Σκαραβαίος στο ηλιοβασίλεμα

Διήγημα του Μήνα: “Αγάπη Μόνο” – 3ο Μέρος

…Φυσικά και, η εμφανής αντίδραση σε αυτές τις μικρές τιμωρίες απαγορεύονταν δια ροπάλου στο ίδρυμα. Όλοι ήξεραν τους κανόνες. Κι ένας από αυτός ήταν ότι: Δεχόμαστε την τιμωρία μας με αληθινή μετάνοια.

Η Ελπινίκη διηγούταν αυτές τις ιστορίες στη Στέλλα και τη Φλώρα, πιστεύοντας πως με αυτόν τον τρόπο θα φέρει τα κορίτσια κοντά της. Έπαιζε τον ρόλο του σωτήρα τους γνωρίζοντας πόση ανάγκη έχουν τα μικρά παιδιά από έναν φύλακα άγγελο. Εκείνα όμως δεν άργησαν να τη μισήσουν γι` αυτές τις αφηγήσεις. Έπεφταν πάνω τους βαριές και τις βύθιζαν στο σκοτάδι και τον φόβο. Η μάνα τους, σύμφωνα με τις διηγήσεις της νονάς τους, έμοιαζε τέρας, μα εκείνα αντιστέκονταν σθεναρά στην αποδοχή αυτής της εκδοχής. Αντίθετα, κατάλαβαν σε πολύ τρυφερή ηλικία, τι σημαίνει και τι συμβαίνει όταν κάποιος προσπαθεί να εκβιάσει αισθήματα όπως η αγάπη. Είναι σαν κάποιο λιοντάρι να πέφτει πάνω σου και να ξεκοιλιάζει κάθε ζωτικό σου όργανο. Έτσι περιέγραφαν εκείνη τη σχέση, όταν, μακριά πια απ` το ίδρυμα τολμούσαν να μιλήσουν για εκείνα τα χρόνια.

Η νονά τους βέβαια τις βάφτισε από συμπόνια. Ήταν το πρώτο που ένιωσε, όταν τα άκουγε να κλαίνε ασταμάτητα, αφημένα στα αζήτητα του μαιευτηρίου όπου δούλευε. Και τα κορίτσια όμως, αρχικά ωφελήθηκαν από την ύπαρξη της. Έχαιρε της εκτίμησης όλων στο ίδρυμα και το προσωπικό έδειχνε πάρα πάνω ζήλο και φροντίδα γι` αυτές, με αποτέλεσμα η διαμονή τους εκεί να είναι λιγότερο βασανιστική. Αυτό όμως, δεν απάλυνε τον πόνο που τους προξενούσε κάθε φορά που ερχόταν να τις δει. Όλο και κάποια κακή ιστορία σκαρφιζόταν για τη μάνα τους. Ξεκίναγε λοιπόν την αφήγηση και πρόταση-πρόταση γέμιζε κάθε φορά το ποτήρι δηλητήριο. Η απόλαυσή της κορυφωνόταν, όταν οι μικρές βούρκωναν, προσπαθώντας απελπισμένα να κρατήσουν το φουσκωμένο δάκρυ τους μέσα στην κοιλότητα του ματιού τους, ενώ εκείνη τις χάιδευε στοργικά στα μαλλιά.

Η Ελπινίκη Ζώη, η νονά τους, δεν ήταν κακός άνθρωπος. Με τη σημασία των λέξεων, κακία και καλοσύνη, όπως έχει σχηματιστεί από το σύστημα εκπαίδευσης της κοινωνίας. Φορούσε πάντα το κοστούμι της φιλανθρωπίας και της φιλευσπλαχνίας στενό – στενό χωρίς κανένα περιθώριο αναπνοής.
Μέσα απ` το παιχνίδι που έπαιζε με τις μικρές, καθαγιαζόταν η ίδια, αντιπαραβάλλοντας την αψεγάδιαστη ζωή της με τη ζωή της Μόρφως. Αναμετριόταν με ένα φάντασμα που το παρουσίαζε ως κατακάθι του κόσμου. Πάντα κατά τα κοινωνικά πρότυπα. Στην πραγματικότητα όμως η Μόρφω ήταν το θύμα αυτών των κοινωνικών προτύπων. Αγνοούσε κανόνες και συνθήκες και απλά βάδιζε με μια καρδιά ανοιχτή στις αιχμηρές βολές τού κάθε επιτήδειου. Η περιπέτεια της ζωής της, ιστορία καρμπονιζέ με τις ιστορίες πολλών γυναικών της εποχής της. Ιστορίες γεννημένες πριν ακόμα κοπάσουν τα όπλα στα ελληνικά βουνά, περασμένη από τους μύλους της φρίκης του εμφυλίου, στυμμένη λεμονοκούπα στα περιθώρια των γυαλιστερών επίπλων των ανερχόμενων μεγαλοαστών, εκείνη, μια καταδιωγμένη επαρχιωτοπούλα με το πρώτο παιδί στην κοιλιά της και το μπουκάλι της ρετσίνας στη σκισμένη τσέπη του παλτού της. Για την Ελπινίκη βέβαια αυτή η ιστορία είχε μια άλλη όψη. Ρυπαρή για τις θρησκευτικές αρχές της. Και αυτή τη ρυπαρότητα την πετούσε με τις σέσουλες καμουφλαρισμένη με γλυκόσκονη στην ψυχή των κοριτσιών.

Εκείνα όμως πήρανε μια πολύ ώριμη απόφαση για την ηλικία τους. Σταμάτησαν να την ακούνε, να τη ρωτούν, να της μιλούν. Ήταν πολύ απλό να το πετύχουν γιατί όταν εκείνη άρχιζε τις πνιγηρές ιστορίες της, τα κορίτσια τραγουδούσαν από μέσα τους ένα τραγούδι που έλεγε: Βάλε τ` άσπρα σου/γίνε κρίνο και βγες από τη γλάστρα σου/λα λα/λα λα λα/ Σ` αγαπώ-σ` αγαπώ/που με βάζεις. Τραγουδούσαν χωρίς να σαλεύουν τα χείλη τους και την κοιτούσαν στα μάτια σιωπηλά χωρίς να ταράζονται πια από τις φρικιαστικές ιστορίες που κάθε φορά επαναλάμβανε για την ημέρα της γέννησής τους. Τραγουδούσαν ανέμελα, σαν εκείνες τις σπάνιες φορές που κάποιος υπάλληλος τους επέτρεπε να παίξουν μαζί με συνομήλικα παιδιά στα καταπράσινα χωράφια που κύκλωναν το κτίριο του ιδρύματος. Δεν είχαν καμία στεναχώρια για τις αλήθειες της Ελπινίκης και καμία πρεμούρα να υποκρίνονται χαρά και αγάπη για το πρόσωπό της. Ούτε χαμογελούσαν αμήχανα με τα άτσαλα χάδια της, ούτε και καταδέχονταν πια – αυτό το τελευταίο με πόνο ψυχής – τις καραμέλες γάλακτος που τους πρόσφερε γενναιόδωρα σε κάθε επίσκεψή της.

Έτσι, Κυριακή με Κυριακή, όλο και εξασθενούσε η επιρροή τής Ελπινίκης στις μικρές όπως και ο αρχικός ενθουσιασμός που αισθανόταν όταν κατάφερνε να τις χειριστεί. Έτσι αφού δεν είχε πια ακροατήριο αραίωσε τις επισκέψεις της, μέχρι που σταμάτησε εντελώς να πηγαίνει στο κυριακάτικο επισκεπτήριο. Ήταν όμως ήδη αργά, είχε προλάβει να σπείρει τον φόβο και το μίσος τόσο βαθιά μέσα τους που ακόμα και τώρα στη χάση της πρώτης νιότης τους, τα αγριάγκαθά του φύτρωναν τσουχτερά και τις μάτωναν.

Όταν βγήκαν απ` το ίδρυμα ξεκίνησαν να σκαλίζουν απεγνωσμένα το παρελθόν. Έψαχναν ένα νήμα να κρατηθούν, ένα φως μπρος τους να βλέπουν, να μπορούν να περπατούν. Δεν βρήκαν όμως τίποτα ούτε καν τα οστά της. Είχαν χωνευτεί κι αυτά μαζί με την ύπαρξη της.
Ακροβατούσαν σε τεντωμένο σκοινί που αιωρούνταν πάνω απ` τη βαθιά χαράδρα της ζωής τους. Η απλοχωριά του έξω κόσμου τις τρόμαζε, είχαν πολύ κοντά φτερά για τόσο απέραντο κι όσο κι αν προσπαθούσαν να πετάξουν, πάντα περιστρέφονταν γύρω απ` το σημείο μηδέν. Αυτό ήταν που τις γονάτιζε, να γυρίζουν ξανά και ξανά πίσω και να γυρεύουν τα αίτια για μια πράξη που έμενε ανεκτέλεστη.
Το ίδρυμα είχε κάνει τη δουλειά του σωστά. Είχε εξασφαλίσει στα ορφανά ανεκτή διαμονή κι ανατροφή με υπακοή πειθαρχία και επιτρεπτά όρια. Όλα προγραμματισμένα σε μια ευθεία γραμμή χωρίς δυνατότητα παρέκκλισης, κι αυτό στα μάτια δυο μικρών παιδιών φάνταζε πολύ σκληρό. Το μόνο που τις παρηγορούσε ήταν ότι είχε η μια την άλλη, αλλά κι αυτό όμως, πολλές φορές ήταν δυσβάσταχτο γιατί όταν πονούσε η μια πονούσε διπλά κι η άλλη.
Ήταν δυο σώματα που μοιράζονταν την ίδια ψυχή κι έτσι συνέχισαν μέχρι το τέλος, ενωμένες αδιάρρηκτα.

Δρασκέλιζαν τη ζωή πόντο – πόντο με τρεμάμενα βήματα. Τίποτα δεν φαινόταν εύκολο. Δεν υπήρχε κανείς πια να τους δώσει οδηγίες. Στο ίδρυμα είχαν πάντα από πάνω τους κάποιον να τους κουνάει το δάχτυλο και να λέει: «έτσι θα το κάνεις, σ` αρέσει δεν σ` αρέσει ή αυτός είναι ο τρόπος καλός ή κακός: αυτός είναι».Οι επιθυμίες, τα όνειρα αλλά και η πραγματικότητα τις δίχαζαν. Όσο ήταν έγκλειστες αποζητούσαν την ελευθερία τους. Μισούσαν τους υπαλλήλους που τραβούσαν τις κουρτίνες πριν καλά-καλά δύσει ο ήλιος και τις υποχρέωναν ν` αποσυρθούν στα δωμάτιά τους. Μισούσαν τα καλογυαλισμένα παπούτσια των υποψήφιων γονιών όταν εκείνοι τα χτυπούσαν αμήχανα στο πάτωμα της αίθουσας επισκέψεων. Μισούσαν και τα μάτια τους, όταν τις κοιτούσαν λες και προσπαθούσαν ν` ανακαλύψουν στον βυθό των ματιών τους τα άγνωστα γονίδια τους. Μισούσαν τις Κυριακές που έρχονταν οι συγγενείς των άλλων παιδιών για να τα δουν, ενώ εκείνες απόμεναν μόνες τους στην γωνία της αίθουσας χωρίς να περιμένουν κανέναν δικό τους.
Τώρα έξω στον κόσμο, τα πράγματα ήταν αυθαίρετα, οι συνθήκες προς την ελευθερία ξεχειλωμένες για τα δικά τους μέτρα, τις τρόμαζαν. Αυτός ο τρόμος ήταν και η αιτία για την περιπλανώμενη ζωή τους.

Τα χιλιόμετρα έφευγαν. Η Φλώρα οδηγούσε πολλές ώρες, ένιωθε κουρασμένη κι έτσι είπε στη Στέλλα: Συνεχίζεται…

Το 4ο Μέρος του Διηγήματος του Μήνα: “Αγάπη Μόνο” θα δημοσιευτεί στις 26/4/2022

Πηγή φωτογραφίας: https://www.shutterstock.com/el/search/similar/1707370723

Άννα Ρω

Μεταξύ άλλων έχω επιλέξει να είμαι συγγραφέας. Μ` αρέσει ο δρόμος της ποίησης. Και του θεάτρου. Γράφω ότι μου υπαγορεύει ο νους μου. Άλλοτε μικρές ιστορίες, άλλοτε στίχους, άλλοτε μακρά οδοιπορικά και υπογράφω τα άρθρα και τα συγγραφικά μου έργα ως Άννα Ρω.

Αφήστε ένα σχόλιο