δίχως άλλο να με συνοδέψετε. Ελπίζω να μην είστε άρρωστος
που να μην μπορείτε να βγείτε;
— Δεν είμαι άρρωστος μα… είναι ποτέ δυνατόν αυτό;
Σταμάτησε αμέσως και δεν μπορούσε πια ν’ αρθρώσει λέξη. Αυτή ήταν η μοναδική του απόπειρα να
σταματήσει την τρελή∙ ύστερα την ακολούθησε, σα σκλάβος. Όσο θολές κι αν ήταν οι σκέψεις του,
καταλάβαινε ωστόσο πως η Αγλαΐα θα πήγαινε και χωρίς αυτόν ε κ ε ί , ώστε λοιπόν ήταν
αναγκασμένος έτσι κι αλλιώς να την ακολουθήσει. Μάντευε πόσο ατράνταχτη ήταν η απόφασή της∙
δεν ήταν αυτός που θα σταματούσε μια τέτοια άγρια παραφορά. Προχωρούσαν σιωπηλοί∙ σ’ όλο το
δρόμο δεν είπαν σχεδόν λέξη. Παρατήρησε μονάχα πως η Αγλαΐα ξέρει καλά το δρόμο κι όταν έκανε
να της προτείνει να στρίψουν από ένα στενό γιατί από κει δεν περνούσε κόσμος, εκείνη τον άκουσε
σα να ‘κανε προσπάθεια να καταλάβει κι απάντησε απότομα: «Το ίδιο κάνει!» Όταν έφτασαν
σχεδόν στο σπίτι της Ντάριας Αλεξέγιεβνας (ένα παλιό, μεγάλο, ξύλινο σπίτι), βγήκε απ’ το χαγιάτι
μια λουσάτη κυρία κι από πίσω της μια νεαρή κοπελίτσα∙ έκατσαν κι οι δυο τους στην
πολυτελέστατη καρότσα που περίμενε στην είσοδο και γελούσαν δυνατά και κουβέντιαζαν και δε
γύρισαν μήτε μια φορά να κοιτάξουν τον πρίγκιπα και την Αγλαΐα, λες και δεν τους είχαν προσέξει.
Μόλις έφυγε η καρότσα, η πόρτα του σπιτιού ξανάνοιξε∙ την είχε ανοίξει ο Ραγκόζιν που τους περίμενε κι όταν πέρασαν μέσα ο πρίγκιπας κι η Αγλαΐα την ξανάκλεισε πίσω τους.
— Σ’ όλο το σπίτι δεν είναι κανένας εξόν από μας τους τέσσερις,—παρατήρησε και κοίταξε παράξενα τον πρίγκιπα.
Στο πρώτο δωμάτιο περίμενε η Ναστάσια Φιλίπποβνα, ντυμένη κι αυτή πολύ απλά, όλη στα μαύρα∙
σηκώθηκε, δε χαμογέλασε όμως και μάλιστα δεν έδωσε το χέρι της στον πρίγκιπα.
Το επίμονο κι ανήσυχο βλέμμα της καρφώθηκε ανυπόμονα στην Αγλαΐα. Έκατσαν μακριά η μια απ’
την άλλη, η Αγλαΐα στο ντιβάνι, στη γωνιά του δωματίου, η Ναστάσια Φιλίπποβνα δίπλα στο παράθυρο. Ο πρίγκιπας κι ο Ραγκόζιν έμειναν όρθιοι—άλλωστε ούτε και τους είπε κανείς να καθίσουν. Ο πρίγκιπας ξανακοίταξε απορώντας και σάμπως να πονούσε το Ραγκόζιν, εκείνος όμως εξακολουθούσε να χαμογελάει με το ίδιο πάντοτε χαμόγελο. Η σιωπή κράτησε λίγες στιγμές ακόμα.
Τέλος, κάτι σαν μια απαίσια σκιά πέρασε απ’ το πρόσωπο της Ναστάσιας Φιλίπποβνας∙ το βλέμμα
της γινόταν επίμονο, σκληρό, γεμάτο μίσος θα ‘λεγες και δεν ξεκολλούσε ούτε στιγμή απ’ την επισκέπτριά της. Η Αγλαΐα ήταν φανερά σαστισμένη, δεν είχε δειλιάσει όμως. Μπαίνοντας μέσα,μόλις που ‘ριξε ένα βλέμμα στην αντίζηλό της και για την ώρα καθόταν με χαμηλωμένα μάτια και με ύφος συλλογισμένο. Κάνα δυο φορές, σαν άθελά της, έριξε ένα βλέμμα γύρω στο δωμάτιο∙ η σιχασιά φάνηκε πεντακάθαρα στο πρόσωπό της, λες και φοβόταν μη λερωθεί εδώ μέσα. Έσιαχνε μηχανικά το φόρεμά της και μάλιστα άλλαξε μια φορά ανήσυχα θέση και τραβήχτηκε στη γωνιά του ντιβανιού. Είναι ζήτημα αν είχε κι η ίδια συναίσθηση για όλες τις κινήσεις της∙ το ότι όμως γίνονταν ασυναίσθητα τις έκανε ακόμα πιο προσβλητικές. Τέλος, κοίταξε σταθερά και κατάματα τη Ναστάσια Φιλίπποβνα κι αμέσως τα διάβασε όλα όσα άστραφταν στο οργισμένο βλέμμα της αντιζήλου της. Η γυναίκα κατάλαβε τη γυναίκα∙ η Αγλαΐα αναστέναξε.
— Ξέρετε φυσικά γιατί σας κάλεσα,—πρόφερε τέλος, πολύ σιγανά όμως, και μάλιστα σταμάτησε κάνα δυο φορές ώσπου να πει αυτή τη σύντομη φράση.
— Όχι, δεν ξέρω τίποτα,—απάντησε η Ναστάσια Φιλίπποβνα ξερά κι απότομα.
Η Αγλαΐα κοκκίνισε. Ίσως να της φάνηκε ξαφνικά τρομερά παράξενο κι απίστευτο το ότι κάθεται τώρα μ’ αυτή τη γυναίκα, στο σπίτι «αυτής της γυναίκας» κι έχει ανάγκη απ’ την απάντησή της.
Μόλις ακούστηκε η φωνή της Ναστάσιας Φιλίπποβνας κάτι σα ρίγος τη διαπέρασε σύγκορμη. Όλ’
αυτά φυσικά, τα παρατήρησε «αυτή η γυναίκα».
— Όλα τα καταλαβαίνετε… κάνετε μονάχα πως δεν καταλαβαίνετε,—είπε σχεδόν ψιθυριστά η
Αγλαΐα κοιτάζοντας σκυθρωπά το πάτωμα.
— Και γιατί τάχα;—χαμογέλασε αχνά η Ναστάσια Φιλίπποβνα.
— Θέλετε να επωφεληθείτε απ’ τη θέση μου… που είμαι σπίτι σας,—συνέχισε γελοία κι αδέξια η
Αγλαΐα.
— Γι’ αυτή τη θέση φταίτε σεις κι όχι εγώ!—κόρωσε ξάφνου η Ναστάσια Φιλίπποβνα.—Δε σας κάλεσα εγώ, εσείς με καλέσατε κι ως τα τώρα δεν ξέρω γιατί!
Η Αγλαΐα σήκωσε υπεροπτικά το κεφάλι.
— Συγκρατείστε τη γλώσσα σας, δεν ήρθα να πολεμήσω μαζί σας μ’ αυτό το όπλο σας…
— Α! Ώστε ήρθατε ωστόσο να «πολεμήσετε»; Για φαντάσου, και γω που νόμιζα πως είστε πιο…έξυπνη…
Κοιτάζονταν κι οι δυο χωρίς να κρύβουν πια την κακία τους. Η μια απ’ αυτές τις γυναίκες ήταν εκείνη η ίδια που, μόλις πριν λίγες μέρες, είχε γράψει στην άλλη εκείνα τα γράμματα. Και να που όλα διαλύθηκαν, με την πρώτη συνάντηση και με τις πρώτες λέξεις. Κι όμως, θα ‘λεγε κανείς πως κανένας απ’ τους τέσσερις που βρίσκονταν κείνη τη στιγμή στο δωμάτιο, δεν το ‘βρισκε παράξενο αυτό. Ο πρίγκιπας, που ακόμα και χτες δε θα πίστευε ποτέ στη δυνατότητα να δει κάτι τέτοιο ακόμα και στον ύπνο του, τώρα στεκόταν, κοίταζε κι άκουγε, λες κι όλ’ αυτά τα ‘χε προαισθανθεί από καιρό. Το πιο φανταστικό όνειρο είχε μεταμορφωθεί ξάφνου στην πιο χτυπητή κι αδρή πραγματικότητα. Η μια απ’ αυτές τις γυναίκες περιφρονούσε πια τόσο την άλλη και τόσο το ‘θελε να της το δείξει (ίσως να ‘χε έρθει μόνο και μόνο γι’ αυτό, όπως είπε την άλλη μέρα ο Ραγκόζιν) που όσο φαντασιόπληκτη κι αν ήταν αυτή η άλλη, όσο σαλεμένο κι αν ήταν το μυαλό της κι όσο άρρωστη η ψυχή της, καμιά απ’ τα πριν παρμένη απόφαση δε θα μπορούσε ν’ αντισταθεί μπροστά στη φαρμακερή, καθαρά γυναικεία περιφρόνηση της αντιζήλου της. Ο πρίγκιπας ήταν σίγουρος πως η Ναστάσια Φιλίπποβνα δε θα κάνει λόγο η ίδια για τα γράμματα∙ απ’ τα βλέμματά της, που πετούσαν σπίθες, είχε μαντέψει τι μπορεί να της κοστίζουν τώρα κείνα τα γράμματα, θα ‘δινε όμως και τη μισή του ζωή για να μην τ’ αναφέρει τώρα κι η Αγλαΐα.
Η Αγλαΐα όμως, σα να συγκέντρωσε ξαφνικά τις δυνάμεις της, ξαναβρήκε μονομιάς την
αυτοκυριαρχία της.
— Με παρεξηγήσατε,—είπε αυτή—δεν ήρθα για να… μαλώσω μαζί σας, μόλο που δε σας αγαπώ.
Εγώ… εγώ ήρθα να σας δω και να σας μιλήσω σαν άνθρωπος σε άνθρωπο. Όταν σας κάλεσα, είχα
πια αποφασίσει τι θα σας έλεγα και δε θα υπαναχωρήσω έστω κι αν δε με καταλάβετε καθόλου.
Τόσο το χειρότερο για σας αν δε με καταλάβετε. Ήθελα να σας απαντήσω σε κείνα που μου γράψατε και να σας απαντήσω προσωπικά γιατί αυτό μου φάνηκε πιο βολικό. Ακούστε λοιπόν την
απάντησή μου στα γράμματά σας: ένιωσα λύπη για τον πρίγκιπα Λέοντα Νικολάγιεβιτς για πρώτη
φορά την ίδια εκείνη μέρα που γνωρίστηκα μαζί του κι όταν έμαθα ύστερα όλα όσα έγιναν στην εσπερίδα σας. Τον λυπήθηκα γιατί είναι τόσο αγαθός κι η αφέλειά του τον έκανε να πιστέψει πως μπορεί να ‘ναι ευτυχισμένος… με μια γυναίκα… τέτοιου χαρακτήρα. Κείνο που φοβόμουν για λογαριασμό του έγινε: εσείς δεν μπορέσατε να τον αγαπήσετε, τον κατατυραννήσατε και τον εγκαταλείψατε. Δεν μπορέσατε να τον αγαπήσετε γιατί είστε υπερβολικά περήφανη—όχι, κάνω λάθος, δεν είστε περήφανη, είστε ματαιόδοξη… ούτε κι αυτό είναι σωστό: αγαπάτε τον εαυτό σας μέχρι… τρέλας, πράγμα που το αποδείχνουν και τα γράμματα που μου στείλατε. Ήταν αδύνατο να τον αγαπήσετε, έτσι απλός κι αφελής που είναι και μάλιστα τον περιφρονούσατε ίσως‐ίσως και τον κοροϊδεύατε μέσα σας, μπορούσατε ν’ αγαπήσετε μονάχα την ντροπή σας και την αδιάκοπη σκέψη πως είστε μια ντροπιασμένη και σας έχουν προσβάλει. Αν ήσασταν λιγότερο ντροπιασμένη ή αν δεν ήσασταν καθόλου, θα ‘σαστε πιο δυστυχισμένη… (Η Αγλαΐα πρόφερε με αγαλλίαση αυτά τα λόγια που της ξέφευγαν με υπερβολική γρηγοράδα απ’ το στόμα της, που τα ‘χε όμως προετοιμάσει και τα ‘χε σκεφτεί από καιρό, από τότε ακόμα που ούτε και στον ύπνο της δε θα μπορούσε να φανταστεί αυτή τη συνάντηση∙ παρακολουθούσε με φαρμακερό βλέμμα στο παραμορφωμένο απ’ την ταραχή πρόσωπο της Ναστάσιας Φιλίπποβνας την εντύπωση που έκαναν τα λόγια της). Θα θυμάστε βέβαια—συνέχισε—πως μου ‘γραψε τότε ένα γράμμα∙ λέει, ξέρετε, ότι μου το ‘στειλε και μάλιστα το διαβάσατε, έτσι δεν είναι; Με το γράμμα εκείνο τα κατάλαβα όλα και τα κατάλαβα σωστά∙ πριν λίγες μέρες μου τα επιβεβαίωσε ο ίδιος, δηλαδή όλα όσα σας λέω τώρα, λέξη προς λέξη μάλιστα.
Όταν έλαβα το γράμμα άρχισα να περιμένω. Μάντεψα πως θα ‘ρχόσασταν εδώ, γιατί βέβαια δεν
μπορείτε να ζήσετε δίχως Πετρούπολη: είσαστε ακόμη πολύ νέα και πολύ όμορφη για την επαρχία…
εδώ που τα λέμε, κι αυτά επίσης δεν είναι δικά μου λόγια,—πρόσθεσε κοκκινίζοντας τρομερά κι από κείνη τη στιγμή το κοκκίνισμα δεν ξανάφυγε απ’ το πρόσωπό της ως το τέλος.—Όταν ξανάδα τον πρίγκιπα, ένιωσα τρομερό πόνο και πίκρα για λογαριασμό του. Μη γελάτε∙ αν γελάσετε, τότε σημαίνει πως είστε ανάξια να το καταλάβετε…
— Το βλέπετε πως δε γελάω,—πρόφερε θλιμμένα κι αυστηρά η Ναστάσια Φιλίπποβνα.
— Άλλωστε, το ίδιο μου κάνει, γελάστε όσο θέλετε. Όταν άρχισα να τον ρωτάω μόνη μου, μου είπε
πως από καιρό πια δε σας αγαπάει, πως ακόμα κι η ανάμνησή σας του είναι βασανιστική, νιώθει
όμως οίκτο για σας κι όταν σας θυμάται, λες και νιώθει την καρδιά του «για πάντα πληγωμένη».
Πρέπει ακόμα να σας πω πως δε συνάντησα κανέναν στη ζωή μου που να ‘ναι τόσο ευγενικά αγαθός
κι απέραντα εύπιστος. Ύστερα απ’ όσα μου είπε, κατάλαβα πως ο καθένας θα μπορούσε να τον ξεγελάσει και πως όποιος κι αν τον ξεγελάσει, αυτός θα του το συγχωρέσει και γι’ αυτό ίσα‐ίσα τον αγάπησα…
Η Αγλαΐα σταμάτησε για μια στιγμή σα να ‘χε μείνει κατάπληκτη, σα να μην πίστευε κι η ίδια πώς
μπόρεσε να προφέρει μια τέτοια λέξη. Ταυτόχρονα όμως, μια απέραντη σχεδόν περηφάνεια
άστραψε στο βλέμμα της∙ θα ‘λεγε κανείς πως τώρα πια της ήταν αδιάφορο, έστω κι αν «αυτή η γυναίκα» έβαζε τα γέλια και την κορόιδευε για την ομολογία που της ξέφυγε.
— Σας τα είπα όλα και τώρα φυσικά θα το ‘χετε καταλάβει τι θέλω από σας, έτσι δεν είναι;!
— Μπορεί και να κατάλαβα, προτιμώ ωστόσο να μου το πείτε εσείς,—απάντησε σιγά η Ναστάσια
Φιλίπποβνα.
Η οργή φλόγισε το πρόσωπο της Αγλαΐας.
— Ήθελα να μάθω από σας,—πρόφερε σταθερά μια‐μια τις συλλαβές—με ποιο δικαίωμα
ανακατεύεστε στα αισθήματά του για μένα; Με ποιο δικαίωμα τολμήσατε να μου γράφετε; Με ποιο
δικαίωμα δηλώνετε κάθε λίγο και λιγάκι, σ’ αυτόν και σε μένα, πως τον αγαπάτε, ενώ τον εγκαταλείψατε η ίδια και το σκάσατε από κοντά του τόσο προσβλητικά… και επαίσχυντα;
— Δε δήλωσα ποτέ μου πως τον αγαπώ, ούτε σε σας, ούτε σ’ αυτόν,—πρόφερε με δυσκολία η Ναστάσια Φιλίπποβνα,—και… έχετε δίκιο, το ‘σκασα από κοντά του…—πρόσθεσε με φωνή που μόλις ακούστηκε.
— Πώς δεν το δηλώσατε «ούτε σ’ αυτόν ούτε σε μένα»;—φώναξε η Αγλαΐα.—Και τα γράμματά σας;
Ποιος σας ζήτησε να μας παντρολογήσετε και να με κάνετε χρυσή να τον παντρευτώ; Μήπως αυτό
δεν είναι δήλωση; Γιατί μας φορτωνόσαστε; Στην αρχή μου πέρασε η σκέψη πως θέλατε απεναντίας
να με κάνετε να τον σιχαθώ επειδή ανακατευτήκατε σεις στην υπόθεσή μας και να τον παρατήσω∙
αργότερα μονάχα κατάλαβα τι συμβαίνει: φανταστήκατε απλούστατα πως κάνετε μέγα κατόρθωμα
αυτοθυσίας μ’ όλ’ αυτά τα καμώματα… Όχι πέστε μου, μπορεί ποτέ να τον αγαπήσατε μια κι αγαπάτε τόσο πολύ τη ματαιοδοξία σας; Γιατί δε φύγατε απλώς από δω αντί να μου γράφετε γελοία γράμματα; Γιατί δεν παντρεύεστε τώρα τον ευγενικό άνθρωπο που τόσο σας αγαπάει και σας έκανε τιμή ζητώντας σας το χέρι; Είναι ολοφάνερο το γιατί: αν παντρευτείτε το Ραγκόζιν, ποια προσβολή θα σας μείνει τότε; Ίσα‐ίσα που θα σας γίνει υπερβολική τιμή! Ο Ευγένιος Παύλιτς είπε για σας πως έχετε διαβάσει πάρα πολλά ποιήματα και πως «είστε υπερβολικά μορφωμένη για τη θέση όπου βρίσκεστε»∙ πως περνάτε τον καιρό σας διαβάζοντας δίχως να κάνετε τίποτα∙ προσθέστε τη ματαιοδοξία σας και να όλα‐όλα τα κίνητρά σας…
— Μήπως και σεις κάνετε τίποτα;
Πολύ βιαστικά, πολύ απροκάλυπτα έφτασε η κουβέντα ως αυτό το αναπάντεχο σημείο∙ αναπάντεχο
γιατί η Ναστάσια Φιλίπποβνα, ξεκινώντας για το Παυλόβσκ, έπλεκε ακόμα ορισμένα όνειρα, μόλο
που φυσικά οι προβλέψεις της ήταν μάλλον άσχημες παρά καλές∙ όσο για την Αγλαΐα, παρασύρθηκε
ολότελα απ’ την παραφορά της στιγμής, λες κι έπεφτε κατρακυλώντας από ένα βουνό και δεν μπορούσε να συγκρατηθεί μπροστά στην τρομερή απόλαυση της εκδίκησης. Η Ναστάσια
Φιλίπποβνα απόρησε μάλιστα βλέποντας έτσι την Αγλαΐα∙ την κοίταζε κι ήταν σα να μην πίστευε στα μάτια της και τις πρώτες στιγμές τα ‘χε χάσει ολότελα. Ήταν τάχα μια γυναίκα που ‘χε διαβάσει πολλά ποιήματα όπως είχε υποθέσει ο Ευγένιος Παύλοβιτς ή ήταν απλώς μια τρελή όπως βεβαίωνε ο πρίγκιπας; Όποια κι αν ήταν η αλήθεια, η γυναίκα αυτή—που φερόταν ώρες‐ώρες τόσο κυνικά και με τόση αυθάδεια—στην πραγματικότητα ήταν πολύ πιο ντροπαλή, πιο τρυφερή και εύπιστη απ’όσο θα μπορούσε κανείς να υποθέσει. Βέβαια, είχε διαβάσει πολύ κι ήταν ονειροπόλα, κλεισμένη στον εαυτό της και φαντασιόπληκτη, είχε ωστόσο μια δύναμη κι ένα βάθος… Ο πρίγκιπας το καταλάβαινε αυτό∙ τώρα στο πρόσωπό του ζωγραφίστηκε ο πόνος. Η Αγλαΐα το παρατήρησε κι άρχισε να τρέμει από μίσος.
— Πως τολμάτε να μου φέρεστε έτσι;—πρόφερε με απερίγραπτη αλαζονεία απαντώντας στην
παρατήρηση της Ναστάσιας Φιλίπποβνας.
— Σίγουρα δε θ’ ακούσατε καλά,—απόρησε η Ναστάσια Φιλίπποβνα.—Πώς σας φέρθηκα δηλαδή;
— Αν θέλατε να είστε τίμια γυναίκα, γιατί δεν τον παρατήσατε τότε το διαφθορέα σας, τον Τότσκη,
απλά… χωρίς θεατρικές παραστάσεις;—είπε ξάφνου η Αγλαΐα στα καλά καθούμενα.
— Τι ξέρετε για την κατάστασή μου και τολμάτε να με κρίνετε;—ανατρίχιασε η Ναστάσια
Φιλίπποβνα χλομιάζοντας τρομερά.
— Ξέρω τούτο: ξέρω πως δεν πήγατε να δουλέψετε και φύγατε με το βαθύπλουτο το Ραγκόζιν, για
να παραστήσετε τον έκπτωτο άγγελο. Δεν απορώ καθόλου που ο Τότσκη θέλησε ν’ αυτοκτονήσει γι’
αυτόν τον έκπτωτο άγγελο!
— Σταματείστε!—πρόφερε η Ναστάσια Φιλίπποβνα με σιχασιά και με πόνο θα ‘λεγες.—Με
καταλάβατε και σεις όσο με κατάλαβε και… η καμαριέρα της Ντάριας Αλεξέγιεβνας που είχε τις προάλλες δίκη με τον αρραβωνιαστικό της στο ειρηνοδικείο. Εκείνη θα με καταλάβαινε καλύτερα από σας…
— Διόλου απίθανο∙ θα ‘ναι μια τίμια κοπέλα που ζει με τον κόπο της. Γιατί μιλάτε με τόσο περιφρόνηση για μια καμαριέρα;
— Δεν περιφρονώ καθόλου την εργασία, μα περιφρονώ εσάς όταν μιλάτε για την εργασία.
— Αν θέλατε να γίνετε τίμια, θα πηγαίνατε να γίνετε και πλύστρα ακόμα.
Σηκώθηκαν κι οι δυο και, χλομές, κοίταξαν η μια την άλλη.
— Αγλαΐα, σταματείστε! Αυτό είναι αδικία,—φώναξε ο πρίγκιπας σα χαμένος. Ο Ραγκόζιν δε
χαμογελούσε πια, μονάχα άκουγε με σφιγμένα χείλη και σταυρωμένα χέρια.
— Να, κοιτάξτε την,—έλεγε η Ναστάσια Φιλίπποβνα τρέμοντας από λύσσα,—αυτή τη δεσποινίδα!
Και γω τη νόμιζα άγγελο! Δίχως γκουβερνάντα ήρθατε ως εδώ, Αγλαΐα Ιβάνοβνα;… Θέλετε όμως…
θέλετε να σας το πω καθαρά και ξάστερα, τώρ’ αμέσως, χωρίς περιστροφές, γιατί κουβαληθήκατε
δω χάμου; Φοβηθήκατε, γι’ αυτό ήρθατε.
— Εσάς φοβήθηκα;—ρώτησε η Αγλαΐα έξαλλη από μια αφελή και γεμάτη προπέτεια κατάπληξη
γιατί η άλλη είχε τολμήσει και της μίλησε έτσι.
— Και βέβαια εμένα! Εμένα φοβάστε μια και τ’ αποφασίσατε να ‘ρθείτε σπίτι μου. Όποιον φοβάσαι,
δεν τον περιφρονείς. Και να σκεφτεί κανείς πως σας εκτιμούσα, ακόμα κι ως αυτήν εδώ τη στιγμή!
Και ξέρετε γιατί με φοβάστε και ποιος είναι τώρα ο κυριότερος σκοπός σας; Θέλατε να πειστείτε η
ίδια προσωπικά: μ’ αγαπάει περισσότερο από σας ή όχι; Γιατί ζηλεύετε τρομερά…
— Μου το ‘χει πει κιόλας πως σας μισεί…—μόλις που τα κατάφερε να προφέρει η Αγλαΐα.
— Πιθανόν πιθανόν, δεν του αξίζω, το ξέρω, μονάχα… μονάχα είπατε ψέματα νομίζω! Δεν μπορεί
να με μισεί και δεν μπορεί να είπε κάτι τέτοιο! Εγώ άλλωστε είμαι έτοιμη να σας συγχωρέσω…παίρνοντας υπ’ όψη μου την κατάστασή σας… μόλο που και πάλι είχα καλύτερη ιδέα για σας∙
νόμιζα πως είστε πιο έξυπνη και πιο όμορφη μάλιστα απ’ ότι σας βλέπω, σας τ’ ορκίζομαι!.. Ε, πάρτε
τον λοιπόν το θησαυρό σας… νάτος, σας κοιτάζει και δεν μπορεί να συνέλθει, πάρτε τον δικός σας,
με μια συμφωνία μονάχα: να μου αδειάσετε αμέσως τη γωνιά! Αμέσως! Αυτή τη στιγμή!
Σωριάστηκε στην πολυθρόνα κι αναλύθηκε σε δάκρυα. Ξάφνου όμως, κάτι καινούργιο έλαμψε στα
μάτια της∙ κοίταξε σταθερά κι επίμονα την Αγλαΐα και σηκώθηκε απ’ τη θέση της:
— Θέλεις όμως να τον δια‐τά‐ξω τώρα; Μ’ ακούς! Φτάνει μονάχα να τον δια‐τά‐ξω και θα σε παρατήσει αμέσως και θα μείνει για πάντα κοντά μου και θα με παντρευτεί και συ θα τρέξεις μονάχη σου σπίτι! Το θέλεις; Το θέλεις;—φώναξε σαν παλαβή, μην πιστεύοντας ούτε η ίδια ίσως‐ίσως πώς μπόρεσε να προφέρει τέτοια λόγια.
Η Αγλαΐα όρμησε τρομαγμένη στην πόρτα, σταμάτησε όμως εκεί, σαν κάποιος να την κάρφωσε στη
θέση της κι άκουγε.
— Θέλεις να διώξω το Ραγκόζιν; Νόμιζες πως να, τον παντρεύομαι το Ραγκόζιν για το δικό σου το
χατίρι; Να, τώρα, εδώ χάμου, μπροστά σου, θα του φωνάξω: «Δίνε του, Ραγκόζιν!» και στον πρίγκιπα θα πω: «Θυμάσαι τι μου υποσχέθηκες;» Θεέ μου! Μα γιατί λοιπόν ταπεινώθηκα τόσο μπροστά τους; Μα δεν ήσουν εσύ, πρίγκιπα, που με βεβαίωνες πως δε θα μ’ αφήσεις ποτέ, ό,τι κι αν μου συμβεί, και ποτέ δε θα μ’ εγκαταλείψεις; πως μ’ αγαπάς και μου τα συγχωρείς όλα και με εκ…εκτι… Ναι, το ‘λεγες κι αυτό! Και γω μόνο και μόνο για να σου λύσω τα χέρια το ‘σκασα τότε από κοντά σου, τώρα όμως δεν το θέλω! Γιατί μου φέρθηκε σα να ήμουν καμιά πρόστυχη; Ρώτα το Ραγκόζιν αν είμαι ανήθικη, αυτός θα σου πει! Τώρα που με ντρόπιασε και μπροστά σου μάλιστα, θα μου γυρίσεις την πλάτη και θα την πάρεις αγκαζέ να φύγετε μαζί; Καταραμένος να ‘σαι λοιπόν αν είναι έτσι, καταραμένος να ‘σαι που ‘χα πιστέψει μονάχα σε σένα. Δίνε του, Ραγκόζιν, δε σε θέλω!—φώναζε μην ξέροντας σχεδόν τι της γίνεται και τα λόγια της έβγαιναν δύσκολα απ’ το στήθος. Το πρόσωπό της είχε παραμορφωθεί και τα κατάστεγνα χείλη της έκαιγαν! Ήταν φανερό πως δεν πίστευε κι η ίδια ούτε στάλα στους φανφαρονισμούς της, λαχταρούσε όμως ταυτόχρονα να παρατείνει τη σκηνή έστω κι ένα δευτερόλεπτο ακόμα και να ξεγελάσει τον εαυτό της. Η παραφορά της ήταν τόσο μεγάλη που δεν αποκλείεται να ‘πεφτε νεκρή—έτσι του φάνηκε τουλάχιστον του πρίγκιπα.—Νάτος, κοίτα!—φώναξε τέλος στην Αγλαΐα, δείχνοντας με το δάχτυλο τον πρίγκιπα,—αν δε με πλησιάσει τώρα, αν δε με πάρει εμένα και δε σε παρατήσει, τότε πάρ’ τον δικό σου, στον χαρίζω, δεν τον θέλω!
Κι αυτή κι η Αγλαΐα σταμάτησαν σα να περίμεναν κι οι δυο τους, σαν παλαβές, κοίταζαν τον πρίγκιπα. Αυτός όμως, ίσως και να μην καταλάβαινε όλη τη δύναμη αυτής της πρόκλησης—μπορεί μάλιστα να το βεβαιώσει κανείς στα σίγουρα. Έβλεπε μονάχα μπροστά του εκείνο το πρόσωπο που
το σφράγιζε η απόγνωση κι η τρέλα και που, όπως του ‘χε ξεφύγει κι είχε πει μια φορά στην Αγλαΐα,
«είχε διαπεράσει για πάντα την καρδιά του». Δεν μπόρεσε να το υποφέρει άλλο και γύρισε ικετευτικά κι επιτιμητικά στην Αγλαΐα, δείχνοντας τη Ναστάσια Φιλίπποβνα:
— Είναι ποτέ δυνατό! Μα αυτή… είναι τόσο δυστυχισμένη!
Μονάχα αυτό πρόφτασε ωστόσο να προφέρει και μουγκάθηκε κάτω απ’ το τρομερό βλέμμα της
Αγλαΐας. Στο βλέμμα εκείνο είδε τόσο πόνο και ταυτόχρονα τόσο απέραντο μίσος, που χτύπησε τα
χέρια του, έβγαλε μια φωνή κι όρμησε προς το μέρος της, μα—ήταν πια αργά. Η Αγλαΐα δεν μπόρεσε να υποφέρει ούτε τη μια στιγμή του δισταγμού του, έκρυψε το πρόσωπο στις παλάμες,φώναξε «αχ Θεέ μου!» κι έτρεξε να φύγει απ’ το δωμάτιο∙ ξοπίσω της έτρεξε ο Ραγκόζιν για να της ανοίξει το σύρτη της εξώπορτας.
Έτρεξε κι ο πρίγκιπας, στο κατώφλι όμως ένιωσε να τον αδράχνουν δυο χέρια. Το σκοτωμένο, το παραμορφωμένο πρόσωπο της Ναστάσιας Φιλίπποβνας τον κάρφωνε με τα μάτια και τα μελανιασμένα χείλη της σάλευαν ρωτώντας:
— Ξοπίσω της; Ξοπίσω της;
Έπεσε αναίσθητη στα χέρια του. Αυτός τη σήκωσε, την πήγε στο δωμάτιο, την απόθεσε στην πολυθρόνα και στάθηκε από πάνω της περιμένοντας σα χαμένος. Στο τραπεζάκι βρισκόταν ένα ποτήρι με νερό∙ γύρισε ο Ραγκόζιν, τ’ άρπαξε και της ράντισε το πρόσωπο∙ αυτή άνοιξε τα μάτια της και κάπου ένα λεπτό δεν μπορούσε να καταλάβει τίποτα∙ ξάφνου όμως κοίταξε γύρω της,ανατρίχιασε και όρμησε στον πρίγκιπα.
— Δικός μου! Δικός μου!—φώναξε.—Έφυγε η περήφανη δεσποινίδα; Χα! χα! χα!—γελούσε
υστερικά,—χα! χα! χα! Και γω τον χάριζα σ’ αυτή τη δεσποινίδα! Μα γιατί λοιπόν; Για ποιο λόγο;
Τρελή! Τρελή!… Φύγε, Ραγκόζιν, χα! χα! χα!
Ο Ραγκόζιν τους κοίταξε κάμποση ώρα, δεν είπε λέξη, πήρε το καπέλο του και βγήκε. Σε δέκα λεπτά,
ο πρίγκιπας καθόταν δίπλα στη Ναστάσια Φιλίπποβνα, την κοίταζε χωρίς να στρέφει ούτε στιγμή αλλού το βλέμμα του και της χάιδευε το μικρό της κεφαλάκι και το πρόσωπό της με τα δυο του χέρια, σα μικρό παιδί. Γελούσε με το γέλιο της κι ήταν έτοιμος να κλάψει με τα δάκρυά της. Δεν έλεγε τίποτα, άκουγε όμως με μεγάλη προσοχή το ασυνάρτητο, ενθουσιασμένο και παράφορο τιτίβισμά της, είναι ζήτημα αν καταλάβαινε τίποτα, χαμογελούσε όμως ήρεμα και μόλις του φαινόταν πως εκείνη ξανάρχιζε να πονάει ή να κλαίει, να κατηγορεί ή να παραπονιέται, άρχιζε αμέσως πάλι να χαϊδεύει το μικρό της κεφαλάκι και να σέρνει απαλά τα χέρια στα μάγουλά της,παρηγορώντας την και λέγοντάς της να ησυχάσει σα να ‘ταν μωρό.

IX
ΠΕΡΑΣΑΝ ΔΥΟ ΒΔΟΜΑΔΕΣ μετά το επεισόδιο που διηγηθήκαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο και η
κατάσταση των ηρώων της αφήγησης μας άλλαξε τόσο που μας είναι τρομερά δύσκολο να
καταπιαστούμε με τη συνέχεια χωρίς ορισμένες εξηγήσεις. Κι ωστόσο νιώθουμε πως θα πρέπει να
περιοριστούμε στην απλή έκθεση των γεγονότων, όσο αυτό είναι δυνατό, χωρίς ιδιαίτερες
εξηγήσεις—κι αυτό για έναν πολύ απλό λόγο: γιατί και μεις οι ίδιοι δυσκολευόμαστε σε πολλές περιπτώσεις να εξηγήσουμε τα όσα έγιναν. Μια τέτοια προειδοποίηση από μέρος μας θα φανεί φυσικά πολύ παράξενη κι ακατανόητη στον αναγνώστη: πώς μπορεί κανείς να διηγηθεί κάτι που γι’αυτό καλά‐καλά δεν έχει ούτε κι ο ίδιος ξεκάθαρη αντίληψη και προσωπική γνώμη; Για ν’αποφύγουμε κι άλλες κακοτοπιές, ας προσπαθήσουμε καλύτερα να εξηγηθούμε μ’ ένα παράδειγμα
κι ίσως τότε ο καλοπροαίρετος αναγνώστης να καταλάβει τι ακριβώς είναι κείνο που μας
δυσκολεύει—πολύ περισσότερο που το παράδειγμα αυτό δε θα ‘ναι μια παρέκβαση μα απεναντίας
μια άμεση συνέχεια της διήγησής μας.
Πέρασαν δυο βδομάδες (ήταν δηλαδή αρχή του Ιουλίου). Και στις δυο κείνες βδομάδες η ιστορία
του ήρωά μας, και ιδιαίτερα το τελευταίο επεισόδιο αυτής της ιστορίας, γίνεται ένα παράξενο, πολύ
διασκεδαστικό, σχεδόν αφάνταστο κι ωστόσο πραγματικό επεισόδιο που μαθεύτηκε λίγο‐λίγο σ’όλους τους δρόμους που γειτονεύουν με τις βίλες του Λέμπεντεβ, του Πτίτσιν, της Ντάριας Αλεξέγιεβνας, των Επάντσιν και, για να μην τα πολυλογούμε, σ’ ολάκερη σχεδόν την πολιτεία και τα περίχωρά της ακόμα. Σχεδόν όλος ο κόσμος—οι ντόπιοι, οι παραθεριστές, εκείνοι που έρχονταν με το τρένο ν’ ακούσουν τη μουσική—όλοι βάλθηκαν να διηγούνται την ίδια ιστορία, σε χίλιες διαφορετικές παραλλαγές, και να λένε πως κάποιος πρίγκιπας, αφού δημιούργησε ένα σκάνδαλο σ’ένα τίμιο και γνωστό σπίτι κι αφού αρνήθηκε να παντρευτεί μια κοπέλα αυτού του σπιτιού, που ήταν κιόλας μνηστή του, έμπλεξε με μια γνωστή κυρία του ημικόσμου, έκοψε όλες τις προηγούμενες σχέσεις του κι αψηφώντας τα πάντα, αψηφώντας τις απειλές, τη γενική αγανάκτηση του κοινού, σκοπεύει να στεφανωθεί σε λίγες μέρες εκείνη την ξετσίπωτη, εδώ, στο Παυλόβσκ,ανοιχτά, δημόσια, με ψηλά το κεφάλι και κοιτάζοντας όλους κατάματα. Κατάντησε να διανθίσουν με τόσες σκανδαλώδεις λεπτομέρειες το επεισόδιο, ανακάτεψαν τόσα γνωστά και σημαντικά πρόσωπα σ’ όλη αυτή την περιπέτεια, της πρόσδωσαν τόσες φανταστικές κι αινιγματικές αποχρώσεις, κι απ’ την άλλη μεριά ήταν τόσο αδιάψευστα και χειροπιαστά τα γεγονότα, που η γενική περιέργεια και τα κουτσομπολιά ήταν φυσικά πολύ δικαιολογημένα. Την πιο λεπτή, πονηρή και ταυτόχρονα την αληθοφανέστερη εκδοχή παρουσίασαν μερικοί σοβαροί κουτσομπόληδες που ανήκαν στην κατηγορία εκείνη των εχεφρονούντων που, πάντα και σε κάθε κοινωνία, σπεύδουν να
εξηγήσουν στους άλλους τα γεγονότα, λες και το θεωρούν αυτό αποστολή τους και, πολύ συχνά,απόλαυσή τους. Σύμφωνα με την εκδοχή τους, ένας νέος, από καλή γενιά, πρίγκιπας, σχεδόν πλούσιος, χαζούλης, δημοκράτης όμως που του πήρε τα μυαλά ο σύγχρονος μηδενισμός (αυτός που
ανακάλυψε ο κύριος Τουργκένιεβ), ένας πρίγκιπας που δεν ήξερε καλά‐καλά να μιλήσει τα ρούσικα,
ερωτεύτηκε μια κόρη του στρατηγού Επάντσιν και τα κατάφερε τέλος ν’ αναγνωριστεί στο σπίτι του
σα μνηστήρας. Όμως, όπως και κείνος ο Γάλλος σπουδαστής της Θεολογίας που γι’ αυτόν πριν λίγες
ημέρες είχαν γράψει οι εφημερίδες και που άφησε επίτηδες να του δοθεί το χρίσμα του ιερέα,εξετέλεσε όλα τα τυπικά, όλες τις γονυκλισίες, τους ασπασμούς, τους όρκους και τα παρόμοια, για να δηλώσει την άλλη κιόλας μέρα δημοσίως μ’ ένα γράμμα στον επίσκοπό του πως αυτός, μην πιστεύοντας στο Θεό, το θεωρεί ατιμία να κοροϊδεύει το λαό και να τρέφεται χωρίς λόγο απ’ τον οβολό του και γι’ αυτό απαρνιέται το χτεσινό χρίσμα και δημοσιεύει το γράμμα του στις φιλελεύθερες εφημερίδες—όπως λοιπόν και κείνος ο αθεϊστής, έτσι κι ο πρίγκιπας είχε παίξει τάχα ένα παρόμοιο παιχνίδι υποκρισίας. Έλεγαν πως περίμενε δήθεν επίτηδες την επίσημη δεξίωση στο σπίτι των γονέων της μνηστής, που σ’ αυτή τη δεξίωση τον παρουσίασαν σε πάρα πολλά σημαντικά πρόσωπα, για να διακηρύξει εις επήκοον όλων τις ιδέες του, να καθυβρίσει τους ευυπόληπτους αξιωματούχους, να διακόψει το δεσμό με τη μνηστή του δημοσίως και με τρόπο προσβλητικό και,ανθιστάμενος στους υπηρέτες που προσπαθούσαν να τον βγάλουν έξω, να σπάσει ένα υπέροχο κινέζικο βάζο. Πρόσθεταν ακόμα, εν είδει χαρακτηρισμού των συγχρόνων ηθών, πως α άμυαλος εκείνος νέος αγαπούσε αληθινά τη μνηστή του, την κόρη του στρατηγού, διέκοψε όμως μαζί της μόνο και μόνο για χάρη του μηδενισμού, για να δημιουργήσει σκάνδαλο και να μη χάσει την απόλαυση να παντρευτεί μπροστά σ’ όλο τον κόσμο με μια χαμένη γυναίκα και ν’ αποδείξει μ’αυτόν τον τρόπο πως κατά την αντίληψή του δεν υπάρχουν ούτε χαμένες ούτε ενάρετες γυναίκες,μα υπάρχει μονάχα ένα είδος γυναίκας—η ελεύθερη γυναίκα∙ πως δεν πιστεύει στις κοινωνικές, τις
παλιές διακρίσεις και πιστεύει μονάχα στο «γυναικείο ζήτημα». Πως, τέλος, η χαμένη γυναίκα είναι
κατά τη γνώμη του αρκετά ανώτερη απ’ τη μη χαμένη. Η εξήγηση αυτή φάνηκε πολύ πιθανή και την
παραδέχτηκαν οι περισσότεροι παραθεριστές, αφού άλλωστε την επιβεβαίωναν και τα καθημερινά
γεγονότα. Βέβαια, πολλά πράγματα έμεναν ανεξήγητα∙ έλεγαν πως η δύστυχη κοπέλα αγαπούσε
τόσο τον αρραβωνιαστικό της—μερικοί τον είπαν «ξελογιαστή»—που έτρεξε να τον βρει την άλλη
κιόλας μέρα αφού την παράτησε και την ώρα που εκείνος καθόταν στο σπίτι της ερωμένης του∙
άλλοι βεβαίωναν αντίθετα πως αυτός ο ίδιος την παρέσυρε επίτηδες στο σπίτι της ερωμένης του,
μόνο και μόνο από μηδενισμό, δηλαδή για να τη ντροπιάσει και να την προσβάλει. Όπως και να ‘ναι,
το ενδιαφέρον για το επεισόδιο μεγάλωνε μέρα με τη μέρα, πολύ περισσότερο που δεν απέμενε πια
καμιά αμφιβολία πως ο σκανδαλώδης γάμος θα γίνει πραγματικά.
Και λοιπόν, αν μας ζητούσαν μιαν εξήγηση—όχι για τις μηδενιστικές αποχρώσεις, ω, όχι!—μα απλώς και μόνο σχετικά με τούτο: ως ποιο σημείο ικανοποιεί ο ορισθείς γάμος τις πραγματικές επιθυμίες του πρίγκιπα; Ποιες είναι ακριβώς αυτή τη στιγμή οι επιθυμίες του; Ποιες είναι οι ψυχικές διαθέσεις του ήρωά μας και τα λοιπά και τα παρόμοια,—αν μας ρωτούσαν γι’ αυτά, τότε ομολογούμε πως θα δυσκολευόμαστε πολύ ν’ απαντήσουμε. Ξέρουμε τούτο μονάχα, πως δηλαδή ο γάμος έχει πραγματικά οριστεί και πως ο ίδιος ο πρίγκιπας εξουσιοδότησε το Λέμπεντεβ, τον Κέλερ και κάποιο γνωστό του Λέμπεντεβ, που εκείνος σύστησε στον πρίγκιπα γι’ αυτή την περίσταση, ν’αναλάβουν όλες τις φροντίδες και τα τρεχάματα στην όλη υπόθεση, τις εκκλησιαστικές διατυπώσεις, το οικονομικό. Πως τους είχε δοθεί εντολή να μη λυπηθούν χρήματα, πως βιαζόταν κι επέμενε για το γάμο η Ναστάσια Φιλίπποβνα, πως κουμπάρος του πρίγκιπα είχε οριστεί ο Κέλερ,ύστερ’ από προσωπική φλογερή του παράκληση, και της Ναστάσιας Φιλίπποβνας ο Μπουρντόβσκη,
που δέχτηκε αυτήν την αποστολή μ’ ενθουσιασμό, και πως η μέρα του γάμου είχε οριστεί για τις
αρχές Ιουλίου. Όμως, εκτός απ’ αυτά τα εντελώς εξακριβωμένα στοιχεία, μας είναι γνωστά και μερικά άλλα γεγονότα που μας κάνουν να μην μπορούμε να βγάλουμε άκρη κι όχι γι’ άλλο λόγο μα
γιατί έρχονται σε πλήρη αντίφαση με τα προηγούμενα. Έχουμε λόγου χάρη σημαντικότατους λόγους
να υποπτευόμαστε ότι, έχοντας εξουσιοδοτήσει το Λέμπεντεβ και τους άλλους ν’ αναλάβουν όλες
τις φροντίδες, ο πρίγκιπας ξέχασε σχεδόν την ίδια κιόλας μέρα πως έχει αρχηγό πρωτοκόλλου,κουμπάρους και γάμο και πως, αν βιάστηκε να δώσει το γρηγορότερο τις οδηγίες του και να φορτώσει σ’ άλλους τα τρεχάματα, το ‘κανε μόνο και μόνο για να μην τα σκέφτεται πια ο ίδιος κι ίσως‐ίσως για να τα ξεχάσει μιαν ώρα αρχύτερα. Τι σκεφτόταν λοιπόν, αν είναι έτσι, τι ήθελε να θυμάται, σε τι απέβλεπε; Δεν υπάρχει επίσης καμιά αμφιβολία πως δεν εξασκήθηκε πάνω του καμιά βία (από μέρος λόγου χάρη της Ναστάσιας Φιλίπποβνας), πως η Ναστάσια Φιλίπποβνα θέλησε πραγματικά να γίνει το γρηγορότερο ο γάμος και πως αυτή τον σκέφτηκε το γάμο κι όχι ο πρίγκιπας∙ ο πρίγκιπας όμως συμφώνησε ελεύθερα, κάπως αφηρημένα μάλιστα και σάμπως να του ‘χανε ζητήσει το απλούστερο των πραγμάτων. Τέτοια παράξενα γεγονότα έχουμε πάρα πολλά υπ’όψη μας, όλα όμως, όχι μονάχα δε θα ξεκαθάριζαν μα, κατά τη γνώμη μας, μάλλον θα συσκότιζαν τα πράγματα, όσα κι αν απαριθμούσαμε απ’ αυτά∙ ωστόσο, θ’ αναφέρουμε άλλο ένα παράδειγμα.
Μας είναι λοιπόν απολύτως γνωστό πως αυτές τις δυο βδομάδες ο πρίγκιπας περνούσε μέρες και
βράδια ολάκερα με τη Ναστάσια Φιλίπποβνα, πως τον έπαιρνε μαζί της στους περιπάτους της, στη
μουσική∙ πως κάθε μέρα έβγαινε έξω μαζί της, με τ’ αμάξι∙ πως άρχιζε ν’ ανησυχεί για κείνη μόλις
περνούσε μια ώρα χωρίς να τη δει (πράγμα που σημαίνει πως καθ’ όλα τα φαινόμενα την αγαπούσε
ειλικρινά)∙ πως την άκουγε με ήρεμο και γλυκό χαμόγελο, ό,τι κι αν του ‘λεγε, ώρες ολάκερες, χωρίς
να βγάζει λέξη σχεδόν απ’ το στόμα του. Ξέρουμε όμως επίσης, πως τις ίδιες κείνες μέρες ο πρίγκιπας πήγαινε αρκετές φορές, και μάλιστα πολλές φορές, στους Επάντσιν, χωρίς να το κρύβει αυτό απ’ τη Ναστάσια Φιλίπποβνα, πράγμα που την έκανε να πέφτει σχεδόν σ’ απελπισία. Ξέρουμε ακόμα πως οι Επάντσιν, όσο έμειναν στο Παυλόβσκ, δεν τον δέχτηκαν ποτέ και δεν τον άφησαν να δει την Αγλαΐα Ιβάνοβνα. Πως έφευγε χωρίς να λέει λέξη και την άλλη κιόλας μέρα ξαναπήγαινε σπίτι τους, λες κι είχε τελείως ξεχάσει τη χτεσινή άρνηση και, εννοείται, του ξανάκλειναν την πόρτα.
Μας είναι επίσης γνωστό πως μια ώρα από τότε που έφυγε τρέχοντας η Αγλαΐα Ιβάνοβνα απ’ το σπίτι της Ναστάσιας Φιλίπποβνας, ίσως‐ίσως μάλιστα και πριν περάσει ώρα, ο πρίγκιπας βρισκόταν κιόλας στους Επάντσιν—κι είχε πάει φυσικά όντας σίγουρος πως θα ‘βρισκε εκεί την Αγλαΐα—και πως η εμφάνισή του τότε στους Επάντσιν προκάλεσε μεγάλη αναταραχή και τρόμο στο σπίτι, γιατί η Αγλαΐα δεν είχε γυρίσει ακόμα κι απ’ αυτόν πρωτάκουσαν πως είχε πάει μαζί του στης Ναστάσιας Φιλίπποβνας. Έλεγαν πως η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα, οι κόρες της, ακόμα κι ο πρίγκιπας Σ., φέρθηκαν τότε στον πρίγκιπα με πολλή σκληρότητα και έχθρα και πως εκείνη ακριβώς την ώρα δήλωσαν με βαριές εκφράσεις πως παύουν πια να τον θεωρούν φίλο τους και γνωστό τους, ιδιαίτερα όταν εμφανίστηκε ξάφνου η Βαρβάρα Αρνταλιόνοβνα κι είπε πως η Αγλαΐα Ιβάνοβνα είναι μια ώρα τώρα που βρίσκεται σπίτι της σε φριχτή κατάσταση και φαίνεται να μη θέλει να γυρίσει στο πατρικό της.
Αυτή η τελευταία είδηση συγκλόνισε περισσότερο από καθετί τη Λιζαβέτα Προκόφιεβνα κι ήταν απόλυτα σωστή: βγαίνοντας απ’ της Ναστάσιας Φιλίπποβνας η Αγλαΐα θα προτιμούσε πραγματικά
να πεθάνει παρά να παρουσιαστεί στους δικούς της και γι’ αυτό έτρεξε στη Νίνα Αλεξάντροβνα. Η
Βαρβάρα Αρνταλιόνοβνα απ’ την άλλη μεριά, το θεώρησε αμέσως απαραίτητο να ειδοποιήσει για
όλ’ αυτά τη Λιζαβέτα Προκόφιεβνα, χωρίς να χασομερήσει καθόλου. Κι η μητέρα κι οι κόρες έτρεξαν
όλες μαζί αμέσως στη Νίνα Αλεξάντροβνα και ξοπίσω τους ο ίδιος ο αρχηγός της οικογενείας αυτοπροσώπως, ο Ιβάν Φιοντόροβιτς, που μόλις είχε γυρίσει σπίτι. Τους ακολούθησε κι ο πρίγκιπας σέρνοντας τα βήματά του παρ’ όλο που τον είχαν διώξει και παρ’ όλες τις σκληρές λέξεις που του ‘χαν πει∙ όμως, η Βαρβάρα Αρνταλιόνοβνα είχε δώσει οδηγίες και δεν τον άφησαν ούτε κει να δει την Αγλαΐα. Ωστόσο η ιστορία αυτή έληξε έτσι: μόλις η Αγλαΐα είδε τη μητέρα της και τις αδερφές της να κλαίνε και να μην τη μαλώνουν καθόλου, έπεσε στην αγκαλιά τους και γύρισε αμέσως σπίτι μαζί τους. Έλεγαν, αν κι οι φήμες ήταν αρκετά αόριστες, πως ο Γαβρίλα Αρνταλιόνοβιτς στάθηκε και σ’ αυτή την περίπτωση τρομερά άτυχος∙ πως, βρίσκοντας ευκαιρία—τότε που η Βαρβάρα
Αρνταλιόνοβνα έτρεξε στης Λιζαβέτας Προκόφιεβνας κι έμειναν μόνοι οι δυο τους—άρχισε να λέει
στην Αγλαΐα πόσο την αγαπά∙ πως, ακούγοντάς τον, η Αγλαΐα, παρ’ όλη τη θλίψη και τα δάκρυά της,
έβαλε ξάφνου τα γέλια και του ‘κανε μια παράξενη ερώτηση: είναι έτοιμος να κάψει τώρ’ αμέσως το
δάχτυλό του στο κερί για να της αποδείξει τον ερωτά του; Έλεγαν πως ο Γαβρίλα Αρνταλιόνοβιτς έμεινε εμβρόντητος με την πρόταση και τόσο πολύ τα ‘χασε, τόση ήταν η κατάπληξη που φάνηκε στο πρόσωπό του, που η Αγλαΐα βάλθηκε να γελάει σαν υστερική κοιτάζοντάς τον κι έφυγε τρέχοντας από κοντά του κι ανέβηκε στης Νίνας Αλεξάντροβνας όπου και τη βρήκαν οι γονείς της.
Το ανέκδοτο αυτό έφτασε την άλλη κιόλας μέρα στ’ αυτιά του πρίγκιπα—του το πρόφτασε ο Ιππόλυτος. Ο Ιππόλυτος δε σηκωνόταν πια απ’ το κρεβάτι, έστειλε όμως και φώναξαν επίτηδες τον
πρίγκιπα για να του κάνει γνωστό αυτό το νέο. Μας είναι άγνωστο πώς έφτασε ως τον Ιππόλυτο αυτή η φήμη, μα όταν άκουσε κι ο πρίγκιπας για το δάχτυλο και το κερί, έβαλε κάτι γέλια που ο Ιππόλυτος τα ‘χασε∙ ύστερα άρχισε να τρέμει και τον έπιασαν τα κλάματα… Γενικά, κείνες τις μέρες βρισκόταν σε μεγάλη ταραχή και τον κάτεχε μια ασυνήθιστη ανησυχία, αόριστη και βασανιστική. Ο Ιππόλυτος το ‘λεγε χωρίς περιστροφές πως του πρίγκιπα του ‘χουν στρίψει∙ αυτό όμως δεν ήταν και τόσο βέβαιο.
Περιγράφοντας όλ’ αυτά τα γεγονότα και δηλώνοντας αδυναμία να τα εξηγήσουμε, δεν το ‘χουμε
καθόλου σκοπό να δικαιολογήσουμε τον ήρωά μας στους αναγνώστες μας. Κι όχι μονάχα αυτό, μα
είμαστε έτοιμοι να συμμεριστούμε ακόμα και την αγανάκτηση που ξεσήκωσε ο πρίγκιπας εναντίον
του, ακόμα κι ανάμεσα στους φίλους του. Ακόμα κι η Βέρα Λέμπεντεβα ήταν για κάμποσο καιρό αγανακτισμένη μαζί του∙ ακόμα κι ο Κόλια ήταν αγανακτισμένος∙ ακόμα κι ο Κέλερ είχε αγανακτήσει ως την ημέρα που τον διάλεξαν κουμπάρο, για να μην αναφέρουμε πια το Λέμπεντεβ που ‘χε αρχίσει μάλιστα να δολοπλοκεί εναντίον του πρίγκιπα, από αγανάκτηση κι αυτός—ειλικρινέστατη μάλιστα. Ωστόσο γι’ αυτό θα μιλήσουμε αργότερα. Γενικά, συμφωνούμε και συμμεριζόμαστε μάλιστα απόλυτα μερικές βαθύτατες ψυχολογικές παρατηρήσεις που έκανε ο Ευγένιος Παύλοβιτς στον πρίγκιπα, σε μια φιλική τους συζήτηση όπου του μίλησε κοφτά και χωρίς περιστροφές έξι εφτά μέρες μετά το επεισόδιο στης Ναστάσιας Φιλίπποβνας. Μια και το ‘φερε η κουβέντα, θα προσθέσουμε εδώ πως όχι μονάχα οι Επάντσιν μα κι όλοι όσοι ανήκαν άμεσα ή έμμεσα στο σπίτι των Επάντσιν, το θεώρησαν αναγκαίο να διακόψουν κάθε σχέση με τον πρίγκιπα. Ο πρίγκιπας Σ.λόγου χάρη του γύρισε μάλιστα την πλάτη και δεν του ανταπόδωσε το χαιρετισμό κάποια φορά που συναντήθηκαν. Ο Ευγένιος Παύλοβιτς όμως δε φοβήθηκε μην εκτεθεί κάνοντας επίσκεψη στον πρίγκιπα, παρ’ όλο που ξανάρχισε να πηγαίνει κάθε μέρα στους Επάντσιν και τον είχαν μάλιστα δεχτεί πολύ ευπροσήγορα. Ήρθε να επισκεφτεί τον πρίγκιπα την άλλη μέρα ακριβώς μετά την αναχώρηση όλων των Επάντσιν απ’ το Παυλόβσκ. Μπαίνοντας, ήξερε πια όλες τις φήμες που κυκλοφορούσαν κι ίσως μάλιστα να ‘χε βοηθήσει κι αυτός ως ένα σημείο σ’ αυτό. Ο πρίγκιπας χάρηκε τρομερά σαν τον είδε κι αμέσως άρχισε να του λέει για τους Επάντσιν. Μια τέτοια αφέλεια,μια τέτοια αρχή χωρίς περιστροφές, έκανε και τον Ευγένιο Παύλοβιτς να χάσει κάθε επιφυλακτικότητα κι άρχισε να μιλάει κι αυτός χωρίς ενδοιασμούς.Ο πρίγκιπας δεν ήξερε ακόμα πως οι Επάντσιν είχαν φύγει∙ απόρησε πολύ και χλόμιασε∙ σε λίγο όμως κούνησε το κεφάλι σαστισμένος και σκεφτικός κι ομολόγησε πως «έτσι έπρεπε να γίνει»∙ ύστερα βιάστηκε να ρωτήσει: «και πού πήγαν λοιπόν;»
Ο Ευγένιος Παύλοβιτς τον παρατηρούσε στο μεταξύ επίμονα, κι όλ’ αυτά, δηλαδή οι βιαστικές ερωτήσεις, η αφέλειά τους, το σάστισμα και ταυτόχρονα η κάποια τρομερή ειλικρίνεια, η ανησυχία κι η υπερδιέγερση—όλ’ αυτά τον έκαναν κι απόρησε αρκετά. Ωστόσο, τα εξήγησε όλα ευγενικά και με λεπτομέρειες στον πρίγκιπα: ήταν πολλά ακόμα που δεν ήξερε ο πρίγκιπας, κι ο Ευγένιος Παύλοβιτς ήταν ο πρώτος αγγελιοφόρος απ’ το σπίτι. Του επιβεβαίωσε πως η Αγλαΐα ήταν πραγματικά άρρωστη και πως δεν είχε κοιμηθεί σχεδόν καθόλου τρεις νύχτες συνέχεια, έχοντας πυρετό∙ πως τώρα είναι καλύτερα και βρίσκεται εκτός κινδύνου, σε κατάσταση ωστόσο νευρική,υστερική… «Πάλι καλά που στο σπίτι επικρατεί πλήρης συμφιλίωση! Όλοι προσπαθούν να μην αναφέρουν τίποτα για όσα έγιναν κι όταν ακόμα είναι μόνοι τους, κι όχι μονάχα μπροστά στην Αγλαΐα. Οι γονείς τα κανόνισαν κιόλας μεταξύ τους για το ταξίδι στο Εξωτερικό, το φθινόπωρο,αμέσως μετά το γάμο της Αδελαΐδας∙ η Αγλαΐα δεν είπε τίποτα σαν πρωτόγινε λόγος γι’ αυτό».
Αυτός, ο Ευγένιος Παύλοβιτς, ίσως να πάει κι αυτός στο Εξωτερικό. Ακόμα κι ο πρίγκιπας Σ. δεν αποκλείεται να ‘ρθει για κάνα δυο μήνες με την Αδελαΐδα, αν του το επιτρέψουν οι υποθέσεις του.Ο στρατηγός θα μείνει. Μεταφέρθηκαν τώρα στο Κόλμινο, στο κτήμα τους, κάπου είκοσι βέρστια απ’ την Πετρούπολη, όπου έχουν ένα ευρύχωρο αρχοντικό. Η Μπελοκόνσκαγια δεν είχε φύγει ακόμα για τη Μόσχα και μάλιστα φαίνεται πως παρέμεινε επίτηδες. Η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα επέμενε πολύ πως τους είναι αδύνατο να μείνουν πια στο Παυλόβσκ, ύστερα απ’ όσα είχαν γίνει.
Αυτός, ο Ευγένιος Παύλοβιτς, την πληροφορούσε κάθε μέρα για τις φήμες που κυκλοφορούσαν στην πολιτεία. Στη βίλα του Γελάγκινσκη θεωρήθηκε αδύνατο επίσης να μείνουν.
— Και πραγματικά,—πρόσθεσε ο Ευγένιος Παύλοβιτς,—συμφωνείστε και σεις, είναι ποτέ δυνατό να
τ’ αντέξει κανείς… ιδιαίτερα όταν ξέρει όλα όσα γίνονται εδώ καθημερινώς, στο σπίτι σας, πρίγκηψ,κι ύστερα απ’ τις καθημερινές σας επισκέψεις εκ ε ί … μόλο που αρνούνταν να σας δεχτούν…
— Ναι, ναι, ναι, έχετε δίκιο, ήθελα να δω την Αγλαΐα Ιβάνοβνα…—ξανακούνησε το κεφάλι ο πρίγκιπας.
— Αχ, καλέ μου πρίγκηψ,—ξεφώνισε ξάφνου ο Ευγένιος Παύλοβιτς μ’ έξαρση και θλίψη,—πως
μπορέσατε τότε κι αφήσατε να γίνουν… όλα όσα έγιναν; Φυσικά, φυσικά, όλ’ αυτά ήταν για σας τόσο αναπάντεχα… Συμφωνώ πως είστε δικαιολογημένος που τα χάσατε και.., δεν μπορούσατε βέβαια να σταματήσετε μια τρελή κοπελίτσα, αυτό ήταν ανώτερο των δυνάμεών σας! Μα θα ‘πρεπε ωστόσο να καταλάβετε πόσο σοβαρό και δυνατό ήταν το… αίσθημά της για σας. Δε θέλησε να σας μοιραστεί με μια άλλη και σεις… και σεις μπορέσατε να εγκαταλείψετε και να συντρίψετε έναν τέτοιο θησαυρό!
— Ναι, ναι έχετε δίκιο∙ ναι, είμαι ένοχος,—ξανάπε ο πρίγκιπας τρομερά λυπημένος.—Και, ξέρετε,
μονάχα αυτή, μονάχα η Αγλαΐα την έβλεπε έτσι τη Ναστάσια Φιλίπποβνα… Κανένας άλλος δεν την
έβλεπε έτσι.
— Μα αυτό είναι ίσα‐ίσα που τα κάνει αφόρητα όλ’ αυτά, πως δεν υπήρξε τίποτα σοβαρό σ’ όλη
εκείνη την παλιά ιστορία!—φώναξε ο Ευγένιος Παύλοβιτς με παραφορά.—Να με συγχωρείτε,
πρίγκηψ, όμως εγώ… εγώ… τα σκέφτηκα όλ’ αυτά, πρίγκηψ—έχω σκεφτεί πολύ∙ τα ξέρω όλα όσα
έγιναν πριν, τα ξέρω όλ’ όσα έγιναν εδώ κι έξι μήνες, όλα, κι όλ’ αυτά δεν ήταν σοβαρά! Όλ’ αυτά
δεν ήταν παρά μια διανοητική παραφορά, φαντασιοπληξία, καπνός, και μονάχα η τρομαγμένη ζήλια
μιας άπειρης κοπελίτσας θα μπορούσε να τα πάρει για κάτι σοβαρό!..
Εδώ ο Ευγένιος Παύλοβιτς, χωρίς κανέναν πια ενδοιασμό, άφησε να ξεσπάσει όλη του η
αγανάκτηση. Λογικά και καθαρά και, το ξαναλέμε, μ’ εξαιρετική ψυχολογική παρατηρητικότητα,ξεδίπλωσε μπροστά στον πρίγκιπα την εικόνα όλων των παλιών προσωπικών σχέσεων του πρίγκιπα με τη Ναστάσια Φιλίπποβνα. Ο Ευγένιος Παύλοβιτς είχε πάντα το χάρισμα του λόγου και τώρα είχε φτάσει σε μια πραγματική ευγλωττία. «Από μιας αρχής»,—έκανε αμέσως τη διαπίστωση,—
«αρχίσατε μ’ ένα ψέμα οι δυο σας∙ αυτό που αρχίζει με ψέμα, τελειώνει με ψέμα, είναι νόμος της
φύσεως. Δε συμφωνώ και μάλιστα με πιάνει αγανάκτηση όταν βρίσκεται κανένας και λέει πως είστε
ηλίθιος∙ είστε τόσο έξυπνος που δε σας αξίζει ένας τέτοιος χαρακτηρισμός∙ είστε όμως και τόσο παράξενος που διαφέρετε ριζικά απ’ όλους τους ανθρώπους, παραδεχτείτε το και σεις. Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα πως η αιτία για όλα όσα έγιναν κατ’ αρχήν, ας το πω έτσι, ήταν η έμφυτη έλλειψη πείρας που σας διακρίνει (προσέξτε, πρίγκηψ, αυτή τη λέξη: την «έμφυτη»), κι ύστερα η απίστευτη αγαθότητά σας∙ ύστερα σας λείπει τόσο πολύ η αίσθηση του μέτρου που καταντάτε φαινόμενο (πράγμα που το ‘χετε κιόλας παραδεχτεί ο ίδιος αρκετές φορές) και τέλος,είναι κι η τεράστια, επίκτητη μάζα των εγκεφαλικών σας πεποιθήσεων, που εσείς, μ’ όλη την ασυνήθιστη τιμιότητά σας, τις θεωρείτε ως τα τώρα για πεποιθήσεις αληθινές, έμφυτες και άμεσες!
Παραδεχτείτε το και σεις, πρίγκηψ, πως στις σχέσεις σας με τη Ναστάσια Φιλίπποβνα εισχώρησε από μιας αρχής κάτι το σ υ μ β α τ ι κ ά δ η μ ο κ ρ α τ ι κ ό (το λέω έτσι χάριν συντομίας), κάτι που,α το πω έτσι, αποπνέει γυναικείο ζήτημα (για να εκφραστώ ακόμα συντομότερα). Γιατί πρέπει να ξέρετε πως έχω υπ’ όψη μου όλη εκείνη τη σκανδαλώδη σκηνή, μ’ όλες της τις λεπτομέρειες, εκείνη που έγινε στης Ναστάσιας Φιλίπποβνας, τότε που ο Ραγκόζιν τής έφερε τα λεφτά του. Αν θέλετε σας αναλύω εν πάση λεπτομερεία τον εαυτό σας, σας δείχνω το πραγματικό σας πρόσωπο σα να κοιτάζεστε στον καθρέφτη, με τόση ακρίβεια την ξέρω όλη την υπόθεση και το γιατί πήρε την τροπή που πήρε! Εσείς, όντας έφηβος, λαχταρούσατε στην Ελβετία την πατρίδα, ονειρευόσαστε να ‘ρθείτε στη Ρωσία που ήταν για σας μια χώρα άγνωστη, μα και Γη της Επαγγελίας∙ διαβάσατε πολλά βιβλία για τη Ρωσία, βιβλία υπέροχα ίσως, για σας όμως βλαβερά∙ ήρθατε δω με την πρώτη φλόγα, την πρώτη δίψα για δράση, πέσατε με τα μούτρα στη δράση, αν μου επιτρέπετε την έκφραση! Και να,την ίδια μέρα σας αφηγούνται τη θλιβερή και συγκινητική ιστορία για μια αδικημένη γυναίκα, τη λένε σε σας, δηλαδή στον ιππότη, τον παρθένο ακόμα—και για μια γυναίκα! Την ίδια μέρα βλέπετε αυτή τη γυναίκα∙ η ομορφιά της σας μαγεύει, αυτή η αφάνταστη, η δαιμονική ομορφιά (δεν έχω καμιάν αντίρρηση πως είναι καλλονή). Προσθέστε τα νεύρα, προσθέστε την επιληψία σας,προσθέστε τον πετρουπολίτικο νοτιά μας που σου σπάει τα νεύρα∙ προσθέστε όλη κείνη τη μέρα στην άγνωστη και σχεδόν φαντασμαγορική για σας πολιτεία, μέρα συναντήσεων και επεισοδίων,μέρα αναπάντεχων γνωριμιών, μέρα της πιο αναπάντεχης πραγματικότητας, μέρα των τριών καλλονών—των Επάντσιν, κι ανάμεσα σ’ αυτές η Αγλαΐα,—προσθέστε την κούραση, τη ζάλη∙ προσθέστε το σαλόνι της Ναστάσιας Φιλίπποβνας και τον τόνο αυτού του σαλονιού και… τι μπορούσατε λοιπόν να περιμένετε απ’ τον εαυτό σας κείνη τη στιγμή, πώς νομίζετε;
— Ναι, ναι∙ ναι, ναι,—κουνούσε το κεφάλι ο πρίγκιπας αρχίζοντας να κοκκινίζει,—ναι, περίπου έτσι
είναι, μα την αλήθεια∙ και, ξέρετε, την προηγούμενη νύχτα δεν είχα κλείσει σχεδόν καθόλου μάτι στο βαγόνι, κι όλη τη προπροηγούμενη νύχτα κι ήμουν πολύ ταραγμένος…
— Μα ναι, φυσικά, πού αλλού πάω να καταλήξω;—συνέχισε μ’ έξαψη ο Ευγένιος Παύλοβιτς.—Είναι
ολοφάνερο πως εσείς, μέσα στη μέθη του ενθουσιασμού σας, για να το πούμε έτσι, αρπαχτήκατε
απ’ τη δυνατότητα να διαδηλώσετε δημοσία μια μεγαλόψυχη σκέψη, πως εσείς, ο γαλαζοαίματος
πρίγκιπας κι ο ανεπίληπτος άνθρωπος, δε θεωρείτε άτιμη μια γυναίκα που κυλίστηκε στη ντροπή όχι από δικό της φταίξιμο μα από φταίξιμο ενός σιχαμερού διαφθορέα της υψηλής αριστοκρατίας.
Ω, Θεέ μου, μα αυτό είναι ευνόητο! Όμως το ζήτημα δεν είναι αυτό, καλέ μου πρίγκηψ, το ζήτημα
είναι αν υπήρχε μέσα σ’ όλ’ αυτά αλήθεια, αν υπήρχε πραγματική αλήθεια στο αίσθημά σας, αν υπήρχε κάτι φυσικό, ή μήπως ήταν όλα ένας εγκεφαλικός ενθουσιασμός; Τι γνώμη έχετε; Στο ναό τη συγχώρεσαν μια τέτοια γυναίκα, μια παρόμοια γυναίκα, δεν της είπαν όμως πως κάνει καλά, πως
είναι άξια κάθε τιμής και σεβασμού, έτσι δεν είναι; Μήπως τάχα δε σας το είπε σε τρεις μήνες η κοινή λογική περί τίνος ακριβώς επρόκειτο; Μα ας είναι και τώρα ακόμα αθώα—δεν επιμένω γιατί δε θέλω—μα μήπως τάχα όλες οι περιπέτειές της μπορούν να δικαιολογήσουν την τέτοια αφόρητη,
δαιμονισμένη της περηφάνεια, τον τέτοιο απροσχημάτιστο, τον αιμοβόρο εγωισμό της; Με
συγχωρείτε, πρίγκηψ, παραφέρομαι, μα…
— Ναι, όλ’ αυτά μπορεί να ‘ναι όπως τα λέτε∙ μπορεί να ‘ναι όπως τα λέτε∙ μπορεί να ‘χετε δίκιο,—
μουρμούρισε και πάλι ο πρίγκιπας.—Είναι πραγματικά πολύ εκνευρισμένη κι έχετε δίκιο φυσικά,μα…
— Είναι άξια συμπόνιας; Αυτό θέλετε να πείτε, αγαθέ μου πρίγκηψ; Όμως, για χάρη της συμπόνιας,
για χάρη της δικής της ευχαρίστησης, επιτρεπόταν ποτέ να εξευτελίσετε την άλλη, την ευγενικιά και
αγνή κοπέλα, να την ταπεινώσετε μπροστά στο αλαζονικό, το μισητό της βλέμμα; Μα ως πού θα φτάσει ύστερα απ’ αυτό η συμπόνια; Αυτό πια είναι μια απίθανη υπερβολή! Μα είναι ποτέ δυνατό
ν’ αγαπάει κανείς μια κοπέλα και να την ταπεινώνει έτσι μπροστά στην αντίζηλό της, να την παρατήσει για να πάει με μια άλλη, μπροστά σε κείνη την άλλη, αφού πια της είχατε κάνει μια τίμια πρόταση… γιατί της είχατε κάνει πρόταση, της το είπατε μπροστά στους γονείς και στις αδερφές της! Ύστερ’ απ’ αυτό, είστε τάχα τίμιος άνθρωπος, πρίγκηψ;—επιτρέψτε μου να σας ρωτήσω. Και…και μήπως τάχα δεν το ξεγελάσατε το ουράνιο πλάσμα, βεβαιώνοντάς την πως την αγαπάτε;
— Ναι, ναι, έχετε δίκιο, αχ, αισθάνομαι πως είμαι ένοχος!—πρόφερε ο πρίγκιπας μ’ απερίγραπτη
θλίψη.
— Μα είναι αρκετό αυτό;—φώναξε ο Ευγένιος Παύλοβιτς αγανακτισμένος.—Είναι τάχα αρκετό να
φωνάξει κανείς «αχ, είμαι ένοχος!» Είστε ένοχος κι όμως επιμένετε! Και τι απέγινε τότε η καρδιά σας, η «χριστιανική» σας καρδιά! Γιατί βέβαια το είδατε το πρόσωπό της κείνη τη στιγμή: μην τάχα υπόφερε λιγότερο από κ ε ί ν η , απ’ τη δ ι κ ή σ α ς , την άλλη, την αντροχωρίστρα; Πώς επιτρέψατε κι έγιναν όλ’ αυτά αν το είδατε; Πώς;
— Μα εγώ… δεν επέτρεψα τίποτα…—μουρμούρισε ο δύστυχος ο πρίγκιπας.
— Πώς δεν επιτρέψατε;
— Μα το Θεό, δεν επέτρεψα τίποτα. Ως τώρα δεν καταλαβαίνω πώς έγιναν όλ’ αυτά… Εγώ—έτρεξα
τότε να προλάβω την Αγλαΐα Ιβάνοβνα κι η Ναστάσια Φιλίπποβνα έπεσε λιπόθυμη∙ κι ύστερα πήγα
τόσες φορές, μα δε μ’ άφησαν να δω την Αγλαΐα Ιβάνοβνα.
— Το ίδιο κάνει! Έπρεπε να τρέξετε να προλάβετε την Αγλαΐα, έστω κι αν η άλλη είχε πέσει λιπόθυμη!
— Ναι, ναι, αυτό έπρεπε να κάνω… μα αυτή θα πέθαινε! Θα σκοτωνόταν, δεν την ξέρετε σεις και…
δεν έχει να κάνει, θα τα ‘λεγα ύστερα όλα στην Αγλαΐα Ιβάνοβνα και… βλέπετε, Ευγένιε Παύλοβιτς,
βλέπω πως… φαίνεται να μην τα ξέρετε όλα. Πέστε μου, γιατί δε μ’ αφήνουν να δω την Αγλαΐα Ιβάνοβνα; Εγώ θα της τα εξηγούσα όλα. Βλέπετε, κι οι δυο τους έλεγαν τότε άλλα πράγματα, δεν είχαν καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει γι’ αυτό κατέληξαν εκεί που κατέληξαν… Με κανέναν τρόπο δεν μπορώ να σας το εξηγήσω αυτό∙ ίσως όμως να κατόρθωνα να το εξηγούσα στην Αγλαΐα… Αχ,Θεέ μου, Θεέ μου! Λέτε για το πρόσωπό της εκείνη τη στιγμή, όταν βγήκε τρέχοντας έξω… ω, Θεέ μου, το θυμάμαι!.. Πάμε, πάμε!—τράβηξε ξάφνου τον Ευγένιο Παύλοβιτς απ’ το μανίκι καθώς πετάχτηκε βιαστικός απ’ τη θέση του.
— Πού;
— Πάμε στην Αγλαΐα Ιβάνοβνα, πάμε τώρ’ αμέσως!
— Μα δεν είναι στο Παυλόβσκ, μόλις τώρα σας το είπα∙ και γιατί να πάμε;
— Αυτή θα καταλάβει, αυτή θα καταλάβει,—μουρμούριζε ο πρίγκιπας ενώνοντας ικετευτικά τα
χέρια.—Θα καταλάβει πως όλα αυτά δεν είναι έ τ σ ι , πως είναι εντελώς, εντελώς διαφορετικά!
— Πώς εντελώς διαφορετικά; Αφού παρ’ όλα αυτά παντρεύεστε, ψέματα; Σημαίνει λοιπόν πως
επιμένετε… Παντρεύεστε, ναι ή όχι;
— Μα ναι… παντρεύομαι∙ ναι, παντρεύομαι!
— Πώς λοιπόν δεν είναι έτσι;
— Α, όχι, δεν είναι έτσι, δεν είναι έτσι! Είναι… είναι… το ίδιο κάνει που παντρεύομαι, δεν έχει σημασία!
— Πώς κάνει το ίδιο και πώς δεν έχει σημασία; Έχει γούστο να το θεωρείτε κι αυτό… ανάξιο λόγου!
Παντρεύεστε μια γυναίκα που αγαπάτε για να την κάνετε ευτυχισμένη κι η Αγλαΐα Ιβάνοβνα το βλέπει αυτό και το ξέρει, πώς λοιπόν κάνει το ίδιο;
— Ευτυχισμένη; Ω, όχι! Εγώ… απλώς παντρεύομαι∙ αυτή το θέλει∙ μα και τι σημασία έχει που παντρεύομαι; Εγώ… ε, μα ναι σας λέω, το ίδιο κάνει! Μονάχα που αυτή, το δίχως άλλο θα πέθαινε.
Το βλέπω τώρα πως αυτός ο γάμος με το Ραγκόζιν ήταν μια τρέλα! Τώρα τα κατάλαβα όλα όσα δεν
καταλάβαινα πρώτα και, βλέπετε, όταν στέκονταν οι δυο τους η μια απέναντι στην άλλη, τότε εγώ
δεν μπόρεσα να υποφέρω το πρόσωπο της Ναστάσιας Φιλίπποβνας… Εσείς, δεν ξέρετε, Ευγένιε Παύλοβιτς, (χαμήλωσε με μυστηριώδες ύφος τη φωνή του) αυτό δεν το είπα σε κανέναν, ούτε στην Αγλαΐα δεν το είπα ποτέ, όμως εγώ δεν μπορώ να υποφέρω το πρόσωπο της Ναστάσιας
Φιλίπποβνας… Πριν από λίγο, είχατε δίκιο σ’ όσα είπατε για κείνο το βράδυ στο σαλόνι της Ναστάσιας Φιλίπποβνας∙ υπήρχε όμως και κάτι άλλο που παραλείψατε γιατί δεν το ξέρετε: Κοίταζα το π ρ ό σ ω π ό τ η ς ! Και κείνο το πρωί ακόμα, στη φωτογραφία της, δεν μπόρεσα να το υποφέρω… Να, η Βέρα, η Λέμπεντεβα, έχει μάτια εντελώς διαφορετικά∙ εγώ… εγώ το φοβάμαι το πρόσωπό της!—πρόσθεσε με ανείπωτο τρόμο.
— Το φοβάστε;
— Ναι, είναι τρελή!—ψιθύρισε ο πρίγκιπας χλομιάζοντας.
— Το ξέρετε θετικά;—ρώτησε ο Ευγένιος Παύλοβιτς με μεγάλη περιέργεια.
— Ναι θετικά∙ τώρα πια είμαι σίγουρος∙ τώρα πια, αυτές τις μέρες, βεβαιώθηκα απόλυτα!
— Τι κάνετε λοιπόν; Δε σκέφτεστε και λίγο τον εαυτό σας;—φώναξε τρομαγμένος ο Ευγένιος Παύλοβιτς.—Ώστε λοιπόν παντρεύεστε από κάποιο φόβο; Εδώ πια δεν μπορεί να καταλάβει κανένας τίποτα… Και χωρίς να την αγαπάτε ίσως;
— Α, όχι, την αγαπώ μ’ όλη μου την ψυχή! Είναι βλέπετε… παιδί∙ τώρα πια είναι παιδί, εντελώς παιδί! Ω, εσείς δεν ξέρετε τίποτα!
— Και ταυτόχρονα βεβαιώνατε την Αγλαΐα Ιβάνοβνα πως την αγαπάτε και κείνη;
— Ω, ναι, ναι!
— Μα πώς γίνεται αυτό; Θέλετε λοιπόν να τις αγαπάτε και τις δυο;
— Ω, ναι, ναι!
— Μα προς Θεού, πρίγκηψ, τι είναι αυτά που λέτε, ελάτε στα συγκαλά σας!
— Εγώ, χωρίς την Αγλαΐα… εγώ… πρέπει το δίχως άλλο να τη δω! Εγώ… εγώ θα πεθάνω σύντομα
στον ύπνο μου. Νόμιζα πως χτες τη νύχτα θα πέθαινα μέσα στον ύπνο μου. Ω, αν ήξερε η Αγλαΐα, αν
τα ‘ξερε όλα… δηλαδή το δίχως άλλο όλα. Γιατί εδώ πρέπει να τα ξέρεις όλα, αυτό είναι το πρωταρχικό! Γιατί να μην μπορούμε ποτέ να τα μάθουμε όλα για έναν άλλον, όταν αυτό χρειάζεται,όταν αυτός ο άλλος είναι ένοχος!… Άλλωστε… δεν ξέρω τι λέω, τα ‘χω μπερδέψει∙ με κάνατε και τα ‘χασα μ’ αυτά που είπατε… Και είναι ποτέ δυνατό να ‘χει και τώρα το ίδιο πρόσωπο σαν τότε που έφυγε τρέχοντας; Ω, ναι, είμαι ένοχος! Το πιθανότερο απ’ όλα είναι πως εγώ φταίω για όλα! Δεν ξέρω σε τι ακριβώς, όμως είμαι ένοχος!.. Σ’ όλ’ αυτά υπάρχει κάτι που δεν μπορώ να σας το εξηγήσω, Ευγένιε Παύλοβιτς, και δε βρίσκω τα λόγια, μα… η Αγλαΐα θα καταλάβει! Ω, πάντοτε το πίστευα πως θα καταλάβει.
— Όχι, πρίγκηψ, δε θα καταλάβει! Η Αγλαΐα Ιβάνοβνα αγαπούσε σα γυναίκα, σαν άνθρωπος κι όχι
σαν… αφηρημένο πνεύμα. Ξέρετε κάτι, φτωχέ μου πρίγκηψ, το πιθανότερο απ’ όλα είναι πως δεν
αγαπήσατε ποτέ σας ούτε τη μια ούτε την άλλη!
— Δεν ξέρω… μπορεί, μπορεί να ‘ναι κι έτσι∙ σε πολλά σημεία έχετε δίκιο, Ευγένιε Παύλοβιτς. Είστε εξαιρετικά έξυπνος, Ευγένιε Παύλοβιτς. Αχ, αρχίζει πάλι να μου πονάει το κεφάλι, πάμε στην Αγλαΐα! Για όνομα του Θεού, για όνομα του Θεού!
— Μα σας λέω πως δεν είναι στο Παυλόβσκ. Είναι στο Κόλμινο.
— Πάμε στο Κόλμινο, πάμε τώρα!
— Αυτό είναι α‐δύ‐να‐το!—έσυρε τη φωνή του ο Ευγένιος Παύλοβιτς καθώς σηκωνόταν.
— Ακούστε, θα γράψω ένα γράμμα∙ να της το πάτε εσείς!
— Όχι, πρίγκηψ, όχι! Απαλλάξτε με από κάτι τέτοιες αποστολές∙ δεν μπορώ!
Χώρισαν. Ο Ευγένιος Παύλοβιτς έφυγε με παράξενα συμπεράσματα: κατά τη γνώμη του τα λογικά
του πρίγκιπα ήταν κάπως σαλεμένα. Και τι σημαίνει αυτό το π ρ ό σ ω π ο που τόσο το φοβάται και
τόσο το αγαπάει! Και να σκέφτεται κανείς πως ταυτόχρονα ίσως και πραγματικά να πεθάνει χωρίς
την Αγλαΐα, έτσι που ίσως η Αγλαΐα να μη μάθει ποτέ ως ποιο σημείο την αγαπάει! Χα! χα! Και πώς
γίνεται ν’ αγαπάει κανείς δυο γυναίκες; Με δυο διαφορετικές αγάπες; Αυτό είναι ενδιαφέρον… Τον
καημένο τον ηλίθιο! Και τι θ’ απογίνει τώρα;
Χ
Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΩΣΤΟΣΟ δεν πέθανε ως την ημέρα του γάμου του, ούτε ξύπνιος, ούτε «στον ύπνο» του,
όπως το προείπε στον Ευγένιο Παύλοβιτς. Δεν αποκλείεται να κοιμήθηκε πράγματι άσκημα και να
‘βλεπε εφιάλτες. Την ημέρα όμως, σα βρισκόταν με κόσμο, φαινόταν καλόκαρδος και μάλιστα
ευχαριστημένος πού και πού μονάχα ήταν πολύ συλλογισμένος, αυτό όμως, σα βρισκόταν μονάχος
του. Ο γάμος ετοιμαζόταν με πολλή βιασύνη∙ επρόκειτο να γίνει μια βδομάδα πάνω‐κάτω μετά την
επίσκεψη του Ευγένιου Παύλοβιτς. Μπροστά στην τόση βιασύνη, ακόμα κι οι καλύτεροι φίλοι του
πρίγκιπα—αν είχε τέτοιους φίλους—θα ‘πρεπε ν’ απελπιστούν στις προσπάθειές τους να «σώσουν»
το δύστυχο παράφρονα. Κυκλοφορούσαν φήμες πως τάχα για την επίσκεψη του Ευγένιου
Παύλοβιτς ευθύνονταν εν μέρει ο στρατηγός Ιβάν Φιοντόροβιτς και η σύζυγός του, η Λιζαβέτα
Προκόφιεβνα. Όμως, κι αν ακόμα οι δυο τους, από άμετρη καλοσύνη, μπορούσαν ποτέ να θελήσουν
να σώσουν τον αξιολύπητο άμυαλο πρίγκιπα απ’ την καταστροφή, τότε βέβαια θα ‘πρεπε να
περιοριστούν σ’ αυτή και μόνο την ασθενή απόπειρα∙ ούτε η θέση τους, ούτε ίσως‐ίσως τα
αισθήματά τους απέναντι στον πρίγκιπα (πράγμα φυσικό) δε θα μπορούσαν να τους σπρώξουν σε
σοβαρότερες προσπάθειες. Είπαμε κιόλας παραπάνω πως ακόμα κι οι άνθρωποι του στενού κύκλου
του πρίγκιπα άρχισαν, ως ένα σημείο, να καταφέρονται εναντίον του. Εξάλλου η Βέρα Λέμπεντεβα
περιορίστηκε να χύσει κρυφά μερικά δάκρυα, να μένει περισσότερο σπίτι της και να μην πηγαίνει
να βλέπει τον πρίγκιπα τόσο συχνά όσο πρώτα. Ο Κόλια κήδευε κείνες τις μέρες τον πατέρα του∙ ο
γέρος πέθανε από μια δεύτερη συμφόρηση, οχτώ μέρες πάνω‐κάτω μετά την πρώτη. Ο πρίγκιπας
έδειξε μεγάλη συμμετοχή στο πένθος της οικογένειας και τις πρώτες μέρες πήγαινε τακτικά και
καθόταν αρκετές ώρες στης Νίνας Αλεξάντροβνας∙ πήγε στην κηδεία και στην εκκλησία: Πολλοί
παρατήρησαν πως το εκκλησίασμα υποδέχτηκε και ξεπροβόδισε τον πρίγκιπα με αυθόρμητα
ψιθυρίσματα∙ το ίδιο γινόταν και στους δρόμους και στον Κήπο∙ όταν περνούσε πεζός ή με τ’ αμάξι,
ακούγονταν κουβέντες, λέγανε τ’ όνομά του, τον δείχνανε, άκουγες να προφέρουν τ’ όνομα της
Ναστάσιας Φιλίπποβνας. Την ψάχνανε με τα μάτια και στην κηδεία, στην κηδεία όμως δεν είχε
έρθει. Δεν ήρθε στην κηδεία ούτε η λοχαγίνα, γιατί πρόφτασε να τη σταματήσει ο Λέμπεντεβ. Η
νεκρώσιμη ακολουθία έκανε στον πρίγκιπα έντονη κι αλγεινή εντύπωση∙ ψιθύρισε στο Λέμπεντεβ,
απαντώντας σε κάποια του ερώτηση πως, είναι η πρώτη φορά που ακούει ορθόδοξη νεκρώσιμη
ακολουθία και μονάχα απ’ τα παιδικά του χρόνια θυμάται μιαν άλλη ακολουθία, σε κάποια
χωριάτικη εκκλησία.
— Ναι, λες και δεν είναι ο ίδιος άνθρωπος, έτσι που βρίσκεται στο φέρετρο, λες και δεν είναι κείνος
που τον βάλαμε πρόεδρο στη συζήτηση, δεν πάει πολύς καιρός, θυμάστε;—ψιθύρισε ο Λέμπεντεβ
στον πρίγκιπα.—Ποιον γυρεύετε;
— Μπα, έτσι, τίποτα, μου φάνηκε…
— Το Ραγκόζιν μήπως;
— Μα είναι δω;
— Στην εκκλησία.
— Γι’ αυτό σα να μου φάνηκε πως ένιωσα τα μάτια του,—μουρμούρισε ο πρίγκιπας σαστισμένος—
Μα… γιατί ήρθε; Είναι καλεσμένος;
— Ούτε μας πέρασε απ’ το νου. Άλλωστε δεν έχει γνωριμία με την οικογένεια. Μα εδώ είναι πολλοί
και διάφοροι—κόσμος βλέπετε. Μα τι πάθατε κι απομείνατε έτσι; Τον συναντάω συχνά τώρα
τελευταία∙ την περασμένη βδομάδα θα τον συνάντησα ως τέσσερις φορές, εδώ στο Παυλόβσκ.

— Εγώ δεν τον είδα ούτε μια φορά ακόμα… από τότε,—μουρμούρισε ο πρίγκιπας.
Επειδή κι η Ναστάσια Φιλίπποβνα δεν του ‘χε πει ποτέ πως συνάντησε «από τότε» το Ραγκόζιν, ο
πρίγκιπας έβγαλε τώρα το συμπέρασμα πως ο Ραγκόζιν θα ‘χει κάποιο λόγο για να μην
πολυφαίνεται. Όλη κείνη τη μέρα ο πρίγκιπας ήταν πεσμένος σε βαθειά συλλογή. Η Ναστάσια
Φιλίπποβνα ήταν ασυνήθιστα εύθυμη όλη κείνη τη μέρα κι όλο κείνο το βράδυ.
Ο Κόλια, που ‘χε φιλιώσει με τον πρίγκιπα πριν ακόμα απ’ το θάνατο του πατέρα του, του πρότεινε
να καλέσει κουμπάρους του (μια και το πράγμα ήταν αποφασισμένο και δε χωρούσε αναβολή) τον
Κέλερ και το Μπουρντόβσκη. Υποσχόταν ότι ο Κέλερ θα φερθεί μ’ ευπρέπεια κι ίσως μάλιστα να
«φανεί χρήσιμος», όσο για το Μπουρντόβσκη, δεν υπήρχε λόγος να γίνει κουβέντα—ήταν
άνθρωπος ήσυχος και σεμνός. Η Νίνα Αλεξάντροβνα κι ο Λέμπεντεβ λέγανε στον πρίγκιπα πως μια
και τον αποφάσισε το γάμο ας τον έκανε τουλάχιστο στην Πετρούπολη και μάλιστα στο σπίτι∙ γιατί
να γίνει στο Παυλόβσκ, σε μια τόσο κοσμική εξοχή, που ‘χει γίνει τόσο της μόδας, γιατί να γίνει τόσο
δημόσια; Ο πρίγκιπας καταλάβαινε πολύ καλά ποια ήταν η αιτία για όλους αυτούς τους φόβους∙
απάντησε όμως σύντομα κι απλά πως τέτοια ήταν η αμετάκλητη επιθυμία της Ναστάσιας
Φιλίπποβνας.
Την άλλη μέρα, ήρθε να δει τον πρίγκιπα, κι ο Κέλερ που ‘χε ειδοποιηθεί πως είναι κουμπάρος. Πριν
μπει, σταμάτησε στην πόρτα και μόλις είδε τον πρίγκιπα σήκωσε το δεξί του χέρι με τεντωμένο το
δείκτη και φώναξε σα να ‘παιρνε όρκο:
— Δεν πίνω.
Ύστερα πλησίασε τον πρίγκιπα, του ‘σφιξε και του τράνταξε δυνατά τα δυο του χέρια και δήλωσε
πως φυσικά, στην αρχή που τ’ άκουσε, ήταν εχθρός, πράγμα που το ‘κανε γνωστό σ’ όλους στο
μπιλιάρδο κι αυτό όχι γι’ άλλο λόγο μα γιατί είχε άλλα όνειρα για τον πρίγκιπα και κάθε μέρα, με
ανυπομονησία φίλου, περίμενε να δει στο πλευρό του την πριγκίπισσα ντε Ροάν ή τουλάχιστον τη
ντε Σαμπό. Τώρα όμως το βλέπει κι ο ίδιος πως ο πρίγκιπας σκέφτεται τουλάχιστο δώδεκα φορές
πιο ευγενικά «παρ’ ό,τι» όλοι αυτοί ομού! Διότι αυτουνού δεν του χρειάζεται η λάμψη, τα πλούτη,
ούτε καν οι τιμές, παρά μονάχα η αλήθεια! Οι συμπάθειες των υψηλών προσώπων είναι υπεράγαν
γνωστές κι ο πρίγκιπας είναι τόσο ανώτερος από άποψη μορφώσεως ώστε με κανέναν τρόπο δε θα
μπορούσες να μην τον πεις υψηλό πρόσωπο, από μια γενική άποψη! «Οι κανάγηδες όμως και τα
κάθε λογής παλιοτσογλάνια, κρίνουν διαφορετικά∙ στην πολιτεία, στα σπίτια, στις συγκεντρώσεις,
στις εξοχές, στις πλατείες όπου παίζει μουσική, στις μπυραρίες, στα μπιλιάρδα, το μόνο που ακούς
και το μόνο που φωνάζουν είναι ο γάμος που θα γίνει. Άκουσα μάλιστα πως θέλουν να κάνουν
καζούρα κάτω απ’ τα παράθυρα σας κι αυτό, ούτως ειπείν, την πρώτη νύχτα! Αν σας χρειάζεται,
πρίγκηψ, το πιστόλι ενός τίμιου ανθρώπου, τότε είμαι έτοιμος ν’ ανταλλάξω μισή ντουζίνα
ιπποτικούς πυροβολισμούς, πριν ακόμα σηκωθείτε το άλλο πρωί απ’ την κλίνη του μέλιτος.
Συμβούλεψα επίσης—επειδή υπάρχει φόβος να μαζευτούν πολλοί περίεργοι—να ‘χουμε έτοιμη μια
πυροσβεστική αντλία όταν θα βγαίνουμε απ’ την εκκλησία, ο Λέμπεντεβ όμως έφερε αντιρρήσεις:
«θα το διαλύσουν, λέει, το σπίτι σανιδάκι‐σανιδάκι, σε περίπτωση πυροσβεστικής αντλίας».
— Αυτός ο Λέμπεντεβ δολοπλοκεί εναντίον σας, πρίγκηψ, μα το Θεό! Θέλουν να σας θέσουν υπό
κηδεμονίαν του δημοσίου—μπορείτε να το φανταστείτε αυτό;—για να σας τα πάρουν όλα, την
προσωπική σας ελευθερία και τα χρήματα, δηλαδή τα δυο εκείνα αντικείμενα τα οποία κάνουν τον
καθένα από μας να ξεχωρίζει απ’ τα τετράποδα! Τ’ άκουσα από αξιόπιστη πηγή! Είναι η καθαρή
αλήθεια!
Ο πρίγκιπας θυμήθηκε πως σαν κάτι παρόμοιο να ‘χε ακούσει κι αυτός, όμως, εννοείται δεν έδωσε
προσοχή. Και τώρα έβαλε μονάχα τα γέλια και το ξέχασε αμέσως. Πραγματικά, εδώ και κάμποσες

μέρες, ο Λέμπεντεβ είχε τρεχάματα∙ οι υπολογισμοί αυτού του ανθρώπου γίνονταν πάντοτε σαν
από έμπνευση κι απ’ την υπερβολική του θέρμη περιπλέκονταν, διακλαδίζονταν κι απομακρύνονταν
απ’ το αρχικό σημείο προς όλες τις κατευθύνσεις∙ να ποιος ήταν ο λόγος που λίγα πράγματα
κατάφερνε να κάνει στη ζωή του. Όταν αργότερα, τη μέρα σχεδόν του γάμου, ήρθε στον πρίγκιπα να
δηλώσει τη μεταμέλειά του (κι είχε πάντα τη συνήθεια να ζητάει συγνώμη από κείνους που εναντίον
τους ραδιουργούσε και ιδιαίτερα σαν αποτύχαιναν τα σχέδιά του) του δήλωσε πως είχε γεννηθεί
Ταλεϊράνδος κι άγνωστο πώς είχε μείνει απλός και σκέτος Λέμπεντεβ. Ύστερα του αποκάλυψε όλο
το παιχνίδι, πράγμα που έκανε τον πρίγκιπα να ενδιαφερθεί εξαιρετικά. Σύμφωνα με τα λεγόμενά
του είχε αρχίσει με το να επιζητεί την προστασία υψηλών προσώπων, που σ’ αυτά, σε περίπτωση
ανάγκης, θα μπορούσε να στηριχτεί, και πήγε στο στρατηγό Ιβάν Φιοντόροβιτς. Ο στρατηγός Ιβάν
Φιοντόροβιτς έμεινε κατάπληχτος, δήλωσε πως «επιθυμεί διακαώς το καλόν του νέου», πρόστεσε
όμως πως «παρ’ όλη του τη θέληση να τον σώσει, θα ‘ταν απρέπεια γι’ αυτόν ν’ ανακατευθεί στην
υπόθεση». Η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα δε θέλησε μήτε να τον ακούσει μήτε να τον δει∙ ο Ευγένιος
Παύλοβιτς κι ο πρίγκιπας Σ. μονάχα που δεν τον διώξανε. Αυτός όμως, ο Λέμπεντεβ, δεν έχασε το
κουράγιο του και συμβουλεύτηκε έναν έμπειρο δικηγόρο, αξιοσέβαστο γεροντάκο, μεγάλο του φίλο
και σχεδόν ευεργέτη του∙ ο δικηγόρος έβγαλε το συμπέρασμα πως μπορούσαν κάλλιστα να βάλουν
μπροστά την υπόθεση, φτάνει να ‘χαν αξιόπιστους μάρτυρες που να βεβαίωναν πως ο πρίγκιπας
δεν έχει σώας τας φρένας πως είναι ολότελα παράφρων κι επιπλέον, το κυριότερο, πως χρειαζόταν
την προστασία υψηλών προσώπων. Ο Λέμπεντεβ δεν το ‘βαλε κάτω και μια φορά έφτασε να φέρει
ένα γιατρό, ένα αξιοσέβαστο γεροντάκι, επίσης παραθεριστή, με το παράσημο της Αγίας Άννης στο
λαιμό, μόνο και μόνο για ν’ ανιχνεύσει, ούτως ειπείν, το έδαφος, να γνωριστεί με τον πρίγκιπα και,
για την ώρα, να του πει τη γνωμάτευσή του, όχι επισήμως αλλά, ούτως ειπείν, φιλικώς. Ο πρίγκιπας
θυμόταν την επίσκεψη εκείνη του γιατρού∙ θυμόταν πως ο Λέμπεντεβ, απ’ την προηγούμενη ακόμα
μέρα, του ‘λεγε κάθε λίγο και λιγάκι πως είναι άρρωστος κι όταν ο πρίγκιπας αρνήθηκε
κατηγορηματικά να προσφύγει στα φώτα της ιατρικής, εμφανίστηκε ξάφνου μαζί με το γιατρό, με τη
δικαιολογία πως έρχονταν κι οι δυο τους κατευθείαν απ’ τον κύριο Τερέντιεβ, που είναι πολύ
άσκημα, και πως ο γιατρός έχει κάτι να πει στον πρίγκιπα σχετικά με τον άρρωστο. Ο πρίγκιπας
παίνεψε το Λέμπεντεβ και δέχτηκε το γιατρό πολύ ευπροσήγορα. Πιάσανε αμέσως κουβέντα για τον
άρρωστο Ιππόλυτο∙ ο γιατρός παρακάλεσε τον πρίγκιπα να του διηγηθεί λεπτομερέστερα κείνη τη
στιγμή της αυτοκτονίας κι ο πρίγκιπας του κίνησε τρομερά το ενδιαφέρον με τη διήγησή του και την
εξήγηση του επεισοδίου. Μιλήσανε ύστερα για το κλίμα της Πετρούπολης, για την αρρώστια του
ίδιου του πρίγκιπα, για την Ελβετία, για τον Σνάιντερ. Τόσο πολύ ενδιαφέρθηκε ο γιατρός για το
σύστημα θεραπείας του Σνάιντερ και τις αναμνήσεις του πρίγκιπα, που έκατσε και τον άκουγε δυο
ολάκερες ώρες∙ στο μεταξύ κάπνιζε τα πανάκριβα πούρα του πρίγκιπα κι ο Λέμπεντεβ πρόσφερε
ένα νοστιμότατο λικέρ που το ‘φερε η Βέρα∙ τότε ο γιατρός, παντρεμένος άνθρωπος και
οικογενειάρχης, άρχισε και της έκανε της Βέρας υπερβολικά κομπλιμέντα, πράγμα που την έκανε ν’
αγαναχτήσει τρομερά. Χωρίσανε σαν καλοί φίλοι. Βγαίνοντας απ’ του πρίγκιπα, ο γιατρός είπε στο
Λέμπεντεβ πως αν ήταν να θέσει κανείς κάτι τέτοιους υπό κηδεμονία, τότε ποιους θα ‘πρεπε να
διορίσουν κηδεμόνες; Κι όταν ο Λέμπεντεβ άρχισε να του εκθέτει με τραγικό τόνο πως ο πρίγκιπας
πρόκειται σε λίγο να παντρευτεί, ο γιατρός κούνησε πονηρά και καταχθόνια το κεφάλι του και τέλος
έκανε την παρατήρηση πως κι αν ακόμα παραβλέψει κανείς το γεγονός ότι «ο καθένας παντρεύεται
όποιον θέλει», αυτή η ξελογιάστρα—απ’ όσο τουλάχιστο έχει ο γιατρός ακουστά—«εκτός απ’ την
ασύγκριτη ομορφιά της, πράγμα που και μονάχα αυτό μπορεί να παρασύρει έναν άνθρωπο με
περιουσία, έχει και περιουσιακά στοιχεία απ’ τον Τότσκη και το Ραγκόζιν, μαργαριτάρια και
διαμάντια, μαντίλιες κι έπιπλα, και γι’ αυτό η εν λόγω εκλογή όχι μονάχα δεν πιστοποιεί απ’ την
πλευρά του αγαπητού πρίγκιπα μιαν, ούτως ειπείν, ιδιαίτερη ανοησία που να χτυπάει στο μάτι, μα
απεναντίας μαρτυρεί πως ο πρίγκιπας διαθέτει την πονηριά και τη φινέτσα ενός υπολογιστικού
κοσμικού ανθρώπου και κατά συνέπεια σε αναγκάζει να καταλήξεις στο εκ διαμέτρου αντίθετο
συμπέρασμα—σ’ ένα συμπέρασμα απολύτως ευνοϊκό για τον πρίγκιπα…» Αυτή η σκέψη έκανε
εντύπωση και στο Λέμπεντεβ∙ από κει και πέρα δεν έδωσε συνέχεια στις ενέργειές του και τώρα
πρόστεσε στον πρίγκιπα: «Τώρα πια σας είμαι αφοσιωμένος κι είμαι έτοιμος να χύσω το αίμα μου
για χάρη σας∙ αυτό ήρθα να σας πω».

Τούτες τις τελευταίες μέρες, τον πρίγκιπα τον απασχολούσε πολύ κι ο Ιππόλυτος∙ έστελνε συχνά να
τον φωνάξουν. Μένανε λίγο παρακάτω, σ’ ένα μικρό σπιτάκι∙ στα μικρά παιδιά, τον αδερφό και την
αδερφή του Ιππόλυτου, άρεσε πολύ η εξοχή, αν όχι για τίποτ’ άλλο μα γιατί μπορούσαν να
γλιτώσουν απ’ τον αδερφό τους βγαίνοντας στον κήπο∙ η φτωχή λοχαγίνα όμως έμενε στο έλεός
του, πραγματικό θύμα του∙ ο πρίγκιπας αναγκαζόταν να τους μερεύει και να τους φιλιώνει
καθημερινά κι ο άρρωστος τον έλεγε όλη την ώρα «νταντά» του, ενώ ταυτόχρονα, λες και δεν
τολμούσε να μην τον περιφρονεί για το ρόλο του συμφιλιωτή που έπαιζε. Ήταν τρομερά
πειραγμένος με τον Κόλια που σχεδόν δεν ερχόταν να τον δει, μένοντας στην αρχή με τον
ετοιμοθάνατο πατέρα του κι ύστερα με τη χήρα μητέρα του. Τέλος, έβαλε στόχο της ειρωνείας του
τον προσεχή γάμο του πρίγκιπα με τη Ναστάσια Φιλίπποβνα κι έφτασε να προσβάλει τον πρίγκιπα
και να τον κάνει έξω φρενών. Ο πρίγκιπας δεν ξαναπάτησε σπίτι του. Δυο μέρες αργότερα, έφτασε
πρωί‐πρωί η λοχαγίνα και με δάκρυα στα μάτια παρακάλεσε τον πρίγκιπα να ‘χει την καλοσύνη να
‘ρθει σπίτι τους, αλλιώς εκείνος θα τη φάει ζωντανή. Πρόστεσε πως θέλει να του αποκαλύψει ένα
μεγάλο μυστικό. Ο πρίγκιπας πήγε. Ο Ιππόλυτος ήθελε να ξαναγίνουν φίλοι, έβαλε τα κλάματα, και
φυσικά φουρκίστηκε ακόμα περισσότερο μετά τα δάκρυά του, μονάχα που φοβότανε να δείξει τη
φούρκα και την κακία του. Ήταν πολύ άσκημα κι όλα δείχνανε πως τώρα πια δε θ’ αργούσε να
πεθάνει. Μυστικό δεν είχε να του πει κανένα, εκτός από εξαιρετικές και, για να το πούμε έτσι,
«πνιγμένες απ’ την ταραχή»—ίσως κι από επίπλαστη ταραχή—παρακλήσεις «να φυλάγεται απ’ το
Ραγκόζιν». «Είναι άνθρωπος που δε χαρίζει κάστανα∙ αυτοί, πρίγκηψ, δεν είναι σαν και μας∙ αυτός,
αν θελήσει, δε θα τρεμουλιάσει το χέρι του…» κ.τ.λ. κ.τ.λ. Ο πρίγκιπας άρχισε να τον ρωτάει
λεπτομέρειες, ήθελε να μάθει γεγονότα∙ γεγονότα όμως δεν υπήρχαν καθόλου, εκτός απ’ τα
προσωπικά αισθήματα και τις εντυπώσεις του Ιππόλυτου. Προς μεγάλη του ικανοποίηση, ο
Ιππόλυτος τα κατάφερε τέλος να τρομοκρατήσει φοβερά τον πρίγκιπα. Στην αρχή ο πρίγκιπας δεν
ήθελε ν’ απαντήσει σε μερικές ιδιαίτερες ερωτήσεις του και χαμογελούσε μονάχα όταν εκείνος τον
συμβούλευε: «καλύτερα να το σκάσετε έστω και στο Εξωτερικό∙ Ρώσοι παπάδες υπάρχουν παντού,
μπορείτε να στεφανωθείτε και κει». Τέλος όμως, ο Ιππόλυτος κατέληξε με τούτη τη σκέψη: «Τα λέω
όλ’ αυτά, γιατί φοβάμαι μονάχα για την Αγλαΐα Ιβάνοβνα: ο Ραγκόζιν ξέρει πόσο πολύ την αγαπάτε,
αγάπη αντί αγάπης∙ εσείς του πήρατε τη Ναστάσια Φιλίπποβνα, αυτός θα σκοτώσει την Αγλαΐα
Ιβάνοβνα∙ μόλο που τώρα δεν είναι δική σας, θα υποφέρετε ωστόσο, ψέματα;» Πέτυχε το σκοπό
του∙ ο πρίγκιπας έφυγε αναστατωμένος.
Αυτές οι προειδοποιήσεις για το Ραγκόζιν, συμπέσανε με την παραμονή του γάμου. Κείνο το ίδιο
βράδυ, για τελευταία φορά πριν απ’ τα στεφανώματα, είδε ο πρίγκιπας και τη Ναστάσια
Φιλίπποβνα. Μα εκείνη δεν ήταν σε θέση να τον καθησυχάσει∙ απεναντίας μάλιστα, τις τελευταίες
μέρες όλο και του μεγάλωνε τις ανησυχίες του. Πρώτα, δηλαδή εδώ και μερικές μέρες, έβαζε τα
δυνατά της να τον ξαλεγράρει, φοβόταν τρομερά το θλιμμένο του ύφος, δοκίμαζε μάλιστα να του
τραγουδήσει: τις περισσότερες φορές όμως του διηγόταν ό,τι αστείο μπορούσε να θυμηθεί. Ο
πρίγκιπας έκανε σχεδόν πάντα πως τάχα γελούσε με την καρδιά του και μερικές φορές γελούσε στ’
αλήθεια με το σπινθηροβόλο πνεύμα και το φωτεινό αίσθημα που μ’ αυτά εκείνη διηγιόταν καμιά
φορά όταν συνεπαιρνόταν—και συνεπαιρνόταν συχνά∙ βλέποντας το γέλιο του πρίγκιπα, βλέποντας
την εντύπωση που του ‘χε προξενήσει, ενθουσιαζόταν κι άρχιζε να περηφανεύεται για τον εαυτό
της. Τώρα όμως η μελαγχολία και η συλλογή της μεγάλωναν ώρα με την ώρα σχεδόν. Η γνώμη του
για τη Ναστάσια Φιλίπποβνα είχε αποκρυσταλλωθεί, αλλιώς, εννοείται, όλα σ’ αυτήν θα του
φαίνονταν τώρα αινιγματικά κι ακατανόητα. Ο πρίγκιπας όμως πίστευε ειλικρινά πως αυτή
μπορούσε ακόμα ν’ αναστηθεί. Δεν έλεγε καθόλου ψέματα στον Ευγένιο Παύλοβιτς όταν του είπε
πως την αγαπάει πολύ, την αγαπάει ειλικρινά, και στην αγάπη του υπήρχε πραγματικά κάποια
αφοσίωση για ένα αξιολύπητο και άρρωστο παιδί, που είναι δύσκολο και μάλιστα αδύνατο να τ’
αφήσεις απροστάτευτο. Δεν εξηγούσε σε κανέναν τα αισθήματά του γι’ αυτήν και μάλιστα δεν του
άρεσε να κουβεντιάζει γι’ αυτό το ζήτημα, ακόμα και στις περιπτώσεις που δεν μπορούσε ν’
αποφύγει τη συζήτηση∙ και με τη Ναστάσια Φιλίπποβνα δε συζητούσαν ποτέ τους, όταν κάθονταν
μαζί, για «αισθήματα», λες κι είχαν συμφωνήσει να μην κάνουν λόγο γι’ αυτό. Στη συνηθισμένη,
εύθυμη και ζωηρή συζήτησή τους μπορούσε να πάρει μέρος οποιοσδήποτε. Η Ντάρια Αλεξέγιεβνα

έλεγε αργότερα πως όλες εκείνες τις μέρες μονάχα χαιρόταν και τους καμάρωνε κοιτάζοντάς τους.
Όμως, αυτή ακριβώς η αντίληψή του σχετικά με την ψυχική και τη διανοητική κατάσταση της
Ναστάσιας Φιλίπποβνας, τον είχε ως ένα σημείο απαλλάξει κι από πολλές άλλες απορίες. Τώρα
ήταν μια εντελώς άλλη γυναίκα από κείνη που ήξερε εδώ και τρεις μήνες περίπου. Λόγου χάρη, ο
πρίγκιπας δεν έσπαζε τώρα πια το κεφάλι του να καταλάβει γιατί του το ‘χε σκάσει τότε τις
παραμονές του γάμου τους —με δάκρυα, κατάρες και παράπονα—και τώρα επιμένει να γίνει το
γρηγορότερο ο γάμος: «Σημαίνει λοιπόν ότι δε φοβάται πια όπως τότε πως αν με παντρευτεί θα με
κάνει δυστυχισμένο», σκεφτόταν ο πρίγκιπας. Αυτή η τόσο γρήγορα ξαναγεννημένη σιγουριά για
τον εαυτό της δεν μπορούσε —κατά την άποψή του—να ‘ναι φυσική. Κι ούτε πάλι θα μπορούσε να
της δώσει αυτή τη σιγουριά το μίσος της για την Αγλαΐα: η Ναστάσια Φιλίπποβνα δεν ήταν τόσο
επιπόλαιη στα αισθήματά της. Κι ούτε βέβαια απ’ τον τρόμο της για την τύχη που την περίμενε αν
έπαιρνε το Ραγκόζιν. Με δυο λόγια, μπορεί να μεσολαβούσαν κι όλες αυτές οι αιτίες, μαζί με
άλλες—γι’ αυτόν όμως, ήταν φανερό και το θεωρούσε πιθανότερο να συμβαίνει εκείνο που
υποπτευόταν από καιρό τώρα πια, πως δηλαδή η φτωχή, η δυστυχισμένη της ψυχή είχε λυγίσει. Όλ’
αυτά, αν και τον είχαν απαλλάξει κατά κάποιον τρόπο απ’ τις απορίες, δεν μπορούσαν να του
χαρίσουν ούτε την ηρεμία ούτε την ψυχική γαλήνη όλες αυτές τις μέρες. Ώρες‐ώρες, φαινόταν να
πασκίζει να μη σκέφτεται τίποτα. Το γάμο φαίνεται να τον έβλεπε πραγματικά σαν ένα ασήμαντο
τυπικό∙ δεν έδινε σχεδόν καμιά σημασία στην προσωπική του μοίρα. Όσο για τις αντιρρήσεις, για τις
συζητήσεις, σαν εκείνη λόγου χάρη που είχε με τον Ευγένιο Παύλοβιτς, το ‘ξερε πολύ καλά πως δεν
είχε τι ν’ απαντήσει, το ‘βλεπε πως δεν είναι καθόλου αρμόδιος και γι’ αυτό απόφευγε κάθε τέτοια
συζήτηση.
Ωστόσο, είχε παρατηρήσει πως η Ναστάσια Φιλίπποβνα ήξερε και καταλάβαινε πολύ καλά τι
σημασία έχει γι’ αυτόν η Αγλαΐα. Δεν έλεγε βέβαια τίποτα, αυτός όμως έβλεπε το «πρόσωπό» της,
όταν τύχαινε καμιά φορά—τις πρώτες μέρες—να ‘ρθει σπίτι του και να τον βρει να ετοιμάζεται να
πάει στους Επάντσιν. Όταν φύγανε οι Επάντσιν, λες και ξαστέρωσε ολάκερη. Όσο απρόσεχτος κι αν
ήταν, όσο κι αν δεν πήγαινε μακριά το μυαλό του, άρχισε ωστόσο να τον ανησυχεί η σκέψη πως η
Ναστάσια Φιλίπποβνα θα ‘φτανε να κάνει και σκάνδαλο ακόμα για ν’ αναγκάσει την Αγλαΐα να
φύγει απ’ το Παυλόβσκ. Το μεγάλο θόρυβο σ’ όλες τις βίλες σχετικά με το γάμο τον υπέθαλπε
φυσικά ως ένα σημείο κι η ίδια η Ναστάσια Φιλίπποβνα για να δαιμονίσει την αντίζηλό της. Επειδή
ήταν δύσκολο να συναντήσει κανείς τους Επάντσιν, η Ναστάσια Φιλίπποβνα έβαλε μια φορά τον
πρίγκιπα στην καρότσα της κι είπε στον αμαξά να περάσει κάτω απ’ τα παράθυρα της βίλας του.
Αυτό στάθηκε για τον πρίγκιπα μια φριχτή έκπληξη∙ το πήρε είδηση —έτσι που συνέβαινε πάντα —
όταν πια ήταν αδύνατο να διορθώσει τα πράγματα, τη στιγμή που η καρότσα περνούσε κιόλας
μπροστά απ’ τα παράθυρα. Δεν είπε τίποτα, ύστερα απ’ αυτό όμως, δυο μέρες συνέχεια, ήταν
άρρωστος —η Ναστάσια Φιλίπποβνα δεν ξανάκανε πια αυτό το πείραμα. Τις τελευταίες μέρες πριν
απ’ το γάμο, άρχισε να πέφτει σε βαθιά συλλογή. Στο τέλος, υπερνικούσε πάντα τη μελαγχολία της
και ξανάβρισκε το κέφι της, μα ήταν κάπως πιο ήσυχα, όχι τόσο ευτυχισμένα εύθυμη όσο πριν, όσο
εδώ και λίγες μόλις μέρες. Ο πρίγκιπας διπλασίασε την προσοχή του. Του φαινόταν περίεργο που
ποτέ δεν του ‘κανε λόγο για το Ραγκόζιν. Μονάχα μια φορά, κάπου πέντε μέρες πριν απ’ το γάμο,
ήρθε ξάφνου άνθρωπος σταλμένος απ’ τη Ντάρια Αλεξέγιεβνα και του ‘πε να βιαστεί γιατί η
Ναστάσια Φιλίπποβνα είναι πολύ άσκημα. Τη βρήκε σε μια κατάσταση που ‘μοιαζε με πραγματική
παραφροσύνη: ξεφώνιζε, έτρεμε, έλεγε πως ο Ραγκόζιν είναι κρυμμένος στον κήπο, μέσα στο ίδιο
τους το σπίτι, πως μόλις τώρα τον είδε, πως θα τη σκοτώσει τη νύχτα… θα τη σφάξει! Όλη μέρα δεν
μπορούσε να ησυχάσει. Όμως το ίδιο κείνο βράδυ, όταν ο πρίγκιπας πέρασε για ένα λεπτό να δει
τον Ιππόλυτο, η λοχαγίνα, που μόλις είχε επιστρέψει απ’ την πολιτεία όπου είχε πάει για κάτι
μικροϋποθέσεις της, είπε πως εκεί, στην Πετρούπολη, πέρασε απ’ το σπίτι της ο Ραγκόζιν και τη
ρωτούσε για τα νέα του Παυλόβσκ. Όταν ο πρίγκιπας τη ρώτησε πότε ακριβώς είχε περάσει ο
Ραγκόζιν, η λοχαγίνα είπε μιαν ώρα που συμφωνούσε σχεδόν με την ώρα που τον είδε τάχα σήμερα
στον κήπο της η Ναστάσια Φιλίπποβνα. Ήταν φανερό πως επρόκειτο για μιαν απλή φαντασίωση∙ η
Ναστάσια Φιλίπποβνα πήγε η ίδια στη λοχαγίνα να ζητήσει λεπτομέρειες και ησύχασε ολότελα.

Την παραμονή του γάμου, ο πρίγκιπας άφησε τη Ναστάσια Φιλίπποβνα τρομερά ενθουσιασμένη:
είχαν φτάσει απ’ τη ράφτρα της Πετρούπολης οι τουαλέτες της, το νυφικό φόρεμα, ο πέπλος κι όλα
τ’ άλλα. Ο πρίγκιπας ούτε που το περίμενε ποτέ του πως θα της κάνανε τόση εντύπωση οι
τουαλέτες∙ αυτός έλεγε πως είναι όλες τους υπέροχες κι η Ναστάσια Φιλίπποβνα γινόταν ακόμα πιο
ευτυχισμένη απ’ τα παινέματά του. Της ξέφυγε όμως κι είπε πως είχε ακουστά ότι ο κόσμος είχε
αγανακτήσει και πως πραγματικά μερικοί αλήτες ετοίμαζαν καζούρα, με μουσικές και με στίχους
ίσως‐ίσως, που ‘χαν γραφτεί ειδικά για την περίσταση, και πως όλ’ αυτά τα εγκρίνει τάχα και η καλή
κοινωνία. Και γι’ αυτό λοιπόν θέλησε τώρα να σηκώσει ακόμα περισσότερο το κεφάλι μπροστά
τους, να τους θαμπώσει όλους με το γούστο και τον πλούτο της τουαλέτας της —«κι ας φωνάξουν,
ας σφυρίξουν, αν τολμάνε!» Μονάχα που το σκεφτόταν, τα μάτια της πετούσαν σπίθες. Είχε και
μιαν ακόμα κρυφή σκέψη, δεν την είπε όμως δυνατά: ονειρευόταν πως η Αγλαΐα, ή τουλάχιστον
κάποιος που θα τον είχε στείλει εκείνη θα βρισκόταν μέσα στο πλήθος, ινκόγκνιτο, στην εκκλησία,
και θα την έβλεπε∙ γι’ αυτό και κείνη προετοιμαζόταν κρυφά. Χώρισε με τον πρίγκιπα
απασχολημένη μ’ αυτές τις σκέψεις, κατά τις έντεκα το βράδυ∙ δεν είχαν χτυπήσει όμως ακόμα
μεσάνυχτα κι ήρθαν τρέχοντας απ’ της Ντάριας Αλεξέγιεβνας «να πάει το γρηγορότερο γιατί είναι
πολύ άσκημα». Ο πρίγκιπας βρήκε την αρραβωνιαστικιά του κλειδωμένη στην κρεβατοκάμαρα να
κλαίει απελπισμένα και υστερικά. Ώρα πολλή δεν άκουγε που της μιλούσαν έξω απ’ την κλειστή
πόρτα, τέλος όμως άνοιξε, άφησε να μπει μέσα μονάχα ο πρίγκιπας, ξανακλείδωσε πίσω του την
πόρτα κι έπεσε μπροστά του στα γόνατα. (Έτσι έλεγε τουλάχιστον αργότερα η Ντάρια Αλεξέγιεβνα,
που κάτι είχε προφτάσει να δει).
— Τι κάνω! Τι κάνω! Τι πάω να σου κάνω!—ξεφώνισε αυτή, αγκαλιάζοντάς του σπασμωδικά τα
πόδια.
Ο πρίγκιπας έμεινε μιαν ολάκερη ώρα μαζί της∙ δεν ξέρουμε τι είπαν. Η Ντάρια Αλεξέγιεβνα έλεγε
πως σε μιαν ώρα χώρισαν πολύ φίλοι και πολύ ευτυχισμένοι. Ο πρίγκιπας έστειλε άνθρωπο την ίδια
νύχτα να ρωτήσει πώς πάει η Ναστάσια Φιλίπποβνα∙ εκείνη όμως είχε πια αποκοιμηθεί. Το πρωί,
πριν ακόμα ξυπνήσει η Ναστάσια Φιλίπποβνα, κατέφτασαν δυο ακόμα απεσταλμένοι από μέρος
του πρίγκιπα και στον τρίτο πια απεσταλμένο η Ντάρια Αλεξέγιεβνα του ανάθεσε να πει στο
πρίγκιπα πως «γύρω απ’ τη Ναστάσια Φιλίπποβνα βρίσκεται τώρα ένα ολάκερο ασκέρι ράφτρες και
κομμωτές απ’ την Πετρούπολη, πως απ’ τα χτεσινά δεν υπάρχει ούτε ίχνος, πως είναι
απασχολημένη, όσο μπορεί να ‘ναι απασχολημένη μια τέτοια καλλονή πριν απ’ το γάμο της, και πως
τώρα, αυτήν ακριβώς τη στιγμή, γίνονται συμβούλια και διαβούλια ποια διαμαντικά να φορέσει και
πώς να τα φορέσει». Ο πρίγκιπας ησύχασε εντελώς.
Όλο το επεισόδιο που επακολούθησε, το διηγόνταν ως εξής εκείνοι που μπορούσαν να ξέρουν τα
πράγματα και, φαίνεται, το διηγόνταν σωστά:
Το στεφάνωμα είχε οριστεί για τις οχτώ το βράδυ∙ η Ναστάσια Φιλίπποβνα ήταν έτοιμη απ’ τις
εφτά. Απ’ τις έξι κιόλας άρχισαν να μαζεύονται μπουλούκια‐μπουλούκια οι αργόσχολοι γύρω απ’ τη
βίλα του Λέμπεντεβ, ιδιαίτερα όμως γύρω απ’ το σπίτι της Ντάριας Αλεξέγιεβνας∙ απ’ τις εφτά
άρχισε να γεμίζει κι η εκκλησία. Η Βέρα Λέμπεντεβα κι ο Κόλια φοβόνταν τρομερά για τον πρίγκιπα∙
είχαν ωστόσο πολλά να φροντίσουν∙ στο σπίτι δίνανε οδηγίες στα δωμάτια του πρίγκιπα, σχετικά με
την υποδοχή και τα κεράσματα. Εδώ που τα λέμε, μετά το στεφάνωμα δεν προβλεπόταν σχεδόν
κανένα γλέντι∙ εκτός απ’ τ’ απαραίτητα πρόσωπα που θα παίρνανε μέρος στη γαμήλια τελετή, ο
Λέμπεντεβ είχε καλέσει τους Πτίτσιν, το Γάνια, το γιατρό με το παράσημο της Αγίας Άννης στο λαιμό
και την Ντάρια Αλεξέγιεβνα. Όταν ο πρίγκιπας ρώτησε το Λέμπεντεβ τι του ‘ρθε και κάλεσε το
γιατρό, «που ήταν σχεδόν άγνωστος», ο Λέμπεντεβ απάντησε αυτάρεσκα: «Έχει το παράσημο στο
λαιμό, είναι ευυπόληπτος άνθρωπος, έτσι για φιγούρα» κι έκανε τον πρίγκιπα να γελάσει. Ο Κέλερ
κι ο Μπουρντόβσκη, με φράκα και γάντια, φαίνονταν πολύ ευπρεπείς∙ μονάχα που ο Κέλερ
ανησυχούσε ακόμα κάπως τον πρίγκιπα με κάποιες αυθόρμητες τάσεις του για καυγά καθώς

κοίταζε πολύ εχθρικά τους αργόσχολους που είχαν μαζευτεί γύρω απ’ το σπίτι. Τέλος, στις
εφτάμιση, ο πρίγκιπας μπήκε στην καρότσα και τράβηξε για την εκκλησία. Μια και το ‘φερε η
κουβέντα, θα παρατηρήσουμε εδώ πως ο πρίγκιπας δεν ήθελε να παραλείψει τίποτα απ’ τις
παραδεγμένες συνήθειες και τους τύπους∙ όλα γίνονταν δημοσία, θαρετά, ανοιχτά και «όπως
πρέπει». Στην εκκλησία, διασχίζοντας όπως‐όπως το πλήθος, ανάμεσα στ’ αδιάκοπα ψιθυρίσματα
και επιφωνήματα του κόσμου, κάτω απ’ την καθοδήγηση του Κέλερ, που ‘ριχνε δεξιά κι αριστερά
τρομερές ματιές, ο πρίγκιπας κρύφτηκε για την ώρα στο ιερό κι ο Κέλερ πήγε να φέρει τη νύφη∙ έξω
απ’ το σπίτι της Ντάριας Αλεξέγιεβνας βρήκε ένα πλήθος όχι μονάχα δυο και τρεις φορές πυκνότερο
από κείνο που ‘χε μαζευτεί έξω απ’ τη βίλα του πρίγκιπα, μα ίσως και τρεις φορές ζωηρότερο.
Ανεβαίνοντας στη βεράντα άκουσε κάτι δυνατά σχόλια που μόλις μπόρεσε να συγκρατηθεί κι ήταν
έτοιμος πια να γυρίσει στο κοινό με την πρόθεση να τους τα ψάλλει απ’ την καλή, μα ευτυχώς τον
σταμάτησε ο Μπουρντόβσκη κι η ίδια η Ντάρια Αλεξέγιεβνα που ‘χε βγει τρέχοντας έξω∙ τον
άρπαξαν και τον τράβηξαν με το ζόρι στο σπίτι. Ο Κέλερ ήταν νευριασμένος και βιαζόταν. Η
Ναστάσια Φιλίπποβνα σηκώθηκε, κοιτάχτηκε μιαν ακόμα φορά στον καθρέφτη, παρατήρησε μ’ ένα
«στραβό» χαμόγελο, όπως είπε αργότερα ο Κέλερ, πως είναι «χλομή σαν πεθαμένη», έκανε μ’
ευλάβεια μιαν υπόκλιση μπροστά στο εικόνισμα και βγήκε στη βεράντα. Ένα βουητό από φωνές
υποδέχτηκε την εμφάνισή της. Η αλήθεια είναι πως την πρώτη στιγμή ακούστηκαν γέλια,
χειροκροτήματα, ίσως και μερικά σφυρίγματα∙ αμέσως ύστερα, όμως ακούστηκαν κι άλλες φωνές:
— Τι ομορφιά!—φώναζαν απ’ το πλήθος.
— Δεν είναι μήτε η πρώτη μήτε η τελευταία!
— Το στεφάνι όλα τα σκεπάζει, χαζόμουτρα!
— Όχι, τέτοια καλλονή δεν τη βρίσκεις πουθενά. Ζήτω! —φώναζαν όσοι ήταν πιο κοντά.
— Πριγκίπισσα! Για μια τέτοια πριγκίπισσα θα πούλαγα την ψυχή μου! —φώναξε κάποιος γραφιάς.
—«Μια νύχτα χάρισέ μου —και σου δίνω τη ζωή μου!»
Η Ναστάσια Φιλίπποβνα παρουσιάστηκε πραγματικά χλομή, σαν πανί∙ όμως, τα μεγάλα μαύρα της
μάτια κοίταζαν αστραφτερά το πλήθος, σαν πυρωμένα κάρβουνα∙ αυτό ίσα‐ίσα το βλέμμα δεν το
άντεξε το πλήθος∙ η αγανάκτηση μεταβλήθηκε σε επευφημίες. Είχε ανοίξει πια η πόρτα της
καρότσας, ο Κέλερ είχε δώσει κιόλας στη νύφη το χέρι του, όταν ξαφνικά εκείνη έβγαλε μια φωνή
και όρμησε απ’ το χαγιάτι ίσα καταπάνω στο πλήθος. Όλοι όσοι τη συνοδεύανε μείνανε σύξυλοι απ’
την έκπληξη, το πλήθος παραμέρισε μπροστά της και σε πεντέξι βήματα απ’ το χαγιάτι φάνηκε
ξάφνου ο Ραγκόζιν. Αυτουνού το βλέμμα είχε ξεχωρίσει μες στον κόσμο η Ναστάσια Φιλίπποβνα.
Έφτασε τρέχοντας μπροστά του, σαν τρελή, και τον άρπαξε απ’ τα χέρια:
— Σώσε με! Πάρε με από δω! Όπου θέλεις∙ τώρα!
— Ο Ραγκόζιν την άρπαξε στα χέρια και την πήγε σχεδόν σηκωτή ως την καρότσα. Ύστερα, μέσα σ’
ένα δευτερόλεπτο, έβγαλε απ’ το πορτοφόλι του ένα εκατόρουβλο και το ‘δωσε στον αμαξά.
— Στο Σταθμό, κι αν προφτάσεις το τρένο, θα ‘χεις κι άλλο εκατόρουβλο!
Και πήδησε κι ο ίδιος στην καρότσα πίσω απ’ τη Ναστάσια Φιλίπποβνα κι έκλεισε την πόρτα. Ο
αμαξάς δε δίστασε ούτε στιγμή και χτύπησε τ’ άλογα. Ο Κέλερ τα ‘ριχνε αργότερα στην τύχη: «ένα
δευτερόλεπτο ακόμα και θα συνερχόμουνα, δε θα τ’ άφηνα να γίνει» εξηγούσε καθώς διηγόταν το
επεισόδιο. Είναι αλήθεια πως άρπαξε με το Μπουρντόβσκη ένα άλλο αμάξι που βρέθηκε εκεί και
πάσκισε να προφτάσει τους φυγάδες∙ στο δρόμο όμως το μετάνιωσε γιατί σκέφτηκε πως, «όπως και

να ‘ναι, είναι πια αργά! Δεν μπορείς να την κάνεις να γυρίσει με το ζόρι!»
— Μα ούτε κι ο πρίγκιπας θα το ‘θελε ποτέ! —είπε ο Μπουρντόβσκη που όλ’ αυτά τον είχαν
συγκλονίσει.
Ο Ραγκόζιν κι η Ναστάσια Φιλίπποβνα φτάσαν έγκαιρα στο Σταθμό. Βγαίνοντας απ’ την καρότσα, ο
Ραγκόζιν, καθώς ανέβαινε σχεδόν στο τρένο, πρόφτασε ακόμα να σταματήσει μια περαστική κοπέλα
που φορούσε μια παλιά, καθαρή ωστόσο μαντίλια κι ένα φουλάρι στο κεφάλι.
— Πενήντα ρούβλια για τη μαντίλια σας, —άπλωσε ξάφνου τα λεφτά στην κοπέλα. Πριν προφτάσει
εκείνη ν’ απορήσει, πριν προφτάσει να καταλάβει, εκείνος της είχε χώσει κιόλας στο χέρι το
πενηντάρουβλο, της έβγαλε τη μαντίλια και το φουλάρι και τα ‘ριξε στους ώμους και στο κεφάλι της
Ναστάσιας Φιλίπποβνας. Η υπερβολικά ακριβή της τουαλέτα χτυπούσε αμέσως στο μάτι, θα
προκαλούσε την προσοχή στο βαγόνι και μονάχα αργότερα κατάλαβε η κοπέλα γιατί αγόρασαν
τόσο ακριβά, τα παλιά της κουρέλια που δεν αξίζανε τίποτα.
Ο θόρυβος απ’ το περιστατικό έφτασε στην εκκλησία με καταπληκτική ταχύτητα. Όταν ο Κέλερ
διέσχιζε το πλήθος για να βρει τον πρίγκιπα, πολύς κόσμος, εντελώς άγνωστοί του, ορμούσαν
καταπάνω του να τον ρωτήσουν. Από παντού ακούγονταν δυνατές κουβέντες, όλοι κουνούσαν τα
κεφάλια τους, μερικοί γελάγανε∙ κανένας δεν έφευγε απ’ την εκκλησία, όλοι περίμεναν πώς θα
δεχτεί την είδηση ο γαμπρός. Αυτός χλόμιασε, δέχτηκε όμως την είδηση προφέροντας σιγά, τόσο
που μόλις ακούστηκε: «φοβόμουν∙ δε μου πέρασε ωστόσο ποτέ απ’ το νου πως θα γίνει κάτι
τέτοιο…» κι ύστερα, αφού σώπασε για λίγο, πρόστεσε: «εδώ που τα λέμε, στην κατάστασή της, δεν
είναι καθόλου παράξενο». Το τέτοιο σχόλιο, ακόμα κι ο ίδιος ο Κέλερ το χαρακτήρισε αργότερα
«φιλοσοφία άνευ προηγουμένου». Ο πρίγκιπας βγήκε απ’ την εκκλησία φαινομενικά ψύχραιμος κι
ατάραχος∙ έτσι τουλάχιστο φάνηκε σε πολλούς και το λέγαν αργότερα. Θα ‘λεγε κανείς πως
λαχταρούσε να φτάσει μιαν ώρα αρχύτερα σπίτι του και να μείνει μόνος∙ δεν του κάναν όμως αυτή
τη χάρη. Ήρθαν και μπήκαν το κατόπι του στο δωμάτιο μερικοί απ’ τους καλεσμένους—ανάμεσα
τους ήταν κι ο Πτίτσιν, ο Γαβρίλα Αρνταλιόνοβιτς κι ο γιατρός, που φαινόταν να μην το ‘χει ούτε
αυτός σκοπό να φύγει. Εκτός απ’ αυτό, όλο το σπίτι ήταν κυριολεκτικά πολιορκημένο απ’ τους
αργόσχολους. Απ’ τη βεράντα κιόλας άκουσε ο πρίγκιπας τον Κέλερ και το Λέμπεντεβ να ‘ρχονται
στα λόγια με μερικούς ολότελα άγνωστους ανθρώπους—με απόλυτα ευπρεπές παρουσιαστικό
ωστόσο—που θέλανε σώνει και καλά ν’ ανέβουν στη βεράντα. Ο πρίγκιπας πλησίασε αυτούς που
καυγαδίζανε, ρώτησε τι συμβαίνει και παραμερίζοντας ευγενικά το Λέμπεντεβ και τον Κέλερ, γύρισε
και μίλησε με πολλή λεπτότητα σ’ έναν ψαρομάλλη και γεροδεμένο κύριο που στεκόταν στα
σκαλοπάτια της βεράντας, επικεφαλής μερικών αυτοβούλως προσελθόντων, και τον κάλεσε να
καταδεχτεί να του κάνει την τιμή να τον επισκεφτεί. Ο κύριος σάστισε, ωστόσο μπήκε μέσα∙ τον
ακολούθησε δεύτερος, τρίτος. Απ’ όλο το πλήθος βρέθηκαν εφτά‐οχτώ που θέλησαν να του κάνουν
επίσκεψη και μπήκαν πασκίζοντας να δείξουν όσο μπορούσαν μεγαλύτερη άνεση στους τρόπους
τους. Άλλοι τέτοιοι πρόθυμοι δε βρέθηκαν ωστόσο και σε λίγο το πλήθος που έμεινε απ’ έξω, άρχισε
να κατηγορεί «εκείνους που φύτρωσαν εκεί που δεν τους σπείρανε». Όσους μπήκαν τους βάλανε να
κάτσουν, άρχισε η συζήτηση, τους σέρβιραν τσάι—όλ’ αυτά πολύ καθώς πρέπει, πολύ σεμνά,
πράγμα που ‘κανε τους επισκέπτες ν’ απορήσουν κάπως. Γίνανε φυσικά μερικές απόπειρες να δοθεί
εύθυμος τόνος στην κουβέντα και να τη γυρίσουν στο «προκείμενο»∙ γίνανε μερικές αδιάκριτες
ερωτήσεις, ακούστηκαν μερικές «τολμηρές» παρατηρήσεις. Ο πρίγκιπας απαντούσε σ’ όλους τόσο
απλά και καλοκάγαθα και ταυτόχρονα με τόση αξιοπρέπεια, με τόση εμπιστοσύνη στην ευπρέπεια
των επισκεπτών του που οι αδιάκριτες ερωτήσεις σταμάτησαν από μόνες τους. Λίγο‐λίγο η
συζήτηση άρχισε να γίνεται σχεδόν σοβαρή. Ένας κύριος αρπάχτηκε από μια φράση κι έκανε
ξάφνου όρκο, εξαιρετικά αγανακτισμένος, πως δε θα πουλήσει το κτήμα του, ό,τι κι αν γίνει∙ πως
απεναντίας, θα περιμένει και θα τα βολέψει και πως «η επιχείρηση είναι προτιμότερη απ’ το
χρήμα». «Ιδού, ευγενέστατε κύριε, εις τι συνίσταται το οικονομικόν μου σύστημα, έστω προς γνώσιν

σας». Όλ’ αυτά τα ‘λεγε στον πρίγκιπα, ο πρίγκιπας τον παίνεψε με θέρμη, παρ’ όλο που ο
Λέμπεντεβ του ψιθύριζε στ’ αυτί πως ο κύριος αυτός όχι κτήμα δεν είχε ποτέ του μα μήτε τσαντίρι.
Πέρασε ακόμα μια ώρα, ήπιαν το τσάι τους και μετά το τσάι οι επισκέπτες φιλοτιμήθηκαν επιτέλους
να φύγουν. Ο γιατρός κι ο ψαρομάλλης κύριος αποχαιρέτησαν θερμότατα τον πρίγκιπα∙ μα κι όλοι
οι άλλοι τον αποχαιρέτησαν με θέρμη και με θόρυβο. Ακούγονταν ευχές, «ό,τι επιθυμείτε», και «δεν
υπάρχει λόγος να στενοχωρείστε, μπορεί όλ’ αυτά να ‘ναι για το καλύτερο», και τα τέτοια. Είναι
αλήθεια πως μερικοί έκαναν την απόπειρα να ζητήσουν σαμπάνια, οι μεγαλύτεροι απ’ τους
επισκέπτες όμως επανέφεραν στην τάξη τους νεότερους. Όταν διαλύθηκαν όλοι, ο Κέλερ έσκυψε
στο Λέμπεντεβ και του ‘πε: «εγώ και συ θα βάζαμε τις φωνές, θα ‘ρχόμασταν στα χέρια, θα
εξευτελιζόμασταν, θα μπλέκαμε με την αστυνομία∙ ενώ αυτός, για δες, απόκτησε καινούργιους
φίλους και τι φίλους. Τους ξέρω!» Ο Λέμπεντεβ, που σχεδόν ήταν «εντάξει», αναστέναξε και
πρόφερε: «Ό,τι απέκρυψας από σοφών και συνετών, απεκάλυψας νηπίοις, το ‘λεγα και πριν για τον
πρίγκιπα, τώρα όμως θα προσθέσω πως και το ίδιο το νήπιο το φύλαξε ο Θεός, το ‘σωσε απ’ την
καταστροφή. Αυτός κι οι Άγιοι Αυτού.
Τέλος κατά τις δεκάμιση, τον πρίγκιπα τον άφησαν μόνο∙ είχε πονοκέφαλο∙ τελευταίος απ’ όλους
έφυγε ο Κόλια, που τον βοήθησε ν’ αλλάξει το γαμπριάτικο κοστούμι και να βάλει το σακάκι του
σπιτιού. Χωρίσανε θερμά. Ο Κόλια δεν έκανε λόγο για το επεισόδιο, υποσχέθηκε όμως να ‘ρθει
αύριο νωρίς. Αργότερα, έδωσε τη μαρτυρία πως ο πρίγκιπας δεν τον προειδοποίησε για τίποτα όταν
αποχαιρετήθηκαν για τελευταία φορά, πράγμα που σημαίνει πως έκρυβε κι απ’ αυτόν ακόμα τις
προθέσεις του. Σε λίγο, δεν έμεινε κανένας σχεδόν σ’ όλο το σπίτι: ο Μπουρντόβσκη έφυγε να πάει
στον Ιππόλυτο, ο Κέλερ κι ο Λέμπεντεβ ξεκίνησαν κι αυτοί για κάπου. Μονάχα η Βέρα Λέμπεντεβα
έμεινε για λίγο ακόμα στα δωμάτια τακτοποιώντας τα βιαστικά μετά τη «γιορτή». Φεύγοντας, έριξε
μια ματιά στον πρίγκιπα. Καθόταν μπροστά στο τραπέζι, έχοντας ακουμπισμένους τους αγκώνες του
και κρύβοντας το κεφάλι μέσα στα χέρια. Αυτή τον πλησίασε αθόρυβα και τον άγγιξε στον ώμο∙ ο
πρίγκιπας την κοίταξε, χωρίς να καταλαβαίνει τι τρέχει, ένα σχεδόν ολάκερο λεπτό, λες και
προσπαθούσε κάτι να θυμηθεί∙ όταν όμως θυμήθηκε και τα ξεκαθάρισε όλα, τον έπιασε ξάφνου
εξαιρετική ταραχή. Ωστόσο, η ταραχή του δεν είχε και μεγάλες συνέπειες, μονάχα που παρακάλεσε
θερμά τη Βέρα να χτυπήσει το δίχως άλλο την πόρτα του αύριο πρωί, σαν έρθει το πρώτο τρένο, των
εφτά. Η Βέρα τού το υποσχέθηκε∙ ο πρίγκιπας άρχισε να την παρακαλάει με θέρμη να μην το πει σε
κανέναν∙ του το υποσχέθηκε κι αυτό, και τέλος, όταν πια είχε ανοίξει την πόρτα για να φύγει, ο
πρίγκιπας την ξανασταμάτησε για τρίτη φορά, την πήρε απ’ τα χέρια, τα φίλησε, ύστερα τη φίλησε
στο μέτωπο και μ’ ένα «παράξενο» ύφος της είπε: «ες αύριον!». Έτσι τουλάχιστο τα διηγήθηκε
αργότερα η Βέρα. Έφυγε πολύ τρομαγμένη για λογαριασμό του. Το πρωί, πήρε αρκετό κουράγιο
όταν, κατά τις εφτά, χτύπησε όπως είχαν συμφωνήσει την πόρτα του και του είπε πως το τρένο θα
ξεκινήσει για την Πετρούπολη σ’ ένα τέταρτο∙ της φάνηκε πως της άνοιξε εντελώς ατάραχος—
χαμογελούσε μάλιστα. Είχε κοιμηθεί ντυμένος σχεδόν. Είπε πως μπορεί να ξαναγύριζε σήμερα
κιόλας. Έβγαινε λοιπόν το συμπέρασμα πως μονάχα σ’ αυτήν το βρήκε δυνατό κι αναγκαίο να το πει
εκείνη τη στιγμή πως φεύγει για την Πετρούπολη.

XI
ΣΕ ΜΙΑΝ ΩΡΑ βρισκόταν κιόλας στην πολιτεία και κατά τις εννιά χτυπούσε το κουδούνι του Ραγκόζιν. Είχε μπει απ’ την κύρια είσοδο κι αργούσαν πολύ να του ανοίξουν. Τέλος, άνοιξε η απέναντι πόρτα, στο διαμέρισμα που έμενε η γριούλα Ραγκόζινα και φάνηκε η γερασμένη και καθαροντυμένη υπηρέτρια.
— Ο Παρφιόν Σεμιόνοβιτς δεν είναι σπίτι,—είπε απ’ την πόρτα. —Ποιον ζητάτε;
— Τον Παρφιόν Σεμιόνοβιτς.
— Λείπει.
Η υπηρέτρια κοίταξε από πάνω ως κάτω τον πρίγκιπα μ’ άγρια περιέργεια.
— Πέστε μου τουλάχιστον, κοιμήθηκε τη νύχτα σπίτι; Και… μόνος του γύρισε χτες;
Η υπηρέτρια εξακολουθούσε να κοιτάζει, δεν απαντούσε όμως.
— Μήπως ήταν μαζί του χτες, εδώ… το βράδυ… η Ναστάσια Φιλίπποβνα;
— Επιτρέψτε μου όμως να σας ρωτήσω, ποιος είστε του λόγου σας;
— Πρίγκηψ Λέων Νικολάγιεβιτς Μίσκιν, είμαστε πολύ γνωστοί.
— Λείπει.
Η υπηρέτρια χαμήλωσε τα μάτια.
— Κι η Ναστάσια Φιλίπποβνα;
— Δεν ξέρω τίποτα απ’ αυτά.
— Σταθείτε, σταθείτε! Πότε λοιπόν θα γυρίσει;
— Μήτε κι αυτό το ξέρω.
Η πόρτα έκλεισε.
Ο πρίγκιπας αποφάσισε να περάσει σε μιαν ώρα. Ρίχνοντας μια ματιά στην αυλή, συνάντησε το θυρωρό.
— Ο Παρφιόν Σεμιόνοβιτς είναι σπίτι;
— Σπίτι.
— Πώς μου είπαν λοιπόν τώρα μόλις πως λείπει;
— Σ’ εκεινού σας το ‘πανε;
— Όχι, η υπηρέτρια της μητέρας του. Χτύπησα στου Παρφιόν Σεμιόνιτς, δε μ’ άνοιξε όμως κανένας.
— Μπορεί και να βγήκε,—συμπέρανε ο θυρωρός.—Δε λέει τίποτα, βλέπεις, σα βγαίνει. Κι άλλες φορές παίρνει και το κλειδί μαζί του και το διαμέρισμα μένει δυο και τρεις μέρες κλειδωμένο.
— Το ξέρεις θετικά πως ήταν σπίτι χτες;
— Ήταν. Είναι φορές που μπαίνει απ’ την κύρια είσοδο και μήτε που τον βλέπεις.
— Μήπως ήταν μαζί του χτες η Ναστάσια Φιλίπποβνα;
— Αυτό δεν το ξέρω. Δε μας έρχεται συχνά∙ θα το ‘ξερα αν είχε κοπιάσει.
Ο πρίγκιπας βγήκε και περπατούσε αρκετή ώρα στο πεζοδρόμιο συλλογισμένος. Τα παράθυρα του
Ραγκόζιν ήταν όλα κλειστά∙ τα παράθυρα του διαμερίσματος όπου έμενε η μητέρα του ήταν σχεδόν
όλα ανοικτά∙ η μέρα ήταν διάφανη ζεστή∙ ο πρίγκιπας πέρασε στο απέναντι πεζοδρόμιο και σταμάτησε να κοιτάξει ακόμα μια φορά τα παράθυρα∙ όχι μονάχα ήταν κλειστά μα σχεδόν παντού
ήταν κατεβασμένα τ’ άσπρα στορ.
Στάθηκε κάνα λεπτό και—παράξενο—του φάνηκε ξάφνου πως η άκρη μιας κουρτίνας ανασηκώθηκε
και φάνηκε το πρόσωπο του Ραγκόζιν, φάνηκε κι εξαφανίστηκε την ίδια στιγμή. Περίμενε ακόμα λίγο και τ’ αποφάσισε να πάει να ξαναχτυπήσει το κουδούνι, το μετάνιωσε όμως και το ανέβαλε γι’αργότερα: «Ποιος ξέρει, μπορεί να ‘ταν φαντασία μου μονάχα…»
Το κυριότερο, βιαζόταν τώρα να πάει στο Ισμάιλοβσκι Πολκ, στην κατοικία όπου έμενε πριν λίγες μέρες η Ναστάσια Φιλίπποβνα. Του ήταν γνωστό πως αυτή, όταν έφυγε δω και τρεις βδομάδες απ’
το Παυλόβσκ ύστερα από δική του παράκληση, πήγε κι εγκαταστάθηκε στο Ισμάιλοβσκι Πολκ, σε μια παλιά καλή γνωστή της, χήρα δασκάλου, μιαν αξιοσέβαστη κυρία που ‘χε οικογένεια και νοίκιαζε ένα καλοεπιπλωμένο διαμέρισμα και το νοίκι εκείνο ήταν σχεδόν το μόνο της έσοδο. Το πιθανότερο απ’ όλα είναι πως όταν η Ναστάσια Φιλίπποβνα ξαναγύρισε στο Παυλόβσκ, δεν ξενοίκιασε το διαμέρισμα ή τουλάχιστο είναι πιθανότατο να πέρασε τώρα τη νύχτα σε κείνο το διαμέρισμα, όπου θα την είχε φέρει βέβαια χτες βράδυ ο Ραγκόζιν. Ο πρίγκιπας πήρε εν’ αμάξι. Στο δρόμο τού πέρασε η σκέψη πως από δω θα ‘πρεπε να ‘χε αρχίσει γιατί ήταν απίθανο να πήγε νύχτα κατευθείαν στου Ραγκόζιν θυμήθηκε και τα λόγια του θυρωρού που του ‘χε πει πως η Ναστάσια Φιλίπποβνα «δε μας έρχεται συχνά». Αφού λοιπόν και πρώτα δεν ερχόταν συχνά, ποιος ο λόγος να μείνει τώρα στου Ραγκόζιν; Δίνοντας κουράγιο στον εαυτό του μ’ αυτές τις παρηγοριές, ο πρίγκιπας έφτασε τέλος στο Ισμάιλοβσκι Πολκ με την ψυχή πιασμένη απ’ την αγωνία.
Για μεγάλη του έκπληξη, στο σπίτι της χήρας του δάσκαλου όχι μονάχα δεν είχαν ακούσει τίποτα για
τη Ναστάσια Φιλίπποβνα μήτε χτες μήτε σήμερα, μα όλοι μαζεύτηκαν γύρω του και τον κοίταζαν σα
φαινόμενο. Όλη η πολυμελής οικογένεια της δασκάλας—ένα τσούρμο παιδιά, κοριτσάκια κι
αγοράκια, από εφτά ως δεκαπέντε, με διαφορά ενός χρόνου το ‘να απ’ το άλλο—βγήκαν ξοπίσω απ’
τη μάνα τους και τον τριγύρισαν, κοιτάζοντάς τον με το στόμα ανοικτό. Βγήκε κι η κοκαλιάρα,κίτρινη θειά τους, που φορούσε ένα μαύρο μαντίλι στο κεφάλι και τέλος παρουσιάστηκε κι η γιαγιά της οικογένειας, μια γριούλα με γυαλιά.
Η δασκάλα τον παρακάλεσε να μπει μέσα και να κάτσει∙ ο πρίγκιπας δέχτηκε. Κατάλαβε αμέσως πως ξέρουν πολύ καλά ποιος είναι, ξέρουν πως χτες ήταν να γίνει ο γάμος του και πεθαίνουν απ’ την επιθυμία να τον ρωτήσουν τόσο για το γάμο όσο και για τούτο το θαύμα, που έρχεται τώρα αυτός και τους ρωτάει για μια γυναίκα που θα ‘πρεπε τούτη τη στιγμή να βρίσκεται το δίχως άλλο μαζί του στο Παυλόβσκ—πεθαίνουν απ’ τη λαχτάρα τους να τα μάθουν όλ’ αυτά, δε λένε όμως τίποτα από
λεπτότητα. Ο πρίγκιπας ικανοποίησε με λίγα λόγια την περιέργειά τους σχετικά με το γάμο. Άρχισαν
οι εκπλήξεις, τα αχ και τα ξεφωνητά, τόσο που αναγκάστηκε να τους διηγηθεί κι όλα τα υπόλοιπα
σχεδόν, σε γενικές γραμμές εννοείται. Τέλος, το κογκλάβιο των πάνσοφων και ταραγμένων κυριών
αποφάσισε πως θα πρέπει το δίχως άλλο και πρώτα‐πρώτα να πάει να χτυπήσει ξανά στου Ραγκόζιν
ώσπου να του ανοίξει, και να πάρει απ’ αυτόν θετικές πληροφορίες για όλα. Κι αν δεν είναι σπίτι
(πράγμα που πρέπει να το μάθει θετικά), ή αν δε θελήσει να του πει τίποτα, τότε να πάει στο Σεμιόνοβσκι Πολκ, σε μια Γερμανίδα κυρία, γνωστή της Ναστάσιας Φιλίπποβνας, που μένει εκεί με τη μητέρα της∙ μπορεί η Ναστάσια Φιλίπποβνα μέσα στην ταραχή της και θέλοντας να κρυφτεί, να πέρασε τη νύχτα της εκεί. Ο πρίγκιπας σηκώθηκε ολότελα συντριμμένος∙ οι κυρίες λέγανε αργότερα
πως «χλόμιασε τρομερά». Πραγματικά, μόλις που τον βαστούσαν τα πόδια του. Τέλος, μες απ’ τα
φοβερά ξεφωνητά τους, ο πρίγκιπας ξεχώρισε πως προσπαθούν να τον πείσουν να ενεργήσουν από
κοινού και τον ρωτούσαν ποια είναι η διεύθυνσή του εδώ στην πολιτεία. Ο πρίγκιπας δεν είχε να
τους δώσει καμιά διεύθυνση. Τον συμβουλέψανε να μείνει σε κανένα ξενοδοχείο. Ο πρίγκιπας σκέφτηκε λίγο και τους έδωσε τη διεύθυνση του ξενοδοχείου όπου είχε μείνει πριν πάει στο Παυλόβσκ—εκεί που πριν πέντε βδομάδες τον είχε βρει η κρίση της επιληψίας. Ύστερα ξεκίνησε να ξαναπάει στου Ραγκόζιν. Αυτή τη φορά, όχι μονάχα δεν του άνοιξαν στου Ραγκόζιν, μα δεν άνοιξε ούτε η πόρτα στο διαμέρισμα της γριούλας. Ο πρίγκιπας κατέβηκε στην αυλή και με χίλια βάσανα βρήκε το θυρωρό. Ο θυρωρός ήταν με κάτι απασχολημένος κι απαντούσε πολύ ανόρεκτα, ούτε που
τον κοίταξε σχεδόν, του είπε ωστόσο θετικά πως ο Παρφιόν Σεμιόνιτς «βγήκε πρωί‐πρωί να πάει στο
Παυλόβσκ και δε θα ξαναγυρίσει σήμερα σπίτι».
— Θα περιμένω∙ μήπως θα ‘ρθει το βράδυ;
— Μπορεί όμως να κάνει και μια βδομάδα, ποιος τον ξέρει.
— Ώστε λοιπόν κοιμήθηκε εδώ απόψε;
— Όσο για να κοιμήθηκε, κοιμήθηκε…
Όλ’ αυτά ήταν ύποπτα κι όχι καθαρά πράγματα. Δεν αποκλείεται καθόλου, ο θυρωρός να ‘χε πάρει
στο μεταξύ καινούργιες οδηγίες: πριν από λίγο ήταν φλύαρος και τώρα έπρεπε να του βγάζεις τα
λόγια με το τσιγκέλι. Ο πρίγκιπας όμως πήρε την απόφαση να ξαναπεράσει σε κάνα δυο ώρες και να
παραφυλάξει μάλιστα έξω απ’ το σπίτι, αν χρειαστεί∙ τώρα όμως έμενε ακόμα μια ελπίδα να ‘ταν
στης Γερμανίδας, κι ο πρίγκιπας μπήκε σ’ ένα αμάξι και τράβηξε γρήγορα για το Σεμιόνοβσκι Πολκ.
Στης Γερμανίδας όμως, ούτε τον κατάλαβαν καν. Από κάτι λόγια που της ξέφυγαν, ο πρίγκιπας μπόρεσε να μαντέψει πως η όμορφη Γερμανίδα τα ‘χε χαλάσει εδώ και δυο βδομάδες με τη Ναστάσια Φιλίπποβνα, έτσι που όλες αυτές τις μέρες δεν είχε ακούσει τίποτα γι’ αυτήν κι έβαζε τώρα τα δυνατά της να του δώσει να καταλάβει πως δεν την ενδιαφέρει τίποτα: «Κι ας παντρεύτηκε όλους τους πρίγκιπες του κόσμου». Ο πρίγκιπας βιάστηκε να φύγει. Ανάμεσα στ’ άλλα του πέρασε η σκέψη πως η Ναστάσια Φιλίπποβνα μπορεί να ‘χε φύγει, όπως και τότε, για τη Μόσχα, κι ο Ραγκόζιν, εννοείται, θα την είχε πάρει από πίσω, ή μπορεί να ‘φυγε και μαζί της. «Να ‘βρισκα τουλάχιστον τίποτα ίχνη!» Θυμήθηκε ωστόσο πως πρέπει να μείνει στο ξενοδοχείο και βιάστηκε να πάει στη Λιτέιναγια∙ εκεί του δώσανε αμέσως ένα δωμάτιο. Ο υπηρέτης τον ρώτησε μήπως θέλει να τσιμπήσει τίποτα∙ μες στην αφηρημάδα του απάντησε πως θέλει, σαν καταλαβε όμως τι τρέχει,θύμωσε τρομερά με τον εαυτό του που το πρόγευμα τον καθυστέρησε άδικα μισή ώρα και μονάχα
αργότερα σκέφτηκε πως τίποτα δεν τον υποχρέωνε να κάτσει και να φάει το πρόγευμα που του σερβίρανε. Μια παράξενη αίσθηση τον είχε κυριέψει μέσα σε κείνο το μισοσκότεινο και πνιγερό διάδρομο, μια αίσθηση που πάσκιζε βασανιστικά να γίνει κάποια σκέψη∙ του ήταν αδύνατο όμως να καταλάβει ποια ήταν αυτή η καινούργια σκέψη που πήγαινε να του φορτωθεί. Βγήκε τέλος σα χαμένος απ’ το ξενοδοχείο∙ το κεφάλι του γύριζε∙ όμως—πού να πάει ωστόσο; Έτρεξε πάλι στου Ραγκόζιν.
Ο Ραγκόζιν δεν είχε γυρίσει∙ όσο κι αν χτύπησε το κουδούνι, δεν του άνοιξαν∙ χτύπησε στης γριούλας Ραγκόζινας∙ του άνοιξαν και του είπαν και κει πως ο Παρφιόν Σεμιόνοβιτς λείπει και θα κάνει ίσως τρεις μέρες να γυρίσει. Μα εκείνο που έβαζε σε υπόνοιες τον πρίγκιπα ήταν το γεγονός ότι τον κοίταζαν όπως και πριν—με κείνη την άγρια περιέργεια. Το θυρωρό τούτη τη φορά δεν τον βρήκε καθόλου. Βγήκε όπως και πριν στ’ απέναντι πεζοδρόμιο, κοίταζε τα παράθυρα κι έκοβε βόλτες μες στη βασανιστική ζέστη μισή ώρα, ίσως και περισσότερο. Τούτη τη φορά δε σάλεψε τίποτα∙ τα παράθυρα μένανε κλειστά, τ’ άσπρα στορ ασάλευτα. Το πίστεψε πια τελειωτικά πως και την πρώτη φορά ήταν μονάχα φαντασία του∙ σκέφτηκε πως τα παράθυρα ήταν τόσο θαμπά κι είχαν
τόσον καιρό να πλυθούν τα τζάμια που θα ‘ταν δύσκολο να τον διακρίνεις έστω κι αν κοίταζε κανένας στ’ αλήθεια από μέσα. Χάρηκε μ’ αυτή τη σκέψη και ξαναπήρε έν’ αμάξι για να πάει στο Ισμάιλοβσκι Πολκ, στης δασκάλας.
Εκεί τον περίμεναν. Η δασκάλα είχε προφτάσει και πήγε σε τρία‐τέσσερα μέρη, πέρασε μάλιστα κι
απ’ του Ραγκόζιν: ούτε φωνή, ούτε ακρόαση. Ο πρίγκιπας την άκουσε σιωπηλός, μπήκε στο
δωμάτιο, κάθισε στον καναπέ κι άρχισε να τους κοιτάζει όλους, σα να μην καταλάβαινε τι του λένε.
Παράξενο: μια ήταν τρομερά παρατηρητικός, μια γινόταν ξάφνου απίθανα αφηρημένος. Όλη η
οικογένεια έλεγε αργότερα πως ήταν «ν’ απορείς» πόσο παράξενος ήταν αυτός ο άνθρωπος κείνη τη
μέρα, έτσι που «ίσως απ’ τα τότε κιόλας να ‘χαν αρχίσει οι πρώτες εκδηλώσεις»∙ Τέλος, σηκώθηκε
και τις παρακάλεσε να του δείξουν τα δωμάτια της Ναστάσιας Φιλίπποβνας. Ήταν δυο μεγάλα,φωτεινά, ψηλοτάβανα δωμάτια, πολύ καλά επιπλωμένα, και το νοίκι τους δεν ήταν και τόσο φτηνό.
Όλες αυτές οι κυρίες λέγαν αργότερα πως ο πρίγκιπας περιεργάστηκε στα δωμάτια όλα τα
μικροπράγματα, είδε σ’ ένα τραπεζάκι ένα ανοικτό βιβλίο που το ‘χαν δανειστεί απ’ τη Βιβλιοθήκη,
το γαλλικό μυθιστόρημα Μαντάμ Μποβαρύ, τσάκισε τη σελίδα όπου ήταν ανοικτό το βιβλίο, ζήτησε
την άδεια να το πάρει μαζί του και χωρίς ν’ ακούσει την αντίρρηση πως ήταν της Βιβλιοθήκης, το
‘βαλε στην τσέπη του. Έκατσε δίπλα στ’ ανοικτό παράθυρο και, βλέποντας ένα τραπεζάκι για χαρτιά,
γεμάτο νούμερα γραμμένα με κιμωλία, ρώτησε: «ποιος έπαιζε;», του είπαν πως έπαιζε η Ναστάσια
Φιλίπποβνα κάθε βράδυ με το Ραγκόζιν, «τρελό», πρέφα, «μυλωνάδες», ουΐστ, κούπες, όλα τα
παιχνίδια, και πως είχαν αρχίσει να παίζουν μονάχα τον τελευταίο καιρό, όταν γύρισαν απ’ το
Παυλόβσκ στην Πετρούπολη, γιατί η Ναστάσια Φιλίπποβνα παραπονιόταν αδιάκοπα πως πλήττει
και πως ο Ραγκόζιν κάθεται βραδιές ολάκερες σωπαίνοντας και δεν ξέρει να της πει τίποτα και συχνά έκλαιγε∙ και ξαφνικά, ένα βράδυ, ο Ραγκόζιν βγάζει απ’ τη τσέπη του μια τράπουλα∙ τότε η Ναστάσια Φιλίπποβνα γέλασε κι άρχισαν να παίζουν. Ο πρίγκιπας ρώτησε: «πού είναι τα χαρτιά που παίζανε;» Τα χαρτιά όμως δε βρέθηκαν. Τα χαρτιά τα ‘φερνε ο ίδιος ο Ραγκόζιν στην τσέπη του,κάθε μέρα κι από μια καινούργια τράπουλα, κι ύστερα την έπαιρνε μαζί του.
Οι κυρίες τον συμβούλεψαν να πάει άλλη μια φορά στου Ραγκόζιν και να ξαναχτυπήσει—δυνατά,
πολύ δυνατά,—όχι τώρα όμως, μα κατά το βραδάκι: «μπορεί να τον πετύχετε». Η δασκάλα,
προσφέρθηκε από μόνη της να πάει πριν σκοτεινιάσει στο Παυλόβσκ, στης Ντάριας Αλεξέγιεβνας
και να ρωτήσει μην ξέρουν τίποτα εκεί. Παρακάλεσαν τον πρίγκιπα να ξαναπεράσει κατά τις δέκα το
βράδυ, το δίχως άλλο, για να συνεννοηθούν τι θα κάνουν αύριο. Παρ’ όλα τα παρήγορα λόγια τους,
παρ’ όλες τις προσπάθειές τους να του δώσουν ελπίδες, ο πρίγκιπας ήταν ολότελα απελπισμένος. Σε
μια κατάσταση απερίγραπτης θλίψης έφτασε ως το ξενοδοχείο του. Η καλοκαιριάτικη, σκονισμένη
πνιγερή Πετρούπολη, τον σύνθλιβε σα μέγγενη∙ σκουντιόταν μέσα στο βλοσυρό και μεθυσμένο
πλήθος, κοίταζε άσκοπα τα πρόσωπα, έκανε ίσως πολύ περισσότερο δρόμο απ’ ό,τι χρειαζόταν∙ είχε
σχεδόν βραδιάσει όταν μπήκε στο δωμάτιό του. Είχε αποφασίσει να ξεκουραστεί λιγάκι κι ύστερα
να ξαναπάει στου Ραγκόζιν, όπως τον είχαν συμβουλέψει. Έκατσε στο ντιβάνι, ακούμπησε τους αγκώνες του στο τραπέζι κι έπεσε σε συλλογή.
Ένας Θεός ξέρει πόσην ώρα σκεφτόταν και τι. Ήταν πολλά εκείνα που φοβόταν και πονούσε και βασανιζόταν νιώθοντας πως τα φοβάται τρομερά. Θυμήθηκε τη Βέρα Λέμπεντεβα ύστερα του πέρασε η σκέψη πως ίσως ο Λέμπεντεβ κάτι να ξέρει απ’ όλη αυτή την υπόθεση κι αν δεν ξέρει, θα μπορούσε να μάθει πιο γρήγορα και πιο εύκολα απ’ αυτόν. Ύστερα θυμήθηκε τον Ιππόλυτο,θυμήθηκε πως ο Ραγκόζιν, είχε πάει στο σπίτι του Ιππόλυτου. Ύστερα θυμήθηκε τον ίδιο τον Ραγκόζιν. Πριν λίγες μέρες στη νεκρώσιμη ακολουθία, ύστερα στο πάρκο, ύστερα ξαφνικά εδώ πέρα, στο διάδρομο, όταν κρύφτηκε, τότε στη γωνιά και τον περίμενε με το μαχαίρι. Θυμήθηκε τώρα τα μάτια του, κείνα τα μάτια που τον κοίταζαν τότε στο σκοτάδι. Ανατρίχιασε: η σκέψη που πήγαινε από ώρα να του φορτωθεί, του καρφώθηκε ξάφνου στο κεφάλι.
Η σκέψη αυτή ήταν πως αν ο Ραγκόζιν βρίσκεται στην Πετρούπολη, τότε, έστω κι αν κρύβεται για
την ώρα, τέλος θα καταλήξει το δίχως άλλο να ‘ρθει σ’ αυτόν, τον πρίγκιπα, με καλό ή κακό σκοπό,
έστω σαν και τότε. Όπως και να ‘ναι, αν για οποιονδήποτε λόγο του γινόταν απαραίτητο του Ραγκόζιν να πάει να τον βρει, τότε δε θα ‘χε που αλλού να πάει εξόν απ’ αυτόν εδώ το διάδρομο.
Άλλη διεύθυνση δεν ξέρει∙ ώστε λοιπόν, μπορεί κάλλιστα να υποθέσει πως ο πρίγκιπας έχει καταλύσει στο ίδιο ξενοδοχείο∙ αν όχι τίποτ’ άλλο, θα δοκιμάσει να τον βρει εδώ… αν του γίνει πολύ απαραίτητος. Και, ποιος ξέρει, μπορεί και να του γίνει!
Έτσι σκεφτόταν κι η σκέψη αυτή του φαινόταν για κάποιο λόγο πολύ πιθανή. Με κανέναν τρόπο δε
θα μπορούσε ν’ απαντήσει στον εαυτό του, αν άρχιζε να εμβαθύνει σε τούτη τη σκέψη: «γιατί λόγου
χάρη να γίνει έτσι ξαφνικά τόσο απαραίτητος για το Ραγκόζιν και γιατί έφτασε να το θεωρεί αδύνατο να μη συναντηθούν τέλος;» Η σκέψη όμως τον βάραινε: «αν είναι χαρούμενος, δε θα ‘ρθει,—εξακολουθούσε να σκέφτεται ο πρίγκιπας. Θα ‘ρθει μάλλον αν είναι στεναχωρημένος∙ και σίγουρα είναι στεναχωρημένος»…
Φυσικά, έχοντας αυτή την πεποίθηση, το σωστό θα ‘ταν να περιμένει τον Ραγκόζιν σπίτι του,δηλαδή στο ξενοδοχείο∙ ο πρίγκιπας όμως σάμπως να μην μπορούσε να την αντέξει αυτή την καινούργια του σκέψη∙ πετάχτηκε απάνω, άρπαξε το καπέλο του και βγήκε τρέχοντας. Στο διάδρομο ήταν σχεδόν εντελώς σκοτεινά: «τι θα γίνει, αν βγει ξαφνικά από κείνη τη γωνιά και με σταματήσει στη σκάλα;»,—του πέρασε η σκέψη καθώς πλησίαζε στο γνωστό μέρος. Κανένας δε βγήκε όμως.
Κατέβηκε στη θολωτή είσοδο, βγήκε στο πεζοδρόμιο, απόρησε με το πυκνό πλήθος των ανθρώπων
που ξεχύθηκαν με το ηλιοβασίλεμα στους δρόμους (όπως συμβαίνει πάντα στην Πετρούπολη το
καλοκαίρι) και τράβηξε κατά την οδό Γκαρόχοβαγια. Σε πενήντα βήματα απόσταση απ’ το
ξενοδοχείο, στο πρώτο σταυροδρόμι, μες στο πλήθος, κάποιος τον άγγιξε ξάφνου στον αγκώνα και
πρόφερε με μισή φωνή σχεδόν στ’ αυτί του:
— Λέων Νικολάγιεβιτς, έλα μαζί μου, είναι ανάγκη.
Ήταν ο Ραγκόζιν.
Παράξενο: ο πρίγκιπας άρχισε ξάφνου απ’ τη χαρά του να του λέει, τόσο βιαστικά που σχεδόν τις
έτρωγε τις μισές λέξεις, πως τον περίμενε τώρα μόλις στο διάδρομο, στο ξενοδοχείο.
— Εκεί ήμουνα—απάντησε αναπάντεχα ο Ραγκόζιν.—Πάμε.
Ο πρίγκιπας απόρησε με την απάντηση, απόρησε, όμως σαν πέρασαν κιόλας δυο λεπτά και την αναλογίστηκε. Μόλις αναλογίστηκε την απάντηση, τρόμαξε κι άρχισε να κοιτάζει εξεταστικά το Ραγκόζιν. Αυτός προχωρούσε κιόλας μισό βήμα σχεδόν μπροστά, κοιτάζοντας ίσα μπροστά του και μη ρίχνοντας ούτ’ ένα βλέμμα στους περαστικούς, παραμερίζοντας μπροστά σ’ όλους με μια μηχανική προσοχή.
— Γιατί λοιπόν δε με ζήτησες στο δωμάτιό μου… μια κι ήσουνα στο ξενοδοχείο;—ρώτησε ξάφνου ο
πρίγκιπας.
Ο Ραγκόζιν, σταμάτησε, τον κοίταξε, σκέφτηκε για λίγο και, σα να μην κατάλαβε καθόλου την ερώτηση, είπε:—Κοίτα, Λέων Νικολάγιεβιτς, εσύ από δω, κατευθείαν, ως το σπίτι, ξέρεις. Και γω πάω από απέναντι. Και κοίτα, μαζί…
Σαν τα είπε αυτά, διέσχισε το δρόμο, ανέβηκε στο απέναντι πεζοδρόμιο, έριξε πίσω του μια ματιά
να δει αν προχωράει ο πρίγκιπας και, βλέποντας πως εκείνος στέκεται και τον κοιτάζει με γουρλωμένα μάτια, του έδειξε με το χέρι κατά την Γκαρόχοβαγια και ξεκίνησε, κοιτάζοντας κάθε λίγο και λιγάκι τον πρίγκιπα και κάνοντάς του νόημα να τον ακολουθήσει. Ήταν φανερό πως πήρε κουράγιο σαν είδε πως ο πρίγκιπας τον κατάλαβε και δεν πέρασε στο δικό του πεζοδρόμιο. Του πρίγκιπα του πέρασε η σκέψη πως ο Ραγκόζιν κάποιον ψάχνει να βρει, κάποιον που δεν πρέπει να διασταυρωθεί μαζί του, χωρίς να τον δει και γι’ αυτό πέρασε στο άλλο πεζοδρόμιο. «Μονάχα γιατί δεν μου είπε ποιον πρέπει να προσέξω;». Προχώρησαν έτσι κάπου πεντακόσια βήματα και ξάφνου ο πρίγκιπας, χωρίς να ξέρει γιατί, άρχισε να τρέμει∙ ο Ραγκόζιν, μόλο που γύριζε τώρα πιο σπάνια,εξακολουθούσε ωστόσο να τον κοιτάζει πού και πού∙ ο πρίγκιπας δεν κρατήθηκε και του ‘κανε νόημα με το χέρι. Ο Ραγκόζιν πέρασε αμέσως το δρόμο και τον πλησίασε.
— Μα είναι σπίτι σου λοιπόν η Ναστάσια Φιλίπποβνα;
— Σπίτι μου.
— Και πριν, εσύ ήσουνα που με κοίταζες απ’ το παράθυρο, πίσω από την κουρτίνα;
— Εγώ…
— Μα πώς λοιπόν
Ο πρίγκιπας όμως δεν ήξερε τι άλλο να τον ρωτήσει και πώς να τελειώσει την ερώτηση∙ επιπλέον, η
καρδιά του χτυπούσε τόσο δυνατά που δυσκολευόταν να μιλήσει. Ο Ραγκόζιν δεν έβγαζε και κείνος
λέξη και τον κοίταζε όπως και πριν, δηλαδή λες και κάτι συλλογιζόταν.
— Λοιπόν, πηγαίνω,—είπε ξαφνικά κι ετοιμάστηκε να ξανα περάσει απέναντι.—Και συ το δρόμο σου. Καθένας χώρια στο δρόμο… πιο καλά έτσι… σε διαφορετικά πεζοδρόμια… θα δεις.
Όταν στρίψανε τέλος από διαφορετικά πεζοδρόμια στην Γκαρόχοβαγια κι άρχισαν να πλησιάζουν στο σπίτι του Ραγκόζιν, τα γόνατα του πρίγκιπα ξανάρχισαν και πάλι να λυγίζουν, τόσο που δυσκολευόταν σχεδόν να περπατήσει θα κόντευε πια δέκα η ώρα το βράδυ. Τα παράθυρα στο διαμέρισμα της γριούλας ήταν όπως και πριν ανοιχτά, του Ραγκόζιν κλειστά, και μέσα στο σούρουπο λες και διακρίνονταν ακόμα καθαρότερα τ’ άσπρα, κατεβασμένα τους στόρια. Ο πρίγκιπας πλησίασε στο σπίτι απ’ το απέναντι πεζοδρόμιο. Ο Ραγκόζιν, απ’ το δικό του πεζοδρόμιο, ανέβηκε στο πρώτο σκαλοπάτι της εισόδου και του ‘κανε νόημα με το χέρι. Ο πρίγκιπας πέρασε το δρόμο και τον πλησίασε.
— Μήτε ο θυρωρός δεν ξέρει πως γύρισα σπίτι. Είπα πως πάω στο Παυλόβσκ, το ίδιο είπα και στης
μητερούλας,—ψιθύρισε μ’ ένα πονηρό και σχεδόν ευχαριστημένο χαμόγελο. Θα μπούμε και δε θα
μας ακούσει κανείς.
Στο χέρι του κρατούσε κιόλας το κλειδί. Ανεβαίνοντας τις σκάλες, γύρισε και φοβέρισε τον πρίγκιπα
με το δάχτυλο να κάνει σιγότερα, άνοιξε αθόρυβα την πόρτα στο διαμέρισμά του, έμπασε τον πρίγκιπα, πέρασε προσεκτικά ξοπίσω του, κλείδωσε την πόρτα κι έβαλε το κλειδί στην τσέπη.
— Πάμε,—είπε ψιθυριστά.
Απ’ το πεζοδρόμιο κιόλας, στην οδό Λιτέιναγια είχε αρχίσει και μιλούσε ψιθυριστά. Παρ’ όλη την εξωτερική του αταραξία, βρισκόταν σε κάποια βαθιά εσωτερική ταραχή. Όταν μπήκαν στη σάλα, —ένα δωμάτιο πιο δω απ’ το γραφείο—ο Ραγκόζιν πήγε κοντά στο παράθυρο και με ύφος όλο μυστήριο έκανε νόημα στον πρίγκιπα να πλησιάσει:
— Σαν ήρθες το πρωί και χτύπησες το κουδούνι μου, εγώ το μάντεψα αμέσως πως ήσουνα εσύ∙ έρχομαι στην πόρτα νυχοπατώντας κι ακούω που μιλάς με την Παφνούτιεβνα∙ απ’ τα χαράματα της
είχα πει: αν έρθεις εσύ, ή κανένας άλλος από μέρος σου, όποιος και να ‘ναι, να με ζητήσει, να μην
του πούνε με κανέναν τρόπο πως είμαι μέσα∙ κι ιδιαίτερα σαν έρθεις εσύ ο ίδιος να με ζητήσεις∙ και
της είπα τ’ όνομά σου. Κι ύστερα, σαν βγήκες, μου πέρασε μια σκέψη κι είπα: κι αν στέκεται τώρα
κει πέρα και κρυφοκοιτάει ή παραφυλάει απ’ το δρόμο; Ήρθα τότε σε τούτο δω το παράθυρο,παραμέρισα την κουρτίνα και σ’ είδα να στέκεσαι κει πέρα και να με κοιτάς… Να πώς έγινε…
— Πού είναι λοιπόν… η Ναστάσια Φιλίπποβνα;—πρόφερε ο πρίγκιπας κι η ανάσα του κοβόταν.
— Είναι… εδώ,—πρόφερε αργά ο Ραγκόζιν, αφού δίστασε λιγάκι.
— Πού λοιπόν;
Ο Ραγκόζιν σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε επίμονα τον πρίγκιπα.
— Πάμε.
Μιλούσε όλο ψιθυριστά, χωρίς να βιάζεται, αργά κι όπως πριν, κάπως παράξενα συλλογισμένα.
Ακόμα κι όταν διηγόταν πως είδε τον πρίγκιπα απέναντι, θα ‘λεγες, πως ήθελε να εκφράσει κάτι άλλο παρ’ όλη τη διαχυτικότητα της αφήγησης.
Μπήκαν στο γραφείο. Σ’ αυτό το δωμάτιο, από τότε που ‘χε να ‘ρθει εδώ ο πρίγκιπας, είχε γίνει κάποια αλλαγή: απ’ τον έναν τοίχο ως τον άλλον είχαν κρεμάσει μια πράσινη χοντρή μεταξωτή κουρτίνα, με δυο εισόδους στις δυο άκρες∙ μέσα στο χώρισμα είχαν βάλει το κρεβάτι του Ραγκόζιν.
Η βαριά κουρτίνα ήταν κατεβασμένη, οι είσοδοι κλειστές. Στο δωμάτιο όμως ήταν πολύ σκοτεινά∙ οι
«λευκές» καλοκαιριάτικες πετρουπολίτικες νύχτες, είχαν αρχίσει να σκοτεινιάζουν κι αν δεν ήταν πανσέληνος, θα ‘ταν δύσκολο να διακρίνεις τίποτα στα σκοτεινά δωμάτια του Ραγκόζιν, με τα κατεβασμένα στόρια. Η αλήθεια είναι πως θα μπορούσες ακόμα να ξεχωρίσεις πρόσωπα, αν και πολύ θαμπά. Το πρόσωπο του Ραγκόζιν ήταν χλομό, όπως συνήθως, τα μάτια κοίταζαν τον πρίγκιπα επίμονα, με μιαν έντονη λάμψη, κάπως ασάλευτα όμως.
— Δεν ανάβεις κερί—είπε ο πρίγκιπας.
— Όχι, δε χρειάζεται,—απάντησε ο Ραγκόζιν, και παίρνοντας τον πρίγκιπα απ’ το χέρι τον έβαλε να
καθίσει σε μια καρέκλα∙ έκατσε κι ο ίδιος απέναντι, τράβηξε μπροστά την καρέκλα έτσι που τα γόνατά του άγγιζαν σχεδόν τα γόνατα του πρίγκιπα. Ανάμεσά τους, λίγο στο πλάι, βρισκόταν ένα μικρό στρογγυλό τραπεζάκι. Κάτσε, ας κάτσουμε για την ώρα λιγάκι!—είπε σα να τον παρακινούσε να κάτσει. Κάπου ένα λεπτό δε βγάλανε λέξη. —Το ‘ξερα πως θα ‘μενες σ’ αυτό το ξενοδοχείο,—άρχισε να λέει ο Ραγκόζιν, όπως καμιά φορά, πριν μπει κανείς στο κύριο θέμα, αρχίζει από λεπτομέρειες που δεν έχουν άμεση σχέση με την υπόθεση∙ —μόλις μπήκα στο διάδρομο, σκέφτηκα:και πού ξέρεις, μπορεί να κάθεται και κείνος και να με περιμένει όπως τον περιμένω και γω αυτή τη στιγμή! Πήγες στη δασκάλα;
— Πήγα,—μόλις που τα κατάφερε να προφέρει ο πρίγκιπας απ’ το δυνατό καρδιοχτύπι.
— Κι αυτό το ‘χα σκεφτεί. Θ’ αρχίσουν να λένε πολλά και διάφορα, σκέφτηκα… κι ύστερα σκέφτηκα
κι είπα: θα τον φέρω να κοιμηθεί απόψε εδώ, να περάσουμε τούτη τη νύχτα μαζί…
— Ραγκόζιν! Πού είναι η Ναστάσια Φιλίπποβνα;—ψιθύρισε ξάφνου ο πρίγκιπας και σηκώθηκε
τρέμοντας σύγκορμος. Σηκώθηκε κι ο Ραγκόζιν.
— Εκεί,—ψιθύρισε δείχνοντας με μια κίνηση του κεφαλιού την κουρτίνα.
— Κοιμάται;—ψιθύρισε ο πρίγκιπας.
Ο Ραγκόζιν, τον κοίταξε επίμονα όπως και πριν.
— Ε, πάμε!… Μονάχα εσύ… ε, ας είναι, πάμε!
Ανασήκωσε την κουρτίνα, σταμάτησε και ξαναγύρισε στον πρίγκιπα:
— Έμπα!—του κουνούσε το κεφάλι, καλώντας τον να προχωρήσει μπροστά. Ο πρίγκιπας πέρασε.
— Είναι σκοτεινά δω μέσα, —είπε.
— Φαίνεται!—μουρμούρισε ο Ραγκόζιν.
— Μόλις που διακρίνω… το κρεβάτι.
— Πήγαινε πιο κοντά λοιπόν, —πρότεινε σιγά ο Ραγκόζιν.
Ο πρίγκιπας πλησίασε ένα βήμα, δεύτερο —και σταμάτησε. Στεκόταν και κοίταζε με προσπάθεια κάνα δυο λεπτά∙ κι οι δυο, όλη την ώρα που στέκονταν μπροστά στο κρεβάτι, δε βγάλανε λέξη∙ η καρδιά του πρίγκιπα χτυπούσε τόσο που ακουγόταν, θα ‘λεγες, μες στην κάμαρα, μες στη νεκρική σιγή της κάμαρας. Ο πρίγκιπας όμως είχε συνηθίσει πια στο πυκνό μισοσκόταδο έτσι που μπορούσε να ξεχωρίσει όλο το κρεβάτι∙ πάνω στο κρεβάτι κοιμόταν κάποιος, με έναν εντελώς ασάλευτο ύπνο∙ δεν ακουγόταν το παραμικρό θρόισμα, η παραμικρή ανάσα. Ένα άσπρο σεντόνι σκέπαζε τον κοιμισμένο ως το κεφάλι∙ τα μέλη όμως διαγράφονταν αόριστα∙ φαινόταν, μονάχα απ’ το εξόγκωμα,
πως είναι ξαπλωμένος ένας τεντωμένος άνθρωπος. Γύρω, στο κρεβάτι, στα πόδια του κρεβατιού,δίπλα στις πολυθρόνες, ακόμα και στο πάτωμα, ήταν ριγμένα ακατάστατα τα βγαλμένα ρούχα, το πλούσιο άσπρο μεταξωτό φόρεμα, λουλούδια, κορδέλες. Στο μικρό τραπεζάκι, δίπλα στο κεφάλι του
κρεβατιού, σπίθιζαν τα βγαλμένα και πεταμένα σκόρπια διαμαντικά. Στα πόδια του κρεβατιού βρίσκονταν τσαλακωμένες, κουβάρι, κάτι νταντέλες και πάνω στις νταντέλες που ασπρογαλιάζανε,βγαίνοντας κάτω απ’ το σεντόνι, διακρινόταν η άκρη ενός γυμνού ποδιού∙ φαινόταν σα λαξεμένο σεμάρμαρο κι ήταν τρομερά ασάλευτο. Ο πρίγκιπας κοίταζε κι ένιωθε πως όσο περισσότερο κοιτάζει,τόσο γίνεται πιο σιωπηλό, πιο νεκρό το δωμάτιο. Ξάφνου βόμβησε μια μύγα, που ξύπνησε κείνη τη στιγμή, πέρασε πετώντας πάνω απ’ το κρεβάτι και σώπασε κάπου εκεί στο προσκέφαλο. Ο πρίγκιπας ανατρίχιασε.
— Πάμε, τον άγγιξε στο χέρι ο Ραγκόζιν.
Βγήκανε∙ ξανακάθισαν πάλι στις ίδιες καρέκλες, πάλι ο ένας απέναντι στον άλλον. Ο πρίγκιπας
έτρεμε όλο και περισσότερο και δεν κατέβαζε το ερωτηματικό του βλέμα απ’ τον Ραγκόζιν.
— Εσύ, βλέπω, τρέμεις, Λέων Νικολάγιεβιτς,—πρόφερε τέλος ο Ραγκόζιν,—σχεδόν το ίδιο όπως όταν δεν είσαι καλά— θυμάσαι;όπως τότε, στη Μόσχα. Ή, όπως μια φορά πριν απ’ την κρίση. Μήτε
που μπορώ να σκεφτώ τι θα κάνω αν σου ξανατύχει…
Ο πρίγκιπας άκουγε με προσοχή, έβαζε όλη του τη δύναμη να καταλάβει κι όλο ρωτούσε με το βλέμμα.
— Εσύ;—πρόφερε τέλος, δείχνοντας με μια κίνηση του κεφα λιού την κουρτίνα.
— Εγώ… —ψιθύρισε ο Ραγκόζιν και χαμήλωσε τα μάτια.
Κάπου πέντε λεπτά δε βγάλανε λέξη.
— Γιατί, βλέπεις,—συνέχισε ξάφνου ο Ραγκόζιν, λες και δεν είχε διακόψει τη φράση του,—γιατί,βλέπεις η αρρώστια σου κι η κρίση… κι αν βγάλεις εκείνη την κραυγή τότε μπορεί ν’ ακούσει κανένας απ’ το δρόμο ή απ’ την αυλή και θα καταλάβουν πως μέσα στο διαμέρισμα κοιμούνται άνθρωποι∙ θ’ αρχίσουν να χτυπάνε, θα μπουν… γιατί όλοι τους νομίζουν πως δεν είμαι σπίτι. Και το κερί δεν τ’ άναψα για να μην καταλάβει κανείς απ’ το δρόμο ή απ’ την αυλή. Γιατί σαν λείπω,παίρνω και τα κλειδιά μαζί μου και κανένας δε μπαίνει μέσα, τρεις και τέσσερις μέρες, μήτε για να συγυρίσει όταν δεν είμαι δω, έτσι τα ‘χω γω κανονισμένα. Λοιπόν, για να μην καταλάβουν πως θα περάσουμε δω τη νύχτα…
— Στάσου, είπε ο πρίγκιπας, πριν που ξανάρθα, ρώτησα και το θυρωρό και τη γριούλα μήπως κοιμήθηκε εδώ η Ναστάσια Φιλίπποβνα ώστε λοιπόν, το ξέρουν κιόλας.
— Το ξέρω πως τους ρώτησες. Είπα στη Παφνούτιεβνα πως πέρασε χτες η Ναστάσια Φιλίπποβνα κι
έφυγε αμέσως να πάει στο Παυλόβσκ και πως εδώ στο σπίτι έμεινε μονάχα δέκα λεπτά. Δεν το ξέρουν πως πέρασε εδώ τη νύχτα—κανένας. Χτες μπήκαμε το ίδιο σιγά σαν και σήμερα μαζί σου.
Στο δρόμο είχα σκεφτεί πως δε θα θελήσει να μπει—αμ δε!—ψιθύριζε, νυχοπατούσε, μάζεψε τη φούστα της να μην κάνει θόρυβο, την κρατούσε στα χέρια, η ίδια μάλιστα με φοβέριζε με το δάχτυλο στη σκάλα—εσένα ήταν που φοβόταν όλη την ώρα. Στο τρένο έκανε σαν παλαβή απ’ το φόβο της και μόνη της το θέλησε να ‘ρθει εδώ στο σπίτι μου να περάσει τη νύχτα στην αρχή έλεγα να την πάω στο διαμέρισμα της δασκάλας—αμ δε! —«Εκεί, μου λέει,—μόλις χαράξει θα με βρει,ενώ εσύ θα με κρύψεις και αύριο, πρωί‐πρωί, για τη Μόσχα», κι ύστερα έλεγε να πάει κάπου στο Ορέλ. Και σαν έπεφτε για ύπνο, όλο κι έλεγε πως θα πάμε στο Ορέλ…
— Στάσου∙ και τώρα τι λες, Παρφιόν, τι θέλεις τώρα;
— Μα να, φοβάμαι για σένα, γιατί όλο τρέμεις∙ τη νύχτα θα την περάσουμε εδώ, μαζί. Κρεβάτι,εκτός από κείνο, δεν έχει δω πέρα, είπα λοιπόν με το νου μου να βγάλουμε τα μαξιλάρια απ’ τα δυο ντιβάνια και να, εδώ, κοντά στην κουρτίνα, θα τα στρώσω πλάι‐πλάι, για σένα και για μένα, έτσι που να ‘μαστε μαζί. Γιατί, άμα μπούνε, θ’ αρχίσουν να κοιτάνε δω και κει, ή μπορεί και να ψάχνουν, θα τη δουν αμέσως και θα μας την πάρουν. Θ’ αρχίσουν να με ρωτάνε, εγώ θα τους πω πως το ‘κανα εγώ και θα με πάρουν αμέσως και μένα. Γι’ αυτό λέω, ας την αφήσουμε έτσι ξαπλωμένη δίπλα μας,δίπλα σε μένα και σε σένα…
— Ναι, ναι!—συμφώνησε με θέρμη ο πρίγκιπας.
— Λοιπόν, να μην τ’ ομολογήσω και να μην τους αφήσουμε να μας την πάρουν.
— Όχι, όχι∙ για τίποτα στον κόσμο! Όχι, όχι, όχι!—αποφάσισε ο πρίγκιπας.
— Έτσι το ‘χω και γω αποφασισμένα, παλικάρι μου, να μην τη δώσω για τίποτα στον κόσμο και σε
κανέναν! Τη νύχτα θα κοιμηθούμε ήσυχα. Σήμερα βγήκα για μιαν ώρα όλη κι όλη απ’ το σπίτι, το
πρωί, όλη την άλλη ώρα δεν έφυγα ούτε στιγμή από κοντά της. Κι ύστερα, το βράδυ, ήρθα να σε
βρω. Φοβάμαι μονάχα και τ’ άλλο, πως είναι κατάκλειστα δω μέσα και θα νιώσουν τη μυρουδιά.
Νιώθεις εσύ τίποτα ή όχι;
— Μπορεί και να νιώθω, δεν ξέρω. Το πρωί σίγουρα θ’ αρχίσει να μυρίζει.
— Τη σκέπασα μ’ ένα μουσαμά, έναν καλό μουσαμά, αμερικάνικο, και πάνω απ’ το μουσαμά με το
σεντόνι κι έβαλα τέσσερις γυάλες με απολυμαντικό υγρό ανοικτές, εκεί βρίσκονται και τώρα.
— Όπως, και κει… στη Μόσχα;
— Γιατί, αδερφέ μου, είναι η οσμή. Και να τη δεις, κείτεται… Το πρωί, σαν φωτίσει, πήγαινε να την κοιτάξεις. Μα τι, μήτε να σηκωθείς δεν μπορείς;—ρώτησε με φοβισμένη απορία ο Ραγκόζιν,βλέποντας πως ο πρίγκιπας τρέμει τόσο που δεν μπορεί μήτε να σηκωθεί.
— Δεν περπατάνε τα πόδια μου,—μουρμούρισε ο πρίγκιπας,—είναι απ’ το φόβο, το ξέρω. Άμα περάσει ο φόβος, θα σηκωθώ…
— Κάτσε λοιπόν, και γω στο μεταξύ θα στρώσω να πλαγιάσουμε, και τότε ξαπλώνεις μια και καλή…
και γω μαζί σου… και θ’ ακούμε… γιατί εγώ, παλικάρι μου, δεν ξέρω ακόμα… εγώ, παλικάρι μου,
δεν τα ξέρω ακόμα όλα τώρα, σου το λέω λοιπόν απ’ τα πριν, για να τα ξέρεις…
Μορμουρίζοντας αυτά τ’ ακαταλαβίστικα λόγια, ο Ραγκόζιν άρχισε να στρώνει τα «κρεβάτια».
Φαινόταν καθαρά πως αυτά τα κρεβάτια μπορεί να τα ‘χε σκεφτεί απ’ το πρωί ακόμα. Την περασμένη νύχτα είχε ξαπλώσει στο ντιβάνι. Στο ντιβάνι όμως δεν μπορούσαν να ξαπλώσουν ο ένας
πλάι στον άλλον κι ο Ραγκόζιν ήθελε τώρα να στρώσει το δίχως άλλο δίπλα‐δίπλα και γι’ αυτό κουβάλησε με μεγάλη προσπάθεια απ’ την άλλη μεριά της κάμαρας στην είσοδο της κουρτίνας κάθε λογής μαξιλάρια απ’ τα δυο ντιβάνια. Τέλος τα κατάφερε όπως‐όπως να φτιάξει τα στρωσίδια∙ πλησίασε τον πρίγκιπα, τον πήρε απαλά και θριαμβευτικά απ’ το μπράτσο, τον ανασήκωσε και τον οδήγησε στα στρωσίδια∙ αποδείχτηκε όμως πως ο πρίγκιπας μπορούσε να περπατήσει και μονάχος
του∙ σημαίνει λοιπόν πως «ο φόβος τού περνούσε». Κι ωστόσο, εξακολουθούσε να τρέμει.
— Γιατί, καταλαβαίνεις, αδελφέ μου,—άρχισε ξάφνου ο Ραγκόζιν, αφού έβαλε τον πρίγκιπα να πλαγιάσει στ’ αριστερά, στο καλύτερο μαξιλάρι, και τεντώθηκε κι ο ίδιος στη δεξιά μεριά, χωρίς να γδυθεί, και σταύρωσε τα χέρια πίσω απ’ το κεφάλι,—κάνει ζέστη σήμερα και—γνωστά πράγματα—
η οσμή… Φοβάμαι ν’ ανοίξω τα παράθυρα η μάνα μου, που λες, έχει γλάστρες με λουλούδια, πολλά
λουλούδια και μυρίζουν πολύ όμορφα∙ είπα με το νου μου να τα φέρω εδώ, η Παφνούτιεβνα όμως
θα το καταλάβει γιατί ‘ναι περίεργη.
— Ναι, είναι περίεργη,—συμφώνησε ο πρίγκιπας.
— Λες ν’ αγοράσουμε…να τη σκεπάσουμε όλη με μπουκέτα και λουλούδια; Σκέφτομαι μονάχα—θα
σου ραγίζεται η καρδιά να τη βλέπεις μέσα στα λουλούδια!
— Άκου…—είπε ο πρίγκιπας σα να μπερδευόταν, σα να ‘ψαχνε τι ακριβώς έπρεπε να ρωτήσει και
σα να το ξέχναγε αμέσως∙ —άκου, πες μου: με τι την… Με το μαχαίρι; Με κείνο το ίδιο;
— Με κείνο το ίδιο.
— Στάσου! Εγώ, Παρφιόν, θέλω ακόμα να σε ρωτήσω… θα σε ρωτήσω πολλά, για όλα… καλύτερα
όμως να μου πεις απ’ την αρχή, απ’ την αρχή αρχή, για να ξέρω: ήθελες να τη σκοτώσεις πριν απ’ το
γάμο μου, πριν απ’ το στεφάνι, στο κατώφλι της εκκλησίας, με το μαχαίρι; Το ‘θελες ή όχι;
— Δεν ξέρω αν το ‘θελα ή όχι…—απάντησε ξερά ο Ραγκόζιν, σα ν’ απόρησε μάλιστα κάπως με την
ερώτηση, σα να μην την καλοκατάλαβε.
— Δεν το ‘φερες ποτέ σου το μαχαίρι στο Παυλόβσκ;
— Δεν το ‘φερα ποτέ μου. Για το μαχαίρι που λες μπορώ να σου πω τούτο μονάχα, Λέων Νικολάγιεβιτς, πρόστεσε αφού σώπασε λιγάκι∙ —το ‘βγαλα απ’ το κλειδωμένο συρτάρι σήμερα το
πρωί, γιατί όλα γίνανε το πρωί, κατά τις τρισήμιση ήταν βαλμένο μέσα στο βιβλίο… και… και… και είναι και τούτο που μου φαίνεται παράξενο: το μαχαίρι βυθίστηκε… εφτά, μπορεί και δέκα πόντους… ίσα κάτω απ’ τ’ αριστερό στήθος… και το αίμα… ήταν μισή κουταλιά της σούπας όλο κι όλο που έτρεξε στο πουκάμισο∙ δεν ήταν παραπάνω.
— Αυτό, αυτό, αυτό,—ανασηκώθηκε ξάφνου ο πρίγκιπας τρομερά ταραγμένος, αυτό, το ξέρω, το διάβασα… αυτό το λένε εσωτερική αιμορραγία… Συμβαίνει να μη χυθεί σταγόνα. Γίνεται άμα το μαχαίρι βρει ίσα την καρδιά…
— Στάσου, ακούς;—τον διέκοψε ξάφνου βιαστικά ο Ραγκόζιν κι ανακάθισε τρομαγμένος στο
στρωσίδι.—Ακούς;
— Όχι!—πρόφερε το ίδιο γρήγορα και τρομαγμένα ο πρίγκιπας κοιτάζοντας το Ραγκόζιν.
— Περπατάει! Ακούς; Στη σάλα…
Αφουγκράστηκαν.
— Ακούω, ψιθύρισε σταθερά ο πρίγκιπας.
— Περπατάει;
— Περπατάει.
— Να κλείσουμε την πόρτα ή όχι;
— Να την κλείσουμε.
Κλείσανε τις πόρτες και ξαναπλάγιασαν. Για πολλήν ώρα δε βγάζανε λέξη.
— Αχ, ναι!—άρχισε ξάφνου να ψιθυρίζει ο πρίγκιπας όπως και πριν μ’ έναν ταραγμένο και βιαστικό
ψίθυρο, λες και ξανάπιασε πάλι μια σκέψη και φοβόταν τρομερά μην του ξεφύγει, ανασηκώθηκε
μάλιστα απ’ τα στρωσίδια, ναι… ήθελα, ξέρεις… κείνα τα τραπουλόχαρτα! Τα χαρτιά… Μου ‘πανε πως έπαιζες μαζί της χαρτιά!
— Έπαιζα, είπε ο Ραγκόζιν αφού σώπασε για λίγο.
— Πού είναι λοιπόν… τα χαρτιά;
— Εδώ είναι, πρόφερε ο Ραγκόζιν αφού σώπασε ακόμα περισσότερο. —Νάτα…
Έβγαλε απ’ την τσέπη του μια μεταχειρισμένη τράπουλα, τυλιγμένη σ’ ένα χαρτί και την έδωσε στον
πρίγκιπα. Εκείνος την πήρε, είχε όμως ένα ύφος σα να μην ήξερε γιατί την παίρνει. Κάτι καινούργιο,
θλιβερό, ανέκκλητο του ‘σφιξε την καρδιά. Κατάλαβε ξαφνικά πως τούτη τη στιγμή κι από ώρα πια—λέει άλλα πράματα από κείνα που ‘πρεπε να πει, κάνει συνεχώς κάτι άλλο από κείνο που θα
‘πρεπε να κάνει∙ και πως να, αυτά τα χαρτιά που τα κρατάει στα χέρια του, και που χάρηκε τόσο σαν
τα ‘δε, δε θα ωφελούσαν σε τίποτα, σε τίποτα τώρα πια. Σηκώθηκε και χτύπησε απελπισμένα τα χέρια του. Ο Ραγκόζιν κείτονταν ξαπλωμένος ασάλευτος και θα ‘λεγε κανείς πως μήτε άκουσε μήτε είδε την κίνηση του πρίγκιπα. Τα μάτια του όμως γυάλιζαν ζωηρά μες στο σκοτάδι κι ήταν ορθάνοιχτα κι ασάλευτα. Ο πρίγκιπας έκατσε σε μια καρέκλα κι άρχισε να τον κοιτάζει με τρόμο.
Πέρασε κάπου μισή ώρα ξάφνου ο Ραγκόζιν άρχισε να φωνάζει δυνατά και να γελάει, σάμπως να ‘χε
ξεχάσει πως έπρεπε να μιλάει ψιθυριστά:
— Τον αξιωματικό όμως, τον αξιωματικό… θυμάσαι πως του την έφερε εκείνου του αξιωματικού με
το μαστίγιο, στη μουσική, θυμάσαι; Χα! χα! χα! Ήταν κι ένας εύπελπις… ένας εύελπις… ένας εύελπις που όρμησε…
Ο πρίγκιπας πετάχτηκε απ’ την καρέκλα κατατρομαγμένος. Όταν ο Ραγκόζιν ησύχασε (και ησύχασε
απότομα) ο πρίγκιπας έσκυψε απαλά από πάνω του, έκατσε δίπλα του κι ενώ η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, ενώ ανάσαινε δύσκολα, άρχισε να τον κοιτάζει προσεκτικά. Ο Ραγκόζιν δε γύριζε
το κεφάλι του προς το μέρος του—λες και τον είχε ξεχάσει. Ο πρίγκιπας κοίταζε και περίμενε∙ η ώρα
περνούσε, το φως όλο και δυνάμωνε, ο Ραγκόζιν πού και πού άρχιζε ξαφνικά να μουρμουρίζει δυνατά, απότομα ασυνάρτητα∙ άρχιζε να ξεφωνίζει και να γελάει∙ ο πρίγκιπας άπλωνε τότε το χέρι του τρεμάμενο κι άγγιζε απαλά το κεφάλι του, τα μαλλιά του, τα χάιδευε, χάιδευε τα μάγουλά του…
δεν μπορούσε να κάνει τίποτ’ άλλο! Ο ίδιος ξανάρχισε και πάλι ξαφνικά να τρέμει∙ θα ‘λεγες πως του ‘χαν κοπεί τα γόνατα. Κάποιο ολότελα καινούργιο συναίσθημα βάραινε την καρδιά του με απέραντη θλίψη. Στο μεταξύ, είχε εντελώς ξημερώσει∙ τέλος, ξάπλωσε στο μαξιλάρι, σα να ‘χε χάσει πια κάθε δύναμη, και παραδόθηκε στην απελπισία∙ ακούμπησε το πρόσωπό του στο χλομό κι ασάλευτο πρόσωπο του Ραγκόζιν. Τα δάκρυα τρέχαν απ’ τα μάτια του στα μάγουλα του Ραγκόζιν,όμως ίσως και να μην τα καταλάβαινε πια τα δάκρυά του και να μην ήξερε πια τίποτα γι’ αυτά…
Πάντως, όταν αργότερα, ύστερ’ από πολλές ώρες, άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα κόσμος, βρήκανε
το δολοφόνο σε πλήρη αμνησία και με πυρετό. Ο πρίγκιπας καθόταν δίπλα του ασάλευτος στο στρωσίδι και κάθε φορά που ο άρρωστος έβαζε τις φωνές ή παραληρούσε, βιαζόταν να του αγγίξει
απαλά τα μαλλιά και τα μάγουλα με το τρεμάμενο χέρι του, σα να ‘θελε να τον χαϊδέψει και να τον
ησυχάσει. Όμως δεν καταλάβαινε τίποτα πια απ’ όσα τον ρωτούσαν, και δεν αναγνώριζε κανέναν
απ’ όσους μπήκαν μέσα και τον τριγύρισαν. Κι αν ερχόταν τώρα ο ίδιος ο Σνάιντερ απ’ την Ελβετία
να ρίξει μια ματιά στον παλιό άρρωστο μαθητή του, τότε και κείνος θ’ αναθυμόταν την κατάσταση
που βρισκόταν καμιά φορά ο πρίγκιπας τον πρώτο χρόνο της θεραπείας του στην Ελβετία, θα σήκωνε τους ώμους και θα ‘λεγε όπως και τότε: «Ηλίθιος»!

Πηγή μυθιστορήματος: https://www.ebooks4greeks.gr/%ce%bf-%ce%b7%ce%bb%ce%b9%ce%b8%ce%b9%ce%bf%cf%83#google_vignette

Ζωή & Τέχνη

Αφήστε ένα σχόλιο