Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι: Ο ΗΛΙΘΙΟΣ

(Σελ. 265-510)

ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ & ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΕΡΟΣ
II
ΚΑΘΕ ΛΙΓΟ ΚΑΙ ΛΙΓΑΚΙ παραπονιούνται πως δεν έχουμε στη χώρα μας πρακτικούς ανθρώπους∙ πως
οι  πολιτικοί  λόγου  χάρη  είναι  πολλοί∙  οι  στρατηγοί  επίσης  μπόλικοι∙  διάφορους  διευθύνοντες
μπορείς να βρεις αμέσως όσους θέλεις, αν χρειαστεί, πρακτικούς ανθρώπους όμως δεν έχουμε. Ή,
τουλάχιστο,  όλοι  παραπονιούνται  πως  δεν  έχουμε.  Λένε  μάλιστα  πως  σε  μερικές  σιδηροδρομικές
γραμμές  δεν  υπάρχουν  ούτε  υπηρεσίες  της  προκοπής.  Είναι  αδύνατο  σου  λένε  να  επανδρώσεις
κάπως  υποφερτά  τη  διεύθυνση  μιας  ατμοπλοϊκής  εταιρίας.  Κάθε  τόσο  ακούς  πως  στην  τάδε
καινούρια  σιδηροδρομική  γραμμή  έγινε  σύγκρουση  ή  γκρεμίστηκαν  τα  βαγόνια  από  μια  γέφυρα∙
αλλού,  γράφουν  οι  εφημερίδες,  παραλίγο  να  ξεχειμωνιάσει  ένα  τρένο  που  αποκλείστηκε  απ’  τα
χιόνια: ξεκίνησαν για μερικές ώρες ταξίδι και έμειναν καρφωμένοι στα χιόνια πέντε ολάκερες μέρες.
Αλλού,  ακούς  και  σου  λένε,  χιλιάδες  καντάρια  εμπόρευμα  σαπίζει  στις  αποθήκες  δύο  και  τρεις
μήνες περιμένοντας να γίνει αποστολή, κι αλλού (εδώ που τα λέμε, αυτό πια καταντάει απίστευτο),
ένας  διοικητικός  υπάλληλος,  δηλαδή  κάποιος  επόπτης,  αντί  να  εξυπηρετήσει  έναν  υπάλληλο
εμπόρου που τον ενοχλούσε γυρεύοντας σώνει και καλά να καταφέρει να στείλει τα εμπορεύματά
του,  του  κατάφερε  μια  γροθιά  στο  σαγόνι  κι  είχε  μάλιστα  το  θράσος  να  δικαιολογήσει  τη
δημοσιοϋπαλληλική  του  αυτή  πράξη  λέγοντας  πως «εξήφθη». Θα  ‘λεγε  κανείς  πως  είναι  τόσες  οι
δημόσιες θέσεις στον κρατικό μηχανισμό μας, που τρομάζεις μόλις αναλογιστείς τον αριθμό τους∙
όλοι  έκαναν  υπάλληλοι,  όλοι  βρίσκονται  σε  δημόσιες  υπηρεσίες  κι  όλοι  προτίθενται  να
υπηρετήσουν  το  δημόσιο∙  πώς  είναι  λοιπόν  δυνατό  να  μην  μπορεί  κανείς  να  επανδρώσει  τη
διαχείριση μιας ατμοπλοϊκής εταιρίας;
Στο  ερώτημα  αυτό,  δίνουν  καμιά  φορά  μιαν  απλούστατη  απάντηση—τόσο  απλή  που  καταντά
απίστευτη. Είναι αλήθεια, λένε, πως όλοι εδώ στη χώρα μας δούλεψαν ή δουλεύουν σε δημόσιες
υπηρεσίες  κι  είναι  διακόσια  χρόνια  τώρα  που  τραβάει  έτσι  το  πράγμα  σύμφωνα  με  το  καλύτερο
γερμανικό  πρότυπο,  πάππου  προς πάππου,—μα  οι  δημόσιοι  υπάλληλοι  είναι ίσα‐ίσα  οι  λιγότερο
πρακτικοί  και  η  κατάσταση  έφτασε  σε  τέτοιο  σημείο  που  η  έλλειψη  κάθε  πρακτικότητας  να
θεωρηθεί  ακόμα  κι  ανάμεσα  στους  υπαλλήλους  του  κράτους,  και  να  θεωρείται  ακόμα  και
πρόσφατα, σαν το καλύτερο συστατικό, σαν η πιο μεγάλη αρετή. Εδώ που τα λέμε, αδίκως πιάσαμε
κουβέντα  για  τους  δημοσίους  υπαλλήλους∙  ο  σκοπός  μας  ήταν  να  μιλήσουμε  ειδικά  για  τους
πρακτικούς  ανθρώπους.  Εδώ  πια  είναι  απόλυτα  σίγουρο  πως  η  δειλία  και  η  έλλειψη  κάθε
προσωπικής  πρωτοβουλίας  λογαριαζόταν  πάντοτε  στη  χώρα  μας  σαν  το  κυριότερο  και  το  πιο
απαραίτητο προσόν ενός πρακτικού ανθρώπου—ακόμα και τώρα αυτή η γνώμη επικρατεί. Μα γιατί
να  κατηγορούμε  μονάχα  τον  εαυτό  μας,  αν  φυσικά  μπορεί  να  θεωρηθεί  κατηγορία  αυτό  που
είπαμε;  Η  έλλειψη  πρωτοτυπίας  λογαριαζόταν  παντού,  σ’  όλο  τον  κόσμο  κι  από  αμνημονεύτων
χρόνων,  σαν  το  πιο  απαραίτητο  χάρισμα,  σαν  η  καλύτερη  σύσταση  ενός  δραστήριου  ανθρώπου,
δραστήριου και πρακτικού και τουλάχιστο τα ενενήντα εννιά τοις εκατό των ανθρώπων (για να μην
πούμε  παραπάνω),  είχαν  πάντα  αυτές  τις  αντιλήψεις  και  μονάχα  το  ένα  εκατοστό  είχε  και  έχει
αντίθετη γνώμη.
Οι εφευρέτες και οι μεγαλοφυίες σχεδόν πάντα στην αρχή του σταδίου τους (πολύ συχνά και στο
τέλος) θεωρήθηκαν απ’ την κοινωνία ανάξιοι βλάκες—αυτό πια είναι μια κοινοτοπία και το ξέρουν
όλοι. Λόγου χάρη, δεκαετηρίδες ολάκερες, κουβαλούσαν όλοι τα χρήματά τους στο ταμιευτήριο και
τέλος  μαζεύτηκαν  δισεκατομμύρια  με  τόκο  τέσσερα  τα  εκατό∙  όταν  έλειψε  το  ταμιευτήριο  και
έμειναν όλοι με την προσωπική τους πρωτοβουλία, τότε ήταν πολύ φυσικό ένα μεγάλο μέρος απ’
αυτά τα εκατομμύρια να χαθεί αναπόφευχτα μέσα στον χρηματιστηριακό πυρετό και στα χέρια των
απατεώνων—αυτό μάλιστα απαιτούσε η χρηστότητα και η ευπρέπεια. Ναι, η χρηστότητα∙ μια κι η
χρηστή  δειλία  κι  η  καθωσπρέπει  έλλειψη  πρωτοτυπίας  αποτελούσαν  ως  τώρα  στην  πατρίδα  μας
(σύμφωνα  με  την  κοινώς  παραδεγμένη  αντίληψη)  το  αναπόσπαστο  χαρακτηριστικό  ενός
δραστήριου και ευυπόληπτου ανθρώπου, θα ‘ταν φυσικά υπερβολικά ανυπόληπτο, θα ‘ταν μάλιστα
τρομερά  απρεπές  ν’  αλλάξει  κανείς  ξαφνικά  τόσο  πολύ.  Ποια,  λόγου  χάρη,  μητέρα  που  αγαπά τρυφερά το παιδί της δε θα τρομάξει και δε θ’ αρρωστήσει απ’ το φόβο της αν ο γιος της ή κι η κόρη
της ξεστρατίσουν έστω και στο ελάχιστο απ’ την πεπατημένη; «Όχι, ας είναι καλύτερα ευτυχισμένος
κι ας  ζήσει χαρούμενος τη  ζωή του και να του λείπουν οι πρωτοβουλίες», σκέφτεται η κάθε μάνα
κουνώντας  στην  κούνια  το  μωρό  της.  Κι  οι  νταντάδες  μας,  νανουρίζοντας  τα  μωρά,  από
αμνημόνευτα  χρόνια,  τους ψιλοτραγουδάνε: «Νάνι‐νάνι  το μικρό μου που  θα γίνει  στρατηγός και
χρυσάφι και  ζαφείρια θα  του δίνει ο Θεός!» Ώστε λοιπόν, ακόμα κι οι νταντάδες μας θεωρούν  το
βαθμό  του  στρατηγού  σαν  το  ακρότατο  όριο  της  ρωσικής  ευτυχίας  και—το  συμπέρασμα  βγαίνει
μοναχό  του—ο  βαθμός  αυτός  στάθηκε  το  δημοφιλέστερο  εθνικό  ιδεώδες  της  ανέφελης  και  της
θεσπέσιας  ευδαιμονίας.  Και  πράγματι:  όταν  πετύχαινε  δίχως  μέσα  στις  εξετάσεις και  υπηρετούσε
επί  τριανταπέντε  συναπτά  έτη,  ποιος  θα  μπορούσε  στο  τέλος  να  μη  γίνει  εδώ  στη  χώρα  μας
στρατηγός και να μην έχει αποταμιεύσει ένα ορισμένο ποσό στο ταμιευτήριο; Κατ’ αυτό τον τρόπο,
ο  Ρώσος,  σχεδόν  χωρίς  καμιά  προσπάθεια,  κατακτούσε  τέλος  τον  τίτλο  του  δραστήριου  και  του
πρακτικού ανθρώπου. Ουσιαστικά, εδώ στη χώρα μας, μονάχα ένας άνθρωπος πρωτότυπος, μ’ άλλα
λόγια  ανήσυχος,  θα  μπορούσε  να  μη  γίνει  στρατηγός.  Δεν  αποκλείεται  σ’  όλ’  αυτά  να  υπάρχει
κάποια παρεξήγηση, μιλώντας όμως γενικά, φαίνεται πως δεν πέφτουμε έξω κι η κοινωνία μας είχε
απόλυτο  δίκιο  όταν  τοποθετούσε  έτσι  τον  ιδανικό  πρακτικό  της  άνθρωπο.  Όπως  και  να  ‘ναι,
κάτσαμε και είπαμε πολλά περιττά πράγματα∙ αυτό που κυρίως μας ενδιέφερε, ήταν να δώσουμε
μερικές εξηγήσεις για τη γνωστή μας οικογένεια των Επάντσιν. Οι άνθρωποι αυτοί, ή τουλάχιστο τα
μέλη εκείνα της οικογένειας που σκέφτονταν κάπως περισσότερο, υπέφεραν πάντα από μια σχεδόν
οικογενειακή  τους  ιδιότητα  που  ερχόταν  σε  διαμετρική  αντίθεση  με  τις  αρετές  εκείνες  που
αναφέραμε  παραπάνω.  Χωρίς  να  κατανοούν  πλήρως  το  γεγονός  (γιατί  είναι  δύσκολο να  το
κατανοήσεις)  υποπτεύονταν  ωστόσο  ώρες‐ώρες  πως  τα  πράγματα  δεν  πήγαιναν  στην  οικογένειά
τους  όπως  σ’  όλο  τον  άλλο  κόσμο.  Σ’  όλο  τον  κόσμο  κυλούσαν  ομαλά,  αυτοί  είχαν
σκαμπανεβάσματα∙ όλοι ρολάρουν πάνω σε ράγες, αυτοί κάθε λίγο και λιγάκι εκτροχιάζονται. Όλοι
δειλιάζουν τακτικά κι ενάρετα, κι αυτοί όχι. Η αλήθεια είναι πως η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα τρόμαζε
καμιά φορά και πολύ μάλιστα, μα και πάλι ο φόβος της αυτός δεν ήταν η ενάρετη εκείνη κοσμική
δειλία  που  τόσο  τη  νοσταλγούσαν  όλοι  τους.  Κι  εξάλλου ίσως  η  μόνη  που  ανησυχούσε  να  ‘ταν  η
Λιζαβέτα  Προκόφιεβνα:  οι  κοπέλες  ήταν  νέες  ακόμα  παρ’  όλο  που  διέθεταν  μια  σημαντική
διεισδυτικότητα  και  ειρωνεία  κι  ο  στρατηγός,  μόλο  που  προσπαθούσε  να  διεισδύσει  (μ’  αρκετό
κόπο  εδώ  που  τα  λέμε)  προτιμούσε ωστόσο  στις  δύσκολες  περιστάσεις  να  λέει  ένα  χμ!  και  τέλος
εναπόθετε  όλες  τις  ελπίδες  του  στη  Λιζαβέτα  Προκόφιεβνα.  Που  σημαίνει  πως  αυτή  είχε  και  την
ευθύνη.  Κι  όχι  να  πεις  πως  η  οικογένεια  αυτή  διακρινόταν  λόγου  χάρη  για  κάποια  δική  της
πρωτοβουλία ή ξέφευγε απ’ τις ράγες από μια συνειδητή έφεση προς την πρωτοτυπία, πράγμα που
θα  ‘ταν  πια  ήκιστα  καθωσπρέπει.  Ω,  όχι!  Ουσιαστικά  τίποτε  απ’  αυτά  δεν  υπήρχε,  δεν  υπήρχε
δηλαδή κανένας συνειδητός σκοπός, παρ’ όλα αυτά όμως, στο φινάλε,  τ’ αποτέλεσμα ήταν πως η
οικογένεια Επάντσιν μόλο που λογιζόταν εξαιρετικά σεβαστή, δεν τα κατάφερνε να γίνει ποτέ αυτό
που πρέπει να ‘ναι γενικά μια σεβαστή οικογένεια. Τον τελευταίο καιρό, η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα
άρχισε να βρίσκει πως αυτή ήταν ένοχη για όλα, αυτή κι ο «ατυχής» χαρακτήρας της—πράγμα που
έκανε  να  μεγαλώσει  το  μαρτύριό  της.  Κάθε  λίγο  και  λιγάκι  έλεγε: «είμαι  μια  ανόητη,  μια
απρεπέστατη  παράξενη»—και  βασανιζόταν  απ’  την  καχυποψία  της,  τα  ‘χανε  συνεχώς,  δεν
μπορούσε  να  βρει  διέξοδο  στις  πιο  συνηθισμένες  αντιθέσεις  και  κάθε  στιγμή  έβλεπε  σα  μεγάλη
συμφορά και το πιο παραμικρό ατύχημα.
Στην  αρχή  ακόμα  της  αφήγησής  μας,  είχαμε  πει  πως  οι  Επάντσιν  έχαιραν  γενικού  και  ειλικρινούς
σεβασμού. Ακόμα και τον ίδιο το στρατηγό, τον Ιβάν Φιοντόροβιτς, που ήταν άνθρωπος με σκοτεινή
καταγωγή, τον είχαν δεχτεί παντού, με πολύ σεβασμό και χωρίς αντιρρήσεις. Κι εξάλλου, του άξιζε
κάθε σεβασμός, πρώτον γιατί ήταν πλούσιος «κι όχι απ’ τους τελευταίους» και δεύτερο γιατί ήταν
άνθρωπος  ευπρεπέστατος  μόλο  που  το  μυαλό  του  δεν  έκοβε  και  πολύ.  Ωστόσο,  μια  ορισμένη
αμβλύνοια είναι, καθώς φαίνεται, ένα από τ’ απαραίτητα προσόντα, αν όχι του κάθε ανθρώπου της
δράσης, μα τουλάχιστον του κάθε σοβαρού επιχειρηματία. Τέλος, ο στρατηγός είχε λίαν ευπρεπείς
τρόπους, ήταν σεμνός, ήξερε να σωπαίνει και ταυτόχρονα να μην αφήνει να του πατάνε τον κάλο—
κι  όχι  μονάχα  γιατί  διέθετε  το  βαθμό  του  στρατηγού  μα  και  γιατί  ακόμα  ήταν  τίμιος  κι  ευγενικός άνθρωπος. Το σπουδαιότερο απ’ όλα ήταν το γεγονός πως είχε ισχυρότατους προστάτες. Όσο για τη
Λιζαβέτα Προκόφιεβνα, όπως το έχουμε κιόλας εξηγήσει παραπάνω, ήταν κι από μεγάλο τζάκι, μόλο
που εδώ  στον  τόπο μας  δε  δίνουν και  μεγάλη  σημασία  στα  τζάκια, αν  δε  συνοδεύονται κι απ’  τις
απαραίτητες σχέσεις με υψηλά πρόσωπα. Αυτή όμως απόκτησε στο τέλος και σχέσεις. Τη σέβονταν
και τέλος την αγάπησαν μερικά πρόσωπα που μετά απ’ αυτά ήταν φυσικότατο να τη σεβαστούν και
να τη δεχτούν όλοι. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως τα οικογενειακά της μαρτύρια ήταν αβάσιμα, είχαν
ασήμαντες αιτίες και η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα τα ‘χε τόσο μεγαλοποιήσει που καταντούσε κωμικό,
όμως, αν τύχει και βρεθεί κάποιος με μια κρεατοελιά στη μύτη ή στο μέτωπο, νομίζει συνεχώς πως
όλος ο κόσμος δεν έχει άλλη δουλειά παρά να κοιτάει την κρεατοελιά του, να τον κοροϊδεύει και να
τον κατακρίνει γι’ αυτή την κρεατοελιά, έστω κι αν αυτός ο κάποιος είχε ανακαλύψει την Αμερική.
Δεν  υπάρχει  επίσης  αμφιβολία  πως  στους  κοσμικούς  κύκλους  τη  Λιζαβέτα  Προκόφιεβνα  τη
θεωρούσαν πραγματικά «παράξενη», την εκτιμούσαν ωστόσο ασυζητητί: η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα
όμως, κατάντησε τέλος να μην πιστεύει πως την εκτιμούν κι αυτό ήταν όλο το κακό. Κοιτάζοντας τις
κόρες  της,  βασανιζόταν  απ’  την  υποψία  πως  βλάπτει  συνεχώς  κατά  κάποιον  άγνωστο  τρόπο  την
καριέρα  τους,  πως  ο  χαρακτήρας  της  είναι  γελοίος,  αναξιοπρεπής  κι  ανυπόφορος—και  εννοείται
πως για όλ’ αυτά κατηγορούσε αδιάκοπα τις κόρες της και τον Ιβάν Φιοντόροβιτς και τσακωνόταν
μέρες ολάκερες μαζί τους, αγαπώντας τους ταυτόχρονα μέχρις αυτοθυσίας και σχεδόν με πάθος.
Περισσότερο  απ’  όλα  τη  βασάνιζε  η  υποψία  πως  κι  οι  κόρες  της  γίνονται  ίδιες  κι  απαράλλαχτες
«παράξενες»  σαν  κι  αυτήν  και  πως  τέτοιες  κοπέλες  σαν  τις  κόρες  της  δεν  υπάρχουν  στην  καλή
κοινωνία  κι  ούτε  πρέπει  να  υπάρχουν. «Μηδενίστριες  γίνονται  όλες  τους  και  τίποτ’  άλλο!»  έλεγε
κάθε τόσο μέσα της. Τον τελευταίο χρόνο κι ιδιαίτερα τους τελευταίους μήνες η μελαγχολική αυτή
σκέψη  άρχισε  να  ριζώνει  όλο  και  βαθύτερα  μες  στο  μυαλό  της. «Και  πρώτα‐πρώτα  γιατί  δεν
παντρεύονται», αναρωτιόταν κάθε λίγο και λιγάκι. «Για να βασανίζουν τη μητέρα τους—αυτό έχει
γίνει ο σκοπός της ζωής τους και φυσικά για όλ’ αυτά φταίνε οι νέες ιδέες και εκείνο το καταραμένο
γυναικείο  ζήτημα! Μήπως  τάχα  δεν  της  ήρθε  της  Αγλαΐας  εδώ  κι  έξι  μήνες  να  κόψει τα  υπέροχα
μαλλιά της; (Θεέ μου, μα ούτε εγώ δεν είχα τέτοια μαλλιά, ακόμα και στα νιάτα μου!) Πήρε κιόλας
το ψαλίδι στα χέρια και χρειάστηκε να την παρακαλέσω γονατιστή για να μην το κάνει! Ε, αυτή το
έκανε  από  κακία,  για  να  βασανίσει  τη  μητέρα  της,  γιατί  είναι  ένα  παλιοκόριτσο,  είναι  αυταρχική,
παραχαϊδεμένη  και,  το  κυριότερο,  κακιά,  κακιά,  κακιά!  Μα  μήπως  τάχα  εκείνη  η  χοντρή  η
Αλεξάντρα  δεν  ήταν  έτοιμη  να  κόψει  κι  αυτή  τις  κοτσίδες  της  κι  όχι  πια  από  κακία  ούτε  από
καπρίτσιο, μα γιατί πίστεψε ειλικρινά ο βλάκας αυτά που της είπε η Αγλαΐα πως τάχα θα μπορεί να
κοιμάται  πιο  ήσυχα  με  κομμένα  μαλλιά  και  δε  θα  ‘χει  πονοκεφάλους;  Και  πόσοι,  πόσοι,  πόσοι—
πέντε  χρόνια  τώρα—πόσοι  γαμπροί  δεν  τις  ζήτησαν;  Και,  μα  την  αλήθεια,  ήταν  άνθρωποι
περίφημοι, μερικοί μάλιστα υπεροχότατοι! Τι περιμένουν λοιπόν, γιατί δεν παντρεύονται; Μονάχα
για να κακοκαρδίζουν τη μητέρα τους—καμιά άλλη αιτία δεν υπάρχει! Καμιά! Καμιά!»
Τέλος, ανάτειλε ο ήλιος και για τη μητρική της καρδιά∙ η μια έστω κόρη, η Αδελαΐδα, θα βολευόταν
επιτέλους: «Θα  ξεφορτωθώ  τη  μία  τουλάχιστον», έλεγε  η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα  όταν  τύχαινε  να
μιλήσει δυνατά γι’ αυτό το ζήτημα (μέσα της εκφραζόταν πολύ πιο τρυφερά). Και τι όμορφα, με τι
ευπρέπεια  που  ‘χε  κανονιστεί  όλη  η  υπόθεση∙  ακόμα  και  στους  κοσμικούς  κύκλους  άρχισαν  να
σχολιάζουν  το  πράγμα  ευμενώς.  Ο  γαμπρός  ήταν  άνθρωπος  γνωστός,  πρίγκιπας,  με  μεγάλη
περιουσία και επιπλέον  τον είχε  συμπαθήσει,  τι καλύτερο  θα  μπορούσε λοιπόν να  περιμένει; Μα
για την Αδελαΐδα δε φοβόταν ποτέ της τόσο όσο για τις άλλες της κόρες, μόλο που οι καλλιτεχνικές
της  κλίσεις  σάστιζαν  ώρες‐ώρες  ως  εκεί  που  δεν  παίρνει  τη  διαρκώς  αμφιβάλλουσα  καρδιά  της
Λιζαβέτας Προκόφιεβνας. «Ναι, έχει όμως εύθυμο χαρακτήρα κι είναι πολύ λογική. Δεν πρόκειται
λοιπόν  να  πάει  χαμένη»,  παρηγοριόταν  τέλος  η  Λιζαβέτα  Προκόφιεβνα.  Για  την  Αγλαΐα  φοβόταν
περισσότερο απ’ όλες. Μια και το ‘φερε η κουβέντα, σχετικά με τη μεγαλύτερη, την Αλεξάνδρα, ούτε
η ίδια η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα δεν ήξερε τι να κάνει: ν’ ανησυχήσει ή να μην ανησυχήσει; Άλλοτε
της φαινόταν πως «πάει, είναι χαμένη». Έκλεισε τα εικοσπέντε και συνεπώς θα μείνει γεροντοκόρη.
Και—«με μια τέτοια ομορφιά!..» Η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα έκλαιγε μάλιστα εξαιτίας της τις νύχτες,
την ώρα που η Αλεξάνδρα Ιβάνοβνα, τις ίδιες νύχτες, κοιμόταν σαν αρνάκι. «Μα τι είναι επιτέλους;

Μηδενίστρια  ή  νέτα‐σκέτα  βλάκας;»  Το  ότι  δεν  ήταν  βλάκας,  το  πίστευε  ακράδαντα  κι  η  ίδια  η
Λιζαβέτα Προκόφιεβνα: εκτιμούσε εξαιρετικά την κρίση της Αλεξάνδρας Ιβάνοβνας και της άρεσε να
τη  συμβουλεύεται.  Ωστόσο,  δε  χωρούσε  αμφιβολία  πως  η  Αλεξάνδρα  ήταν  μια  «βρεμένη  κότα».
«Είναι τόσο ήρεμη, τόσο ήσυχη που όσο κι αν τη σπρώξεις δεν πρόκειται να πάρει μπρος! Εδώ που
τα λέμε, οι «βρεμένες κότες» δεν είναι καθόλου ήρεμες—φτου! Τα μπέρδεψα ολότελα μ’ αυτές τις
κοπέλες!»  Η  Λιζαβέτα  Προκόφιεβνα  είχε  για  την  Αλεξάνδρα  μιαν  ανεξήγητη  συμπονετική
συμπάθεια, μεγαλύτερη μάλιστα κι απ’ όση είχε για την Αγλαΐα που ήταν το ίνδαλμά της. Όμως, τα
χολωμένα λόγια της (που μ’ αυτά κυρίως εκδηλωνόταν η μητρική της φροντίδα κι η συμπάθεια), τα
πειράγματα,  οι  χαρακτηρισμοί  της—«βρεμένη  κότα»  λόγου  χάρη—δεν  είχαν  άλλο  αποτέλεσμα
παρά  να  κάνουν  την  Αλεξάνδρα  να  γελά.  Φορές‐φορές,  η  Λιζαβέτα  Προκόφιεβνα  καταντούσε  να
θυμώνει  με  τα  πιο  ασήμαντα  μικροπράγματα  και  να  γίνεται  έξω  φρενών.  Της  Αλεξάνδρας
Ιβάνοβνας, λόγου χάρη, της άρεσε πολύ να κοιμάται ως αργά το πρωί κι έβλεπε συνήθως ένα σωρό
όνειρα, τα όνειρά της όμως τα χαρακτήριζε πάντα μια ασυνήθιστη κενότητα και μια αθωότητα—λες
κι  ήταν  εφτά  χρονών  κοριτσάκι∙  όπου  λοιπόν,  ακόμα  κι  αυτή  η  αθωότητα,  άρχισε  για  κάποιον
άγνωστο  λόγο  να  δίνει  στα  νεύρα  της  μαμάκας  της.  Μια  φορά,  η  Αλεξάνδρα  Ιβάνοβνα  είδε  στ’
όνειρό της εννιά κότες κι αυτό έγινε αιτία να μαλώσουν για καλά μάνα και κόρη—και γιατί; δύσκολο
να το εξηγήσει κανείς. Μια φορά, μια μοναδική φορά όλη‐όλη, τα κατάφερε η Αλεξάνδρα κι είδε στ’
όνειρό  της  κάτι  που  ‘χε  λίγη  πρωτοτυπία—είδε  έναν  καλόγερο,  μόνο  του,  σε  κάποιο  σκοτεινό
δωμάτιο, όπου αυτή δεν  τ’ αποφάσιζε να μπει γιατί φοβόταν. Οι δύο αδερφές  της πήγαν αμέσως
και ιστορήσανε τ’ όνειρο στη Λιζαβέτα Προκόφιεβνα και θριαμβολογούσαν και γέλαγαν, η μαμάκα
τους όμως θύμωσε και πάλι και τις είπε ανόητες και τις τρεις. «Χμ! είναι ήρεμη σαν αποβλακωμένη,
σωστή “βρεγμένη κότα”—και να τη σπρώξεις δεν παίρνει μπρος κι ωστόσο μελαγχολεί, ώρες‐ώρες
κάθεται και κοιτάει άπλανα και μελαγχολικά μπροστά της! Τι καημός να ‘ναι αυτός, τι μαράζι να ‘χει
στην καρδιά της;» Καμιά φορά, έκανε αυτή την ερώτηση και στον Ιβάν Φιοντόροβιτς και, όπως το
‘χε  συνήθειο,  τον  ρώταγε  υστερικά,  απειλητικά,  περιμένοντας  μιαν  άμεση  απάντηση.  Ο  Ιβάν
Φιοντόροβιτς  έκανε  κάνα‐δυο  φορές  χμ!  χμ!  έσμιγε  τα  φρύδια  του,  ανασήκωνε  τους  ώμους  κι
έβγαζε τέλος την απόφαση ανοίγοντας πλατιά τα χέρια του:
— Άντρας της χρειάζεται!
—  Μονάχα  να  δώσει  ο  Θεός  να  μην  της  τύχει  κανένας  σαν  και  σας,  Ιβάν  Φιοντόροβιτς—έσκαγε
επιτέλους σαν μπόμπα η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα—ο Θεός να δώσει να μην της τύχει άντρας που να
κρίνει και  να  βγάζει  συμπεράσματα  σαν και  σας, Ιβάν Φιοντόροβιτς,  ο Θεός  να  δώσει  να  μην  της
τύχει ένας αγροίκος βάνδαλος σαν και σας, Ιβάν Φιοντόροβιτς…
Ο Ιβάν Φιοντόροβιτς φρόντιζε ν’ αποσυρθεί αμέσως κι η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα ησύχαζε μετά απ’
αυτή  την  έ κ ρ η ξ η .  Εννοείται  πως  το ίδιο  κιόλας  βράδυ,  άρχιζε  και φερόταν  με  πολλή  προσοχή,
στοργή, καλοσύνη και σεβασμό στον Ιβάν Φιοντόροβιτς, στον «πρόστυχό»  της Ιβάν Φιοντόροβιτς,
στον  καλόκαρδο  κι  αξιαγάπητο,  τον  Ιβάν  της  τον  Φιοντόροβιτς  που  τόσο  τον  λάτρευε,  γιατί  τον
αγαπούσε σ’ όλη της τη ζωή κι ήταν μάλιστα ερωτευμένη με τον Ιβάν της τον Φιοντόροβιτς, πράγμα
που το ‘ξερε πολύ καλά κι ο ίδιος ο Ιβάν Φιοντόροβιτς κι εκτιμούσε απεριόριστα γι αυτό τη Λιζαβέτα
Προκόφιεβνα.
Όμως, το κυριότερο μαρτύριό της ήταν η Αγλαΐα∙ «είναι ολόιδια, ίδια κι απαράλλαχτη με μένα, είναι
το  πορτρέτο  μου  απ’  όλες  τις  απόψεις,  έλεγε  μέσα  της  η  Λιζαβέτα  Προκόφιεβνα∙  είναι  ένα
αυταρχικό,  κακό  διαβολάκι!  Μηδενίστρια,  παράξενη,  παλαβή,  κακιά,  κακιά,  κακιά!  Ω,  Θεέ  μου,
πόσο θα δυστυχήσει στη ζωή της!»
Όμως, όπως το ‘παμε κιόλας παραπάνω, ο ήλιος είχε ανατείλει και τα πράυνε όλα και τα φώτισε για
μια  στιγμή  όλα.  Ένα  μήνα  σχεδόν,  η  Λιζαβέτα  Προκόφιεβνα  είχε  ξεχάσει  ολότελα,  μπορεί  να  πει
κανείς,  τις  ανησυχίες  της.  Όταν  μαθεύτηκε  πως  η  Αδελαΐδα  θα  παντρευόταν  σε  λίγους  μήνες,  οι κοσμικοί κύκλοι άρχισαν να μιλούν και για την Αγλαΐα και η Αγλαΐα φερόταν παντού τόσο υπέροχα,
τόσο  ατάραχα,  τόσο  έξυπνα,  τόσο  νικηφόρα,  περήφανα  λιγάκι  είναι  αλήθεια,  όμως  αυτό  της
πηγαίνει  τόσο  πολύ!  Τόσο  στοργική,  τόσο  καλόκαρδη  ήταν  ολάκερο  μήνα  με  τη  μητέρα  της! («Η
αλήθεια είναι πως αυτόν τον Ευγένιο Παύλοβιτς πρέπει ακόμα να τον καλοκοιτάξουμε απ’ όλες τις
μεριές,  πρέπει  να  τον  ξεψαχνίσουμε,  μα,  καθώς  φαίνεται,  κι  η  Αγλαΐα  δεν  του  πολυχαρίζει
κάστανα!») όπως και να ‘ναι, είχε γίνει ξαφνικά ένα τόσο υπέροχο κορίτσι—και τι όμορφη που ‘ναι,
Θεέ μου, τι όμορφη, μέρα με τη μέρα όλο κι ομορφαίνει! Και να…
Και  να  που  μόλις  εμφανίστηκε  αυτός  ο  απαίσιος  πριγκιπάκος,  αυτός  ο  παλιοχαζούλης,  ξανάγιναν
όλα μαλλιά‐κουβάρια κι αναποδογύρισαν όλα μέσα στο σπίτι!
Μα τι έγινε ωστόσο;
Ένας  άλλος  δε  θα  ‘βλεπε  να  ‘χε  συμβεί  τίποτα,  αυτό  είναι  σίγουρο.  Μα  αυτό  ήταν  ίσα‐ίσα  το
χαρακτηριστικό  της  Λιζαβέτας  Προκόφιεβνας.  Αυτή,  στους  συνδυασμούς  και  στα  μπλεξίματα  των
πιο  συνηθισμένων  πραγμάτων (έτσι  που  ήταν  πάντοτε  ανήσυχη)  πρόφταινε  πάντοτε  και  διέκρινε
κάτι που την τρόμαζε τόσο που αρρώσταινε, την έπιανε ο πιο καχύποπτος κι ασυνήθιστος φόβος—
συνεπώς  κι  ο  πιο  καταθλιπτικός.  Φαντάζεται  λοιπόν  κανείς  τι  θα  πρέπει  να  ‘νιωσε  όταν  τώρα,
ξαφνικά, μες απ’ όλες τις ασύστατες, τις γελοίες κι αβάσιμες ανησυχίες, άρχισε να διακρίνεται ένα
κάτι που φαινόταν να ‘ναι πράγματι σημαντικό, ένα κάτι που φαινόταν να προκαλεί δικαιολογημένα
ανησυχίες, αμφιβολίες και υποψίες.
«Και πώς τόλμησαν, πώς τόλμησαν να μου γράψουν αυτό το καταραμένο ανώνυμο γράμμα και να
μου  πούνε  πως  αυτή  η  π ρ ό σ τ υ χ η   έχει  φιλίες  με  την  Αγλαΐα;»  σκεφτόταν  η  Λιζαβέτα
Προκόφιεβνα σ’ όλο το δρόμο, καθώς τράβαγε ξοπίσω της τον πρίγκιπα, και ύστερα στο σπίτι όταν
τον έβαλε να κάτσει στο στρογγυλό τραπέζι όπου είχε μαζευτεί όλη η οικογένεια. «Πώς τόλμησαν να
το σκεφτούν τέτοιο πράγμα; Μα εγώ θα πέθαινα απ’ την ντροπή μου αν πίστευα έστω και μια στάλα
απ’  όλ’  αυτά  ή  αν  έδειχνα  αυτό  το  γράμμα  στην  Αγλαΐα!  Να  μας  περιπαίζουν  έτσι,  εμάς,  τους
Επάντσιν!  Κι  όλ’  αυτά,  όλ’  αυτά  εξαιτίας  του Ιβάν Φιοντόροβιτς! Εξαιτίας  σας, Ιβάν Φιοντόροβιτς.
Αχ!  Γιατί  δεν  πήγαμε  να  ξεκαλοκαιριάσουμε  στο  Ελάγιν!  Αφού  το  ‘λεγα  να  πάμε  στο  Ελάγιν!  Το
γράμμα μπορεί να το ‘γραψε η Βάρκα, το ξέρω, ή… ή… ο Ιβάν Φιοντόροβιτς φταίει για όλα! Αυτόν
θέλησε να περιπαίξει αυτή η π ρ ό σ τ υ χ η , εις ανάμνησιν των παλαιών τους σχέσεων, ναι, θέλησε
να τον γελοιοποιήσει, ακριβώς όπως τον κορόιδευε κι άλλοτε και τον έσερνε σα βλάκα απ’ τη μύτη
τότε που πήγαινε ο προκομμένος και της χάριζε μαργαριτάρια… και τ’ αποτέλεσμα είναι να ‘χουμε
μπλέξει  όλοι  μας, κι  είναι κι  οι κόρες  σας  μπλεγμένες, Ιβάν Φιοντόροβιτς,  οι κόρες  σας  που είναι
κοπέλες,  δεσποινίδες,  δεσποινίδες  της  καλύτερης  κοινωνίας,  κοπέλες  της  παντρειάς∙  βρίσκονταν
μπροστά, εδώ στέκονταν, όλα τ’ ακούσανε, μα και στην ιστορία με κείνα τα βρομόπαιδα και σ’ αυτή
την  ιστορία  είναι  μπλεγμένες,  μια  χαρά  τα  καταφέρατε,  Ιβάν  Φιοντόροβιτς,  ήταν  μπροστά  και  τ’
άκουσαν όλα! Δε θα του το συγχωρέσω, δε θα του το συγχωρέσω αυτού του πριγκιπάκου, δε θα του
το  συγχωρέσω  ποτέ!  Και  τι  έχει  η  Αγλαΐα  και  τρεις  μέρες  τώρα  κάνει  σαν  υστερική,  τι  έχει  και
τσακώθηκε σχεδόν με τις αδερφές της, ακόμα και με την Αλεξάνδρα που της φίλαγε πάντα τα χέρια
σα  να  ‘ταν  μάνα  της—τόσο  πολύ  την  εκτιμούσε.  Τι  έχει  και  τρεις  μέρες  τώρα  βάζει  σ’  όλους  μας
αινίγματα; Τι ρόλο παίζει εδώ πέρα ο Γαβρίλα Ιβόλγκιν; Τι της ήρθε χτες και σήμερα και βάλθηκε να
παινεύει  το  Γαβρίλα  Ιβόλγκιν  κι  έβαλε  μάλιστα  τα  κλάματα;  Γιατί  μου  αναφέρουν  αυτό  τον
καταραμένο «φτωχό ιππότη» σε κείνο το ανώνυμο γράμμα τη στιγμή που το γράμμα του πρίγκιπα
δεν  το  ‘δειξε  ούτε  στις  αδερφές  της;  Και  γιατί…  για  ποιο  λόγο,  για  ποιο  λόγο  έτρεξα  τώρα  σαν
αλαφιασμένη γάτα σπίτι του και τον κουβάλησα τώρα δω πέρα; Θεέ μου, τρελάθηκα, τι ήταν αυτό
που έκανα; Έκατσα κι είπα σ’ ένα νέο τα μυστικά της κόρης μου και μάλιστα… και μάλιστα του είπα
μυστικά  που  αφορούν  σχεδόν  αυτόν  τον  ίδιο!  Θεέ  μου,  πάλι  καλά  που  είναι  ηλίθιος  και…  και…
φίλος του σπιτιού μας! Θα ‘ναι ποτέ δυνατό να τον συμπάθησε η Αγλαΐα έναν τέτοιο βλακέντιο! Θεέ
μου, τι κάθομαι και λέω! Φτου. Είμαστε για τα πανηγύρια… εγώ πρώτη απ’ όλους, πρέπει να μας 

βάλουν μέσα σε γυάλες και να ‘ρχεται ο κόσμος να μας βλέπει με δέκα καπίκια είσοδο. Δε θα σας το
συγχωρέσω  αυτό,  Ιβάν  Φιοντόροβιτς,  δε  θα  σας  το  συγχωρέσω  ποτέ.  Και  γιατί  δεν  τον  πειράζει
τώρα; Έλεγε πως θα τον πάρει στο ψιλό και να που τώρα μήτε ένα πείραγμα δε λέει να του κάνει!
Να, να, τον κοιτάζει, τον προσέχει, δε βγάζει λέξη, δε φεύγει, στέκεται εδώ κι όμως του είπε η ίδια
να  μην  ξανάρθει…  Αυτός  έχει  χλομιάσει  τρομερά.  Κι  αυτός  ο  καταραμένος,  ο  τρισκαταραμένος
Ευγένιος  Παύλιτς,  τι  φλυαρία  είναι  αυτή  που  τον  έπιασε,  δε  θ’  αφήσει  και  κανέναν  άλλον  να
μιλήσει;  Για  κοίτα  τον  που  δε λέει  να  σταματήσει,  λέξη  δε  σ’ αφήνει  να  πεις. Τώρ’ αμέσως  θα  τα
μάθαινα όλα, φτάνει να γύριζα καταπώς θέλω την κουβέντα»…
Πραγματικά,  ο  πρίγκιπας  καθόταν  σχεδόν  χλομός  μπροστά  στο  στρογγυλό  τραπέζι  κι  είχες  την
εντύπωση  πως  ήταν  τρομερά  φοβισμένος  και  ταυτόχρονα,  στιγμές‐στιγμές,  τον  έπιανε  ένας
ακατανόητος και γι’ αυτόν τον ίδιο ενθουσιασμός. Ω, πόσο φοβόταν να ρίξει μια ματιά εκεί κατά τη
γωνιά  απ’  όπου  τον  κοίταζαν  επίμονα  δύο  γνωστά  μαύρα  μάτια,  και  ταυτόχρονα  πόσο  δυνατά
σφιγγόταν  η  καρδιά  του  απ’  την  ευτυχία  που  ένιωθε  τώρα  που  καθόταν  και  πάλι  ανάμεσά  τους,
τώρα που θ’ ακούσει και πάλι τη φωνή της—ύστερα από κείνα που του ‘χε γράψει. «Θεέ μου, τι θα
πει άραγε τώρα!» Ίσαμε τούτη τη στιγμή δεν είχε προφέρει ακόμα λέξη και με μεγάλη προσπάθεια
άκουγε τον «φλύαρο» Ευγένιο Παύλοβιτς, που σπάνια είχε τόσο κέφι όσο απόψε. Ο πρίγκιπας τον
άκουγε και για πολλήν ώρα δεν καταλάβαινε σχεδόν λέξη. Εκτός απ’ τον Ιβάν Φιοντόροβιτς που δεν
είχε γυρίσει ακόμα απ’  την Πετρούπολη,  όλοι  οι άλλοι ήταν εκεί. Ήταν κι  ο πρίγκιπας Σ. Φαίνεται
πως είχαν σκοπό να πάνε λίγο αργότερα, μετά το τσάι, ν’ ακούσουν μουσική. Φαίνεται πως η τωρινή
συζήτηση είχε αρχίσει πριν έρθει ο πρίγκιπας. Σε λίγο εμφανίστηκε στη βεράντα ο Κόλια∙ γλίστρησε
τόσο  ξαφνικά,  που  ο  πρίγκιπας  δεν  κατάλαβε  από  πού  είχε  έρθει. «Σημαίνει  λοιπόν  πως  τον
δέχονται δω πέρα σαν άλλοτε», σκέφτηκε ο πρίγκιπας.
Η  βίλα  των  Επάντσιν  ήταν  πολυτελέστατη,  σε  στυλ  ελβετικού  χωριάτικου  σπιτιού,  κομψά
στολισμένη  με  λουλούδια  και  φυλλώματα.  Ένας  μικρός  μα  υπέροχος  ανθόκηπος  την  έκλεινε
ολόγυρα. Κάθονταν όλοι στη βεράντα, όπως και στου πρίγκιπα, μονάχα που η βεράντα ήταν κάπως
πιο ευρύχωρη και πιο λουσάτη.
Το θέμα της συζήτησης που είχαν αρχίσει δε φαινόταν ν’ άρεσε παρά σε λίγους μονάχα∙ η συζήτηση,
όπως  θα  μπορούσε  κανείς  να  μαντέψει,  άρχισε  από  μια  λογομαχία  και  φυσικά  όλοι  θα  το
προτιμούσαν ν’ αλλάξουν θέμα, ο Ευγένιος Παύλοβιτς όμως, λες και το ‘κανε επίτηδες, επέμενε όλο
και περισσότερο και δεν έδινε σημασία στην εντύπωση που προκαλούσε∙ ο ερχομός του πρίγκιπα
τον  έκανε  να  ζωηρέψει  περισσότερο.  Η  Αγλαΐα  που  καθόταν  παράμερα,  σχεδόν  στη  γωνιά,  δεν
έφευγε, άκουγε και σώπαινε επίμονα.
—  Μα  όχι,  όχι,—αντέλεγε  με  θέρμη  ο  Ευγένιος  Παύλοβιτς,—δεν  έχω  τίποτα  εναντίον  του
λιμπεραλισμού.  Ο  λιμπεραλισμός  δεν  είναι  αμάρτημα∙  είναι  έν’  απαραίτητο  συστατικό  του  όλου,
που χωρίς αυτόν θα αποσυντεθεί ή θα νεκρωθεί∙ ο λιμπεραλισμός έχει το ίδιο δικαίωμα να υπάρχει,
όσο κι ο πλέον νομιμόφρων συντηρητισμός. Εγώ όμως τα βάζω με το ρωσικό λιμπεραλισμό και το
ξαναλέω  πως,  αν  έχω  αντιρρήσεις,  είναι  γιατί  ο  ρώσος λιμπεραλίστας  δεν  είναι  Ρ ώ σ ο ς
λιμπεραλίστας, είναι ένας λιμπεραλίστας που δ ε ν   έ χ ε ι   τ ί π ο τ α   ρ ω σ ι κ ό . Φέρτε μου έναν
Ρώσο λιμπεραλίστα και θα τον φιλήσω αμέσως εδώ μπροστά σας.
— Φτάνει να του κάνει όρεξη να δεχτεί το φιλί σας,—είπε η Αλεξάνδρα Ιβάνοβνα που βρισκόταν σε
ασυνήθιστη υπερδιέγερση. Ακόμα και τα μάγουλά της ήταν πιο κόκκινα από άλλοτε.
«Για κοίτα κει, σκέφτηκε η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα, άλλοτε κοιμάται και τρώει μονάχα, όσο και να τη
σπρώχνεις δεν παίρνει φωτιά, κι άλλοτε, μια φορά το χρόνο, ξεπετιέται και μιλάει έτσι που είναι ν’
απορείς.»

Ο πρίγκιπας παρατήρησε πως της Αλεξάνδρας Ιβάνοβνας φαίνεται να μην της άρεσε καθόλου που ο
Ευγένιος Παύλοβιτς μίλαγε τόσο εύθυμα, που συζήταγε ένα σοβαρό θέμα με τέτοιον τρόπο σα να
παθαινόταν και ταυτόχρονα σα ν’ αστειευόταν κιόλας.
— Υποστήριζα τώρα μόλις, λίγο πριν έρθετε, πρίγκηψ,—συνέχισε ο Ευγένιος Παύλοβιτς,—πως εδώ
στη  χώρα  μας  οι  λιμπεραλίστες  προέρχονταν  από  δύο  μονάχα  στρώματα,  απ’  τους  πρώην
τσιφλικάδες (που δεν υπάρχουν πια) κι απ’ τους σεμιναρίστες. Και μια και τα δύο αυτά στρώματα
μεταβλήθηκαν τέλος σε δύο σωστές κάστες, σε κάτι εντελώς ξέχωρο απ’ το έθνος—κι όσο πέρναγε ο
καιρός,  από  γενιά  σε  γενιά,  απομονώνονταν  όλο  και  περισσότερο—βγαίνει  μόνο  του  το
συμπέρασμα πως όλα όσα έκαναν και κάνουν δεν ήταν καθόλου εθνικά.
— Πώς; Ώστε λοιπόν όλα όσα έγιναν δεν είναι ρωσικά;—έφερε την αντίρρηση του ο πρίγκιπας Σ.
— Δεν είναι εθνικά∙ έστω κι αν ήταν ρωσικά, δεν είχαν τίποτα το εθνικό∙ κι οι λιμπεραλίστες μας δεν
είναι Ρώσοι κι οι συντηρητικοί δεν είναι Ρώσοι, κι όλοι τους… Και να ‘στε σίγουρος πως το έθνος δε
θα  αναγνωρίσει  τίποτε  απ’  όσα  έκαναν  οι  τσιφλικάδες  κι  οι  σεμιναρίστες,  ούτε  και  τώρα  ούτε  κι
αργότερα…
—  Άλλο  πάλι  και  τούτο!  Πώς  μπορείτε  να  υποστηρίζετε  μια  τέτοια  παραδοξολογία,  αν  φυσικά
μιλάτε σοβαρά! Μου είναι αδύνατο ν’ ανεχτώ τέτοιες κρίσεις για το Ρώσο γαιοκτήμονα∙ και σεις ο
ίδιος Ρώσος γαιοκτήμονας είσαστε,—αντέλεγε με θέρμη ο πρίγκιπας Σ.
— Μα νομίζω πως με παρεξηγήσατε. Οι τσιφλικάδες είναι μια τάξη αξιοσέβαστη έστω και μόνο για
το λόγο ότι ανήκω και εγώ σ’ αυτήν ιδιαίτερα τώρα που έπαψε να υπάρχει…
—  Και  στη  λογοτεχνία;  Έχει  γούστο  να  ισχυρίζεστε  πως  ούτε  η  λογοτεχνία  μας  δεν  έχει  τίποτα
εθνικό!—τον διέκοψε η Αλεξάνδρα.
—  Από  λογοτεχνία  δεν  καταλαβαίνω  και  πολλά  πράγματα,  μα  κι  η  ρωσική  λογοτεχνία,  κατά  τη
γνώμη μου, δεν είναι όλη ρωσική, εκτός ίσως απ’ τον Λομονόσοβ, τον Πούσκιν και τον Γκόγκολ.
—  Πρώτον,  αυτό  δεν  είναι  λίγο  και  δεύτερον  ο  ένας  είναι  άνθρωπος  του  λαού  κι  οι  άλλοι  δύο
γαιοκτήμονες—γέλασε η Αδελαΐδα.
— Πολύ σωστά, μη θριαμβεύετε όμως. Μονάχα αυτοί οι τρεις απ’ όλους τους Ρώσους συγγραφείς
κατάφεραν να πουν ο καθένας τους κάτι πραγματικά δ ι κ ό   τ ο υ ς , καταδικό τους, κάτι που δεν το
δανείστηκαν από κανέναν, κι αυτός ήταν ο λόγος που έγιναν αμέσως εθνικοί συγγραφείς. Ο Ρώσος
που  θα  πει,  θα  γράψει  ή  θα κάνει κάτι  δικό  του, δι κ ό   τ ο υ , ανεπανάληπτο και  μη  δανεισμένο
από κανέναν, θα γίνει αναπόφευκτα εθνικός έστω κι αν μιλάει άσχημα τα ρούσικα. Αυτό για μένα
είναι  αξίωμα.  Το  θέμα  μας  όμως  δεν  ήταν  η  λογοτεχνία,  εμείς  αρχίσαμε  να  συζητάμε  για  τους
σοσιαλιστές, από κει άναψε η συζήτηση∙ ε, λοιπόν, εγώ βεβαιώνω πως δεν υπάρχει στη χώρα μας
ούτε  ένας  Ρώσος  σοσιαλιστής∙  δεν  υπάρχει  και  δεν  υπήρξε  γιατί  όλοι  οι  σοσιαλιστές  μας
προέρχονται  κι  αυτοί  απ’  τους  τσιφλικάδες  και  τους  σεμιναρίστες.  Όλοι  οι  δεδηλωμένοι,  οι
σταμπαρισμένοι  σοσιαλιστές  μας,  τόσο  οι  εδώ,  όσο  κι  αυτοί  στο Εξωτερικό,  δεν  είναι  τίποτ’  άλλο
παρά φιλελεύθεροι  τσιφλικάδες  της  εποχής  της  δουλοπαροικίας.  Τι  γελάτε;  Δώστε  μου  τα  βιβλία
τους, δώστε μου τη διδασκαλία τους, τ’ απομνημονεύματά τους και γω, μόλο που δεν ασχολούμαι
με την κριτική, αναλαμβάνω να σας γράψω μια πειστικότατη φιλολογική κριτική, όπου θ’ αποδείξω
περίτρανα  πως  η  κάθε  σελίδα  απ’  τα  βιβλία,  τις  μπροσούρες,  τ’  απομνημονεύματά  τους,  είναι
γραμμένη πρώτα απ’ όλα από έναν πρώην Ρώσο τσιφλικά. Το μίσος τους, η οργή τους, το πνεύμα
που κάνουν, όλα είναι τσιφλικάδικα∙ (και μάλιστα, σαν αυτά που συναντούσες πριν απ’ την εποχή
του  Φαμουσόβ!)  Ο  ενθουσιασμός  τους,  τα  δάκρυά  τους,  μπορεί  να  ‘ναι  δάκρυα  πραγματικά, ειλικρινή, είναι όμως τσιφλικάδικα! Τσιφλικάδικα και σεμιναρίστικα… Πάλι γελάτε, και σεις γελάτε,
πρίγκηψ; Και σεις διαφωνείτε;
Πραγματικά,  όλοι  γελούσαν,  μισογέλασε  κι  ο  πρίγκιπας. —Δεν  μπορώ  ακόμα  να  σας  πω  αν
διαφωνώ  ή  όχι,—πρόφερε  ο  πρίγκιπας  παύοντας  ξάφνου  να  χαμογελά  κι  ανατρίχιασε  σα
σκολιαρόπαιδο  που  το  πιάνουν  να  κάνει  μιαν  αταξία,—σας  βεβαιώ  όμως  πως  σας  ακούω  μ’
εξαιρετική ευχαρίστηση…
Λέγοντάς  τα  αυτά,  του  κοβόταν  σχεδόν  η  ανάσα  και  μάλιστα  το  μέτωπό  του  το  περίλουσε  κρύος
ιδρώτας. Αυτά ήταν τα πρώτα λόγια που ‘χε πει απ’ την ώρα που ήρθε. Έκανε να κοιτάξει γύρω του
μα δεν τόλμησε∙ ο Ευγένιος Παύλοβιτς το πρόσεξε και χαμογέλασε.
—  Κύριοι,  θα  σας  πω ένα  γεγονός,—συνέχισε  στον ίδιο  τόνο,  δηλαδή,  σάμπως  να  μίλαγε  με  μιαν
ασυνήθιστη έξαψη και θέρμη και ταυτόχρονα, σα να γέλαγε ίσως‐ίσως με τα ίδια του τα λόγια,—ένα
γεγονός, την παρατήρηση και την ανακάλυψη μάλιστα του οποίου έχω την τιμή ν’ αποδώσω στον
εαυτό μου και μάλιστα μονάχα στον εαυτό μου∙ απ’ όσο ξέρω τουλάχιστον, κανείς δεν έχει μιλήσει
ούτε  έχει  γράψει  γι’  αυτό  το  γεγονός.  Στο  γεγονός  αυτό  εκφράζεται  όλη  η  ουσία  του  ρωσικού
λιμπεραλισμού  του  είδους  εκείνου  που  λέω.  Και  πρώτα‐πρώτα,  τι  άλλο  είναι  ο  λιμπεραλισμός,
γενικά,  αν  όχι  μια  επίθεση (λογική  ή  σφαλερή  αυτό  είναι  άλλο  ζήτημα)  ενάντια  στην  υπάρχουσα
τάξη πραγμάτων; Έτσι δεν είναι; Λοιπόν, το γεγονός που έχω να σας τονίσω, δείχνει πως ο ρωσικός
λιμπεραλισμός  δεν  είναι  μια  επίθεση  ενάντια  στην  υπάρχουσα  τάξη  πραγμάτων  μα  είναι  μια
επίθεση  ενάντια  στην  ίδια  την  ουσία  των  πραγμάτων  μας,  ενάντια  στα  ίδια  τα  πράγματα  κι  όχι
μονάχα  στην  τάξη,  όχι  ενάντια  στη  ρωσική  τάξη  μα  ενάντια  στην ίδια  τη  Ρωσία. Ο  λιμπεραλίστας
μου έφτασε στο σημείο ν’ αρνιέται τη Ρωσία, μισεί δηλαδή και χτυπά την ίδια τη μητέρα του. Κάθε
δυστυχία, κάθε αποτυχία της Ρωσίας τον κάνει και γελά και σχεδόν τον ενθουσιάζει. Μισεί τα λαϊκά
έθιμα, τη ρωσική ιστορία, τα πάντα. Αν έχει κάποια δικαιολογία, είναι πως δεν ξέρει τι κάνει κι όλο
το  μίσος  του  για  τη  Ρωσία  το  περνάει  για  τον  πιο  καρποφόρο  λιμπεραλισμό (ω,  θα  συναντήσετε
συχνά εδώ στη χώρα μας λιμπεραλίστες που τους χειροκροτούν οι άλλοι και που ουσιαστικά είναι
ίσως  οι  πιο  παράλογοι,  οι πιο κοντόθωροι κι  οι πιο επικίνδυνοι  συντηρητικοί,  χωρίς να  το  ξέρουν
ούτε κι οι ίδιοι!) Αυτό το μίσος για τη Ρωσία, δεν πάει πολύς καιρός ακόμα, μερικοί λιμπεραλίστες
μας το νόμιζαν σχεδόν για την πιο αληθινή αγάπη προς την πατρίδα και καυχιόνταν πως βλέπουν
καλύτερα  από  τους  άλλους  τι  λογής  θα  ‘πρεπε  να  ‘ναι  αυτή  η  αγάπη.  Τώρα  όμως  έγιναν  πιο
ειλικρινείς  κι  άρχισαν  να  ντρέπονται  ακόμα  και  τα  λόγια  «αγάπη  προς  την  πατρίδα»∙  έχουν
αποδιώξει ακόμα και την έννοια αυτή και την έβαλαν κατά μέρος σαν κάτι βλαβερό κι ασήμαντο. Το
γεγονός αυτό είναι ακριβέστατο, σ’ αυτό επιμένω και… έπρεπε επιτέλους να πούμε κάποτε όλη την
αλήθεια,  καθαρά  και  ντόμπρα∙  όμως,  το  γεγονός  αυτό  είναι  ταυτόχρονα  κάτι  που  δεν
παρατηρήθηκε  ποτέ  και  πουθενά,  σε  καμιάν  εποχή  και  σε  κανένα  λαό,  που  σημαίνει  πως  είναι
τυχαίο και μπορεί να περάσει, είμαι σύμφωνος. Δεν μπορεί να υπάρξει πουθενά λιμπεραλίστας που
να  μισεί  την  πατρίδα  του.  Πώς  εξηγείται  λοιπόν  που  εδώ  στη  χώρα  μας  υπάρχουν  τέτοιοι
λιμπεραλίστες; Η εξήγηση είναι αυτή που έδωσα και πριν: Είναι πως ο Ρώσος λιμπεραλίστας προς το
παρόν δεν είναι Ρώσος. Άλλη εξήγηση δεν υπάρχει κατά τη γνώμη μου.
— Όλα όσα είπες, Ευγένιε Παύλιτς, τα δέχουμαι μονάχα σαν αστείο,—έκανε σοβαρά ο πρίγκιπας Σ.
— Εγώ δεν τους είδα όλους τους λιμπεραλίστες και δεν αναλαμβάνω να κρίνω,—είπε η Αλεξάνδρα
Ιβάνοβνα,—άκουσα  όμως  με  αγανάκτηση  τη  σκέψη  σας:  πήρατε  μια  μεμονωμένη  περίπτωση  και
την κάνατε γενικό κανόνα, που σημαίνει πως όσα είπατε είναι συκοφαντίες.
—  Μεμονωμένη  περίπτωση;  Α‐α!  Η  λέξις  ειπώθηκε,—βιάστηκε  να  πει  ο  Ευγένιος  Παύλοβιτς.—
Πρίγκηψ, τι γνώμη έχετε, πρόκειται για μεμονωμένη περίπτωση ή όχι;

— Θα πρέπει και γω να ομολογήσω πως έχω δει πολύ λίγους και πολύ λίγη παρέα έχω κάνει με…
λιμπεραλίστες,—είπε ο πρίγκιπας,—μου φαίνεται όμως πως ως ένα σημείο ίσως και να ‘χετε δίκιο,
γιατί  πραγματικά,  ο  ρωσικός  λιμπεραλισμός  που  γι’  αυτόν  μας  μιλήσατε  έχει  ως  ένα  σημείο  την
τάση να μισεί την ίδια τη Ρωσία κι όχι μονάχα την τάξη των πραγμάτων της. Φυσικά, αυτό δεν είναι
απόλυτο και δεν μπορεί με κανέναν τρόπο… να εφαρμόζεται σε όλους…
Μάσησε τα λόγια του και δεν τελείωσε. Παρ’ όλη την ταραχή του, η συζήτηση του είχε κινήσει πολύ
το ενδιαφέρον. Ο  πρίγκιπας είχε ένα ιδιαίτερο  χαρακτηριστικό: άκουγε  πάντα  με  μια αφελέστατη
προσοχή κάτι που τον ενδιέφερε κι απαντούσε πολύ σοβαρά όταν τύχαινε να του κάνουν κάποιαν
ερώτηση. Η αφέλεια αυτή σα να καθρεφτιζόταν στην έκφραση του προσώπου του, ακόμα και στη
στάση του κορμιού του, μια αφέλεια και μια πίστη που δεν υποπτευόταν ούτε την ειρωνεία ούτε το
χιούμορ.  Και,  μόλο  που  ο  Ευγένιος  Παύλοβιτς  από  καιρό  τώρα  του  μίλαγε  πάντα  με  κάποια
ιδιαίτερη ειρωνεία, αυτή  τη φορά, σαν άκουσε  την απάντησή  του,  τον κοίταξε με μια υπερβολική
σοβαρότητα, λες και δεν περίμενε ποτέ του μια τέτοια απάντηση απ’ τον πρίγκιπα.
— Ώστε… μα, πολύ παράξενο στ’ αλήθεια,—πρόφερε.—Μου απαντήσατε λοιπόν σοβαρά, πρίγκηψ;
— Μα μήπως δε με ρωτήσατε σοβαρά;—απάντησε εκείνος κατάπληκτος.
Όλοι γέλασαν.
— Είδατε τι παθαίνετε όταν τον πιστεύετε,—είπε η Αδελαΐδα.—Ο Ευγένιος Παύλιτς μας περιπαίζει
όλους! Αν ξέρατε τι κάθεται και λέει καμιά φορά με το σοβαρότερο ύφος του κόσμου!
— Κατά τη γνώμη μου, το θέμα είναι πολύ βαρύ, καλά θα κάναμε να μην την αρχίζαμε καθόλου τη
συζήτηση,—παρατήρησε απότομα η Αλεξάνδρα.—Λέγαμε να πάμε περίπατο…
—  Και  βέβαια  να  πάμε,  η  βραδιά  είναι  υπέροχη!—φώναξε  ο  Ευγένιος  Παύλιτς.—Μα  για  να  σας
αποδείξω πως αυτή τη φορά μιλούσα εντελώς σοβαρά και, το κυριότερο, για να τ’ αποδείξω στον
πρίγκιπα (ξέρετε, πρίγκηψ, μου κινήσατε εξαιρετικά το ενδιαφέρον και σας ορκίζομαι πως δεν είμαι
και τόσο κούφος, όσο θα πρέπει σίγουρα να φαίνομαι—μόλο που είμαι πραγματικά κούφος!) και…
αν  μου  το  επιτρέπετε,  κύριοι,  θα  κάνω  στον  πρίγκιπα  ακόμα  μια  τελευταία  ερώτηση,  από
προσωπική περιέργεια και μ’ αυτήν θα κλείσουμε τη συζήτηση. Λες κι έγινε επίτηδες, μόλις εδώ και
δύο ώρες  τη  σκέφτηκα αυτή  την ερώτηση (βλέπετε, πρίγκηψ, είναι φορές που  στοχάζομαι και γω
σοβαρά  πράγματα)∙  εγώ  έδωσα  την  απάντηση,  ας  δούμε  όμως  τι  θα  πει  ο  πρίγκιπας. Μόλις  πριν
από  λίγο  έγινε  λόγος  για  τη  «μεμονωμένη  περίπτωση».  Όλοι  εδώ  στη  χώρα  μας  δίνουν  μεγάλη
σημασία  σ’  αυτές  τις  λέξεις,  τις  ακούς  κάθε  λίγο  και  λιγάκι.  Δεν  πάει  πολύς  καιρός  που  όλοι
μιλούσαν και έγραφαν για κείνο το φριχτό φόνο των έξι ανθρώπων που τους σκότωσε κείνος ο νέος
και  για  την  παράξενη  αγόρευση  του  συνηγόρου  του  που  είπε  πως  μια  κι  ο  εγκληματίας  ήταν
φτωχός, ήταν φ υ σ ι κ ό τ α τ ο  να σκεφτεί να σκοτώσει εκείνους τους έξι. Δεν το ‘πε έτσι κατά λέξη,
το  νόημά  του  όμως  ήταν  αυτό  ή  κάτι  παραπλήσιο.  Εγώ  προσωπικά,  νομίζω  πως  ο  συνήγορος,
εκφράζοντας  μια  τέτοια  παράδοξη  σκέψη,  ήταν  απόλυτα  σίγουρος  πως  έτσι  εκφράζει  την  πιο
λιμπεραλιστική,  την  πιο  ουμανιστική  και  την  πιο  προοδευτική  άποψη  που  θα  μπορούσε  να
εκφράσει  κανείς  στην  εποχή  μας.  Λοιπόν,  τι  γνώμη  έχετε  εσείς;  Αυτή  η  διαστρέβλωση  των
αντιλήψεων και των πεποιθήσεων, αυτή η δυνατότητα να βλέπει κανείς τόσο στραβά και παράλογα
τα πράγματα είναι μεμονωμένη ή γενική περίπτωση;
Όλοι έβαλαν τα γέλια.
— Μεμονωμένη, και βέβαια μεμονωμένη,—είπαν μαζί γελώντας η Αλεξάνδρα κι η Αδελαΐδα.

—  Και  να  μου  επιτρέψεις  να  παρατηρήσω,  Ευγένιε  Παύλιτς,—πρόσθεσε  ο  πρίγκιπας  Σ.,—πως  το
αστείο σου παρατράβηξε.
— Εσείς τι γνώμη έχετε, πρίγκηψ;—ρώτησε ο Ευγένιος Παύλοβιτς, χωρίς να προσέξει τον πρίγκιπα
Σ.,  βλέποντας  το  Λέοντα  Νικολάγιεβιτς  να  τον  κοιτάει  περίεργα  και  σοβαρά.—Τι  λέτε  σεις;  Είναι
μεμονωμένη ή γενική αυτή η περίπτωση; Ομολογώ
πως για σας ειδικά τη σοφίστηκα αυτή την ερώτηση.
— Όχι, δεν είναι μεμονωμένη,—πρόφερε σιγά μα σταθερά ο πρίγκιπας.
—  Μα  τι  λέτε,  Λέων  Νικολάγιεβιτς,—φώναξε  κάπως  πικραμένα  ο  πρίγκιπας  Σ.—Δεν  το  βλέπετε
λοιπόν πως πάει να σας στήσει παγίδα; Δεν το βλέπετε πως αστειεύεται και το ‘χει βάλει σκοπό να
σας πιάσει;
— Νόμιζα πως ο Ευγένιος Παύλιτς μιλάει σοβαρά,—κοκκίνισε ο πρίγκιπας και χαμήλωσε τα μάτια.
— Καλέ μου πρίγκηψ,—συνέχισε ο πρίγκιπας Σ.,—μα θυμηθείτε λοιπόν την κουβέντα που κάναμε
κάποτε μαζί, κάπου εδώ και τρεις μήνες. Λέγαμε τότε πως στα καινούργια μας δικαστήρια μπορεί να
βρει κανείς πολλούς αξιοπρόσεχτους και υπεράξιους συνηγόρους! Και πόσες εξαίρετες αποφάσεις
ενόρκων!  Πόσο  χαιρόσασταν  τότε  και  πόσο  χαιρόμουνα  και  γω  με  τη  χαρά  σας…  λέγαμε  πως
μπορούμε να ‘μαστε περήφανοι… Όμως, αυτή η ατυχής αγόρευση, αυτό το παράξενο επιχείρημα,
είναι φυσικά κάτι τυχαίο, είναι σταγόνα στον ωκεανό.
Ο πρίγκιπας Λέων Νικολάγιεβιτς σκέφτηκε για λίγο, απάντησε όμως μ’ απόλυτη σιγουριά, μόλο που
μίλαγε σιγά και πρόφερε κάπως σαν δειλά τα λόγια του.
— Το μόνο που ήθελα να πω, ήταν πως η διαστρέβλωση των ιδεών και των εννοιών (όπως το είπε ο
Ευγένιος Παύλιτς) συναντιέται πολύ συχνά, είναι δυστυχώς πολύ περισσότερο μια γενική παρά μια
μεμονωμένη  περίπτωση.  Τόσο  μάλιστα  που  αν  αυτή  η  διαστρέβλωση  δεν  ήταν  μια  τόσο  γενική
περίπτωση, ίσως να μην υπήρχαν και τ’ ακατονόμαστα εγκλήματα σαν αυτά που…
— Ακατονόμαστα εγκλήματα; Μα σας βεβαιώ πως τα ίδια ακριβώς εγκλήματα, ίσως μάλιστα και πιο
φριχτά ακόμα, γίνονταν και πριν, παντού και πάντα, όχι μονάχα στη χώρα μας, και κατά τη γνώμη
μου θα γίνονται για πολύν καιρό ακόμα. Η διαφορά είναι που πριν δε γίνονταν τόσο γνωστά, τώρα
όμως άρχισαν και μιλούν δυνατά γι’ αυτά τα εγκλήματα, τα συζητούν μάλιστα και στις εφημερίδες,
γι’  αυτό  δημιουργήθηκε  η  εντύπωση  πως  οι  τέτοιοι  εγκληματίες  μόλις  τώρα  πρωτοφάνηκαν.  Να
ποιο  είναι  το  λάθος  σας,  ένα  λάθος,  πρίγκηψ,  που,  σας  βεβαιώ,  προδίδει  μεγάλη  αφέλεια,—
χαμογέλασε ειρωνικά ο πρίγκιπας Σ.
— Το  ξέρω φυσικά πως γίνονταν και πριν πάρα πολλά εγκλήματα, το ίδιο φριχτά με τα σημερινά∙
δεν  πάει  πολύς  καιρός  που  είχα  πάει  στις  φυλακές  και  μπόρεσα  να  γνωριστώ  με  μερικούς
εγκληματίες  και  υπόδικους.  Υπάρχουν  μάλιστα  τρομερότεροι  εγκληματίες  απ’  αυτόν  που  λέγαμε,
υπάρχουν  εγκληματίες  που  σκότωσαν  δέκα  ανθρώπους  χωρίς  να  μετανιώσουν  καθόλου.  Να  τι
παρατήρησα όμως: πως κι ο πιο αδιόρθωτος κι ο πιο αμετανόητος φονιάς, ξέρει ωστόσο πως είναι
εγκληματίας , έχει συνείδηση δηλαδή πως δεν έπραξε καλά, έστω κι αν δε μετανιώνει. Τέτοιοι
είναι  όλοι  τους∙  ενώ  τούτοι  δω,  αυτοί  που  ανέφερε  ο  Ευγένιος  Παύλιτς,  δε  θέλουν  καν  να
θεωρήσουν  τον  εαυτό  τους  εγκληματία  και  λένε  μέσα  τους  πως  είχαν  το  δικαίωμα  και…  έκαναν
μάλιστα  καλά,  δηλαδή,  θέλω  να  πω,  περίπου  έτσι  σκέφτονται.  Εδώ  ακριβώς  βρίσκεται  κατά  τη
γνώμη  μου  η  τρομερή  διαφορά.  Και  προσέχετε  πως  όλοι  αυτοί  είναι  νέοι,  βρίσκονται  δηλαδή  σε
μιαν  ηλικία  όπου  δεν  είναι  καθόλου  δύσκολο  να  πάθουν  οι  ιδέες  τους  τη  διαστρέβλωση  που λέγαμε.
Ο πρίγκιπας Σ. δε γέλαγε πια κι άκουσε τον πρίγκιπα ως το τέλος με απορία. Η Αλεξάνδρα Ιβάνοβνα,
που  από ώρα  τώρα  κάτι  ήθελε  να  παρατηρήσει,  σώπασε,  λες  και  τη  σταμάτησε  κάποια ιδιαίτερη
σκέψη. Όσο για τον Ευγένιο Παύλοβιτς, αυτός κοίταζε τον πρίγκιπα κατάπληκτος κι αυτή τη φορά
χωρίς καμιάν ειρωνεία.
—  Μα  γιατί  λοιπόν  τον  κοιτάτε  έτσι  κι  απορείτε,  πατερούλη,—μπήκε  αναπάντεχα  στη  μέση  η
Λιζαβέτα  Προκόφιεβνα,—τι  δηλαδή,  νομίζετε  πως  είναι  πιο  ανόητος  από  σας  και  δεν  μπορεί  να
σκέφτεται όπως σκέφτεστε εσείς;
— Όχι, κάθε άλλο,—είπε ο Ευγένιος Παύλοβιτς,—μονάχα που, πώς μπορείτε αλήθεια, πρίγκηψ, (με
συγχωρείτε  για  την  ερώτηση)  αφού  έτσι  τα  βλέπετε  τα  πράγματα  και  παρατηρείτε  όλ’  αυτά,  πώς
λοιπόν  (και  πάλι  να  με  συγχωρείτε)  πώς  λοιπόν  σε  κείνη  την  παράξενη  ιστορία…  σ’  αυτήν  που
συνέβη  προ  ημερών…  του  Μπουρντόβσκη,  αν  δεν  κάνω  λάθος…  πώς  δεν  προσέξατε  την  ίδια
ακριβώς διαστρέβλωση ιδεών και ηθικών αντιλήψεων; Γιατί βέβαια ήταν μια διαστρέβλωση ίδια κι
απαράλλακτη μ’ αυτήν που λέμε! Μου φάνηκε τότε πως δεν το προσέξατε καθόλου. Έπεσα έξω;
— Άκου λοιπόν και τούτο, πατερούλη,—άναψε και κόρωσε η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα.—Όλοι εμείς
το  προσέξαμε  και  καθόμαστε  δω  πέρα  και  του  κάνουμε  το  σπουδαίο,  αυτός  όμως  πήρε  σήμερα
γράμμα από έναν της παρέας, απ’ τον αρχηγό τους το σπυριάρη, τον θυμάσαι, Αλεξάνδρα; Του ζητά
συγνώμη στο γράμμα του, έστω και με το δικό του τρόπο, και του κάνει γνωστό πως τα χάλασε με
κείνο τον άλλον το φίλο του που τον τσίγκλαγε προχτές όλη την ώρα—θυμάσαι, Αλεξάνδρα; Και λέει
πως τώρα πιστεύει περισσότερο στον πρίγκιπα. Ε, λοιπόν, εμείς δεν πήραμε ακόμα κανένα τέτοιο
γράμμα και καλά θα κάνουμε να μην είμαστε τόσο ψηλομύτες μπροστά του!
— Κι ο Ιππόλυτος μετακόμισε μόλις τώρα στη βίλα μας!—φώναξε ο Κόλια.
— Πώς! Εδώ είναι κιόλας;—ταράχτηκε ο πρίγκιπας.
— Μόλις φύγατε με τη Λιζαβέτα Προκόφιεβνα, έφτασα εγώ. Εγώ τον έφερα!
— Ε, λοιπόν, κόβω το κεφάλι μου,—έγινε ξάφνου έξω φρενών η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα ξεχνώντας
πως  μόλις  τώρα  ήταν  όλο  επαίνους  για  τον  πρίγκιπα,—κόβω  το  κεφάλι  μου  πως  πήγε  χτες  στη
σοφίτα  του  και  του  γύρεψε  γονατιστός  συγνώμη  για  να  καταδεχτεί  αυτό  το  κακό  παλιόπαιδο  να
μετακομίσει  εδώ  πέρα.  Πήγες  χτες  στην  Πετρούπολη;  Αφού  μου  τ’  ομολόγησες  ο  ίδιος  πριν  λίγη
ώρα. Είναι ή δεν είναι έτσι; Έπεσες ή δεν έπεσες στα γόνατα;
—  Κάθε  άλλο.  Δεν  έπεσε  καθόλου  στα  γόνατα,—φώναξε  ο  Κόλια.—Τ’  αντίθετο  μάλιστα:  Ο
Ιππόλυτος άρπαξε χτες το χέρι του πρίγκιπα και το φίλησε δύο φορές, το ‘δα με τα μάτια μου, έτσι
τελείωσε η εξήγηση ανάμεσά τους. Το μόνο που είπε ο πρίγκιπας, ήταν πως θα του κάνει καλό στην
υγεία  του  αν  έρθει  στην  εξοχή  κι  ο  Ιππόλυτος  συμφώνησε  αμέσως  να  μετακομίσει,  μόλις  θα
καλυτέρευε λιγάκι.
—  Δεν  υπήρχε  λόγος,  Κόλια—μουρμούρισε  ο  πρίγκιπας  καθώς  σηκωνόταν  κι  άρπαζε  το  καπέλο
του,—γιατί κάθεστε και τα λέτε, εγώ…
— Για πού το ‘βαλες;—τον σταμάτησε η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα.
— Μην ανησυχείτε, πρίγκηψ,—συνέχισε ο Κόλια ξαναμμένος,—μην πηγαίνετε, θα τον ανησυχήσετε,
κουράστηκε απ’ το ταξίδι και τον πήρε ο ύπνος. Είναι πολύ χαρούμενος∙ και, ξέρετε, πρίγκηψ, κατά 

τη γνώμη μου θα ‘ταν πολύ προτιμότερο να μη συναντηθείτε τώρ’ αμέσως, καλύτερα μάλιστα να το
αναβάλλετε για αύριο, γιατί μπορεί να ξανασαστίσει και να ντραπεί. Το πρωί μου ‘λεγε πως έχει έξι
μήνες να νιώσει  τόσο καλά,  τόσο γερός και δυνατός, ακόμα κι ο βήχας  του—βήχει πολύ λιγότερο
τώρα.
Ο  πρίγκιπας  παρατήρησε  πως  η  Αγλαΐα  σηκώθηκε  ξάφνου  απ’  τη  θέση  της  και  πλησίασε  στο
τραπέζι. Δεν τολμούσε να την κοιτάξει, ένιωθε όμως μόλο του το είναι πως εκείνη τη στιγμή αυτή
είχε καρφώσει  το  βλέμμα  της πάνω  του και ίσως να  τον κοιτάει αυστηρά,  τα μαύρα  της  μάτια  το
δίχως άλλο θα πρέπει να ‘ναι γεμάτα αγανάκτηση και τα μάγουλά της φλογισμένα.
—  Εμένα  όμως, Νικολάι  Αρνταλιόνοβιτς,  μου φαίνεται  πως  άδικα  τον φέρατε  εδώ  πέρα,  αν  είναι
κείνο  το  ίδιο  φθισικό  παιδί  που  ‘χε  βάλει  τα  κλάματα  και  μας  κάλεσε  όλους  στην  κηδεία  του,—
παρατήρησε ο Ευγένιος Παύλοβιτς.—Μίλαγε με τόση ευφράδεια για τον τοίχο του γειτονικού του
σπιτιού, που το δίχως άλλο θα τον νοσταλγήσει κείνο τον τοίχο, να ‘στε σίγουρος.
— Σωστά το λέει: θα μαλώσει, θα τσακωθεί μαζί σου και θα φύγει. Να μου το θυμηθείς!
Κι  η  Λιζαβέτα  Προκόφιεβνα  πήρε  με  πολλήν  αξιοπρέπεια  το  καλαθάκι  με  το  εργόχειρό  της
ξεχνώντας πως όλοι τους σηκώνονταν κιόλας για να πάνε περίπατο.
— Θυμάμαι πως καμάρωνε πολύ για κείνο τον τοίχο,—βρήκε την ευκαιρία να προσθέσει ο Ευγένιος
Παύλοβιτς,—δίχως αυτό τον τοίχο δε θα μπορέσει να πεθάνει με ευφράδεια, κι αυτός πολύ το θέλει
να πεθάνει ευφραδώς.
— Γιατί όχι λοιπόν;—μουρμούρισε ο πρίγκιπας.—Αν δε θελήσετε να τον συγχωρέσετε, θα πεθάνει
και δίχως εσάς.—Τώρα ήρθε εδώ για να βλέπει τα δέντρα.
— Ω, από μέρος μου, εγώ του τα συγχωρώ όλα∙ μπορείτε να του το πείτε.
—  Φοβάμαι  πως  δε  με  καταλάβατε,—απάντησε  σιγά,  απρόθυμα,  θα  ‘λεγες,  ο  πρίγκιπας
εξακολουθώντας  να  κοιτάζει  σ’  ένα  ορισμένο  σημείο  στο  πάτωμα,  χωρίς  να  σηκώνει  τα  μάτια.—
Πρέπει να συγκατατεθείτε και σεις να δεχτείτε τη συγνώμη του.
— Και γω τι δουλειά έχω; Σε τι είμαι ένοχος εγώ απέναντί του;
—  Αν  δεν  το  καταλαβαίνετε,  τότε…  μα  εσείς  το  καταλαβαίνετε∙  ο  Ιππόλυτος  ήθελε  τότε…  να  μας
ευλογήσει όλους και να δεχτεί από σας την ευλογία σας, αυτό είν’ όλο…
—  Καλέ  μου  πρίγκηψ,—βιάστηκε  να  πει  κάπως  αβέβαια  ο  πρίγκιπας  Σ.  αφού  κοιτάχτηκε  με  κάνα
δύο γύρω του,—ο επίγειος παράδεισος δεν είναι και τόσο εύκολο να πραγματοποιηθεί, εσείς όμως
υπολογίζετε  όσο να ‘ναι  σ’  έναν  παράδεισο:  ο  παράδεισος  είναι  δύσκολο  πράγμα,  πρίγκηψ,  πολύ
πιο  δύσκολο  απ’  όσο  φαίνεται  στην  υπέροχη  καρδιά  σας.  Ας  αφήσουμε  καλύτερα  αυτή  την
κουβέντα, αλλιώς θα σαστίσουμε και θα ντραπούμε όλοι μας και τότε…
—  Πάμε  ν’  ακούσουμε  τη  μουσική,—πρόφερε  απότομα  η  Λιζαβέτα  Προκόφιεβνα  και  σηκώθηκε
θυμωμένη.
Σηκώθηκαν κι όλοι οι άλλοι.

IIII
Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΠΛΗΣΙΑΣΕ ξάφνου τον Ευγένιο Παύλοβιτς. —Ευγένιε Παύλιτς—είπε με παράξενη θέρμη
αρπάζοντάς τον απ’ το χέρι—να είστε σίγουρος πως σας θεωρώ ευγενέστατο και καλότατο άνθρωπο
παρ’ όλα αυτά∙ να ‘στε σίγουρος…
Ο  Ευγένιος  Παύλοβιτς  απόρησε  τόσο,  που  έκανε  ένα  βήμα  πίσω.  Για  μια  στιγμή,  πάσκιζε  να
συγκρατήσει  τα  γέλια  του  όμως,  προσέχοντας  περισσότερο,  παρατήρησε  πως  ο  πρίγκιπας  ένιωθε
κάπως άβολα ή τουλάχιστο θα πρέπει να του συνέβαινε κάτι περίεργο.
— Κόβω το κεφάλι μου—φώναξε ο Ευγένιος Παύλοβιτς—κόβω το κεφάλι μου, πρίγκηψ, πως ίσως
να  θέλατε  να  πείτε  κάτι  εντελώς  διαφορετικό, ίσως  μάλιστα  να  μην  είχατε  καθόλου  σκοπό  να  το
πείτε σε μένα… Μα τι έχετε; Μήπως είστε αδιάθετος;
—  Δεν  αποκλείεται,  δεν  αποκλείεται  καθόλου,  και  η  παρατήρησή  σας  ήταν  πολύ  εύστοχη  όταν
είπατε πως ίσως να μην ήθελα να πλησιάσω εσάς!
Όταν  το  είπε  αυτό,  χαμογέλασε  κάπως  παράξενα  και  μάλιστα  γελοία,  μα  ξαφνικά,  λες  και
φουρκίστηκε, φώναξε:
— Μη  μου  θυμίζετε  αυτό  που  έκανα  προχτές!  Ντρεπόμουν  πολύ  όλες  αυτές  τις  τρεις  μέρες…  το
ξέρω πως είμαι ένοχος…
— Μα… μα τι κάνατε λοιπόν που το βρίσκετε τόσο τρομερό;
—  Βλέπω  πως  εσείς  ίσως  να  ντρέπεστε  περισσότερο  απ’  όλους  για  λογαριασμό  μου,  Ευγένιε
Παύλοβιτς∙  κοκκινίζετε,  αυτό  δείχνει  πως  έχετε  υπέροχη  καρδιά.  Τώρ’  αμέσως  θα  φύγω,  σας
βεβαιώ…
— Μα τι έπαθε λοιπόν! Έτσι αρχίζουν οι κρίσεις του;—γύρισε τρομαγμένη η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα
στον Κόλια.
— Μη δίνετε σημασία, Λιζαβέτα Προκόφιεβνα, δεν είναι κρίση. Τώρ’ αμέσως θα φύγω. Ξέρω πως
εγώ…  είμαι  αδικημένος  απ’  τη  φύση.  Ήμουν  άρρωστος  εικοστέσσερα  χρόνια,  από  τότε  που
γεννήθηκα ως  τα εικοστέσσερα  χρόνια μου. Δεχτείτε λοιπόν και  τώρα  τα λόγια μου  σα  να  σας  τα
λέει  ένας  άρρωστος.  Θα  φύγω  αμέσως,  τώρ’  αμέσως,  μην  αμφιβάλλετε  καθόλου.  Δεν  κοκκινίζω
γιατί  θα  ‘ταν  παράξενο  να  κοκκινίσει  κανείς  επειδή  είναι  άρρωστος∙  ψέματα;  Ανάμεσα  στους
ανθρώπους όμως είμαι περιττός… Δεν το λέω από εγωισμό… Αυτές τις τρεις μέρες το σκέφτηκα και
κατέληξα στο συμπέρασμα πως θα πρέπει να σας το κάνω γνωστό με πρώτη ευκαιρία, ειλικρινά και
γενναιόψυχα. Υπάρχουν ορισμένες ιδέες, υπάρχουν ιδέες, υπάρχουν ιδέες υψηλές που γι’ αυτές δεν
πρέπει να μιλάω εγώ γιατί το δίχως άλλο θα τους κάνω όλους να βάλουν τα γέλια∙ μόλις πριν από
λίγο μου το θύμισε ο πρίγκιπας Σ… Εγώ δεν έχω καλούς τρόπους, δεν έχω συναίσθηση του μέτρου∙
τα  λόγια  μου  είναι  παράταιρα,  δεν  ταιριάζουν  καθόλου  στην  ιδέα  κι  αυτό  είναι  ταπεινωτικό  γι’
αυτές  τις  ιδέες.  Και  γι’  αυτό  δεν  έχω  το  δικαίωμα…  επιπλέον  είμαι  φιλύποπτος,  είμαι…  είμαι
σίγουρος πως σ’ αυτό το σπίτι δεν μπορούν να με κακομεταχειριστούν και μ’ αγαπούν περισσότερο
απ’ όσο τ’ αξίζω,  ξέρω όμως (το  ξέρω κι είμαι σίγουρος) πως ύστερ’ από είκοσι χρόνια αρρώστιας
κάτι θα πρέπει να μου ‘χει μείνει έτσι που δεν μπορεί να μη γελάσει κανείς μαζί μου… καμιά φορά…
έτσι δεν είναι;
Λες  και  περίμενε  την  απάντηση  και  την  ετυμηγορία  τους  κοιτάζοντας  γύρω  του.  Όλοι  στέκονταν
μέσα  σε  μια  καταθλιπτική  απορία  απ’  την  αναπάντεχη,  τη  νοσηρή  και—καθώς  φαίνεται—την 

αδικαιολόγητη  συμπεριφορά  του.  Τα  λόγια  αυτά  όμως  στάθηκαν  αιτία  να  γίνει  ένα  παράξενο
επεισόδιο.
—  Γιατί  τα  λέτε  όλ’  αυτά  δω  πέρα;—φώναξε  ξάφνου  η  Αγλαΐα.—Γιατί  τα  λέτε  σ’ αυτούς ;  Σ’
αυτούς, σ’ αυτούς!
Θα ‘λεγε κανείς πως δε θα μπορούσε ν’ αγανακτήσει περισσότερο: τα μάτια της πετούσαν σπίθες. Ο
πρίγκιπας στεκόταν μπροστά της μουγκός κι άλαλος και ξαφνικά χλόμιασε.
— Εδώ δεν υπάρχει κανένας που ν’ αξίζει τέτοια λόγια!—ξέσπασε η Αγλαΐα.—Όλοι τους εδώ, όλοι
τους δεν αξίζουν ούτε το μικρό σας δαχτυλάκι, δεν έχουν ούτε το μυαλό σας, ούτε την καρδιά σας!
Είστε πιο τίμιος απ’ όλους, πιο ευγενικός απ’ όλους, πιο καλός απ’ όλους, πιο αγαθός απ’ όλους, πιο
έξυπνος απ’ όλους! Εδώ υπάρχουν μερικοί που δεν είναι άξιοι να σκύψουν και να σας σηκώσουν το
μαντίλι που σας έπεσε τώρα… Γιατί λοιπόν ταπεινώνετε τον εαυτό σας και τον βάζετε πιο χαμηλά
απ’ όλους; Γιατί τα διαστρεβλώσατε όλα μέσα σας, γιατί δεν έχετε λίγη περηφάνια;
— Θεέ μου, αυτό πια είναι από τ’ άγραφα!—χτύπησε τα χέρια της η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα.
— Ο φτωχός ιππότης. Ζήτω!—φώναξε έξαλλος ο Κόλια.
— Σωπάστε! Πώς τολμούν να με προσβάλλουν έτσι μέσα στο σπίτι σας!—τα ‘βαλε ξάφνου η Αγλαΐα
με τη Λιζαβέτα Προκόφιεβνα. Βρισκόταν στην υστερική εκείνη κατάσταση, που δε λογαριάζει κανείς
τίποτα και προχωρεί πάνω από κάθε εμπόδιο. —Γιατί με βασανίζουν όλοι, όλοι ως τον τελευταίο!
Γιατί δε μ’ αφήνουν σε ησυχία όλες αυτές τις τρεις μέρες, γιατί με πειράζουν όλη την ώρα εξαιτίας
σας, πρίγκηψ; Για τίποτα στον κόσμο δε θα σας παντρευτώ! Να το ξέρετε, για τίποτα στον κόσμο και
ποτέ! Να  το  ξέρετε!  Είναι  ποτέ  δυνατό  να  παντρευτεί  κανείς  ένα  γελοίο  σαν  και  σας;  Κοιταχτείτε
στον  καθρέφτη  και  δείτε  τα  χάλια  σας!  Γιατί,  γιατί  με  κοροϊδεύουν  όλη  την  ώρα  πως  θα  σας
παντρευτώ; Εσείς πρέπει να το ξέρετε! Είστε και σεις ένα μαζί τους στη συνωμοσία!
— Κανένας δε σε κορόιδεψε ποτέ!—μουρμούρισε τρομαγμένη η Αδελαΐδα.
— Ούτε το σκέφτηκε κανείς, κανείς δεν είπε τέτοιο πράγμα!—φώναξε η Αλεξάνδρα Ιβάνοβνα.
— Ποιος την κορόιδεψε; Πότε την κορόιδεψαν; Ποιος μπορούσε να της το πει; Είναι στα καλά της ή
παραμιλάει;—γύριζε και τους ρωτούσε όλους η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα τρέμοντας απ’ το θυμό της.
— Όλοι το έλεγαν, όλοι ως τον τελευταίο, όλες αυτές τις μέρες! Δε θα τον παντρευτώ ποτέ, ποτέ!
Φωνάζοντάς το αυτό, η Αγλαΐα ξέσπασε σε πικρά δάκρυα, σκέπασε το πρόσωπό της με το μαντίλι κι
έπεσε στην καρέκλα.
— Μα αυτός ούτε σε ζητ…
— Δε σας ζήτησα, Αγλαΐα Ιβάνοβνα,—του ξέφυγε του πρίγκιπα.
— Τι‐ι;—έσυρε ξάφνου τη φωνή της η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα κατάπληκτη, αγανακτισμένη, λες και
την είχε πιάσει φρίκη.—Τι‐ι εί‐πες;
Δεν ήθελε να πιστέψει στ’ αυτιά της.
—  Ήθελα  να  πω…  ήθελα  να  πω,—τον  έπιασε  τρομερή  ταραχή  τον  πρίγκιπα,—ήθελα  μονάχα  να 

εξηγήσω  στην  Αγλαΐα  Ιβάνοβνα…  να  έχω  την  τιμή  να  της  εξηγήσω  πως  δεν  είχα  καθόλου  την
πρόθεση… να έχω την τιμή να ζητήσω το χέρι της… έστω και στο μέλλον… Εγώ δε φταίω καθόλου σε
όλ’  αυτά,  μα  το Θεό,  δε φταίω  σε  τίποτα,  Αγλαΐα Ιβάνοβνα!  Δεν  το  ‘θελα  ποτέ  μου,  ποτέ  δε  μου
πέρασε μια τέτοια σκέψη απ’ το μυαλό, ποτέ δε θα το θελήσω, θα το δείτε: Σας βεβαιώ! Σίγουρα θα
βρέθηκε κανένας κακός άνθρωπος που με συκοφάντησε! Μην ανησυχείτε καθόλου!
Λέγοντάς τα αυτά, πλησίασε την Αγλαΐα. Αυτή έβγαλε το μαντίλι απ’ το πρόσωπό της, του ‘ριξε μια
γρήγορη ματιά στο πρόσωπο και σ’ όλο  το  τρομαγμένο  του  σουλούπι, κατάλαβε  τα λόγια  του και
ξάφνου  ξέσπασε  σε  γέλια  και  του  γέλασε  κατάμουτρα—κάτι  γέλια  τόσο  εύθυμα  κι  ασυγκράτητα,
τόσο αστεία και κοροϊδευτικά, που η Αδελαΐδα πρώτη δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί, ιδιαίτερα όταν
κοίταξε κι αυτή τον πρίγκιπα∙ ρίχτηκε στην αδερφή  της, την αγκάλιασε κι άρχισε να γελάει το ίδιο
ασυγκράτητα, το ίδιο εύθυμα, σαν άτακτη μαθήτρια. Κοιτάζοντάς τες άρχισε ξάφνου να χαμογελάει
κι ο πρίγκιπας και, καταχαρούμενος, ευτυχισμένος, έλεγε και ξανάλεγε:
— Ε, δόξα τω Θεώ, δόξα τω Θεώ!
Τότε πια δεν κρατήθηκε η Αλεξάνδρα κι άρχισε να γελάει κι αυτή με την καρδιά της. Θα ‘λεγε κανείς
πως δε θα έπαιρναν τέλος τα γέλια των τριών τους.
— Ουφ, να χαθείτε, τρελές!—μουρμούρισε η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα.—Μια σε τρομάζουν και μια…
Όμως,  γέλαγε  κιόλας  κι  ο  πρίγκιπας  Σ.,  γέλαγε  κι  ο  Ευγένιος  Παύλοβιτς,  ο  Κόλια  χαχάνιζε
ασταμάτητα, γέλαγε δυνατά κοιτάζοντάς τους όλους κι ο ίδιος ο πρίγκιπας.
— Πάμε περίπατο, πάμε περίπατο!—φώναξε η Αδελαΐδα. Όλοι μαζί, κι ο πρίγκιπας το δίχως άλλο να
‘ρθει μαζί μας. Δεν υπάρχει λόγος να φύγετε, αγαθέ μου κύριε! Καλέ Αγλαΐα, είδες τι χρυσή καρδιά
που έχει; Ψέματα λέω, μαμά; Εξάλλου, πρέπει το δίχως άλλο, το δίχως άλλο να τον αγκαλιάσω τώρα
και να τον φιλήσω… για… για την εξήγησή του με την Αγλαΐα. Maman, καλή μου, θα μου επιτρέψετε
να τον φιλήσω; Αγλαΐα! δώσε μου την άδεια να φιλήσω τον πρίγκιπά σου!—φώναξε η κατεργάρα
και πραγματικά ζύγωσε βιαστικά τον πρίγκιπα και τον φίλησε στο μέτωπο. Αυτός άρπαξε τα χέρια
της, τα ‘σφιξε δυνατά, τόσο που παραλίγο η Αδελαΐδα θα ξεφώνιζε, την κοίταξε καταχαρούμενος και
ξάφνου έφερε βιαστικά το χέρι της στα χείλη του και το φίλησε τρεις φορές.
— Πάμε λοιπόν!—τους φώναξε η Αγλαΐα.—Πρίγκηψ, θα με συνοδέψετε εσείς. Επιτρέπετε, maman;
Μπορεί να με συνοδέψει ο μνηστήρας που με απέκρουσε; Γιατί βέβαια μ’ αποκρούσατε για πάντα,
έτσι  δεν είναι, πρίγκηψ; Μα  όχι έτσι,  δεν  το  δίνουν έτσι  το μπράτσο  τους  στην ντάμα,  δεν  ξέρετε
λοιπόν πώς πρέπει να προσφέρετε το μπράτσο σας σε μια ντάμα; Να, έτσι, πάμε, θα προχωρήσουμε
μπροστά απ’ όλους∙ θέλετε να πάμε μπροστά απ’ όλους, tête a tête;
Μίλαγε ασταμάτητα, ξεσπώντας ακόμα κάθε τόσο σε γέλια.
—  Δόξα  τω Θεώ,  δόξα  τω Θεώ!—έλεγε  και  ξανάλεγε  η  Λιζαβέτα Προκόφιεβνα,  μην  ξέροντας  κι  η
ίδια γιατί χαίρεται.
«Απίστευτα παράξενοι άνθρωποι!» σκέφτηκε ο πρίγκιπας Σ. για εκατοστή ίσως φορά από τότε που
γνωρίστηκε μαζί τους, μα… του άρεσαν αυτοί οι παράξενοι άνθρωποι. Όσο για τον Μίσκιν, ίσως να
μην του άρεσε και τόσο∙ ο πρίγκιπας Σ. ήταν κάπως σκυθρωπός και σκεφτικός όταν ξεκίνησαν όλοι
για τον περίπατο.
Ο Ευγένιος Παύλοβιτς φαινόταν  στα  μεγάλα  του κέφια και  σ’  όλο  το  δρόμο, ως  το  σταθμό, έλεγε
αστεία  στην  Αλεξάνδρα  και  στην  Αδελαΐδα.  Αυτές  σα  να  γελούσαν  με  κάποιαν  υπερβολική 

προθυμία σ’ ό,τι τους έλεγε, έτσι που άρχισε τελικά να υποπτεύεται πως ίσως να μην τον ακούν και
καθόλου.  Μόλις  το  σκέφτηκε  αυτό,  χωρίς  να  δώσει  καμιάν  εξήγηση,  έβαλε  κι  ο  ίδιος  τα  γέλια,
ειλικρινά  και  μ’  όλη  του  την  καρδιά (τέτοιος  ήταν,  βλέπεις,  ο  χαρακτήρας  του!)  Οι  αδερφές  που,
άλλωστε,  είχαν  διάθεση  πολύ  γιορταστική,  έριχναν  όλη  την  ώρα  βλέμματα  στην  Αγλαΐα  και  στον
πρίγκιπα  που  προχωρούσαν  μπροστά∙  ήταν  φανερό  πως  η  μικρότερη  αδερφούλα  τους  τους  είχε
θέσει  ένα  μεγάλο  αίνιγμα.  Ο  πρίγκιπας  Σ.  προσπαθούσε  όλη  την  ώρα  να  πιάσει  κουβέντα  με  τη
Λιζαβέτα Προκόφιεβνα για άσχετα πράγματα, ίσως για να τη διασκεδάσει, και τ’ αποτέλεσμα ήταν
να  τον  βαρεθεί  τρομερά.  Αυτή  φαινόταν  να  τα  ‘χει  χαμένα  κι  απαντούσε  άλλα  αντ’  άλλων  ή  δεν
απαντούσε καθόλου. Τα αινίγματα όμως της Αγλαΐας Ιβάνοβνας δεν είχαν τελειώσει ακόμα κείνο το
βράδυ. Το τελευταίο έπεσε στο μερτικό του πρίγκιπα. Όταν είχαν ξεμακρύνει κάπου εκατό βήματα
απ’ τη βίλα, η Αγλαΐα είπε μισοψιθυριστά στον καβαλιέρο της που δεν έλεγε να βγάλει λέξη απ’ το
στόμα του.
— Κοιτάξτε δεξιά.
Ο πρίγκιπας κοίταξε.
—  Κοιτάξτε  προσεχτικότερα.  Το  βλέπετε  κείνο  το  παγκάκι,  στο  πάρκο,  να,  εκεί  που  είναι  τα  τρία
μεγάλα δέντρα… το πράσινο παγκάκι;
Ο πρίγκιπας απάντησε πως το βλέπει.
— Σας αρέσει το μέρος; Πηγαίνω καμιά φορά και κάθομαι κει πέρα, νωρίς το πρωί, κατά τις εφτά,
όταν ακόμα κοιμούνται όλοι. Έρχομαι και κάθομαι ολομόναχη εδώ.
Ο πρίγκιπας μουρμούρισε πως το τοπίο είναι υπέροχο.
—  Και  τώρα  φύγετε  από  κοντά  μου,  δε  θέλω  πια  να  πηγαίνω  αγκαζέ  μαζί  σας.  Ή,  καλύτερα,  ας
προχωρήσουμε αγκαζέ, μη μου λέτε όμως λέξη. Θέλω να σκεφτώ μοναχή μου.
Όπως  και  να  ‘ταν,  η  προειδοποίηση  ήταν  περιττή∙  ο  πρίγκιπας,  και  χωρίς  τη  διαταγή  της,  ήταν
σίγουρο  πως  δε  θα  ‘βγαζε  λέξη  σ’  όλο  το  δρόμο.  Η  καρδιά  του  άρχισε  να  χτυπά  τρομερά,  όταν
άκουσε αυτά που του είπε η Αγλαΐα για το παγκάκι. Σε λίγο συνήλθε κι απόδιωξε ντροπιασμένος την
παράλογη σκέψη του.
Όπως είναι γνωστό, κι όπως το βεβαιώνουν τουλάχιστον όλοι, στο σταθμό του Παυλόβσκ μαζεύεται
τις  καθημερινές  πολύ  πιο  «εκλεκτός»  κόσμος  απ’  ό,τι  γίνεται  τις  Κυριακές  και  τις  γιορτές  όταν
κουβαλιέται κει «κάθε καρυδιάς καρύδι» απ’ την πολιτεία. Οι  τουαλέτες δεν είναι επίσημες, είναι
όμως κομψές. Έχει γίνει συνήθεια να μαζεύονται κει για ν’ ακούσουν μουσική. Η ορχήστρα ίσως να
‘ναι  πραγματικά  μια  απ’  τις  καλύτερες  υπαίθριες  ορχήστρες  μας  και  παίζει  όλο  καινούργια
κομμάτια.  Όλα  είναι  πολύ  σεμνά  και  πολύ  καθωσπρέπει,  παρ’  όλο  που  γενικά  επικρατεί  ένας
οικογενειακός και μάλιστα ανεπιτήδευτος  τόνος. Οι γνωστοί,  όλοι  τους παραθεριστές,  μαζεύονται
κει  για  να  χαζέψουν  ο  ένας  τον  άλλον.  Πολλοί  το  κάνουν  με  αληθινή  ευχαρίστηση  κι  έρχονται
μονάχα γι αυτό∙ υπάρχουν όμως κι άλλοι που πηγαίνουν μονάχα για τη μουσική. Τα σκάνδαλα είναι
απίστευτα  σπάνια,  μόλο  που  συμβαίνουν καμιά φορά ακόμα και  τις καθημερινές. Άλλωστε  χωρίς
αυτά δε γίνεται.
Τούτη τη φορά η βραδιά ήταν υπέροχη κι είχε μαζευτεί αρκετός κόσμος. Όλες οι θέσεις κοντά στην
ορχήστρα  ήταν  πιασμένες.  Η  παρέα  μας  έκατσε  λίγο  παράμερα,  κοντά  στην  αριστερή  έξοδο  του
σταθμού.  Το  πλήθος  κι  η  μουσική  έκαναν  τη  Λιζαβέτα  Προκόφιεβνα  να  ζωηρέψει  λιγάκι  κι  οι
δεσποινίδες άρχισαν να διασκεδάζουν. Πρόφτασαν ν’ ανταλλάξουν βλέμματα με μερικούς γνωστούς 

και  να  χαιρετίσουν  μερικούς  άλλους  με  φιλικά  νεύματα.  Πρόφτασαν  να  δουν  τις  τουαλέτες,  να
προσέξουν  μερικές  παραξενιές,  να  τα  συζητήσουν  και  να  χαμογελάσουν  ειρωνικά.  Ο  Ευγένιος
Παύλοβιτς  έκανε  κι  αυτός  πολύ  συχνά  υποκλίσεις.  Μερικοί  άρχισαν  κιόλας  να  προσέχουν  την
Αγλαΐα και τον πρίγκιπα που εξακολουθούσαν να ‘ναι ακόμα μαζί. Σε λίγο μερικοί γνωστοί νεαροί
πλησίασαν τη Λιζαβέτα Προκόφιεβνα και τις δεσποινίδες, δυο‐τρεις έμειναν να κουβεντιάσουν∙ όλοι
τους ήταν φίλοι του Ευγένιου Παύλοβιτς. Ανάμεσά τους βρισκόταν ένας νεαρός και πολύ όμορφος
αξιωματικός, πολύ εύθυμος, πολύ ομιλητικός. Βιάστηκε να πιάσει κουβέντα με την Αγλαΐα κι έβαζε
τα δυνατά του να την κάνει να τον προσέξει. Η Αγλαΐα τον άκουγε πολύ ευπροσήγορα και γέλασε
αμέσως με τ’ αστεία του. Ο Ευγένιος Παύλοβιτς ζήτησε απ’ τον πρίγκιπα την άδεια να τον συστήσει
σ’  αυτόν  το  φίλο  του∙  είναι  ζήτημα  αν  κατάλαβε  ο  πρίγκιπας  τι  του  ζητούν∙  η  γνωριμία  όμως
πραγματοποιήθηκε∙  υποκλίθηκαν  κι  οι  δύο  κι  έσφιξαν  τα  χέρια. Ο φίλος  του  Ευγένιου  Παύλοβιτς
κάτι τον ρώτησε, ο πρίγκιπας όμως φαίνεται πως δεν απάντησε τίποτα ή μουρμούρισε σιγανά κάτι
τόσο  παράξενο,  που  ο  αξιωματικός  τον  κοίταξε  πολύ  επίμονα,  έριξε  ύστερα  ένα  βλέμμα  στον
Ευγένιο  Παύλοβιτς,  κατάλαβε  αμέσως  γιατί  την  είχε  σοφιστεί  αυτή  γνωριμία,  μισοχαμογέλασε
ειρωνικά,  και  ξαναγύρισε  στην  Αγλαΐα. Μονάχα  ο  Ευγένιος Παύλοβιτς  παρατήρησε  πως  η  Αγλαΐα
έγινε κατακόκκινη κείνη τη στιγμή.
Ο  πρίγκιπας  ούτε  το  πρόσεξε  καν  πως  οι  άλλοι  κουβεντιάζουν  και  χαριεντίζονται  με  την  Αγλαΐα∙
ήταν  μάλιστα  στιγμές  που  το  ξέχναγε  ολότελα  πως  κάθεται  πλάι  της. Φορές‐φορές  του  ‘ρχόταν  η
επιθυμία να φύγει, να εξαφανιστεί εντελώς από δω, θα του άρεσε μάλιστα ένα σκυθρωπό, ερημικό
μέρος,  αρκεί  να  μείνει  μονάχος  με  τις  σκέψεις  του  και  να  μην  ξέρει  κανένας  πού  βρίσκεται.  Ή,
τουλάχιστο, να ‘ναι στο σπίτι του, στη βεράντα, μα να μην είναι κανένας άλλος, ούτε ο Λέμπεντεβ,
ούτε  τα  παιδιά:  να  πέσει  στο  ντιβάνι  του,  να  χώσει  το  πρόσωπο  στο  μαξιλάρι  και  να  μείνει  έτσι
ξαπλωμένος  όλη  μέρα,  όλη  νύχτα  και  την  άλλη  μέρα. Ήταν  στιγμές  που  ονειρευόταν  τα  βουνά  κι
ιδιαίτερα  ένα  ορισμένο  μέρος  εκεί  πάνω  που  του  άρεσε  να  το  θυμάται  κι  όπου  του  άρεσε  να
πηγαίνει όταν ακόμα έμενε κει και να κοιτάει από πάνω  το χωριό στα ριζά, να κοιτάει  την άσπρη
κλωστή του καταρράχτη που μόλις φαινόταν, να κοιτάει τ’ άσπρα σύννεφα και τον εγκαταλειμμένο
παλιό πύργο. Ω, πόσο θα ‘θελε τώρα να βρεθεί κει πέρα και να σκέφτεται ένα πράγμα μονάχα—ω!
σ’ όλη του τη ζωή μονάχα αυτό να σκέφτεται—αυτή η ανάμνηση θα του ‘φτανε για χιλιάδες χρόνια!
Κι ας τον ξεχάσουν, ας τον ξεχάσουν εντελώς εδώ πέρα! Ω, αυτό μάλιστα είναι απαραίτητο, θα ‘ταν
καλύτερο  αν  δεν  τον  είχαν  γνωρίσει  καθόλου  κι  αν  όλο  αυτό  το  όραμα  ήταν  μονάχα  όνειρο. Μα
μήπως  τάχα  το ίδιο  δεν κάνει; Τι  όνειρο,  τι πραγματικότητα! Άλλοτε κάρφωνε  τα μάτια  του πάνω
στην Αγλαΐα και πέντε ολάκερα λεπτά δεν έλεγε ν’ αποτραβήξει το βλέμμα του απ’ το πρόσωπό της,
το βλέμμα του όμως ήταν υπερβολικά παράξενο: θα ‘λεγε κανείς πως την κοίταζε σαν αντικείμενο
που βρισκόταν δύο βέρστια μακριά του ή λες και κοίταζε το πορτρέτο της κι όχι αυτή την ίδια.
—  Τι  με  κοιτάτε  έτσι,  πρίγκηψ;—είπε  αυτή  ξαφνικά,  διακόπτοντας  την  εύθυμη  συνομιλία  και  τα
γέλια με τους γύρω της.—Σας φοβάμαι. Έχω συνεχώς την εντύπωση πως θέλετε ν’ απλώσετε το χέρι
σας  και  ν’  αγγίξετε  με  το  δάχτυλο  το  πρόσωπό  μου  για  να  το  ψηλαφίσετε.  Έχω  άδικο,  Ευγένιε
Παύλιτς: Έτσι δε με κοιτάει;
Ο πρίγκιπας φαινόταν να την άκουσε απορώντας που του μίλησε, έμεινε για λίγο σκεφτικός αν και
δεν καλοκατάλαβε ίσως περί τίνος πρόκειται, δεν απάντησε, βλέποντας όμως πως αυτή κι όλοι οι
άλλοι  γελούν,  άνοιξε  ξάφνου  το  στόμα  του  κι  άρχισε  να  γελά  κι  ο  ίδιος.  Τα  γέλια  ένα  γύρω
δυνάμωσαν,  ο  αξιωματικός  που  φαίνεται  να  ‘ταν  από  κείνους  που  γελούν  εύκολα,  ξέσπασε  σε
χάχανα. Η Αγλαΐα ψιθύρισε ξάφνου καταφουρκισμένη:
— Ηλίθιε!
— Θεέ μου! Μα είναι ποτέ δυνατό να τον… έναν τέτοιο… έχει γούστο να τρελάθηκε στ’ αλήθεια!—
μουρμούρισε η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα τρίζοντας τα δόντια της.

—  Είναι  ένα  αστείο.  Είναι  το ίδιο  αστείο  σαν  και  κείνο  με  το  «φτωχό ιππότη»,—της  ψιθύρισε  με
σταθερότητα στ’ αυτί η Αλεξάνδρα.—Ένα αστείο και τίποτ’ άλλο! Άρχισε και πάλι να τον περιπαίζει
με τον τρόπο της. Μονάχα που παρατράβηξε πια τ’ αστείο∙ πρέπει να σταματήσουν αυτά, maman!
Πριν λίγη ώρα έκανε σα θεατρίνα, μας έκανε και τρομάξαμε με τα παιδιαρίσματά της…
—  Πάλι  καλά  που  έπεσε  σ’  έναν  τέτοιο  ηλίθιο,—της  ψιθύρισε  η  Λιζαβέτα  Προκόφιεβνα.  Η
παρατήρηση της κόρης της την παρηγόρησε όσο και να ‘ναι λιγάκι.
Ο πρίγκιπας ωστόσο τ’ άκουσε πως τον είπαν ηλίθιο κι ανατρίχιασε, όχι όμως γιατί τον είπαν ηλίθιο.
Το «ηλίθιε» το ξέχασε αμέσως. Μέσα στο πλήθος όμως, όχι πολύ μακριά απ’ το μέρος που καθόταν,
κάπου απ’ το πλάι—δε θα μπορούσε με κανέναν τρόπο να καθορίσει σε ποιο ακριβώς μέρος και σε
ποιο σημείο—γλίστρησε για μια στιγμή μια μορφή, μια χλομή μορφή, με κατσαρά σκούρα μαλλιά,
μ’ ένα γνωστό, μ’ ένα πολύ γνωστό χαμόγελο και βλέμμα, γλίστρησε και χάθηκε. Δεν αποκλείεται
καθόλου  να  ‘ταν  φαντασία  του  μονάχα.  Το  μόνο  που  απόμεινε  στη  μνήμη  του  απ’  όλη  αυτή  την
οπτασία, ήταν  το στραβό  χαμόγελο,  τα μάτια κι η ανοιχτοπράσινη κομψή γραβάτα που φόραγε  ο
κύριος που ‘χε φανεί για μια στιγμή. Ο πρίγκιπας δε θα μπορούσε να πει αν ο κύριος αυτός χάθηκε
μέσα στον κόσμο ή γλίστρησε στο σταθμό.
Μα  ένα  λεπτό  αργότερα,  άρχισε  ξάφνου  να  κοιτάει  ανήσυχα  γύρω  του.  Η  πρώτη  αυτή  οπτασία,
μπορούσε να ‘ταν  ο προπομπός κι  ο προάγγελος μιας  δεύτερης  οπτασίας. Σίγουρα κάτι  τέτοιο  θα
‘πρεπε να γίνει. Πώς έγινε λοιπόν και το  ξέχασε πως υπήρχε πιθανότητα μιας τέτοιας συνάντησης
όταν ξεκίναγε για το σταθμό; Η αλήθεια είναι πως όταν ξεκίναγε για το σταθμό, ίσως‐ίσως να μην το
‘ξερε  καθόλου  που  πηγαίνει—τόσο  πολύ  τα  ‘χε  χαμένα.  Αν  ήξερε,  ή  αν  μπορούσε  να  ‘ναι
προσεχτικότερος, θα ‘χε παρατηρήσει εδώ κι ένα τέταρτο ακόμα, πως κι η Αγλαΐα κοίταζε πού και
πού ανήσυχα γύρω της, πως κι αυτή σάμπως κάτι να ‘ψαχνε γύρω της. Τώρα, όταν η ανησυχία του
έγινε πια ολοφάνερη, μεγάλωσε κι η  ταραχή και η ανησυχία της Αγλαΐας, και μόλις αυτός κοίταζε
πίσω του, αμέσως σχεδόν κοίταζε και κείνη. Ο λόγος της ταραχής τους δεν άργησε να φανεί.
Απ’ την ίδια εκείνη πλαϊνή έξοδο του σταθμού—όπου λίγο παρακάτω καθόταν ο πρίγκιπας κι όλη η
παρέα των Επάντσιν—βγήκε  ξάφνου ένα ολάκερο μπουλούκι∙ θα ‘ταν τουλάχιστο δέκα άνθρωποι.
Μπροστά‐μπροστά  πήγαιναν  τρεις  γυναίκες∙  οι  δυο  ήταν  καταπληκτικά  όμορφες  και  δεν  ήταν
καθόλου παράξενο που τις είχαν πάρει από πίσω τόσοι θαυμαστές. Όμως, και οι θαυμαστές και οι
γυναίκες είχαν κάτι το ιδιαίτερο, δεν έμοιαζαν καθόλου με τον άλλο κόσμο που ‘χε έρθει ν’ ακούσει
μουσική. Αμέσως τους πρόσεξαν σχεδόν όλοι, οι περισσότεροι όμως προσπαθούσαν να δείξουν πως
δεν τους βλέπουν καθόλου και μονάχα μερικοί νεαροί χαμογέλασαν σαν τους είδαν κι άρχισαν να
μιλούν χαμηλόφωνα μεταξύ τους. Ήταν αδύνατο να μην τους προσέξεις: βγήκαν απ’ την έξοδο με
πολλή φασαρία,  μιλούσαν  δυνατά και  γελούσαν. Θα  μπορούσε κανείς να  υποθέσει  πως  ανάμεσά
τους ήταν και πολλοί μεθυσμένοι, μόλο που μερικοί απ’ αυτούς ήταν ντυμένοι κομψά, σα δανδήδες∙
ήταν όμως κι άλλοι με πολύ παράξενο παρουσιαστικό, παράξενα ντυμένοι, με παράξενα ξαναμμένα
πρόσωπα∙ ανάμεσά τους ήταν κι αρκετοί στρατιωτικοί∙ μερικοί ήταν κιόλας μεσόκοποι∙ υπήρχαν κι
άνθρωποι  ντυμένοι  με  άνετα  και  κομψά  κοστούμια,  με  δαχτυλίδια  και  πολύτιμα  κουμπιά  στα
μανικέτια,  με  υπέροχες  μαύρες  σαν  την  πίσσα  περούκες και  φαβορίτες  και  με  ύφος  εξαιρετικά
ευγενικό  αν  και  κάπως  ακατάδεχτο—από  κείνους  όμως  ακριβώς  που  η  καλή  κοινωνία  τους
αποφεύγει  σαν  την  πανούκλα.  Στις  εξοχικές  μας  συγκεντρώσεις,  υπάρχουν  φυσικά  και  άνθρωποι
που  τους  διακρίνει  μια  ξεχωριστή  ευπρέπεια  και  χαίρουν  εξαιρετικής  φήμης,  όμως,  κι  ο  πιο
προσεκτικός  ακόμα  άνθρωπος  δεν  μπορεί  να  προφυλαχτεί  πάντοτε  απ’  την  κεραμίδα  που  πέφτει
πάνω του απ’ το σπίτι του γείτονα. Αυτή η κεραμίδα ετοιμαζόταν τώρα να πέσει και στους δικούς
μας ευπρεπείς παραθεριστές που ‘χαν έρθει ν’ ακούσουν μουσική.
Για να περάσει κανείς απ’ το σταθμό στη μικρή πλατειούλα όπου βρίσκεται η ορχήστρα, πρέπει να
κατέβει τρία σκαλοπάτια. Μπροστά σ’ αυτά τα σκαλοπάτια ακριβώς το μπουλούκι σταμάτησε∙ δεν τ’

αποφάσιζαν να κατεβούν∙ η μια απ’ τις τρεις γυναίκες όμως προχώρησε μπροστά∙ μονάχα δύο απ’
την ακολουθία της τόλμησαν να κατεβούν το κατόπι της. Ο ένας ήταν μεσόκοπος, με ύφος αρκετά
σεμνό,  με  παρουσιαστικό  πολύ  καθωσπρέπει  από  κάθε  άποψη,  φαινόταν  όμως  να  ‘ναι  ένα
ακοινώνητο  γεροντοπαλίκαρο. Ο  άλλος  που  ακολουθούσε  κατά  βήμα  τη  ντάμα  του  ήταν  ολότελα
λέτσος—ένα πολύ ύποπτο υποκείμενο. Κανένας άλλος δεν ακολούθησε την εκκεντρική κυρία∙ όμως
εκείνη, κατεβαίνοντας τα σκαλοπάτια, ούτε γύρισε να κοιτάξει πίσω της, λες και της ήταν ολότελα
αδιάφορο αν έρχονται ή δεν έρχονται οι άλλοι μαζί της. Γελούσε και μιλούσε δυνατά όπως και πριν.
Ήταν ντυμένη με εξαιρετικό γούστο και πολύ πλούσια, κάπως πιο λουσάτα όμως απ’ όσο έπρεπε.
Τράβηξε  μπροστά  απ’  την  ορχήστρα  πηγαίνοντας  στην  άλλη  μεριά  της  πλατείας  όπου,  κοντά  στο
δρόμο, στάθμευε μια καρότσα που κάποιον περίμενε.
Ο πρίγκιπας είχε να τ η   δ ε ι  πάνω από τρεις μήνες. Όλες αυτές τις μέρες από τότε που γύρισε στην
Πετρούπολη,  έλεγε  να  πάει  να  την  επισκεφτεί∙  ένα  μυστικό  προαίσθημα  όμως  ίσως  να  τον
σταμάτησε. Αν όχι τίποτ’ άλλο, με κανέναν τρόπο δεν μπορούσε να μαντέψει την εντύπωση που θα
του ‘κανε όταν θα τη συναντούσε—κι όμως ήταν φορές που πάσκιζε με τρόμο να τη φανταστεί. Για
ένα  μονάχα  ήταν  σίγουρος,  πως  η  συνάντηση  θα  τον  έκανε  να  υποφέρει.  Αυτούς  τους  έξι  μήνες,
ξαναθυμόταν αρκετές φορές την πρώτη εκείνη εντύπωση που του ‘χε κάνει το πρόσωπο αυτής της
γυναίκας,  όταν  ακόμα  το  ‘χε  δει  μονάχα  σε  φωτογραφία∙  μα  ακόμα  και  η  φωτογραφία—αυτό  το
θυμόταν—είχε  κάνει  την  καρδιά  του  να  σφιχτεί.  Εκείνος  ο  μήνας  στην  επαρχία,  όταν  την  έβλεπε
σχεδόν κάθε μέρα, είχε μια τρομερή επίδραση πάνω του, τόσο που ο πρίγκιπας απόδιωχνε ακόμα κι
απ’ τη μνήμη του αυτό το πρόσφατο παρελθόν. Το πρόσωπο αυτής της γυναίκας είχε γι αυτόν κάτι
το βασανιστικό: ο πρίγκιπας, μιλώντας με το Ραγκόζιν, χαρακτήρισε αυτό το αίσθημα σαν απέραντο
οίκτο  και  δεν  έλεγε  ψέματα.  Το  πρόσωπο  στο  πορτρέτο  της  τον  έκανε  να  βασανίζεται  από  οίκτο.
Αυτή η συμπόνια και μάλιστα ο πόνος γι αυτό το πλάσμα δεν έλειψε ποτέ απ’ την καρδιά του, δεν
είχε λείψει ούτε και τώρα∙ ω, όχι, ήταν μάλιστα ακόμα δυνατότερος. Ο πρίγκιπας ωστόσο δεν είχε
μείνει  ευχαριστημένος  με  κείνα  που  είχε  πει  στο  Ραγκόζιν  και  μονάχα  τώρα,  τη  στιγμή  της
αναπάντεχης εμφάνισής της, κατάλαβε ίσως με μιαν άμεση αίσθηση τι ήταν εκείνο που έλειπε απ’
τα λόγια που ‘χε πει στο Ραγκόζιν. Έλειπαν τα λόγια που θα μπορούσαν να εκφράσουν τη φρίκη∙ ναι,
τη  φρίκη!  Τώρα,  αυτή  τη  στιγμή,  ο  πρίγκιπας  ένιωθε  βαθύτατη  φρίκη∙  ήταν  σίγουρος,  απόλυτα
σίγουρος—κι  είχε  τους  λόγους  του—πως  αυτή  η  γυναίκα  είναι  τρελή.  Αν  αγαπούσε  μια  γυναίκα
περισσότερο από καθετί στον κόσμο ή αν προαισθανόταν τη δυνατότητα μιας τέτοιας αγάπης και
την  έβλεπε  ξαφνικά  αυτή  τη  γυναίκα  αλυσοδεμένη,  πίσω  απ’  τα  σιδερένια  κάγκελα,  κάτω  απ’  το
μαστίγιο  του φύλακα—τότε, μια  τέτοια εντύπωση  θα ‘μοιαζε αρκετά με κείνο που ένιωθε  τώρα ο
πρίγκιπας.
— Τι πάθατε;—ψιθύρισε βιαστικά η Αγλαΐα κοιτάζοντάς τον και τραβώντας τον με αφέλεια απ’ το
χέρι.
Αυτός γύρισε το κεφάλι του, την κοίταξε, έριξε ένα βλέμμα στα μαύρα της μάτια, που—ακατανόητα
γι’  αυτόν—αστραφτοκοπούσαν  κείνη  τη  στιγμή,  δοκίμασε  να  της  χαμογελάσει  μα  ξαφνικά,  σα  να
την  είχε  ξεχάσει  μονομιάς,  γύρισε  και  πάλι  το  βλέμμα  του  δεξιά  κι  άρχισε  να  παρακολουθεί το
παράξενο  όραμά  του.  Η  Ναστάσια  Φιλίπποβνα  πέρναγε  κείνη  τη  στιγμή  μπροστά  απ’  τις
δεσποινίδες. Ο Ευγένιος Παύλοβιτς εξακολουθούσε να διηγείται στην Αλεξάνδρα Ιβάνοβνα κάτι που
θα πρέπει να ‘ταν πολύ αστείο κι ενδιαφέρον∙ μιλούσε γρήγορα, σχεδόν εμπνευσμένα. Ο πρίγκιπας
θυμόταν πως η Αγλαΐα πρόφερε ξάφνου μισοψιθυριστά: «Κοίτα τι…» Είπε μια λέξη ακαθόριστη και
μισοειπωμένη∙  συγκρατήθηκε  αμέσως  και  δεν  πρόστεσε  τίποτ’  άλλο,  αυτό  όμως  ήταν  κιόλας
αρκετό. Η Ναστάσια Φιλίπποβνα που περνούσε σα να μην πρόσεχε κανένα, γύρισε ξάφνου κατά τη
μεριά τους και θα ‘λεγε κανείς πως μόλις τώρα είδε τον Ευγένιο Παύλοβιτς.
— Μπα, μπα! Καλέ εδώ είναι!—φώναξε ξαφνικά σταματώντας.—Έστειλα ανθρώπους και πάλι δεν
τα  κατάφερα  να  τον  βρω  και  τώρα,  λες  και  το  κάνει  επίτηδες,  τον  βρίσκω  σε  μέρος  που  δεν  το 

φανταζόμουν ποτέ μου… Νόμιζα, βλέπεις, πως είσαι εκεί… στου θείου σου!..
Ο Ευγένιος Παύλοβιτς κατακοκκίνισε, κοίταξε μανιασμένα τη Ναστάσια Φιλίπποβνα, βιάστηκε όμως
να της γυρίσει την πλάτη.
— Τι;! Έχει γούστο να μην το ξέρεις! Δεν το ξέρει ακόμα, για φαντάσου!. Αυτοκτόνησε! Σήμερα το
πρωί  ο  θείος  σου  τίναξε  τα  μυαλά  του  στον  αέρα!  Μου  το  είπαν  στις  δύο  τ’  απόγευμα∙  η  μισή
πολιτεία το ‘χει μάθει∙ του λείπουν, λένε, τριακόσιες πενήντα χιλιάδες απ’ τα χρήματα του δημοσίου
κι άλλοι λένε πεντακόσιες. Και γω που υπολόγιζα πάντα πως θα σ’ άφηνε και κληρονομιά από πάνω∙
όλα  τα  ξεκοκάλισε. Εξώλης και προώλης ο γεροντάκος… Ε, γεια‐χαρά, bonne chance! (καλή  τύχη).
Μα  δε  θα  πας  λοιπόν  στην  πόλη;  Γι’  αυτό  μου  πρόλαβες  και  παραιτήθηκες  απ’  το  στρατό,
κατεργαράκο! Μπα,  σαχλαμάρες,  είμαι  σίγουρη  πως  το  ‘ξερες,  το  ‘ξερες  κι  από  πριν ίσως  κι  από
χτες…
Μόλο που θα πρέπει να ‘χε κάποιο σκοπό για να  τον παρενοχλεί με  τόση αναίδεια και να δείχνει
πως  είναι  τάχα  τόσο  στενά  γνώριμη  μαζί  του  ώστε  να  του  μιλά  με  το  συ,  ωστόσο  ο  Ευγένιος
Παύλοβιτς νόμιζε στην αρχή πως θα μπορούσε να ξεμπλέξει με τρόπο απ’ αυτή τη γυναίκα κάνοντας
πως  δεν  πρόσεξε  την  προσβολή.  Τα  λόγια  της  Ναστάσιας  Φιλίπποβνας  όμως  τον  χτύπησαν  σαν
αστροπελέκι∙  ακούγοντας  πως  πέθανε  ο  θείος  του,  χλόμιασε  πάνιασε  και  γύρισε  στη  Ναστάσια
Φιλίπποβνα.  Εκείνη  τη  στιγμή  η  Λιζαβέτα  Προκόφιεβνα  σηκώθηκε  βιαστικά  απ’  την  καρέκλα  της,
σήκωσε  κι  όλους  τους  άλλους  και  το  ‘βαλε  σχεδόν  στα  πόδια.  Μονάχα  ο  πρίγκιπας  Λέων
Νικολάγιεβιτς  έμεινε  για  μια  στιγμή  στη  θέση  του,  σα  να  μην  ήξερε  τι  να  κάνει∙  ο  Ευγένιος
Παύλοβιτς  στεκόταν  ακόμα  εκεί  και  τα  ‘χε  χαμένα.  Οι  Επάντσιν  όμως  δεν  είχαν  προφτάσει  να
ξεμακρύνουν ούτε είκοσι βήματα όταν ξέσπασε ένα τρομερό σκάνδαλο.
Ο αξιωματικός, ο στενός φίλος του Ευγένιου Παύλοβιτς που κουβέντιαζε με την Αγλαΐα, είχε γίνει
έξω φρενών:
— Εδώ πια χρειάζεται μαστίγιο, αλλιώς δεν τα βγάζεις πέρα μ’ αυτό το γύναιο!—πρόφερε σχεδόν
μεγαλόφωνα. (Φαίνεται πως ήταν από καιρό έμπιστος του Ευγένιου Παύλοβιτς.)
Η Ναστάσια Φιλίπποβνα γύρισε αμέσως καταπάνω του. Τα μάτια της έβγαζαν σπίθες∙ όρμησε σ’ ένα
νέο που στεκόταν δύο βήματα μακριά της και που της ήταν ολότελα άγνωστος—σ’ ένα νεαρό που
κράταγε ένα λεπτό, πλεκτό μαστίγιο, του τ’ άρπαξε απ’ το χέρι και χτύπησε μ’ όλη της τη δύναμη τον
αξιωματικό  που  την  πρόσβαλε,  λοξά  στο  πρόσωπο.  Όλ’  αυτά  έγιναν  σ’  ένα  δευτερόλεπτο…  Ο
αξιωματικός, εκτός εαυτού, ρίχτηκε πάνω της∙ η Ναστάσια Φιλίπποβνα δεν είχε πια κανέναν απ’ την
παρέα  κοντά  της∙  ο  καθωσπρέπει  μεσόκοπος  κύριος  είχε  προφτάσει  κιόλας  να  εξαφανιστεί  κι  ο
κύριος που «διατελούσε εν ευθυμία» στεκόταν παράμερα και ξεκαρδιζόταν στα γέλια. Σ’ ένα λεπτό
φυσικά θα ‘φτανε η αστυνομία, μα σ’ αυτό το λεπτό θα τα ‘βρισκε σκούρα η Ναστάσια Φιλίπποβνα
αν δεν έφτανε έγκαιρα μια αναπάντεχη βοήθεια: ο πρίγκιπας, που βρισκόταν δυο βήματα πιο πέρα,
πρόφτασε  κι  άρπαξε  τον  αξιωματικό  από  πίσω,  απ’  τα  χέρια.  Πασκίζοντας  να  λευτερώσει  το  χέρι
του,  ο  αξιωματικός  τον  έσπρωξε  δυνατά  στο  στήθος∙  ο  πρίγκιπας  εκσφεντονίστηκε  τρία  βήματα
πίσω  κι  έπεσε  σε  μια  καρέκλα.  Στο  μεταξύ  όμως,  πρόλαβαν  και  κατέφθασαν  άλλοι  δυο
υπερασπιστές  της  Ναστάσιας  Φιλίπποβνας.  Μπροστά  στον  αξιωματικό  στεκόταν  ο  μποξέρ,  ο
συγγραφέας  του  γνωστού  στον  αναγνώστη  άρθρου  και  ενεργό  μέλος  της  πρώην  παρέας  του
Ραγκόζιν.
— Κέλερ, ανθυπολοχαγός εν αποστρατεία!—συστήθηκε με πολύ ύφος∙—εάν επιθυμείτε να έλθουμε
στα χέρια, λοχαγέ, τότε, αντικαθιστών το ασθενές φύλον, είμαι διαθέσιμος∙ εσπούδασα ολόκληρον
το αγγλικόν μποξ. Μη σπρώχνετε, λοχαγέ∙ συναισθάνομαι την α ι μ α τ η ρ ά ν  προσβολήν, μου είναι
αδύνατον όμως να σας επιτρέψω να λύσετε τας διαφοράς σας με μίαν κυρίαν διά των γρόνθων και 

μάλιστα  ενώπιον  του  κοινού.  Εάν  πάλι,  όπως  αρμόζει  εις  ευγενέ‐έστατο  πρόσωπο,  επιθυμείτε  δι
άλλου τρόπου, τότε… ελπίζω να με καταλαβαίνετε, λοχαγέ…
Ο λοχαγός όμως είχε κιόλας συνέλθει και δεν τον άκουγε. Εκείνη τη στιγμή, ο Ραγκόζιν βγήκε μες
απ’ το πλήθος και παίρνοντας τη Ναστάσια Φιλίπποβνα απ’ το μπράτσο την τράβηξε γρήγορα μαζί
του. Ο Ραγκόζιν φαινόταν να ‘ναι τρομερά ταραγμένος, ήταν χλομός κι έτρεμε. Παίρνοντας μαζί του
τη  Ναστάσια  Φιλίπποβνα,  πρόφτασε  να  γελάσει  με  κακία  κατάμουτρα  στον  αξιωματικό  κανα
προφέρει με ύφος θριαμβεύοντος εμπορομανάβη:
— Και τώρα, τι έβγαλες; Σου χάλασε τα μούτρα!
Ο αξιωματικός είχε συνέλθει εντελώς και καταλαβαίνοντας με ποιους είχε να κάνει, γύρισε ευγενικά
(σκεπάζοντας ωστόσο το πρόσωπο με το μαντίλι του) στον πρίγκιπα που ‘χε κιόλας σηκωθεί απ’ την
καρέκλα:
— Είστε ο πρίγκηψ Μίσκιν με τον οποίο είχα την ευχαρίστηση να γνωριστώ;
— Είναι τρελή! Ανισόρροπη! Σας βεβαιώ!—απάντησε ο πρίγκιπας με τρεμάμενη φωνή, απλώνοντας,
χωρίς κι ο ίδιος να ξέρει το γιατί, τα τρεμάμενα χέρια του προς τον αξιωματικό.
— Εγώ φυσικά δεν μπορώ να καυχηθώ πως έχω κάτι τέτοιες πληροφορίες, πρέπει όμως να ξέρω τ’
όνομά σας.
Κούνησε  το κεφάλι  του κι απομακρύνθηκε. Η αστυνομία κατέφθασε πέντε δευτερόλεπτα ακριβώς
μετά  την  εξαφάνιση  των  τελευταίων  πρωταγωνιστών  του  σκανδάλου.  Εξάλλου,  το  σκάνδαλο  δεν
κράτησε  παραπάνω  από  δύο  λεπτά.  Μερικοί  απ’  το  κοινό  σηκώθηκαν  απ’  τις  καρέκλες  τους  κι
έφυγαν,  άλλοι  σηκώθηκαν  απλώς  απ’  τις  θέσεις  τους  κι  έκατσαν  αλλού,  άλλοι  έμειναν
κατενθουσιασμένοι με το σκάνδαλο, άλλοι ενδιαφέρθηκαν τρομερά και βάλθηκαν να συζητούν. Με
δυο λόγια, η υπόθεση έληξε όπως συνήθως. Η ορχήστρα ξανάρχισε να παίζει. Ο πρίγκιπας τράβηξε
ξοπίσω απ’ τις Επάντσιν. Αν το ‘χε σκεφτεί ή αν είχε προφτάσει να ρίξει μια ματιά αριστερά, όταν
καθόταν στην καρέκλα όπου είχε πέσει απ’ τη σπρωξιά του αξιωματικού, θα ‘βλεπε την Αγλαΐα να
στέκεται  κάπου,  είκοσι  βήματα  πιο  πέρα  και  να  κοιτάζει  τη  σκανδαλώδη  σκηνή  χωρίς  να  δίνει
σημασία στη μητέρα της και στις αδερφές της που είχαν προχωρήσει πιο κάτω και τη φώναζαν∙ ο
πρίγκιπας  Σ.  έτρεξε  κοντά  της  και  την  κατάφερε  επιτέλους  να  τους  ακολουθήσει.  Η  Λιζαβέτα
Προκόφιεβνα  θυμόταν  πως  η  Αγλαΐα  γύρισε  κοντά  τους  τόσο  ταραγμένη  που  ήταν  ζήτημα  αν  τις
είχε  ακούσει  όταν  τη  φώναζαν.  Όμως,  ακριβώς  δυο  λεπτά  αργότερα,  μόλις  μπήκαν  στο  πάρκο, η
Αγλαΐα πρόφερε με τη συνηθισμένη αδιάφορη και καπριτσιόζα φωνή της:
— Ήθελα να δω πώς θα τελείωνε αυτή η κωμωδία!

IIIIII
ΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΣΤΟ ΣΤΑΘΜΟ έκανε και τη μαμάκα και τις κόρες να φρίξουν. Ταραγμένη κι ανήσυχη,
η  Λιζαβέτα  Προκόφιεβνα  έτρεχε  κυριολεκτικά  σ’  όλο  το  δρόμο  απ’  το  σταθμό  ως  τη  βίλα  της.
Σύμφωνα  με  τις  απόψεις  και  τις  αντιλήψεις  της,  συνέβησαν  κι  αποκαλύφθηκαν  πάρα  πολλά  απ’
αυτό το επεισόδιο, τόσο που μέσα στο μυαλό της, παρ’ όλο τον τρόμο και τη σύγχυση που βασίλευε,
άρχισαν κιόλας να ριζώνουν πιο αποφασιστικές σκέψεις. Μα κι όλοι οι άλλοι το καταλάβαιναν πως
είχε συμβεί κάτι εξαιρετικό και πως—ευτυχώς ίσως—άρχιζε κιόλας ν’ αποκαλύπτεται ένα σημαντικό
μυστικό. Παρ’ όλες τις διαβεβαιώσεις και τις εξηγήσεις του πρίγκιπα Σ., ο Ευγένιος Παύλοβιτς «είχε
τώρα ξεσκεπαστεί», είχε ξεμασκαρευτεί και «ήρθαν εις φως οι σχέσεις του μ’ αυτό το γύναιο». Έτσι
σκεφτόταν η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα, ακόμα κι οι δυο μεγαλύτερες κόρες της. Το κέρδος απ’ αυτό το
συμπέρασμα ήταν πως πλήθαιναν ακόμα περισσότερο τα αινίγματα. Οι δεσποινίδες, μόλο που ‘χαν
αγανακτήσει μέσα τους για τον υπερβολικό φόβο της μαμάκας τους που το ‘βαλε τόσο φανερά στα
πόδια,  δεν  τ’  αποφάσιζαν  ωστόσο  τις  πρώτες  στιγμές  της  φασαρίας  να  την  ανησυχήσουν  μ’
ερωτήσεις. Εκτός απ’ αυτό, είχαν την εντύπωση πως η αδερφούλα τους, η Αγλαΐα Ιβάνοβνα, ξέρει
ίσως πολύ περισσότερα απ’ όσα ξέρουν αυτές οι δυο κι η μαμάκα τους. Ο πρίγκιπας Σ. ήταν κι αυτός
σκοτεινός σαν τη νύχτα και πολύ συλλογισμένος. Η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα δεν του είπε λέξη σ’ όλο
το δρόμο κι αυτός φαίνεται πως ούτε καν το παρατήρησε. Η Αδελαΐδα έκανε να τον ρωτήσει: «Για
ποιο θείο έλεγαν τώρα και τι είχε συμβεί εκεί στην Πετρούπολη;» Αυτός όμως—ξινίζοντας τρομερά
τα μούτρα του—τραύλισε κάτι πολύ αόριστο για κάτι πληροφορίες και πως όλ’ αυτά φυσικά είναι
μωρολογίες. «Δε χωράει καμιά αμφιβολία!» απάντησε η Αδελαΐδα και δεν ξαναρώτησε τίποτα. Όσο
για την Αγλαΐα, είχε γίνει υπερβολικά ψύχραιμη και το μόνο που είπε στο δρόμο ήταν πως τρέχουν
πολύ.  Μια  φορά  γύρισε  κι  είδε  τον  πρίγκιπα  που  βιαζόταν  να  τους  προφτάσει.  Όταν  είδε  τις
προσπάθειές του να τους πλησιάσει, η Αγλαΐα χαμογέλασε ειρωνικά και δεν ξαναγύρισε το κεφάλι.
Τέλος, λίγο πιο δω απ’ τη βίλα, συνάντησαν τον Ιβάν Φιοντόροβιτς, που μόλις είχε γυρίσει απ’ την
Πετρούπολη κι ερχόταν να τους βρει. Τους ρώτησε αμέσως για  τον Ευγένιο Παύλοβιτς. Η σύζυγός
του όμως πέρασε τρομερή κι αμίλητη από μπροστά του∙ ούτε τον κοίταξε καν. Απ’ τα βλέμματα των
δεσποινίδων  και  του  πρίγκιπα  Σ.  ο  στρατηγός  κατάλαβε  αμέσως  πως  στο  σπίτι  έχει  ενσκήψει
θύελλα. Μα και δίχως αυτό, το ‘βλεπε κανείς απ’ το πρόσωπό του πως ήταν ασυνήθιστα ανήσυχος.
Πήρε αμέσως αλαμπρατσέτα  τον  πρίγκιπα Σ.,  τον  σταμάτησε  στην είσοδο  του  σπιτιού και  του  ‘πε
σχεδόν  ψιθυριστά λίγες λέξεις. Απ’  το  ταραγμένο  ύφος  που ‘χαν κι  οι  δυο  όταν ανέβηκαν  ύστερα
στη  βεράντα  και  πέρασαν  στο  δωμάτιο  της  Λιζαβέτας  Προκόφιεβνας,  μπορούσε  κανείς  να
συμπεράνει  πως  είχαν  ακούσει  κάποιο  συνταρακτικό  νέο.  Σιγά‐σιγά,  μαζεύτηκαν  όλοι  στης
Λιζαβέτας Προκόφιεβνας, στο πάνω πάτωμα, και στη βεράντα έμεινε μονάχα ο πρίγκιπας. Καθόταν
στη γωνιά, λες και κάτι περίμενε, ή μάλλον ούτε κι ο ίδιος δεν ήξερε γιατί καθόταν εκεί, ούτε καν
του  πέρασε  η  σκέψη  να  φύγει  τώρα  που  ‘βλεπε  τη  φασαρία  στο  σπίτι∙  θα  ‘λεγε  κανείς  πως  είχε
ξεχάσει  όλο  τον  κόσμο  κι  ήταν  έτοιμος  να  μείνει  ακόμα  και  δυο  χρόνια  συνέχεια  όπου  κι  αν  τον
έβαζαν  να  κάτσει.  Από  πάνω,  έφτανε  πού  και  πού  στ’  αυτιά  του  ο  αντίλαλος  από  ταραγμένες
συζητήσεις.  Ούτε  ο  ίδιος  δε  θα  μπορούσε  να  πει  πόσην  ώρα  καθόταν  στη  βεράντα.  Βράδιαζε  κι
άρχισε  πια  να  σκοτεινιάζει. Ξάφνου  βγήκε  στη  βεράντα  η  Αγλαΐα∙ φαινόταν  ήρεμη,  αν  και  κάπως
χλομή. Βλέποντας τον πρίγκιπα που «ασφαλώς δεν  το περίμενε καθόλου» να τον βρει να κάθεται
δω στη γωνιά, η Αγλαΐα χαμογέλασε σα να τα ‘χε λίγο χαμένα.
— Τι κάνετε εδώ;—τον πλησίασε.
Ο πρίγκιπας κάτι μουρμούρισε σαστισμένος και πετάχτηκε όρθιος, η Αγλαΐα όμως έκατσε αμέσως
δίπλα του∙ ξανάκατσε κι αυτός. Η Αγλαΐα τον κοίταξε ξαφνικά από πάνω ως κάτω, ύστερα κοίταξε το
παράθυρο—κι  είχε  ένα  ύφος  σα  να  μη  σκεφτόταν  τίποτα—κι  ύστερα  τον  ξανακοίταξε. «Ίσως  να
θέλει να γελάσει», σκέφτηκε ο πρίγκιπας, «μα όχι, αν το ‘θελε θα γέλαγε».

— Ίσως να θέλετε τσάι, θα πω να σας φέρουν,—είπε αφού έμεινε για λίγο σιωπηλή.
— Ο‐όχι… Δεν ξέρω…
—  Αχ,  πώς  μπορεί  να  μην  ξέρετε!  Α,  ναι,  ακούστε:  αν  σας  καλούσε  κανένας  σε  μονομαχία,  τι  θα
κάνατε; Είναι ώρα τώρα που ήθελα να σας ρωτήσω.
— Μα… ποιος λοιπόν… εμένα δε θα βρεθεί κανένας να με καλέσει σε μονομαχία.
— Μα αν σας καλούσαν; Θα τρομάζατε πολύ;
— Νομίζω πως… θα φοβόμουν πολύ.
— Σοβαρά; Ώστε είστε δειλός;
— Ο‐όχι∙ μπορεί και να μην είμαι. Δειλός είναι κείνος που φοβάται και το βάζει στα πόδια∙ εκείνος
που φοβάται και δεν  το βάζει στα πόδια δεν είναι ακόμα δειλός,—χαμογέλασε ο πρίγκιπας αφού
έμεινε για λίγο συλλογισμένος.
— Και σεις δε θα το βάλετε στα πόδια;
— Μπορεί και να μην το βάλω στα πόδια,—γέλασε τέλος με τις ερωτήσεις της.
—  Εγώ,  μόλο  που  είμαι  γυναίκα,  δε  θα  το  ‘σκαγα  ποτέ  μου,—παρατήρησε  η  Αγλαΐα  σχεδόν
πειραγμένη.—Μα τι κάθομαι και λέω, εσείς με κοροϊδεύετε και παίζετε θέατρο όπως συνήθως για
να φανείτε πιο ενδιαφέρων. Πέστε μου: πυροβολούν συνήθως από δώδεκα βήματα; Ή, κι από δέκα;
Ώστε λοιπόν είναι σίγουρο πως σκοτώνεσαι ή πληγώνεσαι;
— Στις μονομαχίες, καθώς φαίνεται, σπάνια βρίσκουν το στόχο.
— Σπάνια; Τι λέτε εκεί! Τον Πούσκιν δεν τον σκότωσαν;
— Αυτό μπορεί να ‘ταν τυχαίο.
— Δεν ήταν καθόλου τυχαίο∙ ήταν μονομαχία μέχρι θανάτου και τον σκότωσαν.
— Η σφαίρα τον βρήκε τόσο χαμηλά που ασφαλώς ο Νταντές θα σκόπευε κάπου αλλού, ψηλότερα,
στο  στήθος  ή  στο κεφάλι∙ εκεί  που  τον  βρήκε  δε  σκοπεύει  κανένας,  που  σημαίνει  πως  ο Πούσκιν
χτυπήθηκε τυχαία, από αστοχία, εκεί που χτυπήθηκε. Μου το ‘παν άνθρωποι που ξέρουν απ’ αυτά.
— Και μένα μου είπε ένας φαντάρος που έπιασα μια φορά κουβέντα μαζί του πως, σύμφωνα με τον
κανονισμό,  πρέπει  να  σκοπεύουν  στο  κέντρο  του  στόχου  όταν  βρίσκονται  σε  ακροβολισμό,  που
σημαίνει πως πρέπει να πυροβολούν στη μέση κι όχι στο κεφάλι ούτε στο στήθος. Ρώτησα αργότερα
κι έναν αξιωματικό και μου είπε πως έτσι ακριβώς συμβαίνει.
— Είναι σωστό για βολή μεγάλης αποστάσεως.
— Και σεις, ξέρετε να πυροβολείτε;
— Δεν έχω πυροβολήσει ποτέ μου.

— Έχει γούστο να μην ξέρετε να γεμίσετε το πιστόλι!
— Δεν ξέρω. Δηλαδή, καταλαβαίνω πώς θα πρέπει να γίνεται, δεν έτυχε όμως να γεμίσω ποτέ μου.
— Ε, σημαίνει λοιπόν πως δεν ξέρετε, γιατί εδώ χρειάζεται πείρα! Ακούστε λοιπόν και βάλτε το καλά
στο  μυαλό  σας:  και  πρώτα‐πρώτα  να  πάτε  ν’  αγοράσετε  καλό  μπαρούτι  για  πιστόλια  που  να  μην
είναι υγρό (λένε πως δεν κάνει το υγρό, πρέπει να ‘ναι πολύ στεγνό) και να ‘ναι ακόμα ψιλό, ακούτε;
να  ζητήσετε  ψιλό  μπαρούτι∙  μην  τύχει  και  σας  δώσουν  από  κείνο  που  βάζουν  στα  κανόνια,
καταλάβατε; Τη σφαίρα λένε πως τη χύνουν μοναχοί τους7
. Έχετε πιστόλια;
— Δεν έχω, κι ούτε μου χρειάζονται,—γέλασε ξαφνικά ο πρίγκιπας.
— Αχ, τι ανοησίες! Το δίχως άλλο ν’ αγοράσετε ένα καλό πιστόλι γαλλικό ή εγγλέζικο, λένε πως αυτά
είναι  τα  καλύτερα.  Ύστερα  πάρτε  μπαρούτι ως  μια  δαχτυλήθρα,  μπορεί  και  δυο  δαχτυλήθρες  και
ρίξτε το μέσα. Μην κάνετε οικονομία, καλύτερα να ‘ναι μπόλικο. Να το στουμπώσετε καλά με κετσέ
(λένε  πως  το  δίχως  άλλο  πρέπει  να  ‘ναι  κετσές)  μπορείτε  να  πάρετε  από  κανένα  στρώμα  ή  από
καμιά πόρτα—τις πόρτες τις ντύνουν καμιά φορά με κετσέ. Ύστερα, όταν θα ‘χετε βάλει τον κετσέ,
τοποθετείστε  και  τη  σφαίρα∙  ακούτε;  Πρώτα  το  μπαρούτι  κι  ύστερα  τη  σφαίρα  αλλιώς  δε  θα
πυροβολήσει.  Τι  γελάτε;  θέλω  να  πυροβολάτε  το  δίχως  άλλο  αρκετές  φορές  κάθε  μέρα  και  να
μάθετε να πετυχαίνετε το στόχο. Θα το κάνετε;
Ο πρίγκιπας γέλασε∙ η Αγλαΐα χτύπησε φουρκισμένη το πόδι της στο πάτωμα. Το σοβαρό της ύφος
σε  μια  τέτοια  κουβέντα  έκανε  τον  πρίγκιπα  ν’  απορήσει  αρκετά.  Ένιωθε  πως  θα  ‘πρεπε  κάτι  να
μάθει,  για  κάτι  να  ρωτήσει—για  κάτι  που,  όπως  και  να  το  πάρεις,  ήταν  πιο  σοβαρό  απ’  το  πώς
γεμίζουν  ένα  πιστόλι.  Όλ’  αυτά  όμως  τα  ‘χε  ολότελα  ξεχάσει  και  το  μόνο  που  ‘ξερε  ήταν  πως  η
Αγλαΐα κάθεται μπροστά του κι αυτός την κοιτάζει∙ εκείνη τη στιγμή δεν είχε σχεδόν σημασία τι του
‘λεγε, του ‘φτανε που άκουγε τη φωνή της.
Τέλος,  κατέβηκε  στη  βεράντα  ο  ίδιος  ο  Ιβάν  Φιοντόροβιτς∙  κάπου  πήγαινε  με  σκυθρωπό,  γεμάτο
έγνοια κι αποφασιστικότητα ύφος.
— Α, Λέων Νικολάγιεβιτς… Για πού είσαι τώρα;—ρώτησε, παρ’ όλο που ο Λέων Νικολάγιεβιτς ούτε
το  σκεφτόταν  καν  να  το  κουνήσει  από  κει  που  καθόταν.—Έλα,  θα  σου  κάνω  παρέα,  έχω  και  δυο
λόγια να σου πω.
— Ορβουάρ,—είπε η Αγλαΐα κι έδωσε το χέρι της στον πρίγκιπα.
Στη  βεράντα  ήταν  πια  αρκετά  σκοτεινά,  ο  πρίγκιπας  δε  θα  μπορούσε  να  διακρίνει  καθαρά  το
πρόσωπό της. Σε λίγο, όταν έβγαιναν με το στρατηγό απ’ τη βίλα, ο πρίγκιπας κοκκίνισε τρομερά κι
έσφιξε δυνατά το δεξί του χέρι.
Αποδείχτηκε  πως  ο  Ιβάν  Φιοντόροβιτς  θα  πήγαινε  απ’  τον  ίδιο  δρόμο  με  τον  πρίγκιπα∙  ο  Ιβάν
Φιοντόροβιτς,  παρ’  όλο  που  η ώρα  ήταν  προχωρημένη,  βιαζόταν να  κουβεντιάσει  με κάποιον  για
κάποιο  σοβαρό  ζήτημα.  Στο  μεταξύ  όμως,  άρχισε  ξάφνου  να  μιλάει  στον  πρίγκιπα  γρήγορα,
ταραγμένα,  αρκετά  ασύνδετα,  αναφέροντας  συχνά  τη  Λιζαβέτα  Προκόφιεβνα.  Αν  μπορούσε  ο
πρίγκιπας να ‘ναι πιο προσεκτικός εκείνη τη στιγμή, θα μάντευε ίσως πως ο Ιβάν Φιοντόροβιτς κάτι
θέλει να μάθει κι απ’ αυτόν ή, για να το πούμε καλύτερα, να τον ρωτήσει ανοιχτά και καθαρά για
κάποιο  ζήτημα, δεν τα κατάφερνε ωστόσο να φτάσει στο κύριο σημείο. Για μεγάλη του ντροπή, ο
πρίγκιπας ήταν τόσο αφηρημένος που στην αρχή δεν άκουγε τίποτα κι όταν ο στρατηγός σταμάτησε
μπροστά  του  και  κάτι  τον  ρώτησε  με  πολλή  θέρμη,  αναγκάστηκε  να  του  ομολογήσει  πως  δεν
κατάλαβε τίποτα.

Ο στρατηγός ανασήκωσε τους ώμους του.
— Πολύ παράξενοι γίνατε όλοι σας, απ’ όλες τις απόψεις,—ξανάρχισε πάλι να λέει.—Στο ξαναλέω
πως  δεν  καταλαβαίνω  καθόλου  τις ιδέες  και  τις  ανησυχίες  της  Λιζαβέτας Προκόφιεβνας. Την  έχει
πιάσει υστερία, κλαίει και φωνάζει πως μας ντρόπιασαν και μας ρεζίλεψαν. Ποιος; Πώς; Με ποιον;
Πότε και γιατί; Το παραδέχομαι πως φταίω και γω (αυτό τ’ ομολογώ) φταίω σε πολλά πράγματα, οι
προκλήσεις  όμως  αυτής  της…  ανήσυχης  γυναίκας  (που  επιπλέον  είναι  κακής  διαγωγής)  μπορούν
επιτέλους  να  σταματήσουν  με  την  επέμβαση  της  αστυνομίας  κι  έχω σκοπό  σήμερα  κιόλας  να  δω
μερικούς  αρμόδιους  και  να  τους  προειδοποιήσω.  Όλα  μπορούν  να  κανονιστούν  ήσυχα,  με  το
μαλακό, με το καλό. Χάρη στις γνωριμίες μας και χωρίς κανένα σκάνδαλο. Συμφωνώ επίσης πως το
μέλλον  μας  επιφυλάσσει  πολλά  και  πολλά  έχουν  μείνει  σκοτεινά.  Βέβαια,  κάποια  ίντριγκα  θα
πρέπει να ‘ναι στη μέση, όμως ρωτάς τον έναν, δεν ξέρει, ρωτάς τον άλλον, δεν ξέρει∙ αφού εγώ δεν
έχω ακούσει  τίποτα, εσύ  δεν άκουσες  τίποτα,  ο  τρίτος  δεν άκουσε  τίποτα,  ο πέμπτος  δεν άκουσε
τίποτα,  ποιος  άκουσε  λοιπόν  επιτέλους;  σε  ρωτώ.  Τι  άλλη  εξήγηση  μπορείς  να  δώσεις  κατά  τη
γνώμη σου αν όχι πως η μισή υπόθεση είναι αντικατοπτρισμός, δεν υπάρχει καθόλου, είναι κάτι σαν
το φως του φεγγαριού… ή άλλων λογιών φαντασιώσεις.
— Α υ τ ή  είναι ανισόρροπη,—μουρμούρισε ο πρίγκιπας καθώς θυμήθηκε ξάφνου με πόνο όλο το
επεισόδιο  του  σταθμού. —Απ’  το  στόμα  μου  το  πήρες,  αν  λες  για  κείνην.  Και  μένα  μου  πέρναγε
ώρες‐ώρες αυτή η ιδέα και κοιμόμουν ήσυχος. Τώρα όμως βλέπω πως έχουν εδώ σωστότερη γνώμη
και δεν πιστεύω στην τρέλα της. Δε λέω, πρόκειται για μια επιπόλαιη γυναίκα, της κόβει όμως και
πολύ μάλιστα, με κανέναν τρόπο δε θα την έλεγα τρελή. Αυτά που μας ξεφούρνισε σήμερα σχετικά
με τον Καπιτόν Αλεξέιτς, το αποδείχνουν περίτρανα. Πρόκειται για μια βρομοδουλειά, δηλαδή, είναι
τουλάχιστο ιησουϊτισμός κι έχει το σκοπό της.
— Ποιον Καπιτόν Αλεξέιτς;
— Αχ Θεέ μου, Λέων Νικολάιτς, δεν ακούς τίποτα. Μα γι’ αυτόν τον Καπιτόν Αλεξέιτς άρχισα και σου
μίλαγα  πριν  λίγο:  Ηταν  μια  είδηση  τόσο  αναπάντεχη  που  και  τώρα  ακόμα  τρέμω  σύγκορμος.  Γι’
αυτό καθυστέρησα σήμερα στην πολιτεία. Ο Καπιτόν Αλεξέιτς, ο Ραντόμσκη, ο θείος του Ευγένιου
Παύλοβιτς…
— Τι;—φώναξε ο πρίγκιπας.
— Αυτοκτόνησε το πρωί, τα χαράματα, στις εφτά η ώρα. Ενας σεβάσμιος γέρος, εβδομήντα χρονών,
επικούρειος—κι ακριβώς όπως  το είπε, λείπει ένα ποσό, ένα σημαντικό ποσό απ’  τα χρήματα  του
δημοσίου!
— Μα από πού το…
—  Το  ‘μαθε;  Χα‐χα! Μα  δεν  το  ξέρετε  πως  μόλις  ήρθε  δω  σχηματίστηκε  γύρω  της  ένα  ολόκληρο
επιτελείο:  Ξέρεις  τι  πρόσωπα  την  επισκέπτονται  τώρα  κι  επιζητούν  την  «τιμή»  να  τη  γνωρίσουν;
Φυσικά, κάτι μπορεί ν’ άκουσε απ’  τους παραθεριστές που ήρθαν  τ’ απόγευμα, γιατί  τώρα πια  το
ξέρει όλη η Πετρούπολη και δω το μισό Παυλόβσκ ή μπορεί κι όλο το Παυλόβσκ. Μα τι ήταν εκείνη
η  οξύτατη  παρατήρησή  της  σχετικά  με  τη  στολή,  όπως  μου  είπαν,  δηλαδή  για  το  ότι  ο  Ευγένιος
Παύλοβιτς πρόφτασε κι έδωσε έγκαιρα την παραίτησή του! Τι σατανικός υπαινιγμός! Όχι, όλ’ αυτά
δε  δείχνουν  τρέλα.  Εγώ  φυσικά  αρνούμαι  να  πιστέψω  πως  ο  Ευγένιος  Παύλιτς  μπορούσε  να
γνωρίζει προκαταβολικά την καταστροφή, δηλαδή πως την τάδε ημερομηνία, στις εφτά η ώρα κ.τ.λ.
Μπορούσε όμως να τα ‘χε προαισθανθεί. Και γω που… και μεις κι ο πρίγκιπας Σ. που υπολογίζαμε
πως  θα  του  άφηνε  και  κληρονομιά  ο  θείος  του!  Φρίκη!  Φρίκη!  Θέλω  να  με  καταλάβεις,  εγώ  τον
Ευγένιο Παύλοβιτς δεν τον κατηγορώ για τίποτα και σπεύδω να στο εξηγήσω, ωστόσο, όπως και να 

το πάρεις, είναι ύποπτο. Ο πρίγκιπας Σ. τα ‘χει κυριολεκτικά χαμένα. Όλ’ αυτά έγιναν κάπως πολύ
παράξενα.
— Μα τι το ύποπτο υπάρχει λοιπόν στη διαγωγή του Ευγένιου Παύλοβιτς;
— Τίποτα απολύτως! Φέρθηκε ευπρεπέστατα. Δεν κάνω καμιά νύξη γι’ αυτό. Η δική του περιουσία
νομίζω  πως  έμεινε  άθιχτη.  Η  Λιζαβέτα  Προκόφιεβνα,  εννοείται,  δε  θέλει  ν’  ακούσει  τίποτα…  Το
κυριότερο όμως—όλες αυτές οι οικογενειακές καταστροφές ή, για να το πούμε καλύτερα, όλ’ αυτά
τα  δυσάρεστα…  δεν  ξέρω,  μα  την  πίστη  μου,  πώς  να  τα  πω…  Εσύ,  αληθώς  ειπείν,  Λέων
Νικολάγιεβιτς, είσαι φίλος του σπιτιού και, φαντάσου, τώρα μόλις αποδείχτηκε, αν και για να λέμε
την  αλήθεια  δεν  είναι  σίγουρο,  πως  ο  Ευγένιος  Παύλιτς  εξηγήθηκε  τάχα  εδώ  κι  ένα  μήνα  με  την
Αγλαΐα και πήρε τάχα τη ρητή της άρνηση.
— Αδύνατον!—φώναξε με θέρμη ο πρίγκιπας.
—  Μα  τι,  μπας  και  ξέρεις  τίποτα;  Βλέπεις,  φίλτατε,—ταράχτηκε  κι  απόρησε  ο  στρατηγός
σταματώντας σα να τον είχαν καρφώσει στη θέση του,—μπορεί να μου ξέφυγε κάτι που δεν έπρεπε
να σου πω, κάτι που ήταν απρέπεια να σ’ το πω, μα αυτό έγινε γιατί… γιατί εσύ… είσαι, μπορεί να
πει κανείς, ένας τέτοιος άνθρωπος. Μήπως ξέρεις τίποτα ιδιαίτερο;
— Δεν ξέρω τίποτα… για τον Ευγένιο Παύλιτς,—μουρμούρισε ο πρίγκιπας.
— Και γω δεν  ξέρω! Εμένα… εμένα, αδερφέ μου, θέλουν, μα το ναι, να με καταχωνιάσουν, να με
θάψουν και δε μπαίνουν στον κόπο να σκεφτούν πως είναι δύσκολο να τ’ αντέξει κανείς κάτι τέτοιο
και γω δε θα τ’ ανεχτώ. Τώρα είχαμε μια σκηνή που ήταν φρίκη! Σ’ τα λέω σα να ‘σουνα γιος μου. Το
κυριότερο είναι που η Αγλαΐα λες και κοροϊδεύει τη μητέρα της. Το ότι, όπως φαίνεται, απέκρουσε
την πρόταση του Ευγένιου Παύλιτς εδώ κι ένα μήνα κι εξηγήθηκαν ρητά μεταξύ τους, μας το είπαν
οι  αδερφές  της  εν  είδει  εικασίας…  εδώ  που  τα  λέμε  όμως, φαίνεται  να  πιστεύουν  ατράνταχτα  σ’
αυτή  την  εικασία  τους.  Μα  είναι  ένα  τόσο  αυταρχικό  και  ευφάνταστο  πλάσμα  που…  δηλώνω
αδυναμία να σ’ το περιγράψω! Όλες τις μεγαλοψυχίες, όλες τις λαμπρές ιδιότητες του νου και της
καρδιάς—όλ’ αυτά, δε λέω, μπορεί να  τα ‘χει,  ταυτόχρονα όμως είναι πεισματάρα, όλο καπρίτσια
και ειρωνείες,—με δυο λόγια είναι ένας διαολοχαρακτήρας κι επιπλέον φαντασιόπληκτη. Τώρα πριν
λίγη  ώρα,  τους  κορόιδευε  όλους  και  γέλαγε  κατάμουτρα  στη  μάνα  της,  στις  αδερφές  της,  στον
πρίγκιπα Σ.  Για  μένα  δε  γίνεται λόγος,  εμένα  σπάνια να  μη  με κοροϊδέψει,  σπάνια  να  μη  γελάσει
μαζί  μου  κι  όμως  εγώ,  εγώ  ξέρεις  την  αγαπώ,  μ’  αρέσει  και  την  αγαπώ  που  γελάει  μαζί  μου  και
φαίνεται πως αυτός ο μικρός δαίμονας γι αυτό ίσα‐ίσα μ’ αγαπάει ιδιαίτερα, δηλαδή περισσότερο
απ’ όλους, καθώς φαίνεται. Κόβω το κεφάλι μου πως και σένα θα σ’ έχει πάρει κιόλας στο ψιλό. Σας
βρήκα τώρα να κουβεντιάζετε, μετά τη θύελλα που είχαμε πάνω καθόταν μαζί σου σα να μην είχε
γίνει τίποτα.
Ο πρίγκιπας κοκκίνισε τρομερά κι έσφιξε το δεξί του χέρι, δεν έβγαλε όμως λέξη.
—  Αξιολάτρευτε,  καλέ  μου  Λέων  Νικολάγιεβιτς!—είπε  ξάφνου  με  πολλή  συγκίνηση  και  θέρμη  ο
στρατηγός—Εγώ… και μάλιστα κι η ίδια η Λιζαβέτα Προκόφιεβνα (η οποία άλλωστε άρχισε και πάλι
να  σε  στολίζει  και  μαζί  με  σένα  στόλισε  και  μένα  εξαιτίας  σου,  δεν  καταλαβαίνω  μονάχα  γιατί),
εμείς, παρ’ όλα αυτά σ’ αγαπάμε, σ’ αγαπάμε ειλικρινά και σ’ εκτιμάμε, παρ’ όλο που… παρ’ όλα τα
φαινόμενα.  Συμφώνησε  όμως  και  συ,  καλέ  μου  φίλε,  συμφώνησε  και  συ  πως  είναι  ακατανόητο,
είναι  κάτι  που  σε  θλίβει και  σε  πικραίνει  όταν ακούς  ξαφνικά αυτό  το ψύχραιμο  διαβολάκι (γιατί
στεκόταν μπροστά στη μάνα της με ύφος βαθύτατης περιφρονήσεως προς όλες τις ερωτήσεις μας
και προς τις δικές μου ιδιαίτερα∙ γιατί εγώ, που να πάρει ο διάολος, έκανα μια βλακεία, μου ‘ρθε να
της  κάνω  τον  αυστηρό,  μια  κι  είμαι  η  κεφαλή  της  οικογενείας—ε,  ναι,  στάθηκα  ένας  βλάκας  και 

μισός), αυτός  ο ψύχραιμος  διαβολάκος  μας  δηλώνει  ξάφνου κοροϊδευτικά  πως αυτή  η «παλαβή»
(έτσι ακριβώς το είπε και μου φαίνεται παράξενο που συμφωνάτε απολύτως οι δυο σας: «πώς είναι,
λέει,  δυνατό  να  μην  το  καταλάβατε  ακόμα»),  πως  αυτής  της  παλαβής  «της  μπήκε  η  ιδέα  να  με
παντρέψει  το  δίχως  άλλο  με  τον  πρίγκιπα  Λέοντα  Νικολάγιεβιτς  και  γι  αυτό  θέλει  να  διώξει  τον
Ευγένιο Παύλιτς απ’ το σπίτι μας…» αυτό μονάχα είπε: δε μας έδωσε καμιάν άλλη εξήγηση, γελάει,
γελάει και μεις απομείναμε όλοι με  το στόμ’ ανοιχτό, βρόντησε  την πόρτα και βγήκε. Ύστερα μου
είπαν  για  κείνα  που  έγιναν  ανάμεσά  σας…  και…  και…  άκου,  καλέ  μου  πρίγκηψ,  είσαι  άνθρωπος
πολύ λογικός και δε θίγεσαι… το ‘χω παρατηρήσει όμως… μη θυμώσεις: Μα το Θεό, σε κοροϊδεύει.
Γελάει μαζί σου σα μικρό παιδί, μην της θυμώνεις, είναι όμως ακριβώς όπως σ’ το λέω. Μη βάζεις
τίποτα με το νου σου, απλούστατα σαχλαμαρίζει μαζί σου και μαζί μας, επειδή δεν έχει τι άλλο να
κάνει. Ε, γεια σου λοιπόν! Τα αισθήματά μας τα ξέρεις, έτσι δεν είναι; Τα ειλικρινή μας αισθήματα
απέναντι σου; Δεν πρόκειται ν’ αλλάξουν ποτέ, μα… τώρα πρέπει να πάω από δω, ορβουάρ! Σπάνια
μου ‘τυχε να ‘χω μπλέξει έτσι άσχημα… παραθερισμός να σου πετύχει!
Μένοντας  μόνος  στη  διασταύρωση  του  δρόμου,  ο  πρίγκιπας  κοίταξε  γύρω  του,  πέρασε  βιαστικός
απέναντι,  πλησίασε  στο  φωτισμένο  παράθυρο  μιας  βίλας,  ξεδίπλωσε  το  μικρό  χαρτάκι  που
κρατούσε σφιχτά στο δεξί του χέρι όλη την ώρα που μιλούσε με τον Ιβάν Φιοντόροβιτς και διάβασε
στο λίγο φως που ‘πεφτε απ’ το παράθυρο:
«Αύριο  το  πρωί  στις  εφτά  θα  ‘μαι  στο  πράσινο  παγκάκι,  στο  πάρκο,  και  θα  σας  περιμένω.
Αποφάσισα να σας μιλήσω για μια εξαιρετικά σημαντική υπόθεση που σας αφορά άμεσα.
Υ.Γ. Ελπίζω να μη δείξετε σε κανέναν αυτό το σημείωμα. Μόλο που ντρέπομαι να σας γράφω τέτοιες
συστάσεις,  σκέφτηκα  όμως  πως τ’ αξίζετε και  το  ‘γραψα—κοκκινίζοντας  από  ντροπή  για  το  γελοίο
χαρακτήρα σας.
Υ.Γ. Υ.Γ. Είναι κείνο το πράσινο παγκάκι που σας έδειξα τ’ απόγευμα. Ντροπή σας! Αναγκάστηκα κι
αυτό να το προσθέσω».
Το σημείωμα ήταν γραμμένο βιαστικά και διπλωμένο όπως‐όπως. Το πιθανότερο είναι να το ‘γραψε
η Αγλαΐα λίγο πριν βγει στη βεράντα. Τον πρίγκιπα τον έπιασε μια απερίγραπτη ταραχή που έμοιαζε
με τρόμο∙ έσφιξε και πάλι δυνατά το χαρτάκι στο χέρι του και βιάστηκε να φύγει απ’ το παράθυρο,
απ’  το  φως,  σαν  τρομαγμένος  κλέφτης∙  ξάφνου  όμως  έπεσε  πάνω  σ’  έναν  κύριο  που  βρέθηκε
ακριβώς από πίσω του.
— Σας παρακολουθώ, πρίγκηψ,—πρόφερε ο κύριος.
— Εσείς είστε, Κέλερ;—φώναξε ο πρίγκιπας κατάπληκτος.
— Σας γυρεύω, πρίγκηψ. Σας περίμενα έξω απ’ τη βίλα των Επάντσιν καταλαβαίνετε βέβαια πως δεν
μπορούσα  να  μπω.  Σας  παρακολουθούσα  όσο  κουβεντιάζατε  με  το  στρατηγό.  Είμαι  στη  διάθεσή
σας,  πρίγκηψ,  μπορείτε  να  βασίζεστε  στον  Κέλερ. Είμαι  έτοιμος  για  κάθε  θυσία,  είμαι  έτοιμος  να
δώσω και τη ζωή μου ακόμα αν χρειαστεί.
— Μα… γιατί;
—  Να,  είναι  σίγουρο  πως  θα  επακολουθήσει  πρόκληση.  Αυτός  ο  υπολοχαγός  Μολοβτσόβ,—τον
ξέρω,  όχι  προσωπικά  δηλαδή…  δε  θ’  ανεχτεί  την  προσβολή.  Κάτι  τέτοιους  σαν  και  μας,  δηλαδή
εμένα και το Ραγκόζιν, θα προτιμήσει φυσικά να μας θεωρήσει για σκουπίδια—μπορεί να μας αξίζει
κιόλας—ώστε  λοιπόν  μονάχα  από  σας  του  μένει  να  ζητήσει  ικανοποίηση∙  θα  χρειαστεί  να
πληρώσετε  τα  σπασμένα,  πρίγκηψ. Άκουσα  που  ζητούσε  πληροφορίες  για  σας και  σίγουρα αύριο 

κιόλας θα ‘ρθει να σας επισκεφτεί κάποιος φίλος του, δεν αποκλείεται μάλιστα να σας περιμένει και
τώρα  στη  βίλα  σας.  Αν  μου  κάνετε  την  τιμή  να  με  πάρετε  μάρτυρά  σας,  είμαι  έτοιμος  και  στο
κάτεργο ακόμα να πάω∙ γι αυτό και σας γύρευα, πρίγκηψ.
—  Έτσι  λοιπόν.  Και  σεις  για  μονομαχίες  μου  μιλάτε!—έβαλε  ξάφνου  τα  γέλια  ο  πρίγκιπας
αφήνοντας  τον  Κέλερ  με  το  στόμα  ανοιχτό.  Γελούσε  μανιασμένα.  Ο  Κέλερ  που  βρισκόταν
πραγματικά  σε  τρομερή  ανυπομονησία  και  καθόταν  σ’  αναμμένα  κάρβουνα ίσαμε  τη  στιγμή  που
πρότεινε στον πρίγκιπα να τον πάρει μάρτυρά του, είχε σχεδόν προσβληθεί βλέποντας τον πρίγκιπα
να γελάει με τόσο κέφι.
—  Μην  ξεχνάτε,  πρίγκηψ,  πως  τον  αρπάξατε  απ’  τα  χέρια.  Ένας  άνθρωπος  με  αξιοπρέπεια  είναι
δύσκολο να τ’ ανεχτεί, όταν μάλιστα αυτό έγινε μπροστά σε τόσο κόσμο.
—  Κι  αυτός  μου  ‘δωσε  μια  σπρωξιά  στο  στήθος!—φώναξε  γελώντας  ο  πρίγκιπας.—Δεν  υπάρχει
λόγος  να  χτυπηθούμε!  Θα  του  ζητήσω  συγνώμη,  και  το  ζήτημα  θα  λήξει.  Μα  αν  θέλει  να
χτυπηθούμε, ας χτυπηθούμε! Ας πυροβολήσει, το θέλω μάλιστα. Χα‐χα! Τώρα ξέρω να γεμίζω ένα
πιστόλι. Το  ξέρετε πως μόλις πριν από λίγο με έμαθαν πώς γεμίζουν  τα πιστόλια; Εσείς  ξέρετε να
γεμίσετε ένα πιστόλι, Κέλερ; Πρέπει πρώτα ν’ αγοράσετε μπαρούτι, μπαρούτι για πιστόλια, που να
μην  είναι  ούτε  υγρό  ούτε  τόσο  χοντρό  σαν  εκείνο  που  βάζουν  στα  κανόνια  κι  ύστερα  να  βάλετε
πρώτα το μπαρούτι, να πάρετε λίγο κετσέ από καμιά πόρτα κι ύστερα να χώσετε μέσα τη σφαίρα κι
όχι  τη  σφαίρα  πριν  απ’  το  μπαρούτι  γιατί  δε  θα  πυροβολήσει.  Τ’  ακούτε,  Κέλερ;  αλλιώς  δε  θα
πυροβολήσει. Χα‐χα! Αξιοθαύμαστη λογική, δε βρίσκετε φίλε μου Κέλερ; Αχ, Κέλερ, ξέρετε, έτσι μου
‘ρχεται  να  σας  αγκαλιάσω  και  να  σας  φιλήσω.  Χα‐χα‐χα!  Πώς  έγινε  και  βρεθήκατε  έτσι  έξαφνα
μπροστά  του  τ’  απόγευμα;  Ελάτε  καμιά  μέρα  σπίτι  μου,  όσο  πιο  γρήγορα  μπορείτε,  να  πιούμε
σαμπάνια. Θα  μεθύσουμε  όλοι!  Το  ξέρετε  πως  έχω  δώδεκα  μποτίλιες  σαμπάνια  στο  υπόγειο  του
Λέμπεντεβ; Ο Λέμπεντεβ μου τις πούλησε προχτές «σε τιμή ευκαιρίας» την άλλη κιόλας μέρα σαν
μετακόμισα  σπίτι  του,  όλες  τις  αγόρασα!  Θα  μαζέψω  όλη  την  παρέα!  Και,  δε  μου  λέτε,  θα
κοιμηθείτε απόψε τη νύχτα;
— Όπως και κάθε νύχτα, πρίγκηψ.
— Όνειρα γλυκά λοιπόν! Χα‐χα!
Ο πρίγκιπας πέρασε το δρόμο κι εξαφανίστηκε μέσα στο πάρκο αφήνοντας τον Κέλερ σκεφτικό κι
αμήχανο: (για να ‘μαστε ακριβέστεροι τα ‘χε λίγο χαμένα). Δεν είχε ξαναδεί τον πρίγκιπα σε τέτοια
παράξενη διάθεση, ούτε και το φανταζόταν ποτέ του πως θα τον έβλεπε έτσι.
«Μπορεί να ‘χει πυρετό γιατί είναι άνθρωπος νευρικός κι όλ’ αυτά που έγιναν τον έχουν επηρεάσει,
δε  θα  δειλιάσει  όμως,  αυτό  είναι  σίγουρο.  Κάτι  τέτοιοι  είναι  που  δε  δειλιάζουν,  μα  το  Θεό!
σκέφτηκε  ο  Κέλερ.  Χμ!  Σαμπάνια!  Ενδιαφέρουσα  πληροφορία  ωστόσο.  Δώδεκα  μπουκάλες,  μια
ντουζίνα∙ δεν είναι και λίγες. Αξιοσέβαστη παρακαταθήκη. Κόβω το κεφάλι μου πως ο Λέμπεντεβ τις
πήρε ενέχυρο αυτές τις σαμπάνιες. Χμ… είναι ωστόσο αρκετά συμπαθητικός αυτός ο πρίγκιπας∙ μα
την  αλήθεια,  τους  αγαπώ  κάτι  τέτοιους∙  ωστόσο,  δεν  υπάρχει  λόγος  να  χάνω  καιρό  και…  η  ώρα
αυτή είναι η καλύτερη ώρα για σαμπάνια».
Το ότι ο πρίγκιπας έκανε σα να ‘χε πυρετό, αυτό φυσικά ήταν σωστό.
Ώρα πολλή περιπλανιόταν στο σκοτεινό πάρκο και τέλος, βρήκε τον εαυτό του να περπατάει σε μιαν
αλέα. Στη συνείδησή του έμενε η θύμηση πως είχε ξαναπεράσει απ’ αυτή την αλέα, αρχίζοντας απ’
το  παγκάκι  ως  ένα  γέρικο  δέντρο,  ψηλό  και  ευδιάκριτο,  εκατό  βήματα  όλα‐όλα  πιο  πέρα  κι  είχε
κάνει αυτή τη βόλτα πάνω κάτω κάπου τριάντα με σαράντα φορές. Και το ‘θελε ακόμα, με κανέναν 

τρόπο δε θα μπορούσε να θυμηθεί τι σκεφτόταν όλην αυτή τη μια τουλάχιστο ώρα που βρισκόταν
στο πάρκο. Ωστόσο, έπιασε τον εαυτό του να σκέφτεται κάτι που τον έκανε ξάφνου να σκάσει στα
γέλια∙ μόλο που δεν υπήρχε κανένας λόγος για γέλια, είχε  συνεχώς  την επιθυμία να γελάσει. Του
πέρασε η σκέψη πως ο Κέλερ μπορεί να μην ήταν ο μόνος που έβλεπε πιθανή μια μονομαχία και
κατά  συνέπεια  η ιστορία  για  το  πώς  γεμίζουν  τα  πιστόλια  μπορεί  να  μην  ήταν  καθόλου  τυχαία…
«Μπα—σταμάτησε  ξαφνικά  λες  και  τον  χτύπησε  μια  άλλη  σκέψη  —κατέβηκε  στη  βεράντα  όταν
καθόμουν στη γωνιά κι απόρησε τρομερά βρίσκοντάς με εκεί και… πώς γέλαγε… άρχισε να μου λέει
αν θέλω τσάι∙ κι όμως εκείνη την ίδια στιγμή είχε τούτο το χαρτάκι στο χέρι της που θα πει πως το
‘ξερε…  το ‘ξερε πως είμαι  στη  βεράντα—γιατί απόρησε λοιπόν;  Χα‐χα‐χα!» Έβγαλε  το γραμματάκι
απ’ την τσέπη και το φίλησε, αμέσως όμως σταμάτησε κι απόμεινε σκεφτικός.
«Τι παράξενο που είναι! Τι παράξενο!» πρόφερε σε λίγο με κάποια θλίψη μάλιστα: τις στιγμές που
ένιωθε  μια  δυνατή  χαρά,  τον έπιανε  μια  παράξενη  θλίψη,  χωρίς  να  ξέρει  κι  ο ίδιος  γιατί.  Κοίταξε
προσεκτικά  γύρω  του  κι  απόρησε  που  ‘χε  φτάσει  ως  εδώ.  Ήταν  πολύ  κουρασμένος,  έφτασε  στο
παγκάκι κι έκατσε. Απόλυτη ησυχία τριγύρω. Η μουσική είχε πάψει να παίζει στο σταθμό. Στο πάρκο
ίσως να μην ήταν πια κανένας∙ βέβαια, θα ‘ταν εντεκάμιση περασμένες. Η νύχτα ήταν ήσυχη, ζεστή,
φωτεινή—μια  πετρουπολίτικη  νύχτα  στις  αρχές Ιουνίου,  όμως  μέσα  στο  πυκνό  και  σκιερό  πάρκο,
στην αλέα όπου βρισκόταν, ήταν σχεδόν θεοσκότεινα.
Αν του ‘λεγε κανείς εκείνη τη στιγμή πως είχε ερωτευθεί, πως ήταν ερωτευμένος με μια παράφορη
αγάπη, θα τ’ αρνιόταν κατάπληκτος, ίσως μάλιστα κι αγανακτισμένος. Κι αν βρισκόταν κανένας να
του  πει  πως  το  γραμματάκι  της  Αγλαΐας  είναι  γραμματάκι  ερωτικό,  πως  του  ορίζει  ένα  ερωτικό
ραντεβού,  τότε  θα  έλιωνε  από  ντροπή  για  λογαριασμό  εκείνου  που  θα  του  το ‘λεγε—δεν
αποκλείεται  μάλιστα να  τον καλούσε και  σε μονομαχία. Όλ’ αυτά ήταν απόλυτα ειλικρινή και  δεν
επέτρεψε  στον εαυτό  του να κάνει ούτε  την παραμικρή «διπλή» σκέψη για  τη δυνατότητα να  τον
αγαπάει αυτή η κοπέλα—ούτε καν για τη δυνατότητα να την αγαπάει αυτός. Μια τέτοια σκέψη θα
τον  έκανε  να  ντραπεί! Θα  το  θεωρούσε  τερατώδες  να  τον  έχει  αγαπήσει—«έναν  άνθρωπο  σαν  κι
αυτόν». Έλεγε με το νου του πως δεν ήταν παρά μια παιδιάστικη αταξία από μέρος της—αν έπρεπε
σώνει και καλά κάτι να υπάρχει σ’ όλ’ αυτά∙ ήταν όμως κάπως υπερβολικά αδιάφορος γι αυτή την
ιδέα  και  δεν  της  έβρισκε  τίποτα  το  εξαιρετικό.  Τον  απασχολούσε  και  τον  ταλαιπωρούσε  κάτι
ολότελα διαφορετικό. Είχε πιστέψει απόλυτα τα λόγια που του ξέφυγαν πριν λίγο του στρατηγού,
πως δηλαδή η Αγλαΐα σπάει κέφι μ’ όλους και γελάει μαζί τους, ιδιαίτερα μάλιστα μ’ αυτόν—με τον
πρίγκιπα. Ούτε  που  θίχτηκε  καθόλου  απ’ αυτό.  Κατά  τη  γνώμη  του, έτσι έπρεπε  να ‘ταν. Το  μόνο
που  ‘χε  σημασία  για  τον  πρίγκιπα,  ήταν  πως  αύριο  θα  την  ξανάβλεπε.  Αύριο  νωρίς  το  πρωί  θα
κάθεται  κοντά  της  στο  πράσινο  παγκάκι,  θ’  ακούει  πώς  γεμίζουν  τα  πιστόλια  και  θα  την  κοιτάζει.
Αυτό του ήταν υπεραρκετό. Κάνα δυο φορές του πέρασε η σκέψη κι αναρωτήθηκε σαν τι να ‘θελε
άραγε να του πει και ποια να ‘ταν αυτή η σημαντική υπόθεση που τον αφορούσε άμεσα. Εξάλλου,
δεν αμφέβαλλε καθόλου πως υπάρχει πραγματικά αυτή η «σημαντική υπόθεση» που έγινε αιτία να
τον  καλέσει  η  Αγλαΐα∙  απ’  την  άλλη  όμως  μεριά  δεν  τη  σκεφτόταν  σχεδόν  καθόλου  αυτή  τη
σημαντική υπόθεση, ούτε ένιωθε καμιά διάθεση να τη σκεφτεί.
Ένα  τρίξιμο από  σιγανά  βήματα  στην άμμο  τον έκανε να  σηκώσει  το κεφάλι  του. Ένας άνθρωπος,
που  το  πρόσωπό  του  ήταν  δύσκολο  να  το  διακρίνει  μέσα  στο  σκοτάδι,  πλησίασε  στο  παγκάκι  κι
έκατσε δίπλα του. Ο πρίγκιπας γύρισε προς το μέρος του αμέσως, (σχεδόν τον άγγιξε) και διέκρινε
το χλομό πρόσωπο του Ραγκόζιν.
—  Καλά  το  ‘λεγα  πως κάπου εδώ  τριγυρνάς,  δεν  παιδεύτηκα  και  πολύ  να  σε  βρω,—μουρμούρισε
μες απ’ τα δόντια του ο Ραγκόζιν.
Ήταν  η  πρώτη  φορά  που  βλέπονταν  μετά  τη  συνάντησή  τους  στο  διάδρομο  του  ξενοδοχείου.  Ο
πρίγκιπας  είχε  μείνει  τόσο  κατάπληκτος  απ’  την  αναπάντεχη  εμφάνιση  του  Ραγκόζιν,  που  για 

κάμποση  ώρα  δεν  τα  κατάφερνε  να  συγκεντρώσει  τις  σκέψεις  του  και  μια  βασανιστική  αίσθηση
ξαναζωντάνεψε  στην  καρδιά  του.  Ο  Ραγκόζιν  φαινόταν  να  καταλαβαίνει  την  εντύπωση  που  ‘χε
προκαλέσει∙ όμως, παρ’ όλο που στην αρχή έχανε κάπως τα λόγια του και θα ‘λεγες πως μίλαγε μ’
ένα  ύφος  επίπλαστης  ανεμελιάς,  ωστόσο  ο  πρίγκιπας  παρατήρησε  σε  λίγο  πως  δεν  είχε  τίποτα
επίπλαστο∙  φαινόταν  μάλιστα  να  μην  είναι  ιδιαίτερα  σαστισμένος∙  αν  υπήρχε  κάποια  αδεξιότητα
στις χειρονομίες και στα λόγια του αυτό ήταν μονάχα επιφανειακό∙ μες στην ψυχή του, ο άνθρωπος
αυτός δεν μπορούσε ν’ αλλάξει.
— Πώς με… βρήκες εδώ πέρα;—ρώτησε ο πρίγκιπας για να πει κάτι.
— Μου το ‘πε ο Κέλερ (πέρασα απ’ τη βίλα σου). «Πήγε στο πάρκο» μου λέει. Ε, σκέφτηκα, καλά το
‘λεγα εγώ.
— Τι έλεγες δηλαδή;—έκανε ταραγμένος ο πρίγκιπας.
Ο Ραγκόζιν χαμογέλασε ειρωνικά, δεν έδωσε όμως καμιάν εξήγηση.
— Πήρα το γράμμα σου, Λέων Νικολάιτς, ποιος ο λόγος που μου το ‘στειλες… όρεξη που την έχεις,
μα  την  αλήθεια!…  Τώρα  μ’  έστειλε  εκείνη∙  μου  λέει  να  σε  καλέσω  το  δίχως  άλλο∙  είναι,  λέει,
απόλυτη ανάγκη κάτι να σου πει. Σήμερα μου ‘πε να πας.
— Θα ‘ρθω αύριο. Τώρα πάω σπίτι μου. Θα ‘ρθεις… μαζί μου;
— Ποιος ο λόγος; Σ’ τα είπα όλα∙ γεια σου.
— Δε θα περάσεις λοιπόν;—ρώτησε σιγά ο πρίγκιπας.
— Μα το ναι, είσαι πολύ παράξενος άνθρωπος, Λέων Νικολάιτς. Με κάνεις ν’ απορώ.
Ο Ραγκόζιν χαμογέλασε φαρμακερά.
—  Γιατί;  Γιατί  μου  ‘χεις  τόση  κακία;—είπε  με  λύπη  και  έξαψη  ο  πρίγκιπας.—Αφού  τώρα  πια  το
ξέρεις πως όλ’ αυτά που νόμιζες δεν είναι αλήθεια. Κι όμως το περίμενα πως δε θα σου ‘χει περάσει
ακόμα το μίσος και ξέρεις γιατί; Επειδή θέλησες να με σκοτώσεις, γι’ αυτό δεν περνάει η κακία σου.
Σ’  το  ξαναλέω  πως  εγώ  θυμάμαι  μονάχα  κείνον  τον  Παρφιόν  Ραγκόζιν  που  άλλαξα  μαζί  του
σταυρούς κι έγινα αδερφός του, σ’ το έγραψα και στο χθεσινό μου γράμμα∙ να τον  ξεχάσεις όλον
αυτόν  τον  εφιάλτη  και  να  μη  μου  ξαναμιλήσεις  για  όλα  αυτά.  Γιατί  ξεμακραίνεις  από  κοντά  μου;
Γιατί  κρύβεις  το  χέρι  σου;  Σ’  το  ξαναλέω,  όλα  όσα  έγιναν  τότε  τα  θεωρώ  παραλήρημα  και  τίποτ’
άλλο. Τώρα πια σε ξέρω απ’ έξω κι ανακατωτά πώς ήσουν εκείνη τη μέρα—σε ξέρω όσο ξέρω και
τον εαυτό μου. Αυτό που ‘χες φανταστεί δεν υπήρχε και δεν μπορούσε να υπάρχει. Γιατί λοιπόν να
υπάρχει το μίσος μας;
—  Τι  μίσος  μπορείς  να  ‘χεις  εσύ!—ξαναγέλασε  ο  Ραγκόζιν  απαντώντας  στ’  αναπάντεχα  και
συγκινημένα λόγια του πρίγκιπα. Πραγματικά είχε σηκωθεί, είχε πισωπατήσει κάνα‐δυο βήματα κι
έκρυβε τα χέρια του.
—  Τώρα  πια  δε  βλέπω  το  λόγο  να  ξανάρθω  σπίτι  σου,  Λέων  Νικολάιτς,—πρόφερε  αργά  κι
αποφθεγματικά.
— Τόσο πολύ με σιχαίνεσαι λοιπόν;

—  Δε  σ’  αγαπάω,  Λέων  Νικολάιτς,  γιατί  λοιπόν  να  ‘ρθω  σπίτι  σου;  Εχ,  πρίγκιπα,  κάνεις  σα  μικρό
παιδί,  μα  την  αλήθεια.  Ένα  παιδί  που  θέλει  να  του  δώσουν  ένα  παιχνίδι  και  το  ζητάει  και  δεν
καταλαβαίνει τίποτα το σοβαρό. Μου τα ‘γραψες και στο γράμμα σου όλ’ αυτά που λες, μα μήπως
τάχα εγώ δε σε πιστεύω; Πιστεύω στην κάθε σου λέξη και ξέρω πως δε με γέλασες ποτέ και τώρα δε
θα με γελάσεις. Παρ’ όλα αυτά, εγώ δε σ’ αγαπάω. Μου γράφεις πως τα ξέχασες όλα και θυμάσαι
μονάχα τον αδερφοποιτό σου το Ραγκόζιν που άλλαξες μαζί του σταυρούς κι όχι εκείνο το Ραγκόζιν
που σήκωσε το μαχαίρι να σε χτυπήσει. Και πού ξέρεις τι αισθάνομαι εγώ; (Ο Ραγκόζιν χασκογέλασε
και πάλι ειρωνικά). Μα εγώ μπορεί να μη μετάνιωσα καθόλου γι αυτό που έκανα και συ βιάστηκες
κιόλας  να  μου  στείλεις  την  αδερφική  σου  συγνώμη.  Μπορεί  εγώ,  το  ίδιο  εκείνο  βράδυ  να
σκεφτόμουν κιόλας εντελώς άλλα πράγματα∙ όσο γι αυτό…
— Μα το ξέχασες ολότελα!—είπε ο πρίγκιπας.—Αυτό έλειπε, να το θυμόσουν! Κόβω το κεφάλι μου
πως  πήρες  αμέσως  το  τρένο  κι  ήρθες  εδώ  πέρα  στο  Παυλόβσκ,  στη  μουσική,  και  την
παρακολουθούσες μες στο πλήθος και κοίταζες όλη την ώρα γύρω σου όπως και σήμερα. Λες και
δεν  το  ξέρω! Μα  αν  δεν  ήσουν  τότε  στην  κατάσταση  που  ήσουν,  αν  δεν  είχες  εκείνη  την  έμμονη
ιδέα,  μπορεί και  να  μη  σήκωνες  το  μαχαίρι  να  με  χτυπήσεις…  Απ’  το  πρωί  ακόμα  το  ‘χα
προαισθανθεί  κοιτάζοντάς  σε∙  ξέρεις  σε  τι  κατάσταση  βρισκόσουν τότε;  Την  ώρα  που  αλλάξαμε
σταυρούς, ίσως  εκείνη  ακριβώς  τη  στιγμή  να  μου  πέρασε  αυτή  η  σκέψη.  Γιατί  με  πήγες  τότε  στη
γριούλα;  Σκέφτηκες  πως  έτσι  θα  συγκρατούσες  το  χέρι  σου;  Μπα  δεν  μπορεί  να  το  σκέφτηκες,
απλώς το αισθάνθηκες όπως και γω… το νιώσαμε τότε την ίδια στιγμή. Αν δεν σήκωνες τότε το χέρι
σου  να  με  χτυπήσεις  (ο  Θεός  το  παραμέρισε  τότε),  αν  δεν  το  σήκωνες  τι  θα  ήμουν  τώρα  εγώ
απέναντί  σου;  Αφού  έτσι  κι  αλλιώς  σε  υποπτευόμουν  πως  θα  το  κάνεις,  η  αμαρτία  είναι  και  των
δυονών μας! (μα μη στραβομουτσουνιάζεις! Τι γελάς;) «Δε μετάνιωσα!» Μα και να το ‘θελες, ίσως
να μην μπορούσες να μετανιώσεις αφού δε μ’ αγαπάς. Και αθώος σαν άγγελος να ήμουν απέναντί
σου, πάλι δε θα με χώνευες—ούτε θα με χωνέψεις ποτέ όσο θα νομίζεις πως αγαπάει εμένα κι όχι
εσένα.  Έχω  δίκιο  λοιπόν  να  λέω  πως  όλ’  αυτά  είναι  ζήλια.  Άκου  όμως  τι  σκέφτηκα  αυτή  την
εβδομάδα, Παρφιόν. Το ξέρεις τάχα πως μπορεί να σ’ αγαπάει περισσότερο απ’ όλους και μάλιστα,
όσο  περισσότερο  σε  βασανίζει,  τόσο  περισσότερο  να  σ’  αγαπάει;  Αυτό  δε  θα  σ’  το  πει  ποτέ,  μα
πρέπει να ξέρεις να το δεις. Γιατί πάει να σε παντρευτεί στο τέλος‐τέλος παρ’ όλα αυτά; Κάποτε θα
σ’ το πει, να το δεις. Είναι μάλιστα μερικές γυναίκες που το θέλουν να τις αγαπούν έτσι, κι αυτηνής
τέτοιος είναι ο χαρακτήρας της! Κι ο δικός σου χαρακτήρας κι η αγάπη σου, δεν μπορεί παρά να της
κάνουν  εντύπωση!  Το  ξέρεις  τάχα  πως  μια  γυναίκα  είναι  ικανή  να  σε  καταβασανίσει  με  τη
σκληρότητα και την ειρωνεία της και να μη νιώσει ποτέ της τύψεις γιατί κάθε φορά θα σκέφτεται
κοιτάζοντάς  σε: «Τώρα  θα  τον  βασανίσω  θανατερά,  αργότερα  όμως  θα  τον  αποζημιώσω  με  την
αγάπη μου»…
Ο Ραγκόζιν έβαλε τα γέλια.
— Δε μου λες, πρίγκηψ, μπας κι έμπλεξες και συ με καμιά τέτοια; Κάτι έχω ακουστά, αλήθεια είναι;
— Τι; Τι άκουσες;—ανατρίχιασε ξάφνου ο πρίγκιπας και σταμάτησε τρομερά σαστισμένος.
Ο  Ραγκόζιν  εξακολουθούσε  να  γελάει.  Άκουσε  με  περιέργεια  και  ίσως‐ίσως  μ’  ευχαρίστηση  αυτά
που  του  είπε  ο  πρίγκιπας∙  η  χαρούμενη  έξαψη  του  πρίγκιπα  του  ‘κανε  εντύπωση  και  του  ‘δωσε
κουράγιο.
—  Όχι  πως  άκουσα,  μα  το  βλέπω  τώρα  με  τα  μάτια  μου  πως  ειναι  αλήθεια.  Όχι  πες  μου,  πότε
μίλησες  όπως μίλησες  τώρα; Αυτές  οι κουβέντες  δε μοιάζουν καθόλου για  δικές  σου. Αν  δεν είχα
ακούσει  αυτά  που  άκουσα  για  σένα,  δε  θα  ‘ρχόμουν  εδώ  πέρα∙  και  μάλιστα  στο  πάρκο,  τα
μεσάνυχτα.

— Δε σε καταλαβαίνω, Παρφιόν Σεμιόνιτς.
— Είναι καιρός που μου τα λέει, τώρα όμως το ‘δα και με τα μάτια μου, σε είδα που καθόσουν μαζί
της εκεί στην ορχήστρα. Μου ορκιζόταν, χτες και σήμερα, μου ορκιζόταν πως είσαι ερωτευμένος με
την Αγλαΐα Επάντσινα σα γάτος. Εμένα, πρίγκηψ, το ίδιο μου κάνει κι ούτε είναι δική μου δουλειά:
αν  έπαψες  να  την  αγαπάς,  αυτή  δεν  έπαψε  ακόμη  να  σ’  αγαπάει.  Το  ξέρεις  βέβαια  πως  θέλει  το
δίχως άλλο να σε παντρέψει με κείνην, έδωσε το λόγο της πως θα το κάνει, χε‐χε! Μου λέει: «δίχως
αυτό δε σε παντρεύομαι, σαν θα πάνε εκείνοι στην εκκλησία, θα πάμε κι εμείς». Δεν μπόρεσα να
καταλάβω τι νόημα έχουν όλ’ αυτά: ή σ’ αγαπάει αφάνταστα ή… αν σ’ αγαπάει πώς λοιπόν θέλει να
σε παντρέψει με άλλην; Λέει: «θέλω να τον δω ευτυχισμένο», που σημαίνει πως σ’ αγαπάει.
— Σ’ το είπα και σ’ το έγραψα πως… δεν είναι στα καλά της,—είπε ο πρίγκιπας ακούγοντας με βαθύ
πόνο το Ραγκόζιν.
— Ένας Θεός το ξέρει! Μπορεί και να ‘πεσες έξω… κι εξάλλου, μου όρισε σήμερα την ημέρα, μόλις
γυρίσαμε  σπίτι  απ’  τη  μουσική:  σε  τρεις  εβδομάδες,  μπορεί  και  νωρίτερα,  θα  παντρευτούμε  στα
σίγουρα, λέει∙ έκανε όρκο, πήρε την εικόνα και τη φίλησε. Που σημαίνει πως από σένα εξαρτάται,
πρίγκηψ, χε‐χε!
— Όλ’ αυτά είναι παραμιλητό! Αυτό που είπες για μένα, δεν μπορεί να γίνει ποτέ, ποτέ! Αύριο θα
έρθω να σας δω…
— Από πού κι ως πού είναι τρελή;—παρατήρησε ο Ραγκόζιν.—Πώς γίνεται να είναι λογική για όλους
τους άλλους και μονάχα για σένα να ‘ναι τρελή; Πώς γίνεται και γράφει γράμματα κει πέρα; Αν ήταν
τρελή θα το καταλάβαιναν και κει απ’ τα γράμματά της.
— Ποια γράμματα;—ρώτησε ο πρίγκιπας τρομαγμένος.
— Εκεί τα γράφει, στην ά λ λ η , και κείνη τα διαβάζει. Έχει γούστο να μην το ξέρεις! Ε, θα το μάθεις,
είμαι σίγουρος πως θα σου τα δείξει.
— Αυτό είναι απίστευτο!—φώναξε ο πρίγκιπας.
—  Εχ!  Καταπώς  βλέπω,  Λέων  Νικολάιτς,  είσαι  στην  αρχή  ακόμα.  Πομόνεψε  λιγάκι:  Θα  ‘χεις  την
ιδιωτική  σου  αστυνομία,  θα  παραφυλάς  μοναχός  σου  νύχτα‐μέρα  και  θα  μαθαίνεις  το  κάθε  της
βήμα, φτάνει να…
—  Πάψε  και  μη  μου  ξαναμιλήσεις  για  όλ’  αυτά!—φώναξε  ο  πρίγκιπας.—Άκου,  Παρφιόν,  πριν
έρθεις,  έκοβα  βόλτες  εδώ  πέρα  και  ξαφνικά  έβαλα  τα  γέλια—γιατί;  δεν  ξέρω—η  μόνη  αιτία  ήταν
που  θυμήθηκα  πως  αύριο  έχω  τα  γενέθλιά  μου,  λες  και  συνέπεσε  επίτηδες.  Τώρα  κοντεύουν
δώδεκα.  Πάμε  να  προϋπαντήσουμε  τη  μέρα!  Έχω  κρασί,  πάμε  να  πιούμε.  Έλα  να  μου  ευχηθείς
εκείνο που δεν ξέρω ούτε ο ίδιος να ευχηθώ—θέλω εσύ να μου το ευχηθείς κι όχι άλλος—και γω θα
σου ευχηθώ κάθε ευτυχία. Αλλιώς δώσ’ μου πίσω το σταυρό! Τον έχεις επάνω σου, έτσι δεν είναι;
Δε μου τον επέστρεψες μετά από κείνο! Τον φοράς;
— Τον φοράω,—πρόφερε ο Ραγκόζιν.
—  Ε,  πάμε  λοιπόν.  Δε  θέλω  να  προϋπαντήσω  την  καινούργια  μου  ζωή  δίχως  εσένα—γιατί  η καινούργια μου ζωή άρχισε σήμερα, ψέματα;
— Τώρα το βλέπω και μόνος μου και το ξέρω πως άρχισε. Θα της το πω και κείνης. Έχεις γίνει άλλος
άνθρωπος, Λέων Νικολάιτς!

Αφήστε ένα σχόλιο