Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι: Ο ΗΛΙΘΙΟΣ

Ο ΗΛΙΘΙΟΣ του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι σε μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου

(Σελ. 1-19)

ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΥ ΝΟΕΜΒΡΗ, μια μέρα που φύσαγε νοτιάς, κατά τις εννιά το πρωί, η αμαξοστοιχία της
Βαρσοβίας πλησίαζε στην Πετρούπολη, τρέχοντας μ’ όλη της την ταχύτητα. Είχε τόση υγρασία και
τόση ομίχλη που μόλις και μετά βίας πρόβαλε η μέρα∙ δέκα βήματα πιο κει, δεξιά κι αριστερά απ’ τη
γραμμή, δεν ξεχώριζες τίποτα σχεδόν πίσω απ’ τα τζάμια του βαγονιού. Ανάμεσα στους επιβάτες,
ήταν και μερικοί που επέστρεφαν απ’ το Εξωτερικό. Μα ο πιο πολύς κόσμος ήταν στριμωγμένος στα
βαγόνια της τρίτης θέσης, όλο λαουτζίκος και κάτι μικροεπιχειρηματίες που δεν έρχονταν από πολύ
μακριά. Όλοι φυσικά ήταν κουρασμένοι, ολονών τα μάτια ήταν βαριά απ’ την άγρυπνη νύχτα, όλοι
ήταν ξεπαγιασμένοι, όλα τα πρόσωπα ήταν ωχροκίτρινα, στο χρώμα της ομίχλης.
Σ’ ένα απ’ τα βαγόνια της τρίτης θέσης, απ’ το χάραμα κιόλας, βρεθήκανε να κάθονται ο ένας
αντίκρυ στον άλλον, δίπλα στο παράθυρο, δυο επιβάτες, κι οι δυο τους νέοι, κι οι δυο τους χωρίς
σχεδόν αποσκευές κι οι δυο τους ντυμένοι μάλλον φτωχικά, κι οι δυο τους με αρκετά αξιοπρόσεχτη,
φυσιογνωμία, και που κι οι δυο τους τέλος δείξανε τη διάθεση να πιάσουν κουβέντα. Αν ξέρανε κι οι
δυο τους τι ήταν το ιδιαίτερο κείνη τη στιγμή που τους έκανε αξιοπρόσεχτους, τότε, φυσικά, θα
μέναν έκπληκτοι, που η σύμπτωση τους είχε τόσο παράξενα καθίσει τον ένα αντίκρυ στον άλλον,
στην τρίτη θέση της αμαξοστοιχίας Βαρσοβία — Πετρούπολη. Ο ένας απ’ αυτούς είχε μέτριο
ανάστημα, ήταν κάπου είκοσι εφτά χρονών, κατσαρομάλλης και σχεδόν μελαχρινός, με σταχτιά,
μικρά, μα φλογερά μάτια. Η μύτη του ήταν πλατιά και πλακουτσωτή, το πρόσωπο με πεταχτά μήλα.
Τα λεπτά του χείλη στραβώνανε συνεχώς σ’ ένα αδιάντροπο, κοροϊδευτικό και μάλιστα μοχθηρό
χαμόγελο, το μέτωπό του όμως ήταν ψηλό και καλοφτιαγμένο κι ομόρφαινε το κάτω μέρος του
προσώπου με τα κάπως αγροίκα χαρακτηριστικά. Ιδιαίτερη εντύπωση σου ‘κανε στο πρόσωπο
εκείνο η θανατερή του χλομάδα που ‘δινε σ’ όλη τη φυσιογνωμία του νέου ένα ύφος εξαντλημένο,
παρ’ όλο που ήταν αρκετά γεροδεμένος, και ταυτόχρονα του πρόσδινε κάτι τόσο παθιάρικο, που θα
‘λεγες πως υποφέρει, πράγμα που δεν εναρμονιζόταν καθόλου με το αυθάδικο και βάναυσο
χαμόγελό του και το σκληρό, γεμάτο αυταρέσκεια βλέμμα του. Ήταν ζεστά ντυμένος∙ φόραγε μια
μαύρη, κλειστή γούνα από προβιά και τη νύχτα δεν κρύωνε, ενώ ο γείτονάς του βρέθηκε
αναγκασμένος να υποφέρει όλη τη γλύκα της υγρής νοεμβριανής ρούσικης νύχτας —κι είχε ρίγη στη
ράχη— γιατί φαίνεται πως δεν ήταν προετοιμασμένος για τέτοιο κρύο. Φόραγε έναν αρκετά φαρδύ
και χοντρό μανδύα, χωρίς μανίκια και με τεράστια κουκούλα, ίδιον κι απαράλλαχτο με τους μανδύες
που φοράνε συχνά οι ταξιδιώτες το χειμώνα, κάπου μακριά στο Εξωτερικό, στην Ελβετία ή λόγου
χάρη στη Βόρεια Ιταλία, χωρίς φυσικά να υπολογίζουν σε τόσο μεγάλες διαδρομές, σαν απ’ το
Εϊντκούνεν ως την Πετρούπολη. Όμως εκείνο που έφτανε και παράφτανε στην Ιταλία, αποδείχτηκε
πως δεν ήταν και τόσο αρκετό στη Ρωσία. Ο κάτοχος του μανδύα με την κουκούλα κι αυτός ήταν
ένας νέος είκοσι έξι με είκοσι εφτά χρονών, με ανάστημα λίγο ψηλότερο απ’ το μέτριο, πολύ
ξανθός, με πυκνά μαλλιά, με αδύνατο πρόσωπο και μ’ ένα μικρό, μυτερό σχεδόν άσπρο γενάκι. Τα
μάτια του ήταν μεγάλα, γαλανά κι ασάλευτα∙ στο βλέμμα τους υπήρχε κάτι το ήρεμο, βαρύ ωστόσο,
κάτι γεμάτο από κείνη την παράξενη έκφραση που κάνει μερικούς να μαντεύουν απ’ την πρώτη
κιόλας ματιά πως ο άνθρωπος αυτός πάσχει από επιληψία. Το πρόσωπο του νέου ήταν άλλωστε
ευχάριστο, λεπτό και στεγνό, άχρωμο όμως, και τώρα μάλιστα είχε μελανιάσει απ’ το κρύο. Απ’ τα
χέρια του κρεμόταν ένα μικρό μπογαλάκι από παλιό ξεθωριασμένο φουλάρι που φαίνεται να ‘χε
μέσα όλα τα ταξιδιωτικά του υπάρχοντα. Φορούσε παπούτσια με διπλές σόλες και γκέτες — όλα
αυτά κάθε άλλο παρά ρούσικα. Ο μαυρομάλλης γείτονας με την προβιά τα περιεργάστηκε όλ’ αυτά,
όχι τόσο από περιέργεια μα γιατί δεν είχε τι άλλο να κάνει, και τέλος ρώτησε με εκείνο το αδιάκριτο
χαμόγελό του που μ’ αυτό εκφράζεται καμιά φορά απροσχημάτιστα κι ακατάδεχτα η ανθρώπινη
ευχαρίστηση μπροστά στις ατυχίες του πλησίον:
— Κρύο, ε;
Κι ανασήκωσε τους ώμους.
— Πολύ —απάντησε ο γείτονας μ’ εξαιρετική προθυμία— και σκεφτείτε, έχουμε και νοτιά. Τι θα
γινόταν αν είχαμε παγωνιά; Ούτε το σκέφτηκα καν πως κάνει τόσο κρύο στην πατρίδα μας.
Ξεσυνήθισα.
— Απ’ το Εξωτερικό ερχόσαστε;
— Ναι, απ’ την Ελβετία.
— Μπρε! Για φαντάσου!
Ο μαυριδερός έκανε φσς… κι έβαλε τα γέλια.
Πιάσανε κουβέντα. Η προθυμία του ξανθού νέου με τον ελβετικό μανδύα ν’ απαντάει σ’ όλες τις
ερωτήσεις του μελαχρινού του γείτονα ήταν καταπληκτική, λες και δεν υποπτευόταν καθόλου πόσο
αδιάκριτες, αδιάφορες και ράθυμες ήταν μερικές ερωτήσεις. Απαντώντας, του ανέφερε ανάμεσα στ’
άλλα πως έλειπε πραγματικά καιρό απ’ τη Ρωσία, πάνω από τέσσερα χρόνια, πως τον είχαν στείλει
στο Εξωτερικό γιατί ήταν άρρωστος — είχε κάποια παράξενη αρρώστια των νεύρων, κάτι σαν
επιληψία ή σαν χορεία, κάποια τρεμουλιάσματα και ρίγη. Ακούγοντάς τον, ο μαυριδερός
χασκογέλασε αρκετές φορές∙ ιδιαίτερα έβαλε τα γέλια όταν τον ρώτησε: «λοιπόν, γιατρευτήκατε;»
— κι ο ξανθός απάντησε πως «όχι, δε με γιατρέψανε».
— Χε! Σίγουρα θα τους πληρώσατε ένα σωρό λεφτά τζάμπα και βερεσέ και μεις εδώ τους
πιστεύουμε για σοφούς — παρατήρησε δηκτικά ο μαυριδερός.
— Αληθέστατο! — ανακατεύτηκε στην κουβέντα ένας κακοντυμένος κύριος που καθόταν δίπλα∙
ήταν κάτι σαν απολιθωμένος δημόσιος γραφιάς, κάπου σαράντα χρονών, γεροδεμένος, με κόκκινη
μύτη και σπυριάρικο πρόσωπο: — αληθέστατο, απομυζούν αδίκως όλο το ρωσικό συνάλλαγμα.
— Ω, πόσο πέφτετε έξω στην περίπτωσή μου — βιάστηκε να πει ο άρρωστος της Ελβετίας με ήρεμη
και συμφιλιωτική φωνή. — Φυσικά, δεν μπορώ να σας φέρω αντιρρήσεις γιατί δεν τα ξέρω όλα, όσο
όμως για το δικό μου γιατρό, αυτός μου ‘δωσε απ’ τα τελευταία του χρήματα για να πληρώσω το
εισιτήριο ως εδώ και με συντηρούσε σχεδόν δυο χρόνια.
— Πώς αυτό; Δεν υπήρχε κανένας να πληρώσει; ρώτησε ο μαυριδερός.
— Ναι, ο κύριος Παυλίστσεβ που με συντηρούσε εκεί, πέθανε πριν δύο χρόνια∙ έγραφα αργότερα
εδώ στη στρατηγίνα Επάντσινα, μια μακρινή συγγένισσά μου, δεν πήρα όμως απάντηση. Κι έτσι
λοιπόν γύρισα κι εγώ.
— Πού γυρίσατε;
— Δηλαδή, θέλετε να πείτε που θα μείνω; Μα την αλήθεια, δεν ξέρω ακόμα…
— Δεν το αποφασίσατε ακόμα;
Και ξανάβαλαν τα γέλια οι δυο που τον ακούγανε.
— Σα να λέμε, όλο σας το βιός βρίσκεται μέσα σ’ αυτό το μπογαλάκι; — ρώτησε ο μαυριδερός.
— Βάζω στοίχημα το κεφάλι μου πως έτσι είναι —βιάστηκε να πει μ’ εξαιρετικά ευχαριστημένο
ύφος ο υπάλληλος με την κόκκινη μύτη— και πως άλλες αποσκευές δεν υπάρχουν στη σκευοφόρο,μόλο που η φτώχεια δεν είναι αμαρτία, αυτό πρέπει να το τονίσουμε.
Αποδείχτηκε πως κι αυτό έτσι ήταν: ο ξανθός νέος το παραδέχτηκε αμέσως και με ασυνήθιστη
βιασύνη μάλιστα.
— Το μπογαλάκι σας έχει μολαταύτα κάποια σημασία — συνέχισε ο υπάλληλος όταν χορτάσανε τα
γέλια (είναι αξιοσημείωτο πως κι ο ίδιος ο ξανθός νέος άρχισε στο τέλος να γελά κοιτάζοντάς τους,
πράμα που διπλασίασε την ευθυμία τους) — και μόλο που μπορεί κανείς να βάλει στοίχημα πως
δεν έχει μέσα μήτε μασούρια με χρυσά νομίσματα του Εξωτερικού — μήτε ναπολεόνια μήτε
φρειδερίκους μήτε ολλανδέζικα αραπάκια, πράμα που μπορεί κανείς να το συμπεράνει αν όχι από
τίποτα άλλο, τουλάχιστο απ’ τις γκέτες που ‘χετε στα ξενικά σας παπούτσια, όμως… αν προσθέσει
κανείς στο μπογαλάκι σας μια σχεδόν συγγένισσα σαν τη στρατηγίνα Επάντσινα, τότε και το
μπογαλάκι θ’ αποχτήσει αμέσως μια διαφορετική σημασία, εννοείται, φυσικά, στην περίπτωση
μονάχα που η στρατηγίνα Επάντσινα είναι πράγματι συγγενής σας και δεν κάνετε λάθος από
αφηρημάδα… Πράμα που ‘ναι πολύ, παρά πολύ φυσικό για ένα άνθρωπο που… ε, έστω, έχει
περίσσια φαντασία.
— Ω, και πάλι σωστά το μαντέψατε —βιάστηκε να πει ο ξανθός νέος— γιατί, πραγματικά κάνω
σχεδόν λάθος, δηλαδή θέλω να πω, δεν μου είναι σχεδόν καθόλου συγγενής, σε τέτοιο σημείο
μάλιστα που είναι αλήθεια πως δεν απόρησα καθόλου τότε που δε μου απάντησαν. Ακριβώς αυτό
περίμενα πως θα γινόταν.
— Πήγανε χαμένα τα γραμματόσημα δηλαδή. Χμ… αν όχι τίποτ’ άλλο, είστε απλοϊκός και ειλικρινής,
κι αυτό αξίζει κάθε έπαινο! Χμ… όσο για τον στρατηγό Επάντσιν, τον ξέρω, δηλαδή γιατί είναι
πασίγνωστος, μα και τον κύριο Παυλίστσεβ, που σας συντηρούσε στην Ελβετία τον ήξερα και κείνον,
αν ήταν βέβαια ο Νικολάι Αντρέγιεβιτς Παυλίστσεβ, γιατί είναι δυο ξαδέρφια. Ο άλλος είναι ακόμα
στην Κριμαία, κι ο Νικολάι Αντρέγιεβιτς, ο μακαρίτης, ήταν άνθρωπος ευυπόληπτος κι είχε μεγάλες
γνωριμίες και κάτεχε τέσσερις χιλιάδες ψυχές στον καιρό του…
— Ακριβώς όπως το είπατε, τον λέγανε Νικολάι Αντρέγιεβιτς Παυλίστσεβ — απάντησε ο νέος και
κοίταξε επίμονα κι εξεταστικά τον κύριο παντογνώστη.
Κάτι τέτοιους παντογνώστες τους συναντάει κανείς αρκετά συχνά μάλιστα, σε ορισμένα κοινωνικά
στρώματα. Όλα τα ξέρουν, όλη η ανήσυχη περιέργεια του μυαλού τους κι οι ικανότητές τους
κατευθύνονται ασυγκράτητα προς ένα σημείο —επειδή τους λείπουν φυσικά πιο σπουδαία
ενδιαφέροντα και ζωτικές ιδέες, όπως θα ‘λεγε ένας σύγχρονος στοχαστής. Όταν λέμε «όλα τα
ξέρουν», πρέπει, εδώ που τα λέμε, να το εντοπίσουμε σ’ ένα αρκετά περιορισμένο πεδίο: που
εργάζεται ο τάδε, με ποιους γνωρίζεται, τι περιουσία έχει, που χρημάτισε νομάρχης, με ποιαν είναι
παντρεμένος, πόση προίκα πήρε, ποιος είναι ξάδερφός του, ποιος δεύτερος ξάδερφος κ.τ.λ. κ.τ.λ.
όλα τέτοιας λογής. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους παντογνώστες περιφέρονται με τριμμένους
αγκώνες και παίρνουν δεκαεφτά ρούβλια μισθό το μήνα. Οι άνθρωποι που γι’ αυτούς ξέρουν και τα
παραμικρότερα μυστικά της ζωής τους, δε θα μπορούσαν φυσικά να φανταστούν ποτέ ποιο
συμφέρον τους κινεί προς αυτή την κατεύθυνση, κι όμως, πολλοί απ’ αυτούς με τις γνώσεις που
λέμε —και που είναι αντάξιες μιας ολάκερης επιστήμης— ικανοποιούνται ολότελα, καταφέρνουν κι
αποχτούν αυτοεκτίμηση, φτάνουν μάλιστα ως την ανώτερη ψυχική απόλαυση. Εξάλλου είναι και
ελκυστική αυτή η επιστήμη. Έχω δει σοφούς, λογοτέχνες, που σ’ αυτή την επιστήμη βρήκανε την
πλήρωσή τους και καταχτήσανε τους ανώτερους σκοπούς τους, ξέρω μάλιστα μερικούς που κάνανε
την καριέρα τους μονάχα χάρη σ’ αυτό.
Όσο κράταγε όλη αυτή η συζήτηση, ο μαυρομάλλης νέος χασμουριόταν, κοίταζε άσκοπα απ’ το
παράθυρο και περίμενε με ανυπομονησία να τελειώσει πια το ταξίδι. Ήταν κάπως αφηρημένος,υπερβολικά αφηρημένος μάλιστα, σχεδόν ταραγμένος, καταντούσε, μπορώ να πω, κάπως
παράξενος: ήταν στιγμές που άκουγε και δεν άκουγε, κοίταζε και δεν κοίταζε, γέλαγε και δε γέλαγε
και, ώρες‐ώρες, δεν ήξερε μήτε ο ίδιος γιατί γελάει.
— Επιτρέψτε μου όμως, με ποιον έχω την τιμή… — γύρισε ξάφνου ο σπυριάρης κύριος στον ξανθό
νέο με το μπογαλάκι.
— Πρίγκηψ Λέων Νικολάγιεβιτς Μίσκιν — απάντησε εκείνος με άμεση κι απόλυτη προθυμία.
— Πρίγκηψ Μίσκιν; Λέων Νικολάγιεβιτς; Δεν ξέρω. Μήτε κι έχω ακουστά τέτοιο όνομα — απάντησε
σκεφτικός ο υπάλληλος —δηλαδή— δεν το λέω αυτό για το επίθετο, το επίθετο είναι ιστορικό, στην
ιστορία του Καραμζίν μπορεί και πρέπει να το βρει κανείς∙ το λέω για σας προσωπικά, κι ύστερα,
γενικά τώρα πια δε συναντάς πουθενά πρίγκιπες Μίσκιν μήτε ακούγονται καθόλου.
— Ω, και βέβαια — απάντησε αμέσως ο πρίγκιπας. — Πρίγκιπες Μίσκιν τώρα πια δεν υπάρχουν
καθόλου, εκτός από μένα∙ μου φαίνεται πως είμαι ο τελευταίος. Όσο για τους πατεράδες και τους
παππούδες, αυτοί είχαν ξεπέσει στην αγροτιά. Εδώ που τα λέμε, ο πατέρας μου ήταν
ανθυπολοχαγός του ιππικού. Κι ακόμα δεν ξέρω πώς έγινε και βρέθηκε κι η στρατηγίνα Επάντσινα
να κρατά απ’ το σόι των πριγκίπων Μίσκιν και να ‘ναι κι αυτή κατά κάποιον τρόπο η τελευταία στο
είδος της.
— Χε! χε! χε! Η τελευταία στο είδος της! Χε! χε! Πολύ πετυχημένο αυτό που είπατε —βάλθηκε να
χαχανίζει ο υπάλληλος.
Ψευτογέλασε κι ο μαυριδερός. Ο ξανθός απόρησε αρκετά που τα ‘χε καταφέρει να πει ένα αρκετά
κακό εδώ που τα λέμε καλαμπούρι.
— Ε, λοιπόν φανταστείτε, το είπα χωρίς να το θέλω — εξήγησε τέλος κατάπληκτος.
— Μα εννοείται, εννοείται — βεβαίωσε εύθυμα ο υπάλληλος.
— Και δε μου λέτε, πρίγκηψ, σπουδάσατε κι επιστήμες εκεί κάτω στου καθηγητή; ρώτησε ξάφνου ο
μελαχρινός.
— Ναι… σπούδασα…
— Εγώ, ξέρετε, δε σπούδασα ποτέ μου τίποτα.
— Μα κι εγώ ελάχιστα πράματα μονάχα — πρόστεσε ο πρίγκιπας, σχεδόν σα να ζήταγε συγνώμη. —
Εξαιτίας της αρρώστιας μου δεν ήταν δυνατό να μου κάνουν συστηματικά μαθήματα.
— Τους Ραγκόζιν τους ξέρετε; ρώτησε απότομα ο μελαχρινός.
— Όχι, δεν τους ξέρω καθόλου. Ξέρω ελάχιστους ανθρώπους εδώ στη Ρωσία. Εσείς είστε Ραγκόζιν;
— Ναι, εγώ λέγομαι Παρφιόν Ραγκόζιν.
— Παρφιόν; Μα… συμβαίνει να είστε από κείνους τους Ραγκόζιν που… — άρχισε με πολλή
επισημότητα ο υπάλληλος.
— Ναι, από κείνους, από κείνους ακριβώς — γρήγορα και με αγενέστατη ανυπομονησία τον
διέκοψε ο μελαχρινός, που, εδώ που τα λέμε, δεν είχε αποτείνει μήτε μια φορά το λόγο στο
σπυριάρη υπάλληλο, μα από μιας αρχής μίλαγε μονάχα στον πρίγκιπα.
— Μα… πώς είναι δυνατόν; — απόρησε σα να τον βρήκε κεραμίδα ο υπάλληλος και γούρλωσε τα
μάτια του. Το πρόσωπό του άρχισε αμέσως να παίρνει μιαν έκφραση ευλάβειας και δουλικότητας,
σχεδόν τρόμου: — Είστε γιος του Σεμιόν Παρφιόνοβιτς Ραγκόζιν, του κληρονομικού επίτιμου πολίτη
που πέθανε εδώ κι ένα μήνα κι άφησε δυόμισι εκατομμύρια ρούβλια κεφάλαιο;
— Και πού το ‘μαθες εσύ πως άφησε δυόμισι εκατομμύρια καθαρή περιουσία; ρώτησε ο μελαχρινός
χωρίς να καταδεχτεί ούτε και τούτη τη φορά να ρίξει μια ματιά στον υπάλληλο. — Κάτι άνθρωποι,
μα το ναι! (έκλεισε το μάτι του δείχνοντας τον υπάλληλο στον πρίγκιπα) και τι καταλαβαίνουν που
βιάζονται αμέσως να ‘ρθουν να σου κολλήσουν; Είναι αλήθεια πάντως πως ο πατέρας μου πέθανε κι
εγώ έρχομαι απ’ το Πσκοβ ύστερα από ένα μήνα, σχεδόν ξυπόλητος. Μήτε ο άτιμος ο αδερφός μου,
μήτε η μάνα μου δε μου ‘στειλαν τίποτα, μήτε λεφτά μήτε ειδοποίηση! Λες κι ήμουν κάνα
παλιόσκυλο! Ένα μήνα ήμουνα στο στρώμα με πυρετό εκεί στο Πσκοβ!
— Και τώρα σας πέφτει ένα εκατομμυριάκι μονοκοπανιάς, να το βάλετε στο χέρι, κι αυτό με τους
μετριότερους υπολογισμούς. Ω Θεέ μου! — χτύπησε τα χέρια του ο υπάλληλος.
— Όχι, πέστε μου σας παρακαλώ, τι τον νοιάζει αυτόν; — τον έδειξε και πάλι με μια κίνηση του
κεφαλιού ο Ραγκόζιν, νευριασμένα και με πολλή κακία: — Μήτε καπίκι δεν πρόκειται να δεις από
μένα, έστω κι αν αρχίσεις να περπατάς με τα χέρια.
— Και θα το κάνω, θα περπατήσω.
— Άκου πράματα! Μα δε θα σου δώσω πεντάρα, δε θα σου δώσω, ολάκερη εβδομάδα να χορεύεις!
— Μ η μου δίνεις! Αυτό θέλω και γω∙ μη μου δίνεις! Εγώ θα χορεύω. Θα παρατήσω τη γυναίκα μου,
τα μικρά μου και θα χορεύω μπροστά σου. Για να σε καλοπιάσω, να σε καλοπιάσω!
— Άντε να μου χαθείς! — έκανε ο μελαχρινός. — Εδώ και πέντε βδομάδες, το ‘σκασα απ’ τον
πατέρα μου μ’ ένα μπογαλάκι, ακριβώς όπως και σεις — γύρισε κι είπε στον πρίγκιπα. — Το ‘σκασα
και πήγα στο Πσκοβ, στη θεια μου∙ εκεί πέρα όμως μ’ έπιασε πυρετός κι έπεσα στο στρώμα, κι
αυτός πέθανε όσο έλειπα. Του ‘ρθε κόλπος. Αιωνία του η μνήμη του μακαρίτη, εμένα όμως
παραλίγο να με σκότωνε τότε! Το πιστεύετε τάχα, πρίγκηψ; Να, μα το Θεό σας λέω! Αν δεν το
‘σκαγα τότε θα μ’ είχε σκοτώσει.
— Του κάνατε τίποτα και θύμωσε; — ρώτησε ο πρίγκιπας, κοιτάζοντας με κάποιαν ιδιαίτερη
περιέργεια τον εκατομμυριούχο με την προβιά. Όμως, μόλο που μπορεί να ‘χε κάποιο ενδιαφέρον
το εκατομμύριο κι η κληρονομιά, του πρίγκιπα του ‘χε κάνει εντύπωση και τον έκανε να ενδιαφερθεί
και κάτι άλλο ακόμα. Μα κι ο ίδιος ο Ραγκόζιν πήρε από μόνος του —και μάλιστα, άγνωστο γιατί, με
ιδιαίτερη προθυμία— τον πρίγκιπα για συνομιλητή του, μόλο που ‘χε κανείς την εντύπωση πως η
ανάγκη που ‘νιωθε να κουβεντιάσει ήταν μάλλον μηχανική παρά ηθική∙ από αφηρημάδα
περισσότερο παρά από εγκαρδιότητα∙ από ταραχή, από ανησυχία, μόνο και μόνο για να κοιτάζει
κάποιον και να ‘χει ένα θέμα, για να βρίσκει δουλειά η γλώσσα του. Είχε κανείς την εντύπωση πως
και τώρα ακόμα δεν του ‘χε περάσει ο πυρετός, ή, αν δεν είχε πυρετό, θα ‘χε το δίχως άλλο ρίγη.
Όσο για τον υπάλληλο, αυτός κρεμάστηκε απ’ τα χείλη του Ραγκόζιν, μήτε ν’ ανασάνει δεν
τολμούσε, άρπαζε και ζύγιζε την κάθε του λέξη, λες κι έψαχνε κάνα διαμάντι.
— Θύμωσε, ναι, μπορεί όμως να ‘χε και δίκιο —απάντησε ο Ραγκόζιν— εμένα όμως, περισσότερο
απ’ όλα, ο αδερφός μου ήταν που μ’ έκανε κι έφτασα ως εκεί. Για τη μαμάκα μου δεν έχω να πω
τίποτα, είναι γριά, διαβάζει το συναξάρι, όλη μέρα κάνει παρέα με γριές κι ότι αποφασίσει ο
αδελφός μου ο Σένκα, είναι νόμος. Γιατί ωστόσο δε με ειδοποίησε έγκαιρα; Αμ τα ξέρουμε αυτά! Η
αλήθεια είναι πως βρισκόμουν τότε στο κρεβάτι αναίσθητος. Λένε ακόμα πως είχαν στείλει κι ένα
τηλεγράφημα. Το τηλεγράφημα όμως το πήρε η θεια μου. Κι αυτή, είναι τριάντα χρόνια τώρα χήρα
και ξημεροβραδιάζεται με θρησκόληπτες. Καλόγρια δεν είναι, κάνει όμως χειρότερα κι από
καλόγρια. Τρόμαξε σαν πήρε το τηλεγράφημα και χωρίς να τ’ ανοίξει το πήγε και το παράδωσε στο
Τμήμα κι έμεινε κει πέρα ως τα σήμερα. Μονάχα ο Κόνιεβ, ο Βασίλης Βασίλιτς μ’ έσωσε, όλα μου τα
‘γραψε καταλεπτώς. Απ’ το χρυσοΰφαντο μεταξωτό που σκέπαζε το φέρετρο του πατέρα μου, ο
αδελφός μου έκοψε τη νύχτα τις μαλαματένιες φούντες: «αυτά εδώ μαθές κοστίζουν ένα σωρό
λεφτά». Μα γι’ αυτό και μόνο μπορεί να πάει στη Σιβηρία, αν το θελήσω, γιατί αυτό είναι
ιεροσυλία.
— Ε, συ σκιάχτρο! — γύρισε κι είπε στον υπάλληλο. — Τι λέει ο Νόμος: Είναι ή δεν είναι ιεροσυλία;
— Ιεροσυλία! Ιεροσυλία! — βιάστηκε να βεβαιώσει αμέσως ο υπάλληλος.
— Στέλνουνε γι’ αυτό στη Σιβηρία;
— Στη Σιβηρία, στη Σιβηρία! Παρευθύς στη Σιβηρία!
— Αυτοί νομίζουν πως είμαι ακόμα άρρωστος — συνέχισε ο Ραγκόζιν μιλώντας στον πρίγκιπα. —
Εγώ όμως, χωρίς να πω λέξη, κρυφά, άρρωστος ακόμα, μπαίνω στο βαγόνι και να, τραβάω∙ άνοιξε
την ξώπορτα, αδερφούλη μου, Σεμιόν Σεμιόνιτς! Έβαζε λόγια στο μακαρίτη τον πατέρα μου για
μένα, το ξέρω. Πάντως, η αλήθεια είναι πως εξόργισα τότε τον πατέρα μου, εξαιτίας της Ναστάσιας
Φιλίπποβνας. Εδώ πια φταίω εγώ και κανένας άλλος. Μπλέχτηκα κι αμάρτησα.
— Εξαιτίας της Ναστάσιας Φιλίπποβνας; πρόφερε με δουλοπρέπεια ο υπάλληλος σα να
συλλογιόταν κάτι.
— Μα αφού δεν την ξέρεις! του φώναξε χάνοντας την υπομονή του ο Ραγκόζιν.
— Εμ, την ξέρω για! απάντησε θριαμβεύοντας ο υπάλληλος.
— Άιντε! Μια Ναστάσια Φιλίπποβνα υπάρχει; Α, μα για να σου πω, είσαι, μα την πίστη μου, πολύ
αναιδέστατο υποκείμενο! Το ‘ξερα γω πως όλο και θα βρεθεί κάνας παλιάνθρωπος σαν τα μούτρα
του να μου κολλήσει! συνέχισε να λέει στον πρίγκιπα.
— Εμ, μπορεί και να την ξέρω! τιναζόταν σύγκορμος ο υπάλληλος. — Ο Λέμπεντεβ ξέρει! Η
εκλαμπρότητά σας βάλθηκε να με σκυλοβρίζει, τι θα λέγατε όμως αν σας τ’ αποδείξω; Ναι, ντε είναι
κείνη η ίδια η Ναστάσια Φιλίπποβνα, κείνη ντε που εξαιτίας της ο πατέρας σας θέλησε να σας βάλει
μυαλό μ’ ένα αραμπαδόξυλο κι η Ναστάσια Φιλίπποβνα είναι το γένος Μπαράσκοβα, κι είναι ούτως
ειπείν μεγίστη δεσποσύνη, κι αυτή επίσης πριγκίπισσα στο είδος της και γνωρίζεται με κάποιον
Τότσκη, τον Αθανάσιο Ιβάνοβιτς, μ’ αυτόν τον ένα και μόνον αποκλειστικώς, τον κτηματία και
ζάμπλουτο, μέτοχο ανωνύμων και άλλων εταιριών κι έχει λόγω όλων αυτών πολλές φιλίες με το
στρατηγό Επάντσιν…
— Μπρε, μπρε, ώστε έτσι λοιπόν! έμεινε πραγματικά κατάπληκτος επιτέλους ο Ραγκόζιν. — Φτου να
πάρει ο διάολος, στ’ αλήθεια την ξέρει.
— Όλα τα ξέρει! Ο Λέμπεντεβ όλα τα ξέρει! Εγώ, εκλαμπρότατε, έκανα και με τον Αλεξάσκα το
Λιχατσόβ δύο μήνες — και μαζί του επίσης μετά το θάνατο του πατέρα του και τα ξέρω όλα, όλες τις
γωνιές και τα σοκάκια, και το πράμα έφτασε σε σημείο που χωρίς το Λέμπεντεβ δεν μπορούσε να
κάνει βήμα. Τώρα τον έχουν μέσα για χρέη, τότε όμως μου ‘τυχε ευκαιρία να γνωρίσω και την
Αρμάνς και την Κοραλία και την πριγκίπισσα Πάτσκαγια και τη Ναστάσια Φιλίπποβνα και πολλά,
πάρα πολλά μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω.
— Τη Ναστάσια Φιλίπποβνα; Και μήπως αυτή με το Λιχατσόβ… — τον κοίταξε άγρια ο Ραγκόζιν
ακόμα και τα χείλη του χλόμιασαν και τρεμούλιασαν.
— Τίποτα! Τίποτα! Απολύτως τίποτα! βιάστηκε να τα μπαλώσει ο υπάλληλος. — Όσα χρήματα κι αν
ξόδεψε, ο Λιχατσόβ θέλω να πω, δεν μπόρεσε να φτάσει στο σκοπό του! Όχι, η Ναστάσια
Φιλίπποβνα δεν είναι σαν την Αρμάνς. Μονάχα με τον Τότσκη τα ‘χει. Και το βράδυ κάθεται στο
ιδιωτικό της θεωρείο ή στο Μπολσόι ή στο Γαλλικό Θέατρο. Οι αξιωματικοί λένε ό,τι τους κατέβει,
όμως κι αυτοί δεν μπορούν ν’ αποδείξουν τίποτα: «αυτή που βλέπεις, αδερφέ μου, είναι η ξακουστή
Ναστάσια Φιλίπποβνα»∙ αυτό μονάχα μπορούν να πουν, πέραν τούτου όμως ουδέν! Γιατί και δεν
υπάρχει τίποτα.
— Έτσι ακριβώς είναι, βεβαίωσε σκυθρωπός και συννεφιασμένος ο Ραγκόζιν. — Τα ίδια μου ‘λεγε
τότε κι ο Ζαλιόζνιεβ. Που λέτε, πρίγκηψ, φόραγα τότε έναν επενδύτη του πατέρα μου με σιρίτια —
ήταν παλιός, τον είχε φορέσει τρία χρόνια— και πέρναγα τη λεωφόρο Νέβσκη, όπου, κείνη τη
στιγμή, βγαίνει και κείνη από ένα κατάστημα κι ανεβαίνει στην άμαξα. Κι αμέσως σα να με
διαπέρασε μια φλόγα πέρα ως πέρα. Συναντάω το Ζαλιόζνιεβ — άλλος άνθρωπος αυτός,
περιφέρεται σαν εμποροϋπάλληλος που μόλις βγήκε απ’ το κουρείο κι έχει κι ένα μονόκλ στο μάτι,
ενώ εμείς στου πατέρα μου την περνάγαμε με γρασαρισμένα ποδήματα και τρώγαμε νηστίσιμη
χορτόσουπα. Αυτή, μου λέει, δεν είναι για τα μούτρα σου, είναι, λέει, πριγκίπισσα και τη λένε
Ναστάσια Φιλίπποβνα το γένος Μπαράσκοβα και ζει με τον Τότσκη κι ο Τότσκη τώρα δεν ξέρει πώς
να την ξεφορτωθεί γιατί έφτασε πια σε ωριμότατη ηλικία, θέλω να πω είναι κιόλας καμιά
πενηνταπενταριά χρονών και θέλει να παντρευτεί την πρώτη υπερκαλονή όλης της Πετρούπολης.
Τότε ήταν που μου ‘δωσε την πληροφορία πως σήμερα κιόλας μπορείς να τη δεις τη Ναστάσια
Φιλίπποβνα στο Μπολσόι, στο μπαλέτο, στο θεωρείο της μέσα, να κάθεται κει στην πρώτη σειρά. Σε
μας, στο σπίτι του πατέρα μου, άντε δοκίμασε να πας στο μπαλέτο — δεν έχει δεύτερη κουβέντα,
θα σε σκοτώσει! Ωστόσο, εγώ το ‘σκασα κρυφά για καμιάν ώρα και πετάχτηκα ως εκεί και ξανάδα τη
Ναστάσια Φιλίπποβνα. Όλη κείνη τη νύχτα δεν έκλεισα μάτι. Το πρωί ο μακαρίτης μου δίνει δυο
ομολογίες των πέντε τοις εκατό —πέντε χιλιάδες η καθεμιά τους— να πας, μου λέει, και να τις
πουλήσεις και με τις εφτάμιση χιλιάδες να πας και να πληρώσεις τους Αντρέγιεβ στο γραφείο και τα
ρέστα απ’ τις δέκα χιλιάδες να μου τα φέρεις εμένα χωρίς να σκαλώσεις πουθενά∙ θα σε περιμένω.
Τις ομολογίες τις πούλησα, τα χρήματα τα πήρα, δεν πάτησα όμως στο γραφείο των Αντρέγιεβ,
μονάχα τράβηξα ίσα κατευθείαν στο Αγγλικό Κατάστημα και διάλεξα ένα ζευγάρι σκουλαρίκια που
κάνανε όλα τα λεφτά μου κι είχε το κάθε σκουλαρίκι ένα διαμάντι μεγάλο σχεδόν σα φουντούκι, και
τους έμεινα χρεώστης τετρακόσια ρούβλια, είπα τ’ όνομά μου και με πίστεψαν. Με τα σκουλαρίκια
τράβηξα αμέσως στου Ζαλιόζνιεβ: το και το, πάμε αδερφέ μου, στη Ναστάσια Φιλίπποβνα.
Ξεκινήσαμε. Τι ήταν τότε κάτω απ’ τα πόδια μου, τι ήταν μπροστά μου, τι στα πλάγια — δεν ξέρω
τίποτα απ’ όλα αυτά κι ούτε θυμάμαι. Μπήκαμε ίσα στο σαλόνι της, βγήκε η ίδια να μας δει.
Δηλαδή, τότε δεν είπα πως είμαι εγώ ο ίδιος∙ μονάχα, «εκ μέρους του Παρφιόν Ραγκόζιν —λέει ο
Ζαλιόζνιεβ— σας τα προσφέρει εις ανάμνησιν της χθεσινής συνάντησης∙ καταδεχτείτε να τα
πάρετε». Τ’ άνοιξε, έριξε μια ματιά, χαμογέλασε αχνά: «ευχαριστείστε, λέει, το φίλο σας τον κύριο
Ραγκόζιν για την ευγενική του χειρονομία», χαιρέτησε κι έφυγε. Όχι, πέστε μου, γιατί να μην
πεθάνω τότε κει επιτόπου! Μα κι αν πήγα, έγινε μόνο και μόνο γιατί σκεφτόμουν: «έτσι κι αλλιώς δε
θα γυρίσω ζωντανός!» Και κείνο που με πείραξε περισσότερο απ’ όλα ήταν που το κτήνος ο
Ζαλιόζνιεβ έκανε το κομμάτι του. Εγώ και στο μπόι είμαι κοντός και ντυμένος σα λέτσος και
στέκομαι, σωπαίνω, την κοιτάω με γουρλωμένα μάτια (επειδή ντρεπόμουν) ενώ αυτός ήταν του
κουτιού και της μόδας, με πομάδες και μαλλιά κατσαρωμένα, ροδομάγουλος, η γραβάτα καρό, ήταν
όλο γλύκες και καμώματα και, φυσικά, είναι σίγουρο πως η Ναστάσια Φιλίπποβνα τον πήρε για
μένα! «Ε, του λέω μόλις βγήκαμε, κοίτα μη μου τολμήσεις τώρα — μήτε να βάλεις τίποτα με το νου
σου, μην τολμήσεις, κατάλαβες;» Γελάει: «και δε μου λες, τι λογαριασμό θα πας να δώσεις τώρα στο
Σεμιόν Παρφιόνιτς;» Αλήθεια είναι πως ήθελα να πάω αμέσως τότε και να πέσω στο ποτάμι, χωρίς
να περάσω απ’ το σπίτι μου, σκέφτηκα όμως: «Δε βαριέσαι, τώρα πια το ίδιο κάνει» και σαν
καταραμένος γύρισα σπίτι.
— Εχ! Ουχ! καμωνόταν ο υπάλληλος τον τρομαγμένο. — Και πρέπει να ξέρετε πως ο μακαρίτης όχι
για δέκα χιλιάδες, μα για δέκα ασημένια ρούβλια είχε στείλει ανθρώπους στον άλλον κόσμο —
γύρισε κι είπε στον πρίγκιπα.
Ο πρίγκιπας περιεργαζόταν με περιέργεια το Ραγκόζιν, έτσι φαινόταν τουλάχιστο∙ ο Ραγκόζιν ήταν
ακόμα πιο χλομός εκείνη τη στιγμή.
— Τους είχε στείλει στον άλλον κόσμο! ξανάπε ο Ραγκόζιν. — Τι ξέρεις εσύ; Τα ‘μαθε αμέσως όλα —
συνέχισε να λέει στον πρίγκιπα— μα κι ο Ζαλιόζνιεβ καθόταν και τα ‘λεγε χαρτί και καλαμάρι σ’
όποιον συναντούσε στο δρόμο. Με παίρνει λοιπόν ο πατέρας μου και με κλείνει επάνω και μια
ολάκερη ώρα μου ‘βαζε μυαλό. «Αυτό, λέει, ήταν απλώς τα προκαταρκτικά, θα ξαναπεράσω όμως
αργότερα να σου πω καληνύχτα». Και… θα το ‘βαζε ποτέ ο νους σου; Πήγε ο γέρος στη Ναστάσια
Φιλίπποβνα, της έκανε εδαφιαίες υποκλίσεις, την ικέτευε κι έκλαιγε∙ του ‘φερε τελικά το κουτάκι
και του το πέταξε στα μούτρα. «Παρ’ τα, του λέει, γεροτράγο, τα σκουλαρίκια σου, για μένα όμως
τώρα αξίζουν δέκα φορές παραπάνω μια και τ’ αγόρασε ο Παρφιόν, αψηφώντας έναν στριμμένο
σαν κι εσένα. Τα χαιρετίσματά μου, λέει, στον Παρφιόν Σεμιόνιτς και πες του πως τον ευχαριστώ».
Εγώ στο μεταξύ, με τη μεσολάβηση της μαμάκας μου, οικονόμησα είκοσι ρούβλια απ’ τον Σεριόζκα
Προτούσιν και πήρα το τρένο για το Πσκοβ κι έφτασα με ρίγη∙ εκεί αρχίσανε οι γριές να μου
διαβάζουν ξόρκια και γω καθόμουν μεθυσμένος∙ και πήγα ύστερα στις ταβέρνες και τα κοπάνησα
με τα τελευταία μου χρήματα κι όλη νύχτα έμεινα πεσμένος αναίσθητος στο δρόμο και το πρωί είχα
πυρετό με παραλήρημα κι ώσπου να με βρούνε με δάγκωσαν και κάτι σκυλιά. Είδα κι έπαθα να
συνέλθω.
— Ε, ρε τι έχει να γίνει τώρα! Τώρα είναι που θα πει κι ένα τραγούδι η Ναστάσια Φιλίπποβνα! —
ψευτογέλαγε ο υπάλληλος τρίβοντας τα χέρια του. — Τώρα, εξοχότατε, τα σκουλαρίκια δεν πιάνουν
μπάζα πια! Τώρα εμείς θα την ανταμείψουμε με κάτι σκουλαρίκια ώστε…
— Ώστε αν ξαναπείς έστω και μια λέξη για τη Ναστάσια Φιλίπποβνα, μα το Θεό, θα σε σπάσω στο
ξύλο κι ας έκανες τότε παρέα με τον Λιχατσόβ — ξεφώνισε ο Ραγκόζιν, αρπάζοντάς τον γερά απ’ το
χέρι.
— Άμα με σπάσεις στο ξύλο, θα πει πως δε θα με διώξεις από κοντά σου! Δείρε με! Με το ξύλο θα
με κάνεις δικό σου! Μόλις με σπάσεις στο ξύλο δε θα μπορείς να κάνεις πια δίχως εμένα… Μα να
που φτάσαμε!
Πραγματικά, μπαίνανε στο σταθμό. Μ’ όλο που ο Ραγκόζιν είχε πει πως έφυγε κρυφά απ’ το Πσκοβ,
τον περίμεναν κιόλας αρκετοί. Φωνάζανε και του κουνάγαν τα σκουφιά τους.
— Για κοίτα, κουβαλήθηκε κι ο Ζαλιόζνιεβ! — μουρμούρισε ο Ραγκόζιν, κοιτάζοντάς τους μ’ ένα
θριαμβευτικό και σάμπως μοχθηρό χαμόγελο μάλιστα, και ξαφνικά γύρισε στον πρίγκιπα: —
Πρίγκηψ, δεν ξέρω γιατί σ’ αγάπησα. Μπορεί να ‘γινε επειδή σε συνάντησα σε μια τέτοια στιγμή, μα
όχι κι αυτόν εδώ τον συνάντησα (έδειξε τον Λέμπεντεβ) δεν τον αγάπησα όμως καθόλου. Έλα να με
δεις στο σπίτι μου, πρίγκηψ, θα σου βγάλουμε αυτές τις ψωρογκέτες και θα σε ντύσω με γούνινο
παλτό από σαμούρι πρώτης∙ θα σου ράψω ένα φράκο, το ακριβότερο φράκο που γίνεται, ένα
γιλεκάκι άσπρο ή ότι άλλο χρώμα θες, θα σου γεμίσω τις τσέπες φίσκα με λεφτά και… θα πάμε στη
Ναστάσια Φιλίπποβνα! Θα ‘ρθείς ή όχι;
— Δώστε βάση, πρίγκηψ Λέων Νικολάγιεβιτς! βιάστηκε να πει βαρυσήμαντα και θριαμβευτικά ο
Λέμπεντεβ. — Κοιτάχτε μην τη χάσετε την ευκαιρία! Μην τη χάσετε για τίποτα στον κόσμο!
Ο πρίγκιπας Μίσκιν ανασηκώθηκε, έδωσε ευγενικά το χέρι του στον Ραγκόζιν και του είπε με πολύ
φιλοφροσύνη.
— Θα ‘ρθω πολύ ευχαρίστως και σας ευχαριστώ ιδιαιτέρως που με αγαπήσατε. Μάλιστα μπορεί να
‘ρθω και σήμερα, αν προφτάσω. Γιατί, θα σας μιλήσω με ειλικρίνεια, και σεις επίσης πολύ μου
αρέσατε και ιδιαίτερα όταν μας λέγατε για τα σκουλαρίκια με τα διαμάντια. Ακόμα και πριν απ’ τα
σκουλαρίκια μού είχατε αρέσει, μόλο που το πρόσωπό σας είναι σκυθρωπό. Σας ευχαριστώ επίσης
για το κοστούμι και τη γούνα που μου υποσχεθήκατε γιατί πραγματικά, όπου να ‘ναι, θα μου
χρειαστεί ένα κοστούμι και μια γούνα. Όσο για τα χρήματα, δεν έχω αυτή τη στιγμή μήτε καπίκι
σχεδόν.
— Λεφτά θα ‘χουμε, το βράδυ θα ‘χουμε, έλα!
— Θα ‘χουμε! Θα ‘χουμε! έκανε ο υπάλληλος. — Το βράδυ, πριν απ’ τα χαράματα θα ‘χουμε!
— Όσο για το γυναικείο φύλο, τι λέτε, πρίγκηψ; Το ‘χουμε κέφι; Ομολογείστε το απ’ τα τώρα!
— Εγώ, ο‐ο‐όχι! Εγώ καταλαβαίνετε… Ίσως να μην το ξέρετε, όμως εγώ, εξαιτίας εκείνης της
αρρώστιας που ‘χα εκ γενετής, δε γνώρισα καθόλου γυναίκα.
— Ε, αν είν’ έτσι —ξεφώνισε ο Ραγκόζιν— σημαίνει, πρίγκηψ, πως είσαι ολότελα αγαθός και κάτι
τέτοιους σαν και σένα τους αγαπάει πολύ ο Θεός!
— Κάτι τέτοιους τους αγαπάει ο Κύριος ημών, ο Θεός — βιάστηκε να βεβαιώσει ο υπάλληλος.
— Και συ, γραφιά, ακολούθα με — είπε ο Ραγκόζιν στον Λέμπεντεβ κι όλοι βγήκαν απ’ το βαγόνι.
Ο Λέμπεντεβ είχε καταφέρει τελικά το σκοπό του. Σε λίγο η φωνακλάδικη παρέα ξεμάκρυνε κατά τη
λεωφόρο Βοζνεσένσκη. Ο πρίγκιπας έπρεπε να στρίψει για την οδό Λιτέιναγια. Όλα ήταν υγρά και
βρεγμένα. Ο πρίγκιπας ζήτησε πληροφορίες από περαστικούς: ως εκεί που ήθελε να πάει ήταν
κάπου τρία βέρστια και αποφάσισε να πάρει αμάξι.

                                                                         II

Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΕΠΑΝΤΣΙΝ ζούσε στο ιδιόκτητο σπίτι του, κάπως παράμερα απ’ την οδό Λιτέιναγια,
κατά τη Μεταμόρφωση του Σωτήρος. Εκτός από κείνο το (υπέροχο) σπίτι, που τα πέντε του έκτα τα
νοίκιαζε, ο στρατηγός Επάντσιν είχε ακόμα ένα τεράστιο σπίτι στην οδό Σαντόβαγια που του ‘δινε
και κείνο ένα εξαιρετικά μεγάλο εισόδημα. Εκτός απ’ αυτά τα δυο σπίτια, είχε ακόμα, λίγα
χιλιόμετρα έξω απ’ την Πετρούπολη, ένα πολύ προσοδοφόρο και σημαντικό κτήμα∙ ήταν ακόμα και
κάποιο εργοστάσιο στα περίχωρα της Πετρούπολης. Στα παλιά τα χρόνια, όπως ήταν γνωστό σε
όλους, είχε πάρει μέρος σε εκμισθώσεις φόρων οινοπνευματωδών. Τώρα ήταν μέτοχος κι είχε
εξαιρετικά σημαντικό μερίδιο σε μερικές μεγάλες ανώνυμες εταιρίες. Είχε τη φήμη πάμπλουτου, με
μεγάλες επιχειρήσεις και μεγάλες γνωριμίες. Σε ορισμένα μέρη τα κατάφερε κι είχε γίνει εντελώς
απαραίτητος, ανάμεσα στ’ άλλα και στην υπηρεσία του. Παράλληλα όμως, ήταν επίσης γνωστό πως
ο Ιβάν Φιοντόροβιτς Επάντσιν ήταν αμόρφωτος κι είχε ξεκινήσει από γιος απλού στρατιώτη∙ το
τελευταίο αυτό, δε χωράει αμφιβολία πως μονάχα προς τιμήν του θα μπορούσε κανείς να του το
καταλογίσει, απ’ το στρατηγό όμως, παρ’ όλο που ήταν έξυπνος άνθρωπος, δε λείπανε ωστόσο οι
μικρές, εντελώς ανθρώπινες αδυναμίες και δεν του αρέσανε ορισμένοι υπαινιγμοί. Είναι
αναντίρρητο ωστόσο πως ήταν έξυπνος και καπάτσος άνθρωπος. Το ‘χε λόγου χάρη σύστημα να μην
επιδεικνύεται όταν έπρεπε να μένει στο περιθώριο και πολλοί τον εκτιμούσανε γι’ αυτήν ακριβώς
την απλότητά του, για το ότι ακριβώς ήξερε πάντα τη θέση του. Παρ’ όλα αυτά, αν ξέρανε μονάχα
αυτοί οι κριτές του τι γινόταν καμιά φορά στην ψυχή του Ιβάν Φιοντόροβιτς που ήξερε τόσο καλά τη
θέση του! Μόλο που είχε πράγματι πείρα και γνώση στις οικονομικές υποθέσεις και μερικές πολύ
αξιοσημείωτες ικανότητες, του άρεσε να παρουσιάζεται μάλλον σαν εκτελεστής μιας ξένης ιδέας
παρά κύριος των πράξεών του, να παρουσιάζεται σαν άνθρωπος «αφοσιωμένος χωρίς κολακεία»
και —γιατί όχι;— ακόμα και σαν άνθρωπος με ρούσικη και καλή καρδιά. Σχετικά μ’ αυτό το
τελευταίο του τύχανε μάλιστα μερικές διασκεδαστικές περιπέτειες, ο στρατηγός όμως δεν
κακοκάρδιζε ποτέ του, ακόμα και σαν γινότανε θύμα των πιο διασκεδαστικών περιστατικών∙
επιπλέον, ήταν τυχερός, ακόμα και στα χαρτιά∙ κι αυτός έπαιζε χοντρό παιχνίδι και μάλιστα, από
σκοπού, όχι μονάχα δεν έκρυβε αυτή τη μικρή του δήθεν αδυναμία για το χαρτί (που τόσο
ουσιαστικά και τόσο συχνά του φάνηκε χρήσιμη) μα απεναντίας μάλιστα δεν άφηνε ευκαιρία που
να μην την επιδείξει. Οι κοινωνικές του γνωριμίες ήταν λογιών‐λογιών, όλες τους όμως άνθρωποι
που «βαστιόνταν». Το μέλλον όμως βρισκόταν μπροστά, είχε καιρό ακόμα, είχε καιρό για όλα∙ κι
όλα έπρεπε να ‘ρθουν με τον καιρό και με τη σειρά τους. Γιατί ο στρατηγός Επάντσιν ήταν ακόμα
όπως λένε κοτσονάτος, δηλαδή πενηνταέξι χρονών κι ούτε μέρα παραπάνω, που εν πάση
περιπτώσει είναι μια ηλικία ανθηρή, μια ηλικία που στ’ αλήθεια από κει κι ύστερα αρχίζει η
πραγματική ζωή. Η υγεία, το χρώμα του προσώπου, τα γερά αν και μαύρα δόντια, το γεροδεμένο
κορμί, η πολυάσχολη έκφραση του προσώπου του τα πρωινά στην υπηρεσία, το εύθυμο ύφος του
το βράδυ όταν έπαιζε χαρτιά ή στο σπίτι της Αυτού Εκλαμπρότητος — όλα συντείνανε στις τωρινές
και στις μελλούμενες επιτυχίες κι έστρωναν τη ζωή της αυτού εξοχότητος με ρόδα.
Ο στρατηγός είχε μία ανθούσα οικογένεια. Η αλήθεια είναι πως εδώ πέρα δεν ήταν πια τα πάντα
ρόδινα, υπήρχαν όμως και μερικά που από καιρό άρχισαν και συγκεντρώνονταν σ’ αυτά — σοβαρά
κι εγκάρδια— οι κυριότερες ελπίδες κι οι σκοποί της Αυτού Εξοχότητος. Αλλά και ποιος σκοπός στη
ζωή είναι σπουδαιότερος και ιερότερος από τους πατρικούς σκοπούς; Σε τι άλλο να στηριχτεί κανείς
αν όχι στην οικογένεια; Την οικογένεια του στρατηγού την αποτελούσε η σύζυγος κι οι τρεις του
κόρες της παντρειάς. Ο στρατηγός είχε παντρευτεί εδώ και πολλά χρόνια, όταν ήταν ακόμα
υπολοχαγός, με μια κοπέλα της ίδιας πάνω‐κάτω ηλικίας με κείνον —που δεν είχε μήτε ομορφιά,
μήτε μόρφωση, που του ‘δωσε προίκα μονάχα πενήντα ψυχές— μόλο που η αλήθεια είναι πως οι
πενήντα εκείνες ψυχές στάθηκαν η μαγιά για τη μελλοντική του περιουσία. Ο στρατηγός ωστόσο
δεν παραπονιόταν ποτέ για τον πρώιμο γάμο του, ποτέ δεν τον θεώρησε σαν μια στραβοτιμονιά της
παράφορης κι απερίσκεπτης νεότητας, και τη σύζυγό του τόσο πολύ την εκτιμούσε και τόσο πολύ τη
φοβόταν καμιά φορά, που έφτανε και να την αγαπά. Η στρατηγίνα κράταγε απ’ την πριγκιπική γενιά
των Μίσκιν —μια γενιά που μπορεί να μην ήταν και πολύ δοξασμένη, ήταν όμως πανάρχαια— κι η
στρατηγίνα είχε τρομερή εκτίμηση στον εαυτό της λόγω τη καταγωγής της. Κάποιο απ’ τα σημαντικά
πρόσωπα εκείνης της εποχής, ένας από κείνους τους προστάτες που —εδώ που τα λέμε— η
προστασία τους δεν τους στοιχίζει τίποτα, δέχτηκε να ενδιαφερθεί για το γάμο της νεαρής
πριγκίπισσας. Αυτός ήταν που άνοιξε την πίσω πόρτα στον νεαρό αξιωματικό και τον έσπρωξε
μπροστά, αν κι αυτός ήταν από εκείνους που δεν του χρειαζόταν καθόλου σπρωξιά∙ κι ένα βλέμμα
θα του ήταν αρκετό — ήξερε να το εκμεταλλευτεί! Εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις, οι δυο σύζυγοι
ζήσανε όλον τον καιρό του πολύχρονου βίου τους ταιριαστά. Από τα πολύ νεανικά της ακόμα
χρόνια, η στρατηγίνα είχε καταφέρει, σαν πριγκίπισσα το γένος και σαν τελευταία της γενιάς, ίσως
όμως και σαν άνθρωπος με προσωπικά χαρίσματα, είχε καταφέρει να βρει μερικές πολύ υψηλές
προστάτριες. Αργότερα, σαν πλούτισε, κι ο σύζυγός της ανέβηκε στην κλίμακα της στρατιωτικής
ιεραρχίας, άρχισε ν’ αποχτά σχέσεις σε κείνον τον ανώτερο κύκλο και να κυκλοφορεί εκεί με άνεση.
Τα τελευταία χρόνια μεγάλωσαν κι ήταν πια της παντρειάς κι οι τρεις κόρες του στρατηγού — η
Αλεξάνδρα, η Αδελαΐδα κι η Αγλαΐα. Είναι αλήθεια πως ήταν όλες τους απλά και σκέτα μονάχα
Επάντσιν, όμως απ’ τη μεριά της μητέρας τους κρατάγανε από πριγκιπική γενιά κι είχανε σημαντική
προίκα κι έναν πατέρα που μπορεί να ανέβαινε τελικά σε υψηλότατα αξιώματα και —πράγμα
επίσης αρκετά σπουδαίο— όλες τους, κι οι τρεις, ήταν αξιοπρόσεχτα χαριτωμένες, χωρίς να
εξαιρέσουμε ούτε και τη μεγαλύτερη, την Αλεξάνδρα, που ‘χε κλείσει κιόλας τα είκοσι πέντε. Η
μεσαία ήταν είκοσι τριών χρονών κι η μικρότερη, η Αγλαΐα, μόλις είχε κλείσει τα είκοσι. Αυτή η
μικρότερη ήταν μάλιστα σωστή καλλονή κι είχε αρχίσει να κάνει μεγάλη εντύπωση στους κοσμικούς
κύκλους. Όμως κι αυτά ακόμα δεν ήταν όλα: και οι τρεις τους διακρίνονταν για τη μόρφωσή τους,
την εξυπνάδα τους και τα ταλέντα τους. Ήταν γνωστό πως αγαπούσαν απεριόριστα η μία την άλλη
και υποστηρίζονταν πάντα μεταξύ τους. Γινόταν μάλιστα λόγος για κάποιες τάχα θυσίες που κάνανε
οι δύο μεγαλύτερες για ν’ αποκτήσει σχέσεις στους κοσμικούς κύκλους το ίνδαλμα του σπιτιού, η
μικρότερη. Στους κοσμικούς κύκλους όχι μονάχα δεν τους άρεσε να επιδεικνύονται, μα απεναντίας
έδειχναν υπερβολική μετριοφροσύνη. Κανένας δεν μπορούσε να τις κατηγορήσει για υπεροψία κι
ακαταδεξιά, ήταν γνωστό ωστόσο πως ήταν περήφανες και ήξεραν την αξία τους. Η μεγαλύτερη
ήταν μουσικός, κι η μεσαία αξιοπρόσεχτη ζωγράφος∙ αυτό όμως δεν το ‘ξερε σχεδόν κανένας χρόνια
ολάκερα, κι αποκαλύφθηκε μόλις τώρα τελευταία και πάλι τυχαία. Με δύο λόγια λέγονταν γι’ αυτές
πολλά και κολακευτικά. Υπήρχαν όμως και καλοθελητές. Με φρίκη αναφέρανε το πόσα βιβλία είχαν
διαβάσει. Δε βιάζονταν να παντρευτούν μόλο που εκτιμούσαν ορισμένους κοινωνικούς κύκλους,
ωστόσο δεν έδιναν και υπερβολική σημασία. Αυτό ήταν ακόμα πιο αξιοπρόσεχτο, γιατί όλες τους
ξέρανε τις επιδιώξεις, το χαρακτήρα, τους σκοπούς και τις επιθυμίες του πατέρα τους.
Θα ήταν κοντά έντεκα η ώρα όταν ο πρίγκιπας κτύπησε το κουδούνι στο σπίτι του στρατηγού. Ο
στρατηγός έμενε στο δεύτερο πάτωμα κι είχε ένα διαμέρισμα όσο γινόταν λιγότερο επιδεικτικό,
μόλο που ήταν ανάλογο με την κοινωνική του θέση. Του άνοιξε ένας υπηρέτης με λιβρέα κι ο
πρίγκιπας χρειάστηκε να δώσει πολλές εξηγήσεις σ’ αυτόν τον άνθρωπο που από μιας αρχής τον
κοίταξε κι αυτόν και το μπογαλάκι του με πολλή υποψία. Τελικά, όταν του δήλωσε αρκετές φορές
και μ’ όση σαφήνεια γινόταν πως είναι πράγματι ο πρίγκιπας Μίσκιν και πως πρέπει το δίχως άλλο
να δει το στρατηγό για μια σοβαρότατη υπόθεση, ο υπηρέτης αμήχανος τον οδήγησε δίπλα σ’ ένα
μικρό χολ, μπροστά απ’ τον προθάλαμο του γραφείου και τον παρέδωσε χέρι με χέρι σ’ άλλον
υπηρέτη που η υπηρεσία του τα πρωινά ήταν να μένει σε κείνο το χολ και ν’ αναγγέλλει στο
στρατηγό τους επισκέπτες. Αυτός ο άλλος υπηρέτης φόραγε φράκο, ήταν πάνω από σαράντα
χρονών κι είχε μια πολυάσχολη φυσιογνωμία κι ήταν ο ειδικός κλητήρας του γραφείου κι ο μόνος
εντεταλμένος ν’ αναγγέλει τους ξένους στην Αυτού Εξοχότητα και γι’ αυτό είχε πλήρη συνείδηση της
αξίας του.
— Περιμένετε στον προθάλαμο και το μπογαλάκι αφήστε το εδώ —πρόφερε αυτός και
στρογγυλοκάθισε χωρίς να βιάζεται, με πολλή σοβαρότητα στην πολυθρόνα του∙ κοίταζε με αυστηρή απορία τον πρίγκιπα, που βολεύτηκε κι αυτός δίπλα του σε μια καρέκλα με το μπογαλάκι
του στα χέρια.
— Αν μου επιτρέπετε —είπε ο πρίγκιπας— θα προτιμούσα να περιμένω εδώ μαζί σας, γιατί… τι να
κάνω κει μέσα μονάχος μου;
— Δεν αρμόζει να μείνετε στο χολ, γιατί είστε επισκέπτης, μ’ άλλους λόγους ξένος. Θέλετε να δείτε
τον ίδιο το στρατηγό;
Ο υπηρέτης φαίνεται πως δεν το ‘χε πάρει ακόμα απόφαση να εισαγάγει έναν τέτοιο επισκέπτη και
πήρε το θάρρος να τον ξαναρωτήσει.
— Ναι έχω να του μιλήσω για μια υπόθεση… —άρχισε να λέει ο πρίγκιπας.
— Δε σας ρωτάω ποια ακριβώς είναι η υπόθεση σας. Η δουλειά μου είναι να σας αναγγείλω. Χωρίς
το γραμματέα όμως, σας το είπα, δεν μπορώ να σας αναγγείλω.
Η δυσπιστία αυτού του ανθρώπου φαινόταν να μεγαλώνει όλο και περισσότερο: ο πρίγκιπας ήταν
υπερβολικά διαφορετικός απ’ τους καθημερινούς επισκέπτες και μόλο που ο στρατηγός βρισκόταν
στην ανάγκη, αρκετά συχνά, σχεδόν κάθε μέρα μια ορισμένη ώρα, να δέχεται, ιδιαίτερα για
υποθέσεις, λογιώ‐λογιώ επισκέπτες, όμως, ο θαλαμηπόλος παρ’ όλο που τα ‘χε συνηθίσει κάτι
τέτοια κι είχε πάρει αρκετά λεπτομερείς οδηγίες, βρισκόταν σε μεγάλη αμφιβολία∙ η μεσολάβηση
του γραμματέα για την αναγγελία ήταν απαραίτητη.
— Ώστε πράγματι είστε… απ’ το Εξωτερικό; —ρώτησε επιτέλους σχεδόν άθελά του και δεν ήξερε τι
να προσθέσει∙ ίσως να ‘θελε να ρωτήσει: «ώστε πράγματι είστε ο πρίγκιπας Μίσκιν;»
— Ναι, τώρα μόλις έφτασα με το τρένο. Μου φαίνεται πως θέλατε να ρωτήσετε: Είμαι πράγματι ο
πρίγκιπας Μίσκιν; Δε με ρωτήσατε όμως από ευγένεια.
— Χμ —ξεροκατάπιε ο κατάπληκτος υπηρέτης.
— Σας βεβαιώ πως δε σας είπα ψέματα, και δε θα βρείτε καθόλου τον μπελά σας εξαιτίας μου. Όσο
για το ότι είμαι σ’ αυτά τα χάλια και με το μπογαλάκι—δεν είναι καθόλου απορίας άξιον∙ προς το
παρόν η κατάστασή μου δεν είναι και τόσο ανθηρή.
— Χμ… Δεν είναι αυτό που φοβάμαι, βλέπετε. Υποχρέωσή μου να σας αναγγείλω και θα ‘ρθει να
σας δει ο γραμματεύς, εκτός αν εσείς… Περί αυτού τούτου πρόκειται ακριβώς, που υπάρχει το
εκτός. Μην τυχόν ήρθατε να ζητήσετε οικονομική ενίσχυση απ’ το στρατηγό; Με συγχωρείτε για την
ερώτηση που τολμώ να σας απευθύνω.
— Ω, όχι, όχι, όσο γι’ αυτό να μείνετε απολύτως ήσυχος. Έχω άλλη δουλειά.
— Να με συγχωρείτε, σας ρώτησα μονάχα… έτσι που σας είδα… καταλαβαίνετε. Περιμένετε το
γραμματέα∙ ο στρατηγός είναι τώρα απασχολημένος με το συνταγματάρχη κι εξάλλου πρέπει να
‘ρθει κι ο γραμματέας… της κομπανίας.
— Πράγμα που σημαίνει… αν πρόκειται να περιμένω πολλήν ώρα θα σας παρακαλούσα το εξής:
μήπως είναι δυνατό να καπνίσω πουθενά εδώ πέρα; Έχω μαζί μου τσιμπούκι και καπνό.
— Να καπνίσετε;—του ‘ριξε μια περιφρονητική ματιά ο θαλαμηπόλος σα να μην πίστευε στ’ αυτιά
του: —να καπνίσετε; Όχι, εδώ δεν μπορείτε να καπνίσετε κι επιπλέον είναι και ντροπή σας απλώς
και μόνο που το σκεφτήκατε. Χε… περίεργο!
— Ω δεν εννοούσα φυσικά σ’ αυτό το δωμάτιο∙ ξέρω, μη νομίσετε πως δεν ξέρω∙ θα ‘βγαινα κάπου,
κει που θα μου δείχνατε εσείς, επειδή καπνίζω πολύ κι είναι κάπου τρεις ώρες που δεν κάπνισα.
Όμως, όπως αγαπάτε και, ξέρετε, υπάρχει μια παροιμία που λέει: κάθε μαχαλάς και…
— Μα πώς να τον αναγγείλω τούτον εδώ; —μουρμούρισε σχεδόν άθελά του ο θαλαμηπόλος—
Πρώτα‐πρώτα δε θα ‘πρεπε καν να βρίσκεσθε εδώ, μα να κάθεστε στον προθάλαμο, διότι είσθε,
ούτως ειπείν, επισκέπτης, μ’ άλλους λόγους ξένος και θα μου ζητηθούν ευθύνες… Μα δε μου λέτε,
μήπως έχετε σκοπό να εγκατασταθείτε εδώ πέρα; —πρόσθεσε στραβοκοιτάζοντας για μια ακόμα
φορά το μπογαλάκι του πρίγκιπα που όπως φαίνεται, δεν τον άφηνε να ησυχάσει.
— Όχι, δεν το νομίζω. Ακόμα κι αν με καλέσουν, δε θα μείνω. Ήρθα απλώς να γνωριστώ και τίποτε
άλλο.
— Πώς; Να γνωριστείτε; —ρώτησε ο θαλαμηπόλος με απορία και τριπλασιασμένη καχυποψία;—
Πώς μου είπατε λοιπόν στην αρχή πως ήρθατε για μια σπουδαία υπόθεση;
— Ω, σχεδόν δεν έχω καμιά υπόθεση! Δηλαδή, αν επιμένετε, έχω βέβαια μια υπόθεση, έτσι απλώς,
θέλω να ζητήσω μια συμβουλή, κυρίως όμως έχω έρθει για να συστηθώ, επειδή είμαι πρίγκιπας
Μίσκιν κι η στρατηγίνα Επάντσινα είναι επίσης τελευταία απ’ τους πρίγκιπες Μίσκιν κι εκτός από
μένα και κείνην άλλοι Μίσκιν δεν υπάρχουν.
— Σα να λέμε είστε και συγγενής επιπλέον; αναταράχτηκε ο υπηρέτης που ‘χε σχεδόν τρομάξει.
— Και σ’ αυτό θα σας απαντήσω πως σχεδόν όχι. Εδώ που τα λέμε, αν το παρατεντώσουμε το
πράμα είμαι φυσικά συγγενής, τόσο μακρινός όμως, που είναι σχεδόν αδύνατο να με θεωρήσει
κανείς σαν συγγενή. Έτυχε μια φορά να στείλω στη στρατηγίνα ένα γράμμα απ’ το Εξωτερικό μα
εκείνη δε μου απάντησε. Παρ’ όλα αυτά, εγώ το θεώρησα αναγκαίο να συνάψω σχέσεις με την
ευκαιρία της επιστροφής μου. Κι αν κάθομαι τώρα και σας τα εξηγώ όλα αυτά, το κάνω για να μην
έχετε αμφιβολίες, γιατί βλέπω πως εξακολουθείτε ακόμα να είστε ανήσυχος: αναγγείλατε τον
πρίγκιπα Μίσκιν κι αυτό φτάνει∙ όταν πείτε το όνομά μου θα γίνει αμέσως φανερή και η αιτία της
επίσκεψής μου. Αν με δεχτούν, πάει καλά, αν δε με δεχτούν — ίσως να ‘ναι ακόμα καλύτερα.
Μονάχα που σα να μου φαίνεται πως δεν μπορούν να μη με δεχτούν: η στρατηγίνα δεν μπορεί
παρά να θελήσει να δει τον πρεσβύτερο και μοναδικό εκπρόσωπο της γενιάς της, και ξέρω πως
τρέφει πολύ μεγάλη εκτίμηση σ’ αυτήν, όπως έχω ακουστά σύμφωνα με ακριβείς πληροφορίες.
Θα ‘λεγε κανείς πως οι κουβέντες του πρίγκιπα ήταν οι πιο απλές, μα όσο απλούστερες ήταν, τόσο
γίνονταν σ’ αυτήν την περίπτωση πιο ακαταλόγιστες, κι ο έμπειρος θαλαμηπόλος δεν μπόρεσε να
μη νιώσει πως εκείνο που είναι απόλυτα ευπρεπές όταν λέγεται από κύριο σε κύριο, είναι απόλυτα
απρεπές όταν λέγεται από έναν επισκέπτη σ’ έναν υπηρέτη. Κι επειδή οι υπηρέτες είναι πολύ
εξυπνότεροι απ’ όσο νομίζουν συνήθως γι’ αυτούς οι κύριοί τους, ο θαλαμηπόλος σκέφτηκε πως
εδώ ένα από τα δύο θα πρέπει να συμβαίνει: ή ο πρίγκιπας είναι κανένας αλήτης κι ήρθε το δίχως
άλλο να ζητήσει ελεημοσύνη ή ο πρίγκιπας είναι απλώς ένας χαζούλης χωρίς καθόλου εγωισμό,
γιατί ένας έξυπνος πρίγκιπας με εγωισμό δε θα καθότανε στο χολ κι ούτε θ’ άνοιγε κουβέντα για τις
υποθέσεις του μ’ ένα λακέ και το συμπέρασμα είναι—μήπως και στις δύο περιπτώσεις βρει ο
υπηρέτης τον μπελά του;
— Παρ’ όλα αυτά, το καλύτερο θα ήταν να περάσετε στον προθάλαμο —παρατήρησε αυτός όσο
μπορούσε πιο επίμονα.
— Μα αν καθόμουνα κει μέσα δε θα σας τα είχα εξηγήσει όλ’ αυτά —γέλασε εύθυμα ο πρίγκιπας—
και τ’ αποτέλεσμα θα ήταν πως θα εξακολουθούσατε ακόμα να ανησυχείτε βλέποντας το μανδύα
μου και το μπογαλάκι. Τώρα όμως ίσως να μην υπάρχει λόγος να περιμένετε το γραμματέα — ίσως
να μπορούσατε να πάτε και να με αναγγείλετε μόνος σας.
— Μου είναι αδύνατο ν’ αναγγείλω μόνος μου, χωρίς το γραμματέα, έναν επισκέπτη σαν και σας
και, επιπλέον, η ίδια η ευγενία του μόλις πριν από λίγο μου παράγγειλε να μην τον ανησυχήσω
όποιος κι αν έρθει, όσο είναι μέσα ο συνταγματάρχης. Μονάχα ο Γαβρίλα Αρνταλιόνιτς μπαίνει
χωρίς να τον αναγγείλουν.
— Είναι υπάλληλος;
— Ο Γαβρίλα Αρνταλιόνιτς; Όχι. Είναι στην εταιρία. Το μπογαλάκι απιθώστε το εδώ, λόγου χάρη.
— Το ‘χα κιόλας σκεφτεί, επιτρέψτε μου. Και ξέρετε, να βγάλω και το μανδύα;
— Και φυσικά, δε θα μπείτε βέβαια στο γραφείο του μ’ αυτό εδώ.
Ο πρίγκιπας σηκώθηκε, έβγαλε βιαστικά από πάνω του το μανδύα κι έμεινε μ’ ένα αρκετά
ευπαρουσίαστο και καλοραμμένο, αν και αρκετά τριμμένο, σακάκι. Απ’ τη μιαν άκρη του γιλέκου
στην άλλη κρεμότανε μια ατσαλένια αλυσίδα. Στην αλυσίδα ήταν στερεωμένο ένα ελβετικό
ασημένιο ρολόι.
Μόλο που ο πρίγκιπας ήταν χαζούλης —ο λακές δεν είχε πια καμιά αμφιβολία— παρ’ όλα αυτά, του
στρατηγικού θαλαμηπόλου του φάνηκε τελικά πως δεν είναι καθωσπρέπει να συνεχίσει την
κουβέντα μ’ έναν επισκέπτη από δική του πρωτοβουλία, παρ’ όλο που —χωρίς κι αυτός καλά‐καλά
να ξέρει το γιατί— ο πρίγκιπας του άρεσε με τον τρόπο του φυσικά. Από άλλη άποψη όμως, του
προκαλούσε αγανάκτηση.
— Κι η στρατηγίνα πότε δέχεται; ρώτησε ο πρίγκιπας και ξανάκατσε στην ίδια θέση.
— Αυτό πια δεν είναι δική μου δουλειά. Η ευγενία της δέχεται διάφορες ώρες, αναλόγως των
προσώπων. Τη μοδίστρα, και στις έντεκα μπορεί να της επιτρέψει να μπει. Το Γαβρίλα Αρνταλιόνιτς
επίσης τον δέχεται νωρίτερα απ’ τους άλλους, ακόμα και στο πρόγευμα τον δέχεται.
— Εδώ σε σας, στα δωμάτια, κάνει πιο ζέστη το χειμώνα παρά στο Εξωτερικό —παρατήρησε ο
πρίγκιπας— εκεί ωστόσο, έξω στο δρόμο είναι πιο ζεστά παρά σε μας, στα σπίτια όμως, αδύνατο να
ζήσει ένας Ρώσος έτσι ασυνήθιστος που είναι.
— Δεν έχουν θέρμανση;
— Ναι, μα και τα σπίτια είναι αλλιώτικα φτιαγμένα, δηλαδή οι σόμπες και τα παράθυρα.
— Χμ! Κι είναι καιρός που λείπετε;
— Μα, τέσσερα χρόνια. Εδώ που τα λέμε, όλο σχεδόν το διάστημα, έμεινα σ’ ένα μέρος, σε χωριό.
— Τους ξεσυνηθίσατε τους δικούς μας τρόπους;
— Κι αυτό επίσης είναι αλήθεια. Με πιστεύετε τάχα, απορώ με τον εαυτό μου που δεν ξέχασα τα
ρούσικα. Να, τώρα κάθομαι και μιλάω μαζί σας και μέσα μου σκέφτομαι: «Κι όμως καλά τα μιλάω».
Ίσως‐ίσως μάλιστα, αυτός να ‘ναι ο λόγος που μιλάω τόσο πολύ. Αλήθεια σας λέω, απ’ τα χτες δε
χορταίνω να μιλάω ρούσικα.
— Χμ, χε! Στην Πετρούπολη μένατε πρώτα; (Όσο κι αν συγκρατιόταν ο λακές, δεν μπορούσε να μη
δώσει συνέχεια σε μια τόσο καλοπροαίρετη κι ευγενική συζήτηση).
— Στην Πετρούπολη; Σχεδόν καθόλου∙ μονάχα περαστικός έχω κάνει. Και πρώτα δεν ήξερα τίποτα
από δω, τώρα όμως, όπως ακούω, υπάρχουν τόσα καινούργια πράγματα που κι όποιος ήξερε κάτι,
αναγκάζεται να τα μαθαίνει απαρχής. Πολύς λόγος γίνεται τώρα για τα καινούργια δικαστήρια.
— Χμ! Τα δικαστήρια. Τα δικαστήρια είναι αλήθεια πως… είναι βέβαια δικαστήρια. Και δε μου λέτε,
είναι πιο δίκαιοι εκεί στα δικαστήρια, ή όχι;
— Δεν ξέρω. Για τα δικά μας έχω ακούσει πολλά καλά λόγια. Να που καταργήθηκε και πάλι η
θανατική ποινή στη χώρα μας.
— Εκεί τους θανατώνουν;
— Ναι. Έχω δει στη Γαλλία, στη Λυών. Με είχε πάρει εκεί ο Σνάιντερ μαζί του.
— Τους κρεμάνε;
— Όχι, στη Γαλλία κόβουν τα κεφάλια.
— Και λοιπόν; Φωνάζει;
— Πού να προλάβει! Μέσα σε μια στιγμή. Τον ξαπλώνουν τον άνθρωπο και πέφτει ένα φαρδύ
μαχαίρι απ’ τη μηχανή, γκιλοτίνα τη λένε, πέφτει βαριά, δυνατά… Το κεφάλι ξεπετιέται κομμένο
πριν προλάβεις ν’ ανοιγοκλείσεις τα μάτια σου. Οι προετοιμασίες είναι καταθλιπτικές. Όταν του
αναγγέλλουν την καταδίκη, τον ετοιμάζουν, τον δένουν, όταν τον ανεβάζουν στο ικρίωμα, τότε είναι
φριχτό! Μαζεύεται κόσμος, ακόμα και γυναίκες, μόλο που εκεί δεν τους αρέσει να ‘ρχονται να
κοιτάνε γυναίκες.
— Δεν είναι δικιά τους δουλειά.
— Και βέβαια, φυσικά! Ένα τέτοιο μαρτύριο!… Ο εγκληματίας ήταν ένας έξυπνος, δυνατός,
ατρόμητος άνθρωπος, περασμένος στα χρόνια, Λεγκρό τον λέγανε. Ε, λοιπόν σας το λέω κι αν
θέλετε το πιστεύετε, όταν ανέβαινε στο ικρίωμα έκλαιγε, ήταν άσπρος σαν το χαρτί. Είναι ποτέ
δυνατό; Δεν είναι φρίκη; Όχι πέστε μου, ποιος κλαίει από φόβο; Ως τα τότε νόμιζα πως από φόβο
κλαίνε μονάχα τα παιδιά, νόμιζα πως είναι αδύνατο να κλάψει ένας άνδρας που δεν έκλαψε ποτέ
του, ένας άνδρας σαρανταπέντε χρονώ. Τι θα πρέπει να γίνεται εκείνη τη στιγμή στην ψυχή του,
μέχρι ποιο σημείο τρόμου τη σπρώχνουν; Είναι ύβρις εναντίον της ψυχής, τίποτα λιγότερο, τίποτα
περισσότερο! Οι εντολές λένε: «ου φονεύσεις» κι επειδή λοιπόν σκότωσε εκείνος, να τον
σκοτώσουμε και μεις. Όχι, αυτό είναι απαράδεχτο. Έχει περάσει μήνας κιόλας που το είδα κι ως
τώρα λες και το βλέπω μπρος στα μάτια μου. Κάπου πέντε φορές το ‘χω δει στ’ όνειρό μου.
Ο πρίγκιπας ζωήρεψε μάλιστα καθώς μίλαγε, το χλομό του πρόσωπο κοκκίνισε ελαφρά, μόλο που η
κουβέντα του ήταν ήρεμη σαν και πρώτα. Ο θαλαμηπόλος τον κοίταξε μ’ ενδιαφέρον και συμπάθεια
και θα ‘λεγε κανείς πως είχε κρεμαστεί απ’ τα χείλη του∙ ίσως‐ίσως να ‘τανε κι αυτός άνθρωπος με
φαντασία και να πάσκιζε πού και πού να σκεφτεί.

— Πάλι καλά που δεν υποφέρει πολύ σαν πέφτει το κεφάλι, παρατήρησε.
— Ξέρετε κάτι; —έκανε ζωηρά ο πρίγκιπας: —Και σεις επίσης το προσέξατε κι όλοι αυτό ακριβώς
λένε, αυτό που είπατε εσείς, και τη μηχανή, τη γκιλοτίνα, γι’ αυτό τη σοφιστήκανε. Εμένα όμως, τότε
ακόμα που το ‘βλεπα, μου πέρασε μία σκέψη: Κι αν αυτό ίσα‐ίσα είναι το χειρότερο; Σας φαίνεται
γελοίο, σας φαίνεται παράλογο, μα αν κάνει κανείς μερικούς συλλογισμούς μπορεί να του
καρφωθεί ακόμα και η σκέψη που σας είπα. Σκεφτείτε: ας πάρουμε λόγου χάρη τα βασανιστήρια:
στην περίπτωση αυτή έχουμε το μαρτύριο, τις πληγές, το σωματικό πόνο και κατά συνέπεια όλ’
αυτά αποσπούν την προσοχή απ’ το ψυχικό μαρτύριο, έτσι που βασανίζεσαι μονάχα απ’ τις πληγές
σου, μέχρι τη στιγμή που πεθαίνεις. Όμως ο κυριότερος, ο πιο δυνατός πόνος, ίσως να μην είναι ο
πόνος απ’ τις πληγές∙ ο μεγαλύτερος πόνος μπορεί να ‘ναι το ότι ξέρεις πως στα σίγουρα, πως να, σε
μια ώρα, ύστερα σε δέκα λεπτά, ύστερα σε μισό λεπτό, ύστερα τώρα, αμέσως — η ψυχή θα πετάξει
απ’ το κορμί σου και θα πάψεις πια να ‘σαι άνθρωπος και πως όλ’ αυτά είναι σίγουρα, το κυριότερο
είναι που όλα αυτά θα γίνουν στα σίγουρα. Σαν βάζεις το κεφάλι σου κάτω απ’ το μαχαίρι και τ’
ακούς να γλιστράει πάνω απ’ το κεφάλι σου —αυτό ίσα‐ίσα το τέταρτο του δευτερόλεπτου είναι το
πιο φοβερό. Το ξέρετε τάχα πως αυτό δεν είναι δική μου φαντασία μα το ‘χουν πει και πολλοί άλλοι;
Εγώ, τόσο πολύ το πιστεύω, που θα σας πω ανοιχτά τη γνώμη μου. Το να σκοτώνει κανείς ένα
δολοφόνο η τιμωρία είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη απ’ το ίδιο το έγκλημα. Η θανάτωση ύστερ’ από
καταδίκη είναι δυσανάλογα φριχτότερη απ’ το φόνο που διέπραξε ο ληστής. Εκείνον που τον
σκοτώνουν οι ληστές, τον σφάζουν, τη νύχτα στο δάσος ή όπου αλλού, κι εκείνος το δίχως άλλο
ελπίζει ακόμα πως θα σωθεί, το ελπίζει ως την πιο τελευταία στιγμή. Υπήρξαν παραδείγματα που
του ‘χαν κόψει κιόλας το λαρύγγι κι αυτός έλπιζε ακόμα, έτρεχε να σωθεί ή ικέτευε να τον αφήσουν.
Εδώ όμως όλη αυτή την τελευταία ελπίδα, που σαν την έχεις σου είναι δέκα φορές πιο εύκολο να
πεθάνεις, σου την στερούν στα σίγουρα∙ εδώ υπάρχει καταδίκη, κι ο τρομερός πόνος βρίσκεται ίσα‐
ίσα στο γεγονός πως το ξέρεις ότι είναι των αδυνάτων αδύνατο να την αποφύγεις∙ μεγαλύτερο
μαρτύριο απ’ αυτό δεν υπάρχει στον κόσμο. Φέρτε και βάλτε ένα φαντάρο μπροστά σ’ ένα κανόνι
σε ώρα μάχης και ρίξτε του — αυτός όλο και θα ελπίζει ακόμα∙ μα αν του διαβάσετε αυτού του
ίδιου του φαντάρου μια καταδίκη στα σίγουρα θα τον δείτε να τρελαθεί ή να βάλει τα κλάματα.
Ποιος είπε πως η ανθρώπινη φύση μπορεί να το υποφέρει αυτό χωρίς να φτάσει στην τρέλα; Γιατί
αυτή η ύβρις, η αισχρή, η άχρηστη, η άσκοπη ύβρις; Ίσως‐ίσως να υπάρχει κάποιος άνθρωπος που
του διαβάσανε την καταδίκη του, τον αφήσανε να υποφέρει το μαρτύριο κι ύστερα του είπανε:
«Τράβα, σε συγχωρούμε». Ένας τέτοιος άνθρωπος θα μπορούσε ίσως να μας τα ιστορήσει. Γι’ αυτό
το μαρτύριο κι αυτή τη φρίκη μίλησε κι ο Χριστός∙ όχι, δεν έχουν το δικαίωμα να μεταχειρίζονται
έτσι τον άνθρωπο!
Ο θαλαμηπόλος, μόλο που δε θα μπορούσε να τα εκφράσει έτσι όλ’ αυτά σαν τον πρίγκιπα, όμως,
φυσικά, αν όχι όλα, τα κυριότερα τουλάχιστο τα κατάλαβε, πράγμα που φαινόταν ακόμα κι απ’ το
πρόσωπό του που ‘χε καλοσυνέψει.
— Αν το ‘χετε αλήθεια τόση επιθυμία να καπνίσετε —πρόφερε αυτός— τότε, σα να μου φαίνεται
πως θα μπορούσατε, φτάνει μονάχα να κάνετε γρήγορα. Γιατί μπορεί ξαφνικά να σας ζητήσει και
σεις να λείπετε. Να, εδώ, κάτω απ’ τη σκαλίτσα, βλέπετε; Εκείνη η πόρτα. Μπείτε μέσα, δεξιά είναι
ένα καμαράκι, εκεί επιτρέπεται, μονάχα ανοίξτε το φεγγίτη γιατί όπως και να το πάρεις είναι
αντικανονικό…
Ο πρίγκιπας όμως δεν πρόλαβε να πάει να καπνίσει. Ξάφνου μπήκε στο χολ ένας νέος με κάτι
χαρτιά στα χέρια. Ο θαλαμηπόλος έτρεξε να τον βοηθήσει να βγάλει τη γούνα του. Ο νέος
στραβοκοίταξε τον πρίγκιπα.
— Αυτός εκεί, Γαβρίλα Αρνταλιόνιτς —άρχισε εμπιστευτικά και σχεδόν φιλικά ο θαλαμηπόλος—
ζήτησε ν’ αναγγελθεί ως πρίγκιπας Μίσκιν και συγγενής της ευγενίας της. Έφτασε με το τρένο απ’ το

Εξωτερικό μ’ ένα μπογαλάκι στο χέρι, μονάχα που…
Τα παρακάτω ο πρίγκιπας δεν τ’ άκουσε γιατί ο θαλαμηπόλος άρχισε να ψιθυρίζει. Ο Γαβρίλα
Αρνταλιόνιτς άκουσε προσεκτικά κι έριχνε με μεγάλη περιέργεια ματιές στον πρίγκιπα. Τέλος έπαψε
ν’ ακούει και τον πλησίασε ανυπόμονα.
— Είστε ο πρίγκηψ Μίσκιν; τον ρώτησε πολύ ευπροσήγορα κι ευγενικά. Ήταν ένας πολύ όμορφος
νέος, κάπου εικοσιοχτώ χρονών κι αυτός, καλοκαμωμένος, ξανθός, μάλλον ψηλός, με μικρό α‐λα‐
Ναπολέοντα γενάκι, μ’ έξυπνο και πολύ όμορφο πρόσωπο. Μονάχα που το χαμόγελό του, μ’ όλη την
ευγένειά του, παραήτανε κάπως λεπτό∙ όταν χαμογελούσε, τα δόντια του φαίνονταν κάπως
υπερβολικά μαργαριταρένια και ίσια. Το βλέμμα, παρ’ όλη την ευθυμία και την φαινομενική του
απλότητα, ήταν κάπως υπερβολικά προσεχτικό κι εξεταστικό.
«Αυτός εδώ, σαν είναι μοναχός του, σίγουρα δεν κοιτάει έτσι και μπορεί να μη γελάει ποτέ»,
σκέφτηκε σαν από διαίσθηση ο πρίγκιπας.
Ο πρίγκιπας του ‘δωσε όσες εξηγήσεις μπορούσε, στα πεταχτά, είπε δηλαδή σχεδόν τα ίδια που ‘χε
εξηγήσει στο θαλαμηπόλο και πριν απ’ αυτόν στο Ραγκόζιν. Ο Γαβρίλα Αρνταλιόνοβιτς στο μεταξύ,
σάμπως κάτι να προσπαθούσε να θυμηθεί.
— Μήπως είστε σεις —ρώτησε— που ‘χατε την καλοσύνη εδώ κι ένα χρόνο ή και πιο πρόσφατα
ακόμα να στείλετε ένα γράμμα απ’ την Ελβετία, αν δεν κάνω λάθος, στην Ελιζαβέτα Προκόφιεβνα;
— Ακριβώς.
— Μα τότε σας ξέρουν εδώ και σίγουρα σας θυμούνται. Θέλετε να δείτε την Αυτού Εξοχότητα;
Τώρα αμέσως θα σας αναγγείλω… Σε λίγο θα ‘ναι ελεύθερος. Μονάχα που εσείς… αν είχατε την
καλοσύνη να περάσετε στον προθάλαμο.. Γιατί βρίσκεται εδώ η ευγενία του; —γύρισε αυστηρά στο
θαλαμηπόλο.
— Το είπα, η ευγενία του όμως δε θέλησε…
Εκείνη τη στιγμή άνοιξε ξαφνικά η πόρτα του γραφείου και κάποιος στρατιωτικός μ’ ένα
χαρτοφύλακα στο χέρι βγήκε από μέσα μιλώντας δυνατά και χαιρετώντας με υποκλίσεις.
— Εδώ είσαι Γάνια; ακούστηκε μια φωνή απ’ το γραφείο. —Για κάνε μου τη χάρη να περάσεις μέσα!
Ο Γαβρίλα Αρνταλιόνοβιτς κούνησε το κεφάλι του στον πρίγκιπα και πέρασε βιαστικά στο γραφείο.
Σε κάνα δυο λεπτά η πόρτα ξανάνοιξε κι ακούστηκε η ηχερή κι ευπροσήγορη φωνή του Γαβρίλα
Αρνταλιόνοβιτς.
— Πρίγκηψ, περάστε!

III

Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΙΒΑΝ Φιοντόροβιτς Επάντσιν στεκόταν μπροστά στο γραφείο του και κοίταζε με
μεγάλη περιέργεια τον πρίγκιπα που έμπαινε, έκανε μάλιστα δυο βήματα προς το μέρος του. Ο
πρίγκιπας πλησίασε και συστήθηκε.
— Έτσι λοιπόν—έκανε ο στρατηγός.—Και σε τι μπορώ να σας φανώ χρήσιμος;
— Επείγουσα υπόθεση δεν έχω καμιά∙ ο σκοπός μου ήταν να γνωριστώ απλώς μαζί σας. Δεν θα
‘θελα να σας ανησυχήσω, γιατί δεν ξέρω ούτε ποια μέρα δέχεστε, ούτε τις συνήθειές σας. Έφτασα
όμως μόλις πριν λίγη ώρα απ’ το Εξωτερικό… ήρθα απ’ την Ελβετία.
Ο στρατηγός σα να χαμογέλασε ειρωνικά, το σκέφτηκε όμως και σοβάρεψε∙ ύστερα έμεινε για λίγο
ακόμα σκεφτικός, μισόκλεισε τα μάτια, περιεργάστηκε για μιαν ακόμα φορά τον επισκέπτη του απ’
την κορφή ως τα νύχια, ύστερα βιάστηκε να του δείξει μια καρέκλα, έκατσε κι ο ίδιος λίγο πλάγια
και γύρισε στον πρίγκιπα σα να περίμενε κάτι ανυπόμονα. Ο Γάνια στεκόταν μπροστά στη γωνιά του
γραφείου και τακτοποιούσε κάτι χαρτιά.
— Για γνωριμίες γενικώς, δε μου περισσεύει καιρός,—είπε ο στρατηγός,—όμως, μια και σεις φυσικά
θα ‘χετε το σκοπό σας, θα σας παρακαλούσα να…
— Αυτό ακριβώς προαισθανόμουν,—τον διέκοψε ο πρίγκιπας,—το ‘χα σκεφτεί πως το δίχως άλλο
θα δείτε στην επίσκεψή μου κάποιο συγκεκριμένο σκοπό. Όμως, μα το Θεό σας λέω, εκτός απ’ την
ευχαρίστηση να γνωριστώ μαζί σας δεν έχω κανέναν άλλο σκοπό.
— Φυσικά, είναι και για μένα εξαιρετική ευχαρίστηση, ωστόσο… δεν έχουμε πάντα καιρό ν’
απολαμβάνουμε τέτοιες ευχαριστήσεις, καμιά φορά, ξέρετε, υπάρχουν και υποθέσεις… Επιπλέον
μου είναι αδύνατο μέχρι στιγμής να δω τι το κοινό έχουμε… να διακρίνω το λόγο που…
— Λόγος ασφαλώς δεν υπάρχει, και φυσικά τα κοινά μεταξύ μας είναι ελάχιστα. Γιατί, αν είμαι
πρίγκιπας Μίσκιν κι η σύζυγός σας είναι απ’ τη γενιά μας, αυτό, εννοείται, δεν είναι λόγος. Αυτό δα
το καταλαβαίνω με το παραπάνω. Κι ωστόσο, αν τόλμησα τώρα να σας ενοχλήσω, ήταν γι’ αυτό
ακριβώς. Έχω πάνω από τέσσερα χρόνια που λείπω απ’ τη Ρωσία∙ μα και πριν που βρισκόμουν εδώ,
ήμουν σχεδόν τρελός! Και τότε δεν ήξερα τίποτα και τώρα ξέρω ακόμα λιγότερα. Έχω ανάγκη από
καλούς ανθρώπους. Έχω μάλιστα και κάτι που θέλω να κανονίσω και δεν ξέρω σε ποιον ν’
αποτανθώ. Όταν βρισκόμουν ακόμα στο Βερολίνο, σκέφτηκα: «είναι σχεδόν συγγενείς μου, θ’
αρχίσω απ’ αυτούς: μπορεί, πού ξέρεις;—μπορεί να χρειαστούμε ο ένας τον άλλον, αυτοί εμένα,
εγώ εκείνους—αν είναι καλοί άνθρωποι». Κι έχω ακουστά πως είστε καλοί άνθρωποι.
— Σας είμαι λίαν υπόχρεος,—απόρησε ο στρατηγός∙ επιτρέψτε μου να σας ρωτήσω: Πού
καταλύσατε;
— Προς το παρόν δεν κατέλυσα ακόμα πουθενά.
— Ώστε λοιπόν, απ’ το βαγόνι απευθείας σε μένα; Και… με τα μπαγκάζια σας;
— Όσο για μπαγκάζια, το μόνο που έχω είναι ένα μικρό μπογαλάκι με ασπρόρουχα και τίποτ’ άλλο∙
συνήθως το κρατάω στο χέρι. Δωμάτιο σε ξενοδοχείο προφταίνω να βρω και το βράδυ.
— Ώστε λοιπόν το ‘χετε ακόμα σκοπό να μείνετε στο ξενοδοχείο;
— Ω, ναι, φυσικά.
— Κρίνοντας απ’ τα λόγια σας, νόμισα πως ήρθατε απευθείας σε μένα.
— Αυτό θα μπορούσε να γίνει, μονάχα αν εσείς με καλούσατε. Ομολογώ ωστόσο πως δε θα ‘μενα κι
αν ακόμα είχα την πρόσκλησή σας, όχι για κανένα άλλο λόγο, μα έτσι… είναι βλέπετε ζήτημα
χαρακτήρος.
— Που σημαίνει δηλαδή… ευτυχώς που δε σας κάλεσα και δε σας καλώ. Επιτρέψτε μου ακόμα να
παρατηρήσω, πρίγκηψ, για να τα ξεκαθαρίσουμε όλα μια και καλή, αφού έφτασε ως εκεί η
κουβέντα, ότι αναφορικά με τη συγγένεια ανάμεσά μας ούτε λόγος δεν μπορεί να γίνει—μόλο που,
εννοείται, θα το θεωρούσα μεγάλη μου τιμή—και… συνεπώς…
— Και συνεπώς να σηκώνομαι και να φεύγω;—ανασηκώθηκε ο πρίγκιπας, γελώντας κάπως εύθυμα
μάλιστα, παρ’ όλο που φανερά η κατάστασή του ήταν πολύ δύσκολη.—Ε, λοιπόν, μα το Θεό,
στρατηγέ, μόλο που ουσιαστικά δεν ξέρω τίποτα ούτε απ’ τις εδώ συνήθειες ούτε και γενικά πώς
ζούνε εδώ πέρα οι άνθρωποι, ωστόσο, αυτό περίμενα ακριβώς πως θα συμβεί κι έλεγα πως το
δίχως άλλο εκεί θα καταλήγανε τα πράγματα με μας τους δυο—εκεί που καταλήξανε τώρα. Τι να
γίνει, μπορεί αυτό να ‘ναι το σωστό… Μα και τότε επίσης δε μου απαντήσατε στο γράμμα μου…. Ε,
χαίρετε λοιπόν και να με συγχωρείτε που σας ανησύχησα.
Το βλέμμα του πρίγκιπα ήταν τόσο τρυφερό εκείνη τη στιγμή και το χαμόγελό του τόσο καθαρό—
χωρίς την παραμικρότερη σκιά έστω και μιας συγκαλυμμένης δυσαρέσκειας—που ο στρατηγός
σταμάτησε και, κάπως ξαφνικά, κοίταξε με ολότελα διαφορετικό τρόπο τον επισκέπτη του. Όλη η
μεταβολή στο βλέμμα του έγινε μέσα σ’ ένα δευτερόλεπτο.
— Κι όμως, ξέρετε κάτι πρίγκηψ,—είπε μ’ ολότελα σχεδόν διαφορετική φωνή,—όπως και να ‘χει το
πράγμα, δε σας ξέρω, μα κι η Ελισαβέτα Προκόφιεβνα θα θελήσει ίσως να δει ένα συγγενή της…
Περιμένετε, αν θέλετε, αν φυσικά δεν είστε βιαστικός.
— Ω, δεν είμαι καθόλου βιαστικός∙ όλες οι ώρες είναι δικές μου (κι ο πρίγκιπας έβαλε αμέσως το
μαλακό, με το μεγάλο μπορ καπέλο του στο τραπέζι). Ομολογώ πως αυτό ακριβώς υπολόγιζα∙ έλεγα
δηλαδή πως ίσως η Ελιζαβέτα Προκόφιεβνα το θυμηθεί πως της είχα γράψει. Πριν από λίγο ο
υπηρέτης σας, όταν περίμενα στο χολ, είχε την υποψία πως ήρθα να σας ζητήσω οικονομική
ενίσχυση∙ αυτό το πρόσεξα∙ και σεις, καθώς φαίνεται, έχετε δώσει αυστηρές οδηγίες αναφορικά μ’
αυτό το ζήτημα∙ όμως εγώ, σας βεβαιώ, δεν ήρθα γι’ αυτό, σας βεβαιώ πως ο μόνος μου σκοπός
ήταν να σχετιστώ με ανθρώπους. Και μόνο που μου περνάει η σκέψη πως σας απασχολώ ενώ έχετε
εργασία κι αυτό με ανησυχεί.
— Ακούστε, πρίγκηψ,—είπε ο στρατηγός χαμογελώντας εύθυμα,—αν είστε πραγματικά όπως
φαίνεστε, τότε νομίζω πως θα ‘ναι μάλλον ευχάριστο να γνωριστεί κανείς μαζί σας∙ μόνο που,
βλέπετε, είμαι άνθρωπος πολυάσχολος και τώρα αμέσως έχω να κοιτάξω ορισμένα χαρτιά, άλλα να
υπογράψω κι ύστερα θα ξεκινήσω να πάω στην Αυτού Εκλαμπρότητα, κι ύστερα στην υπηρεσία μου
και το αποτέλεσμα είναι ότι… μόλο που χαίρομαι να κάνω παρέα μ’ ανθρώπους… με καλούς
ανθρώπους δηλαδή… μα… Εδώ που τα λέμε, είμαι απολύτως σίγουρος πως έχετε πάρει την
καλύτερη ανατροφή, ώστε… Και πόσων χρονών είστε, πρίγκηψ;
— Είκοσι έξι.
— Μπα! Και γω σας έκανα για πολύ νεότερο.
— Ναι, λένε πως το πρόσωπό μου είναι νεανικό. Όσο για την ενόχληση… θα μάθω να μη σας ενοχλώ
και γρήγορα θα καταλάβω, γιατί και μένα του ίδιου δε μ’ αρέσει καθόλου να γίνομαι ενοχλητικός…
Και τέλος, μου φαίνεται πως είμαστε τόσο διαφορετικοί άνθρωποι εκ πρώτης όψεως… και τα αίτια
είναι πολλά… τόσο που ίσως‐ίσως να μην μπορούμε να ‘χουμε πολλά κοινά σημεία, όμως ξέρετε,
εγώ πρώτος δεν πιστεύω σ’ αυτή την τελευταία σκέψη γιατί πολύ συχνά συμβαίνει να φαίνεται
μονάχα πως είναι έτσι, πως δηλαδή δεν υπάρχουν κοινά σημεία, κι όμως αυτά υπάρχουν κι είναι
μάλιστα πολλά… αυτό συμβαίνει εξαιτίας της ανθρώπινης τεμπελιάς, γιατί τους αρέσει να χωρίζουν
μηχανικά τους ανθρώπους σε κατηγορίες και δεν μπορούν να βρουν τίποτα κοινό… Σα να μου
φαίνεται όμως πως… ίσως άρχισα να λέω πληκτικά πράγματα; Μου φάνηκε πως εσείς, σάμπως να…
— Μια ερώτηση: Έχετε έστω και καμιά μικρή περιουσία; Ή, ίσως σκοπεύετε ν’ ασχοληθείτε με καμιά
εργασία; Με συγχωρείτε που σας…
— Μα τι λέτε, εγώ την ερώτησή σας την εκτιμώ ιδιαίτερα και την καταλαβαίνω. Προς το παρόν δεν
έχω καμιά περιουσία και καμιά ασχολία, προς το παρόν, κι όμως θα ‘πρεπε. Όσο για χρήματα, είχα
ξένα: μου ‘δωσε ο Σνάιντερ, ο καθηγητής μου που με κουράριζε και με σπούδασε στην Ελβετία, μου
‘δωσε για το ταξίδι και μου ‘δωσε τόσα που να μου φτάσουν ίσα‐ίσα, έτσι που τώρα λόγου χάρη
μου ‘χουν μείνει μερικά καπίκια όλα‐όλα. Είναι αλήθεια πως κάτι σκέφτομαι να κάνω κι έχω ανάγκη
από συμβουλή, μα…
— Πέστε μου, με τι σκοπεύετε λοιπόν να ζήσετε στο μεταξύ και ποιες ήταν οι προθέσεις σας;—τον
διέκοψε ο στρατηγός.
— Θα ‘θελα κατά κάποιον τρόπο να εργαστώ…
— Ω, μα εσείς είστε φιλόσοφος∙ εδώ που τα λέμε… ξέρετε να ‘χετε κανένα ταλέντο, ικανότητες,
έστω και λίγες, δηλαδή θέλω να πω, από εκείνες που θα μπορούσαν να σας προσπορίσουν τα προς
το ζην; Και πάλι με συγχωρείτε που…
— Ω, δεν υπάρχει λόγος να μου ζητάτε συγνώμη. Όχι, νομίζω πως δεν έχω ούτε ταλέντο ούτε
ιδιαίτερες ικανότητες, απεναντίας μάλιστα, γιατί εγώ είμαι ένας άρρωστος άνθρωπος και δε
σπούδασα κανονικά. Όσον αφορά τα προς το ζην, μου φαίνεται πως…
Ο στρατηγός και πάλι τον διέκοψε κι άρχισε να του κάνει ερωτήσεις. Ο πρίγκιπας ξαναδιηγήθηκε
απ’ την αρχή τα όσα διηγηθήκαμε. Αποδείχτηκε πως ο στρατηγός είχε ακουστά το μακαρίτη τον
Παυλίστσεβ, τον ήξερε μάλιστα προσωπικά. Το γιατί ο Παυλίστσεβ ενδιαφερόταν για την ανατροφή
του, αυτό ούτε ο ίδιος ο πρίγκιπας δεν μπορούσε να το εξηγήσει—ωστόσο, το ενδιαφέρον του ίσως
να ξεκινούσε απλώς και μόνο απ’ το γεγονός ότι ήταν παλιός φίλος του μακαρίτη του πατέρα του. Ο
πρίγκιπας έμεινε ορφανός, από μικρό παιδί, όλα του τα χρόνια τα έζησε και μεγάλωσε στο χωριό
γιατί και για λόγους υγείας έπρεπε να μένει στην εξοχή. Ο Παυλίστσεβ τον εμπιστεύθηκε σε κάτι
γριές κτηματίες, συγγένισσές του∙ στην αρχή του πήραν μια γκουβερνάντα, ύστερα ένα παιδαγωγό∙
ο πρίγκιπας δήλωσε ανάμεσα στ’ άλλα πως παρ’ όλο που τα θυμάται όλα, λίγα πράγματα όμως θα
μπορούσε να εξηγήσει κατά τρόπο ικανοποιητικό γιατί σε πολλές περιπτώσεις πολλά του
διέφευγαν. Οι συχνές κρίσεις της αρρώστιας του τον κατάντησαν ολότελα σχεδόν ηλίθιο (ο
πρίγκιπας έτσι ακριβώς το είπε: ηλίθιο). Διηγήθηκε τελικά πως ο Παυλίστσεβ συναντήθηκε κάποτε
στο Βερολίνο με τον καθηγητή Σνάιντερ, έναν Ελβετό που ασχολείται μ’ αυτές ακριβώς τις
αρρώστιες, έχει ένα ίδρυμα στην Ελβετία στο καντόνι Βαλέ και θεραπεύει με δική του μέθοδο—με
ψυχρά ντους και γυμναστική, θεραπεύει τόσο την ηλιθιότητα όσο και την τρέλα και ταυτόχρονα
διδάσκει τους ασθενείς του και φροντίζει γενικά για την πνευματική τους ανάπτυξη∙ είπε ακόμα πως
ο Παυλίστσεβ τον έστειλε σ’ αυτόν τον καθηγητή στην Ελβετία εδώ και πέντε χρόνια πάνω‐κάτω κι ο
ίδιος πέθανε αναπάντεχα πριν δυο χρόνια, χωρίς να τον, θυμηθεί στη διαθήκη του∙ ο Σνάιντερ τον κράτησε κι εξακολούθησε να τον φροντίζει ως την αποθεραπεία του, κάνα δυο χρόνια ακόμα∙ δεντον έκανε εντελώς καλά, τον βοήθησε όμως πολύ, και η κατάστασή του καλυτέρευσε, και τέλος, μετη θέληση του ίδιου του πρίγκιπα, ύστερα από ένα περιστατικό που μεσολάβησε, τον έστειλε τώρα στη Ρωσία.
Ο στρατηγός απόρησε πολύ.
— Και δεν έχετε κανέναν στη Ρωσία, απολύτως κανέναν;— ρώτησε.
— Τώρα δεν έχω κανέναν, ελπίζω όμως ότι… εξάλλου έλαβα ένα γράμμα…
— Τουλάχιστον,—τον διέκοψε ο στρατηγός μη δίνοντας προσοχή στο γράμμα,—σπουδάσατε
τίποτα, και η αρρώστια σας δε θα σας εμποδίσει ν’ αναλάβετε καμιά θέση, καμιά εύκολη θέση,
λόγου χάρη, σε καμιά υπηρεσία;
— Ω, είμαι σίγουρος πως δε θα μ’ εμποδίσει. Και αναφορικά με τη θέση, θα το ‘θελα κι ο ίδιος πάρα
πολύ, γιατί θέλω να δω τι είμαι ικανός να κάνω. Όσο για σπουδές, έκανα τακτικά μαθήματα όλ’
αυτά τα τέσσερα χρόνια, αν κι όχι τόσο μεθοδικά, μα έτσι, καταλαβαίνετε, με το δικό του το
ιδιαίτερο σύστημα και μου δόθηκε η ευκαιρία να διαβάσω πάρα πολλά ρώσικα βιβλία.
— Ρώσικα βιβλία; Ώστε λοιπόν ξέρετε γράμματα, ξέρετε να γράφετε δίχως λάθη;
— Ω, δεν κάνω ποτέ μου λάθη.
— Περίφημα∙ κι ο γραφικός σας χαρακτήρας;
— Ο γραφικός μου χαρακτήρας είναι υπέροχος. Σ’ αυτό επάνω ίσως να ‘χω και ταλέντο∙ είμαι
καλλιγράφος με τα όλα μου. Δώστε μου, θα σας γράψω κάτι τώρα αμέσως για δείγμα,—είπε με
θέρμη ο πρίγκιπας.
— Κάντε μου τη χάρη. Είναι μάλιστα ότι πρέπει… Και μ’ αρέσει πολύ αυτή η προθυμία σας, πρίγκηψ∙
είστε, μα την αλήθεια, πολύ αξιαγάπητος.
— Μα έχετε τόσο υπέροχα σύνεργα γραφής, και πόσα μολύβια, πόσες πένες, τι χοντρό κι όμορφο
χαρτί… Και τι όμορφο που είναι το γραφείο σας! Να, αυτό το τοπίο το ξέρω: Είναι της Ελβετίας.
Είμαι σίγουρος πως ο ζωγράφος το ‘χει φτιάξει εκ του φυσικού κι είμαι σίγουρος πως αυτό το μέρος
το ‘χω δει∙ είναι στο καντόνι Ούρι…
— Δεν αποκλείεται, μόλο που τον πίνακα τον αγοράσαμε εδώ. Γάνια, δώστε στον πρίγκιπα χαρτί∙
ορίστε πένες και χαρτί, να, εδώ, σ’ αυτό το τραπεζάκι, καθίστε παρακαλώ. Τι είναι αυτό;— γύρισε ο
στρατηγός στο Γάνια που εκείνη τη στιγμή έβγαλε απ’ το χαρτοφύλακά του και του ‘δωσε μια
φωτογραφία σε μεγάλο σχήμα: —Μπα! Η Ναστάσια Φιλίπποβνα! Μόνη της, αυτή στο έστειλε;
Μόνη της;—ρώταγε ζωηρά και με μεγάλη περιέργεια το Γάνια.
— Τώρα μου την έδωσε, όταν πήγα να της ευχηθώ. Την είχα από καιρό ζητήσει. Δεν ξέρω, μήπως
είναι υπαινιγμός από μέρος της που πήγα με άδεια χέρια, χωρίς δώρο, μια τέτοια μέρα;— πρόστεσε
ο Γάνια με ένα δυσάρεστο χαμόγελο.
— Α, όχι,—τον διέκοψε με πεποίθηση ο στρατηγός,—τι κάθεσαι και βάζεις με το νου σου αλήθεια!
Βρήκες άνθρωπο να κάνει υπαινιγμούς… ούτε και είναι καθόλου ιδιοτελής. Κι εξάλλου με τι να της
πάρεις δώρο; Χρειάζονται χιλιάδες γι’ αυτή τη δουλειά! Μήπως θα της έδινες καμιά φωτογραφία σου; Αλήθεια μια και το ‘φερε η κουβέντα, δε σου ζήτησε ακόμα τη φωτογραφία σου;
— Όχι, δε μου τη ζήτησε ακόμα∙ μπορεί μάλιστα να μη μου τη ζητήσει ποτέ. Πιστεύω να μην
ξεχάσετε, Ιβάν Φιοντόροβιτς, την αποψινή εσπερίδα… σας έχουν στείλει ειδική πρόσκληση.
— Το θυμάμαι, και βέβαια το θυμάμαι και δε θα λείψω. Αυτό έλειψε να μην πάω, γενέθλια είναι
αυτά, γίνεται είκοσι πέντε χρονών! Χμ… Ξέρεις κάτι, Γάνια, άντε, ας είναι, θα στο πω, ετοιμάσου.
Υποσχέθηκε στον Αθανάσιο Ιβάνοβιτς και σε μένα πως σήμερα το βράδυ στη γιορτή της θα πει την
τελευταία λέξη: θα γίνει ή δε θα γίνει! Έχε το νου σου λοιπόν.
Ο Γάνια σάστισε ξαφνικά τόσο πολύ που χλόμιασε λιγάκι.
— Το είπε σοβαρά;—ρώτησε κι η φωνή του σάμπως να τρεμούλιασε.
— Προχτές μας έδωσε το λόγο της. Από εδώ την είχαμε, από κει την είχαμε, την πιέσαμε και την
αναγκάσαμε να μας το πει. Μονάχα που μας παρακάλεσε να μη σου το πούμε εσένα ως τα τότε.
Ο στρατηγός κοίταξε προσεκτικά το Γάνια. Το σάστισμα του Γάνια φαινόταν να μην του αρέσει.
— Μην ξεχνάτε, Ιβάν Φιοντόροβιτς,—είπε ταραγμένα και διστακτικά ο Γάνια,—πως αυτή μ’ άφησε
απολύτως ελεύθερο ν’ αποφασίσω ως τη στιγμή που θα πάρει η ίδια την απόφασή της, μα και τότε
ακόμα παραμένω ελεύθερος να κάνω όπως εγώ νομίζω…
— Ώστε λοιπόν εσύ…—εσύ λοιπόν…—τρόμαξε ξάφνου ο στρατηγός.
— Εγώ, τίποτα.
— Μα για σκέψου το καλά, τι πας να μας κάνεις; —Μα δεν αρνιέμαι. Ίσως να μην εκφράστηκα
καλά…
— Αυτό έλειπε τώρα, ν’ αρνηθείς!—πρόφερε φουρκισμένος ο στρατηγός και δε σκοτίστηκε καν να
κρύψει τη φούρκα του.— Εδώ, αδερφέ μου, το ζήτημα δεν είναι πως δεν αρνιέσαι, το ζήτημα είναι η
προθυμία σου, η ευχαρίστησή σου κι η χαρά που θα δείξεις ακούγοντας τα λόγια της… Τι γίνεται
σπίτι σου;
— Τι να γίνεται; Στο σπίτι όλα είναι του χεριού μου, μονάχα ο πατέρας μου ατακτεί όπως συνήθως,
όμως αυτός πια έχει καταντήσει άνω ποταμών. Έπαψα να του μιλάω, του ‘χω σφίξει ωστόσο τα
λουριά και, μα την αλήθεια, αν δεν ήταν η μητέρα θα του ‘δειχνα την πόρτα. Η μητέρα, φυσικά,
μέρα‐νύχτα κλαίει∙ η αδερφή μου έχει γίνει θηρίο, εγώ όμως τους είπα τελικά πως έχω κάθε
δικαίωμα να διαλέξω το δρόμο μου, και στο σπίτι θέλω να με… υπακούουν. Στην αδερφή μου
τουλάχιστον τα είπα όλ’ αυτά χωρίς περιστροφές κι ήταν κι η μητέρα μπροστά.
— Όσο για μένα, αδερφέ μου, εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω,—παρατήρησε σκεφτικά ο
στρατηγός ανασηκώνοντας τους ώμους και μισανοίγοντας τα χέρια του.—Ακόμα κι η Νίνα
Αλεξάντροβνα, τότε τις προάλλες που ‘χε έρθει,—θυμάσαι;—στέναζε κι ήταν όλο αχ και βαχ: «Τι
κάνεις έτσι;» τη ρωτάω. Το συμπέρασμα είναι πως τα βλέπουν όλ’ αυτά σαν α τ ί μ ω σ η . Μα
επιτρέψτε μου να ρωτήσω πού βρίσκεται η ατίμωση; Ποιος μπορεί να κατηγορήσει τη Ναστάσια
Φιλίπποβνα έστω και για το παραμικρό, ή να πει έστω και το τόσο δα γι’ αυτήν; Είναι ποτέ δυνατό
να τους πειράζει που ζούσε με τον Τότσκη; Όμως κι αυτό ακόμα είναι επίσης ανοησία, ιδιαίτερα αν
πάρουμε υπ’ όψη μας τις γνωστές περιστάσεις!… «Εσείς, λέει, δε θα την αφήνατε να κάνει παρέα με
τις κόρες σας, ψέματα;» Ορίστε! Για κοίτα λογική! Αχ, Νίνα Αλεξάντροβνα! Όχι, για σκέψου το, πώς είναι δυνατό να μην καταλαβαίνει κανείς, να μην καταλαβαίνει…
— Τη θέση του;—έκανε ο Γάνια τον υποβολέα στο στρατηγό που δυσκολευόταν να βρει τα λόγια
του.—Την καταλαβαίνει. Μη θυμώνετε μαζί της. Εδώ που τα λέμε, εγώ από τότε κιόλας τους έτριξατα δόντια για να μην ανακατεύονται σε ξένες υποθέσεις. Ωστόσο, ως τώρα, το μόνο που κρατάει το σπίτι μας είναι που δεν ειπώθηκε ακόμα η τελευταία λέξη∙ άμα ειπωθεί, τότε είναι που θα ξεσπάσει η θύελλα. Αν ειπωθεί σήμερα η τελευταία λέξη, όλα θα πάρουν ένα τέλος.
Ο πρίγκιπας άκουσε όλην αυτή τη συζήτηση καθισμένος στη γωνιά και γράφοντας το καλλιγραφικό του δείγμα. Τέλειωσε, πλησίασε στο τραπέζι κι έδωσε το χαρτί.
— Ώστε αυτή είναι η Ναστάσια Φιλίπποβνα;—πρόφερε κοιτάζοντας προσεκτικά και περίεργα τη φωτογραφία.—Καταπληκτικά όμορφη!—πρόσθεσε αμέσως με θέρμη. Πραγματικά, η φωτογραφία έδειχνε μια γυναίκα ασυνήθιστης ομορφιάς. Την είχαν φωτογραφίσει μ’ ένα μαύρο μεταξωτό φόρεμα, εξαιρετικά απλό και κομψό. Τα μαλλιά, που φαίνεται θα ‘ταν σκουρόξανθα, ήταν χτενισμένα απλά, όπως θα τα ‘χε σπίτι της∙ τα μάτια σκούρα, βαθιά, το μέτωπο στοχαστικό∙ η έκφραση του προσώπου όλο πάθος και σάμπως υπεροπτική. Ήταν κάπως αδύνατη στο πρόσωπο,μπορεί μάλιστα να ‘ταν και χλομή… Ο Γάνια κι ο στρατηγός κοίταξαν κατάπληκτοι τον πρίγκηπα…
— Πώς; Ναστάσια Φιλίπποβνα είπατε; Ώστε την ξέρετε κιόλας τη Ναστάσια Φιλίπποβνα;—ρώτησε ο
στρατηγός.
— Ναι, είμαι ένα εικοστετράωρο όλο κι όλο στη Ρωσία, μια τέτοια πεντάμορφη όμως την ξέρω,—
απάντησε ο πρίγκιπας και τους διηγήθηκε αμέσως τη συνάντησή του με το Ραγκόζιν και τα όσα του ‘χε πει.
— Άλλο πάλι και τούτο!—ταράχτηκε ξανά ο στρατηγός αφού άκουσε με πολλή προσοχή τη διήγηση
του πρίγκιπα και κοίταξε εξεταστικά το Γάνια.
— Το πιθανότερο απ’ όλα είναι πως πρόκειται απλώς γι’ ασχημοσύνες ενός γιου εμπόρου, που το
‘χει ρίξει έξω,—ψέλλισε ο Γάνια που τα ‘χε κι αυτός αρκετά χαμένα.—Κάτι έχω κιόλας ακουστά γι’
αυτόν.
— Μα και γω, αδερφέ μου, κάτι έχω ακουστά,—βιάστηκε να πει ο στρατηγός.—Αμέσως τότε μετά
τα σκουλαρίκια η Ναστάσια Φιλίπποβνα μας διηγήθηκε όλο το ανέκδοτο. Το σημαντικό στην
υπόθεση όμως είναι άλλο τώρα πια. Μπορεί πράγματι να υπάρχει το εκατομμύριο κι ένα πάθος,
ένα σιχαμερό πάθος, δε λέω, παρ’ όλα αυτά μυρίζει πάθος όλη η υπόθεση κι είναι βέβαια γνωστό
πως αυτοί οι κύριοι δε διστάζουν μπροστά σε τίποτα μέσα στη μέθη τους! Χε! Φοβάμαι μη συμβεί
κανένα σκάνδαλο!—συμπέρανε σκεφτικά ο στρατηγός.
— Το εκατομμύριο είναι που σας φοβίζει;—χασκογέλασε ο Γάνια.
— Και σένα; Δε σε φοβίζει βέβαια, ε;
— Πώς σας φάνηκε, πρίγκηψ;—γύρισε ξάφνου και του ‘πε ο Γάνια.—Λέτε να ‘ναι κάνας σοβαρός
άνθρωπος ή μήπως πρόκειται απλώς για κάνα χαμίνι; Ποια είναι η προσωπική σας γνώμη;
Του Γάνια του συνέβαινε κάτι εξαιρετικό όταν έκανε αυτή την ερώτηση. Λες και μια καινούργια,
αναπάντεχη ιδέα άρχισε να του φλογίζει το μυαλό κι έλαμψε ανυπόμονα στα μάτια του. Όσο για το
στρατηγό, που έδειχνε μιαν ανησυχία γεμάτη αφέλεια κι ειλικρίνεια, λοξοκοίταξε κι αυτός τον
πρίγκιπα, ήταν όμως σάμπως να μην περίμενε και πολλά πράγματα απ’ την απάντησή του.
— Δεν ξέρω τι να σας πω,—απάντησε ο πρίγκιπας,—μονάχα που μου φάνηκε πως έχει πολύ πάθος
και μάλιστα κάποιο άρρωστο πάθος. Μα κι ο ίδιος επίσης είναι σχεδόν άρρωστος. Δεν είναι
καθόλου απίθανο, τις πρώτες κιόλας μέρες που θα μείνει στην Πετρούπολη, να κρεβατωθεί ξανά, αν
μάλιστα το ρίξει στα γλέντια.
— Έτσι; Έτσι σας φάνηκε;—αρπάχτηκε ο στρατηγός απ’ αυτή τη σκέψη.
— Ναι, έτσι μου φάνηκε.
— Κι ωστόσο, αυτού του είδους τα επεισόδια μπορούν να συμβούν και μέσα σε λίγες μέρες, μα
ακόμα και τώρα, ως το βράδυ, κάτι μπορεί να συμβεί!—έκανε ειρωνικά ο Γάνια στο στρατηγό.
— Χμ! Και βέβαια… Δεν αποκλείεται… και τότε πια το παν θα εξαρτηθεί απ’ το πώς θα το πάρει
εκείνη,—είπε ο στρατηγός.
— Και ξέρετε βέβαια πόσο παράξενη είναι ώρες‐ώρες.
— Δηλαδή, τι ακριβώς θέλετε να πείτε;—αναταράχτηκε και πάλι ο στρατηγός που άρχιζε να
συγχύζεται πολύ.—Άκουσε, Γάνια, σε παρακαλώ… μην της πηγαίνεις πολύ κόντρα σήμερα και
προσπάθησε να… ξέρεις… να ‘σαι… με δυο λόγια, μην την κακοκαρδίσεις… Χμ! Γιατί στραβώνεις
έτσι το στόμα σου; Άκουσε, Γαβρίλα Αρνταλιόνοβιτς, είναι νομίζω ώρα, είναι η πιο κατάλληλη ώρα
να σου πω ότι… γιατί νομίζεις δηλαδή πως φροντίζουμε; Θα το καταλαβαίνεις βέβαια πως εγώ,
αναφορικά με το δικό μου, το προσωπικό κέρδος που υπάρχει σ’ όλ’ αυτά, είμαι από καιρό
εξασφαλισμένος∙ όπως και να ‘ρθει το πράγμα, όφελος θα ‘χω. Ο Τότσκη πήρε αμετάκλητα την
απόφασή του, που θα πει πως και γω δεν έχω κανένα λόγο ν’ ανησυχώ. Ώστε λοιπόν, αν πασκίζω
τώρα για κάτι, είναι για το δικό σου συμφέρον και μόνο. Κρίνε μονάχος σου. Ή, μήπως δε μου ‘χεις
εμπιστοσύνη; Επιπλέον είσαι άνθρωπος… άνθρωπος… με δυο λόγια, είσαι έξυπνος άνθρωπος και
γω είχα στηρίξει τις ελπίδες μου σε σένα… Κι αυτό, στην προκειμένη περίπτωση, αυτό… αυτό…
— Αυτό είναι το κυριότερο,—συμπλήρωσε ο Γάνια, βοηθώντας και πάλι το στρατηγό που
δυσκολευόταν να βρει τα λόγια του, και σούφρωσε τα χείλη του σ’ ένα χαμόγελο που έσταζε
φαρμάκι και που μήτε ήθελε πια να το κρύψει. Κοίταζε με το φλογισμένο του βλέμμα ίσα κατάματα
το στρατηγό, κι ήταν μάλιστα σάμπως να το επιδίωκε να διαβάσει ο στρατηγός μες στο βλέμμα του
όλη του τη σκέψη. Ο στρατηγός κοκκίνισε και κόρωσε.
— Ε, ναι λοιπόν, το μυαλό είναι το κυριότερο!—βεβαίωσε κοιτάζοντας έντονα το Γάνια.—Μα την
αλήθεια, είσαι για γέλια, Γαβρίλα Αρνταλιόνιτς! Αρχίζω να διαβλέπω πως αυτός ο εμποράκος σου
ήρθε κουτί και χαίρεσαι σα να βρίσκεις μια διέξοδο. Όμως, εδώ ίσα‐ίσα είναι που θα ‘πρεπε να
βάλεις κάτω το μυαλό σου και να τα σκεφτείς όλ’ απ’ την αρχή∙ εδώ ίσα‐ίσα είναι που θα ‘πρεπε να
καταλάβεις και… και να φερθείς και προς τις δύο μεριές ντόμπρα και τίμια, αλλιώς… να μας
προειδοποιήσεις έγκαιρα, για να μην εκθέσεις άλλους, πολύ περισσότερο που είχες αρκετότατον
καιρό στη διάθεσή σου, και μάλιστα, και τώρ’ ακόμα σου μένει αρκετότατος καιρός (ο στρατηγός
ανασήκωσε με πολλή σημασία τα φρύδια) παρ’ όλο που μας μένουν λίγες ώρες όλες κι όλες…
κατάλαβες; Κατάλαβες ναι ή όχι; Θέλεις ή δε θέλεις στ’ αλήθεια; Αν δε θέλεις, να μας το πεις και…
με γεια σου με χαρά σου. Κανείς δε σας κρατάει, Γαβρίλα Αρνταλιόνιτς, κανείς δε σας τραβάει με το
ζόρι στην παγίδα, αν βέβαια βλέπετε σ’ όλ’ αυτά καμιά παγίδα.
— Θέλω,—είπε με μισή φωνή, σταθερά ωστόσο, ο Γάνια και σώπασε σκυθρωπός χαμηλώνοντας τα
μάτια.
Ο στρατηγός έμεινε ικανοποιημένος. Κατάλαβε πως είχε παραφερθεί, κι ήταν φανερό πως τώρα πια το μετάνοιωνε που προχώρησε τόσο. Γύρισε ξαφνικά στον πρίγκιπα κι απ’ το πρόσωπό του φάνηκε σα να πέρασε ξάφνου μια ανήσυχη σκέψη που ο πρίγκηπας ήταν εκεί κι είχε ακούσει τη συζήτησή τους. Ησύχασε ωστόσο αμέσως: έφτανε να ρίξει κανείς μια μονάχα ματιά στον πρίγκιπα για να μηντου μείνει καμιά ανησυχία.
— Οχό!—ξεφώνισε ο στρατηγός κοιτάζοντας το δείγμα της καλλιγραφίας που του ‘δωσε ο
πρίγκιπας:—Μα αυτό είναι δείγμα μεσαιωνικής γραφής! Και σπάνιο μάλιστα δείγμα! Για κοίτα,
Γάνια, τι ταλέντο!
Σ’ ένα χοντρό χαρτί, σαν περγαμηνή, ο πρίγκιπας είχε γράψει με μεσαιωνικούς ρωσικούς
χαρακτήρες τη φράση:
«Χειρ ευσεβούς ηγουμένου Παφνουτίου».
— Αυτό εδώ,—εξήγησε ο πρίγκιπας μ’ εξαιρετική ευχαρίστηση κι ενθουσιασμό,—αυτό είναι η
ιδιόχειρη υπογραφή του ηγουμένου Παφνουτίου, από ένα ακριβές αντίγραφο του δέκατου
τέταρτου αιώνα. Όλοι αυτοί οι παλιοί μας ηγούμενοι κι οι μητροπολίτες υπόγραφαν υπέροχα και με
τι γούστο πολλές φορές, με τι προσπάθεια να πετύχουν κάτι τέλειο! Είναι δυνατό να μην έχετε
καμιά έκδοση του Παγκόντιν εδώ στρατηγέ; Εδώ πιο κάτω έγραψα μια φράση με άλλους
χαρακτήρες: είναι οι στρογγυλοί, μεγάλοι γαλλικοί χαρακτήρες του περασμένου αιώνα, μερικά
γράμματα μάλιστα γράφονταν διαφορετικά, είναι οι χαρακτήρες του δρόμου, των γραφιάδων που
‘γραφαν τα γράμματα του κόσμου και τους έχω ξεσηκώσει απ’ τα δείγματά τους (μου βρίσκεται
ένα)∙ πρέπει να παραδεχτείτε πως έχει αρκετά χαρίσματα αυτό το είδος της γραφής. Προσέξτε αυτά
τα στρογγυλά δ και α. Έχω μεταφέρει το γαλλικό χαρακτήρα στα ρωσικά γράμματα, πράγμα που
είναι πολύ δύσκολο, το αποτέλεσμα όμως με δικαίωσε. Να κι άλλος ένας υπέροχος και πρωτότυπος
τρόπος γραφής, να, αυτή η φράση: «η επιμέλεια όλα τα υπερνικά». Είναι ρούσικη γραφή, των
γραφιάδων, ή αν θέλετε των γραφιάδων του στρατού. Έτσι γράφεται ένα δημόσιο έγγραφο που
απευθύνεται σε υψηλό πρόσωπο, στρογγυλή γραφή επίσης, ωραιοτάτη, μ α ύ ρ η γραφή, γραμμένη
με πολύ πατημένη πένα, με εξαιρετικό ωστόσο γούστο. Ένας καλλιγράφος δε θα επέτρεπε ποτέ στον
εαυτό του αυτές τις ουρές, ή μάλλον, για να ‘μαι ακριβέστερος, αυτές τις μισοτελειωμένες
ψευτοουρίτσες—προσέχετε,—στο σύνολό τους όμως φτιάχνουν ένα χαρακτήρα, κοιτάξτε, και, μα το
ναι, σε τούτη τη γραφή έχει καθρεφτιστεί όλη η ψυχή των γραφέων του στρατού: πολύ θα το ‘θελαν
να το ρίξουν έξω, το καλλιγραφικό τους ταλέντο γυρεύει διέξοδο, ο στρατιωτικός γιακάς ωστόσο
είναι σφιχτά κουμπωμένος στο λαιμό, η πειθαρχία επιβλήθηκε και στο γραφικό χαρακτήρα, μα είναι
χάρμα! Μόλις πριν λίγο καιρό μου ‘πεσε ένα μικρό δείγμα και μου ‘κανε τρομερή εντύπωση, και πού
αν αγαπάτε; Στην Ελβετία! Όσο γι’ αυτό, είναι μια απλή, συνηθισμένη και πεντακάθαρη αγγλική
γραφή: η κομψότητα έχει φτάσει στο μη περαιτέρω, όλα τα γράμματα είναι χάρμα, σωστό κέντημα
χάντρας∙ γι’ αυτό δεν έχω να πω τίποτ’ άλλο, μα να και μια παραλλαγή, και πάλι γαλλική, τη
δανείστηκα από έναν Γάλλο εμπορικό αντιπρόσωπο που ταξίδευε: είναι ίδια με την αγγλική γραφή,
οι χοντρές γραμμές ωστόσο γίνονται μια στάλα πιο μαύρες και πιο τονισμένες απ’ ότι είναι στην
αγγλική και—αυτό ήταν: η αναλογία του φωτός πήγε περίπατο∙ παρατηρείστε επίσης και κάτι άλλο:
το οβάλ είναι αλλαγμένο, γίνεται λιγουλάκι πιο στρογγυλό κι επιπλέον επιτρέπονται κι οι ουρίτσες—
κι οι ουρίτσες είναι πράγμα εξαιρετικά επικίνδυνο! Οι ουρίτσες απαιτούν εξαίρετο γούστο, μα αν τις
πετύχεις, αν βρεις τη σωστή αναλογία, τότε η γραφή αυτή δε συγκρίνεται με καμιάν άλλη—είναι
τόσο υπέροχη που μπορείς να την ερωτευτείς.
— Οχό! Τι λεπτότατος γνώστης του θέματος που είστε!—γέλασε ο στρατηγός.—Μα εσείς,
πατερούλη, δεν είστε ένα απλός καλλιγράφος, είστε καλλιτέχνης, ε, Γάνια;
— Καταπληκτικό,—είπε ο Γάνια∙—έχει μάλιστα επίγνωση της αποστολής του,—πρόσθεσε γελώντας
κοροϊδευτικά.
— Γέλα, γέλα, όμως αυτό εδώ είναι ολόκληρη καριέρα,—είπε ο στρατηγός.—Ξέρετε, πρίγκηψ, σε τι
πρόσωπο θα σας δώσουμε τώρα να γράφετε χαρτιά; Μα εσείς μπορείτε να πάρετε πρώτο μισθό
τριάντα πέντε ρούβλια το μήνα. Είναι ωστόσο δωδεκάμιση,—είπε κοιτάζοντας το ρολόι.—Επί το
έργον, πρίγκηψ, γιατί πρέπει να βιαστώ, και σήμερα ίσως να μην ξαναϊδωθούμε! Για καθίστε δυο
λεπτά∙ σας εξήγησα κιόλας πως δεν είμαι σε θέση να σας δέχομαι πολύ συχνά. Ωστόσο, επιθυμώ
ειλικρινώς να σας βοηθήσω λιγάκι∙ λιγάκι αυτό εννοείται, δηλαδή θέλω να πω, όσον αφορά τα
πλέον απαραίτητα κι από κει και πέρα πια κάντε όπως νομίζετε. Θα σας βρω μια θεσούλα στα
γραφεία που δε θα σας κουράσει πολύ, πρέπει όμως να είστε τακτικός. Και τώρα, όσον αφορά
γενικότερα τη ζωή σας: Στο σπίτι, δηλαδή θέλω να πω στην οικογένεια του Γαβρίλα Αρνταλιόνιτς
Ιβόλγκιν, να, αυτού εδώ του νεαρού μου φίλου, με τον οποίο σας παρακαλώ να γνωριστείτε, η
μητερούλα κι η αδερφούλα του, άδειασαν στο διαμέρισμά τους δυο‐τρία επιπλωμένα δωμάτια και
τα νοικιάζουν μονάχα σ’ ανθρώπους μ’ εξαιρετικές συστάσεις, με φαγητό και υπηρεσία. Είμαι
σίγουρος πως η Νίνα Αλεξάντροβνα θα δεχτεί τη σύστασή μου. Όσο για σας, πρίγκηψ, η λύση αυτή
είναι κάτι παραπάνω από θησαυρός∙ πρώτον γιατί δε θα ‘σαστε μονάχος, αλλά, ούτως ειπείν, εντός
των κόλπων της οικογενείας, και η γνώμη μου είναι πως δε θα ‘πρεπε με κανέναν τρόπο να βρεθείτε
μονάχος σας απ’ τα πρώτα κιόλας βήματα σε μια τέτοια πρωτεύουσα όπως είναι η Πετρούπολη. Η
Νίνα Αλεξάντροβνα, η μητερούλα του Γαβρίλα Αρνταλιόνιτς, κι η Βαρβάρα Αρνταλιόνοβνα, η
αδερφούλα του, είναι κυρίες που εκτιμώ απεριορίστως. Η Νίνα Αλεξάντροβνα είναι σύζυγος του
Αρνταλιόν Αλεξάντροβιτς, στρατηγού εν αποστρατεία, πρώην συναδέλφου μου κατά την αρχή του
σταδίου μας, με τον οποίον όμως, λόγω ορισμένων γεγονότων, έχω διακόψει τας σχέσεις, πράγμα
που, εξάλλου δε μ’ εμποδίζει να του ‘χω κατά κάποιον τρόπο εκτίμηση. Όλ’ αυτά σας τα εξηγώ,
πρίγκηψ, για να καταλάβετε ότι εγώ πρόκειται, ούτως ειπείν, να σας συστήσω προσωπικώς και κατά
συνέπεια είναι ως να εγγυώμαι για σας. Το ενοίκιο είναι λογικότατο και ελπίζω πως πολύ σύντομα ο
μισθός σας θα ‘ναι υπεραρκετός για ν’ ανταποκριθείτε στις υποχρεώσεις σας. Η αλήθεια είναι πως ο
καθένας μας είναι απαραίτητο να ‘χει μερικά χρήματα για τα περιττά του έξοδα, έστω και λίγα, μη
θυμώσετε όμως, πρίγκηψ, αν σας κάνω την παρατήρηση ότι καλύτερο θα ‘ταν ν’ αποφεύγατε το
χαρτζιλίκι για τα περιττά σας έξοδα και γενικά ν’ αποφεύγετε να ‘χετε χρήματα στην τσέπη. Το λέω
αυτό ύστερ’ απ’ τη γνώμη που σχημάτισα κοιτάζοντάς σας. Όμως, μια και τώρα το πορτοφόλι σας
είναι εντελώς άδειο, επιτρέψτε μου—για να ‘χετε να κινηθείτε—να σας προσφέρω αυτά τα είκοσι
πέντε ρούβλια. Φυσικά, θα κανονίσουμε τους λογαριασμούς μας αργότερα, κι αν είστε πράγματι
τόσο ειλικρινής κι εγκάρδιος όσο φαίνεστε απ’ τα λόγια σας, τότε, και σ’ αυτό επίσης το σημείο, δε
θα δυσκολευτούμε να συνεννοηθούμε οι δυο μας. Κι αν ενδιαφέρομαι τόσο για σας, είναι γιατί έχω
κάποιο σκοπό. Αργότερα θα τον μάθετε. Όπως βλέπετε δε σας κρύβω τίποτα∙ ελπίζω, Γάνια, να μην
έχεις αντίρρηση να εγκατασταθεί ο πρίγκηψ στο διαμέρισμά σας, έτσι δεν είναι;
— Ω, κάθε άλλο! Κι η μητερούλα θα χαρεί πολύ…—βεβαίωσε ευγενικά ο Γάνια.
— Αν δεν κάνω λάθος, ένα μονάχα δωμάτιο έχετε νοικιασμένο. Εκείνος ο… πώς τον λένε, Φέρντ…
Φερ…
— Φερντιστσένκο.
— Α, ναι, δε μ’ αρέσει αυτός ο Φερντιστσένκο σας, σα να μου φαίνεται πως πρόκειται για έναν
αισχρολόγο παλιάτσο. Και δεν μπορώ να καταλάβω, γιατί του δείχνει τόση συμπάθεια η Ναστάσια
Φιλίπποβνα; Είναι στ’ αλήθεια συγγενής της;
— Ε, όχι όλ’ αυτά είν’ ένα αστείο! Δεν έχουν την παραμικρότερη συγγένεια.
— Ε, δεν πάει να κουρεύεται! Λοιπόν, πρίγκηψ, είστε ευχαριστημένος ή όχι;
— Σας ευχαριστώ, στρατηγέ, φερθήκατε μαζί μου μ’ εξαιρετική καλοσύνη, πολύ περισσότερο που δε σας ζήτησα τίποτα. Αυτό δεν το λέω από περηφάνεια∙ γιατί είν’ αλήθεια πως εγώ δεν ήξερα… δεν
είχα πράγματι πού την κεφαλήν κλίναι. Αν και πριν από λίγο με προσκάλεσε ο Ραγκόζιν.
— Ο Ραγκόζιν; Α, όχι, θα σας συμβούλευα πατρικά ή, αν το προτιμάτε, φιλικά, να τον ξεχάσετε
εντελώς τον κύριο Ραγκόζιν. Και γενικά, θα σας συμβούλευα να μην απομακρύνεσθε πολύ απ’ την
οικογένεια όπου θα μπείτε.
— Μια κι είστε τόσο καλός,—πήγε ν’ αρχίσει ο πρίγκιπας,— θα ‘θελα να σας ρωτήσω για μιαν
υπόθεσή μου. Πήρα ειδοποίηση∙∙∙
— Να με συγχωρείτε —τον διέκοψε ο στρατηγός— τώρα πια δεν έχω ούτε λεπτό στη διάθεσή μου.
Τώρ’ αμέσως θα πω στη Λιζαβέτα Προκόφιεβνα πως ήρθατε: αν θελήσει να σας δεχτεί τώρ’ αμέσως
(θα φροντίσω να πω τα καλύτερα λόγια για σας ώστε να το θελήσει) τότε σας συμβουλεύω να
επωφεληθείτε απ’ την ευκαιρία και να της αρέσετε γιατί η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα μπορεί να σας
φανεί πολύ‐πολύ χρήσιμη∙ έχετε εξάλλου και το ίδιο επίθετο. Αν δεν το θελήσει, μην την
παρεξηγήσετε, δεν πειράζει, καμιάν άλλη φορά. Και συ Γάνια, ρίξε μια ματιά στο μεταξύ σ’ αυτούς
τους λογαριασμούς∙ πριν από λίγο μας έβγαλαν την πίστη εμένα και του Φεντοσέγιεβ. Και, το
κυριότερο, να μην ξεχάσουμε να τους καταχωρήσουμε…
Ο στρατηγός βγήκε κι ο πρίγκιπας δεν πρόφτασε και πάλι να του μιλήσει για την υπόθεσή του, μόλο
που ήταν τέταρτη σχεδόν φορά που επιχειρούσε. Ο Γάνια άναψε τσιγάρο και πρόσφερε και στον
πρίγκιπα∙ ο πρίγκιπας το πήρε, δεν άνοιξε όμως κουβέντα, μη θέλοντας να τον ενοχλήσει κι άρχισε
να κοιτάζει γύρω το γραφείο∙ ο Γάνια όμως ζήτημα είναι αν έριξε μια ματιά στο χαρτί που του ‘χε
δείξει ο στρατηγός και που ήταν γεμάτο νούμερα. Ήταν αφηρημένος∙ του πρίγκιπα του φάνηκε πως
το χαμόγελο, το βλέμμα και το σκεφτικό ύφος του Γάνια έγιναν ακόμα πιο σκοτεινά σαν έμειναν
μόνοι οι δυο τους. Ξάφνου ο Γάνια πλησίασε τον πρίγκιπα∙ εκείνη τη στιγμή ο πρίγκιπας στεκόταν
και πάλι πάνω απ’ τη φωτογραφία της Ναστάσιας Φιλίπποβνας και την περιεργαζόταν.
— Ώστε λοιπόν σας αρέσει μια τέτοια γυναίκα, πρίγκηψ;— τον ρώτησε άξαφνα και τον κοίταξε
διαπεραστικά. Λες κι είχε κάποιον ασυνήθιστο σκοπό κατά νου.
— Υπέροχο πρόσωπο! —απάντησε ο πρίγκιπας— κι είμαι σίγουρος πως η μοίρα της, δεν είναι απ’
τις συνηθισμένες. Το πρόσωπο είναι χαρούμενο, αυτή όμως έχει υποφέρει τρομερά, ψέματα; Αυτό
το μαρτυράνε τα μάτια, να, αυτές εδώ οι δύο μικρές προεξοχές, οι δυο τελείες κάτω απ’ τα μάτια,
στην αρχή του κάθε μάγουλου. Είναι ένα περήφανο πρόσωπο, τρομερά περήφανο και, δεν ξέρω, να
‘ναι άραγε καλή; Αχ, αν είχε καλή καρδιά! Όλα θα ‘χαν σωθεί!
— Και θα παντρευόσασταν, ε σ ε ί ς μια τέτοια γυναίκα;— συνέχισε να ρωτάει ο Γάνια χωρίς να
κατεβάσει απ’ τον πρίγκιπα το φλογισμένο του βλέμμα.
— Εγώ δεν μπορώ να παντρευτώ καμιά γυναίκα, εγώ είμαι άρρωστος,—είπε ο πρίγκιπας.
— Κι ο Ραγκόζιν θα την παντρευόταν; Τι γνώμη έχετε;
— Γιατί όχι; Νομίζω θα την παντρευόταν, μπορεί αύριο κιόλας∙ θα την παντρευόταν, και σε μια
βδομάδα ίσως και να την έσφαζε…
Μόλις το πρόφερε αυτό ο πρίγκιπας, ο Γάνια ανατρίχιασε ξαφνικά, τόσο που ο πρίγκιπας παραλίγο
να ‘βαζε τις φωνές.
— Τι πάθατε;—πρόφερε αρπάζοντάς τον απ’ το χέρι.
— Εκλαμπρότατε! Η Αυτού Εξοχότης σάς παρακαλεί να περάσετε στης Αυτής Εξοχότητος,—
ανάγγειλε ο λακές που φάνηκε στην πόρτα. Ο πρίγκιπας τον ακολούθησε.


Πηγή μυθιστορήματος: https://www.ebooks4greeks.gr/%ce%bf-%ce%b7%ce%bb%ce%b9%ce%b8%ce%b9%ce%bf%cf%83#google_vignette

Ζωή & Τέχνη

Αφήστε ένα σχόλιο