You are currently viewing Kριτική προσέγγιση για την ποιητική συλλογή του Πάνου Θασίτη «Δίχως Κιβωτό»

Kριτική προσέγγιση για την ποιητική συλλογή του Πάνου Θασίτη «Δίχως Κιβωτό»

Εισαγωγή- Έργοβιογραφικα στοιχεία:

Ο Πάνος Κ. Θασιτης γεννήθηκε στον Μόλυβο της Λέσβου το 1923 από γονείς πρόσφυγες από τα Μοσχονήσια και το Αϊβαλί. Το 1929 η οικογένειά του εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Θεσσαλονίκη. Εκεί ο Θασίτης τελείωσε τη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και αργότερα εργάστηκε ως δικηγόρος. Το 1959 παντρεύτηκε την Παρασκευή Γιαννουλοπούλου με την οποία απέκτησε δύο κόρες.

Φοιτητής, στα χρόνια της γερμανικής κατοχής συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση. Οργανώθηκε στην ΕΠΟΝ και συνεισέφερε σε αντιστασιακά έντυπα της εποχής. Αργότερα λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων στάλθηκε στην εξορία στον Άη Στράτη και στη Μακρόνησο την περίοδο 1947-1950. Στη διάρκεια της Χούντας γνώρισε νέες διώξεις όταν απολύθηκε από τη θέση του στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1944. Η πρώτη ποιητική του συλλογή εκδόθηκε το 1951, είχε τίτλο «Δίχως κιβωτό» και βραβεύτηκε από το Δήμο Θεσσαλονίκης. Άλλα ποιητικά έργα του είναι οι συλλογές «Πράγματα», «Πράγματα 2-Αριθμοί», «Εκατόνησος», «Ελεεινόν Θέατρον» και «Σχιστολιθικά». Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε διάφορες γλώσσες. Ακόμα συνέγραψε δοκίμια για την ποίηση.

Δημοσίευσε μελέτες και κριτικές γύρω από τη λογοτεχνία στα έντυπα «Καινούρια Εποχή», «Νέα Εστία», «Ο Πολίτης», «Αντί», «Ελεύθερα Γράμματα», «Η συνέχεια», «Ο παρατηρητής», «Καθημερινή», «Κριτική» και «Νέα Πορεία».[3][4] Ήταν φίλος και συνεργάτης του Μανόλη Αναγνωστάκη.

Υπήρξε μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και του συλλόγου «Τέχνη» της Θεσσαλονίκης και μέλος του Δ.Σ. του ΚΘΒΕ, του οποίου διετέλεσε πρόεδρος την περίοδο 1983-1986. Ακόμα συμμετείχε σε καλλιτεχνικές επιτροπές και σε διεθνή φεστιβάλ ποίησης. Πέθανε στη Θεσσαλονίκη στις 21 Αυγούστου 2008, σε ηλικία 85 ετών.

Στο πλαίσιο της εκπόνησης μονογραφίας για το σύνολο του έργου του, που αποτέλεσε επιστημονική μελέτη( διπλωματική εργασία για το ΔΠΜΣ δημιουργική γραφή και λογοτεχνική συγγραφή του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας) και βρίσκεται υπό έκδοση (Εκδ. Υψικάμινος) προσεγγίζουμε την πρώτη ποιητική συλλογή του Πάνου Θασίτη με τίτλο Δίχως Κιβωτό.

Η πόλη ως μνήμη βίωμα κι «εξορία»

Σύμφωνα με την κριτική στη συλλογή Δίχως Κιβωτό (1951), του Πάνου Θασίτη υπάρχει το πνεύμα της ερημίας μιας ζωής, που πρόδωσε τις ακέραιες ελπίδες και συνυφαίνεται μέσω των ερειπωμένων τοπίων μιας εχθρικής πολιτείας κι ενός σαρκασμού που δεν αναιρείται (Αργυρίου, 1952) . Στη συνέχεια θα διερευνήσουμε την τοπογραφία της πόλης, και του τοπίου ως προσδιορισμό της βιωμένης μνήμης, αλλά και ως εσωτερική καταβύθιση στην μνήμη, Μολαταύτα ο ποιητής δεν μετακινείται από το αρχικό ουμανιστικό όραμα που τον διέπει. Τα όνειρα του εμφανίζονται ναυαγισμένα από την μνήμη που τον τυραννάει. Η ποίηση του πάλλεται από έναν γνήσιο συναισθηματισμό, λογίζεται ως μια ποίηση ατμόσφαιρας, η οποία ταυτόχρονα διατηρεί μια προσωπική σφραγίδα βιωματισμού. Χαρακτηρίζεται από μια βαθύτατη γνωριμία με τη σημασία που έχει όχι μόνο η λέξη καθαυτή, αλλά το γεφύρωμα των λέξεων, οι αποχρώσεις που παίρνουν στην διαδοχή τους. Το νόημα και το αίμα τους ( Αργυρίου, 1952). Για να επανέλθουμε στο ζήτημα του τόπου, όπως θα δούμε μέσω των στιχουργικών παραθεμάτων, λειτουργεί σαν «καλός αγωγός» στην ηλεκτρισμένη μνήμη του Πάνου Θασίτη. Αφορά τον ερμητισμό του εαυτού, την παρελθούσα τραυματική μνήμη, την ανάπλαση του φυσικού στοιχείου και του έρωτα. Περικλείει τις συνθλιμμένες ιδέες μιας ύπαρξης κάποτε ζωντανής και παλλόμενης. Με την ταυτοτική ηθική ακεραιότητα των ιδεών, την τραγικότητα αλλά και την υπερηφάνεια της θυσίας, στοιχεία που περιέβαλλαν εν πολλοίς και τον Θασίτη.

Όπως άλλωστε συνοψίζεται επίσης από την κριτική, με τρόπο εύγλωττο για την ποίηση της περιόδου αυτής, ήδη μετά τον δεύτερο πόλεμο η ποίηση, μετά την περιπέτεια της εικοσιπενταετίας 1920-1945 ξαναβρήκε τον δρόμο της, που είναι κοινός με τον δρόμο του ανθρώπου. (Π.Σπανδωνίδης,1952). Συνεπώς μιλούμε για άμεση ποιητική συγγένεια σε επίπεδο μορφής και περιεχομένου της πρώτης αυτής ποιητικής συλλογής του Π. Θασίτη με την πρώτη μεταπολεμική γενιά. Δίχως να διακρίνεται το στοιχείο του λυρισμού, αλλά με την ιδιοπροσωπία προσωπείων και προσώπων, (Ξ. Α Κοκκόλης, 1984), με την αντιφατικότητα των φωνών των φίλων, και του κοινωνικού πόνου της ήττας, του ελληνικού δημοκρατικού λαϊκού κινήματος. Με σύνθλιψη και την συντριβή εντέλει του παλιού κόσμου και το πέρασμα σε έναν νέο μετεμφυλιακό κόσμο που ακόμη αναδυόταν. Σε μια πόλη από φθαρτή υλικότητα, όπου σοβούν αισθήματα ημιθανή, όπου όλα μοιάζουν να αποχαιρετούν απομακρυσμένα.

Το εξομολογητικό ύφος, ο παρελθοντικός τόνος, τα προσωπεία και τα πρόσωπα της μνήμης, ανακαλούνται με την συνδρομή και του φυσικού στοιχείου όπως ειπώθηκε προηγούμενα, ενώ με έντονα συνδηλωτική γλώσσα, ο Θασίτης μας συστήνεται σε αυτήν την πρώτη του ποιητική συλλογή. Αυτή η πρωτόλεια συλλογή απηχεί μια «ποίηση της ύπαρξης» ή μια «ποίηση του άγχους» όπως αποτυπώθηκε από έναν γνήσιο εκφραστή αυτής της γενιάς, τον Μανόλη Αναγνωστάκη (Mario Vitti, 2016: 485) διαπερνώντας όλη την πρώτη μεταπολεμική γενιά, η οποία χαρακτηρίζεται ως η ποιητική γενιά της «ήττας» από τον Βύρωνα Λεοντάρη. Συμβολίζει τα προσωπεία του («Σχέδιο αγαπημένης δίχως κορνίζα», «Εφηβικό», «Γυναίκα») μέσω του έρωτα, όπως φερειπείν στο ποίημα «Γυναίκα», ανατέμνει την ελεγειακή επίδραση του έρωτα (Έρχεσαι δυνατή ζεστή αγαπημένη/ Σαν την νοτιά μεσάνυχτα του Αύγουστου/ Από σάρκα κι από άνεμο γυναίκα). Στο ποίημα με τίτλο «Τώρα» ο Θασίτης προβάλλει το παρόν ως αντικαθρέφτισμα στον ερμητικά κλειστό εαυτό του.( Τώρα που κανένας δεν βιάζεται/ Δέξου με κάτω απ’ τα θολωτά τα χέρια σου/ Σαν το παλιό καμπαναριό που ανοίγεται/ Στο στέρνο στο πιο πιστό και στο μόνο περιστέρι του).

Αναφορικά με το ποίημα του υπό τον τίτλο «Πρέπει να ‘ρθει η Άνοιξη» εξυφαίνεται η παρουσία του φυσικού στοιχείου κι ένας ορατός και συνάμα δραματικός ερμητισμός (Γιατί δεν πρέπει τώρα να φωνάξω/ κι εσύ δεν πρέπει τίποτα να ψιθυρίσεις/ τίποτα δεν πρέπει ν’ ακουστεί για την ερημιά των ματιών σου). Σε αυτήν τη πρώτη ποιητική κατάθεση του ο Πάνος Θασίτης δεν ανακαλεί απλώς την δίχως κιβωτό -από τα τραύματα της γενιάς του- μνήμη του, κάνει δίαυλο την ίδια την μνήμη η οποία συμβολοποιείται ρηματικά, ρητά και κατηγορηματικά ή υπόρρητα μέσω των προσωπείων που χρησιμοποιεί ο ποιητής η μέσω αγαπημένων προσώπων τα οποία ανακαλούνται.

Μέσω του δραματικού καλέσματος για έρωτα, διαμέσου του φυσικού κάλλους, ή του γυναικείου προσώπου. Ακόμη κι ο θάνατος επικαλείται στο ποίημα με τίτλο «Χωρισμός» ώστε να υποδηλωθεί η ανάγκη για αναγέννηση του ποιητικού υποκειμένου μέσω της ελπίδας που αργοσβήνει. (Στα χέρια μου κρατώ την ελπίδα και την μνήμη σου). Ως προς το ποίημα «Ιn Memoriam» γίνεται πια πασίδηλη η ανάγκη του ποιητή να ξαναμιλήσει για τον δίαυλο που δημιουργεί το αίμα της γενιάς του το οποίο «Στερεύει, αναβρύζει στερεύει: το ξέρουμε» όπως χαρακτηριστικά σημειώνει.

Όπως επίσης σε ένα ακόμη πρωτοπρόσωπο ποίημα λειτουργεί ο ίδιος ως εκείνο το ποιητικό υποκείμενο που –μέσω της φύσης, μεταφυσικώ τω τρόπω, αντανακλά στην μνήμη του δίνοντας ζωή μέσω του νατουραλιστικού στοιχείου (Ελάφια που μοσκοβολούν φλαμούρι να διαβούν τ’ ορθάνοικτο κορμί μου)ώστε να μπορέσει να διαβεί απ’ το σκοτάδι της μνήμης και των τραυμάτων στο φως( Ανοίξτε τα διάφανα σπλάχνα του ήλιου/ Κόψτε την πιο λαμπρή του φλέβα/ θέλω ένα σπάνιο φυτίλι απόψε να ιδώ).Η έγκλιση υποτακτική ενώ το β’ πληθυντικό πρόσωπο υποδηλώνει προτροπή. Σε ένα ποίημα στο οποίο ο Θασίτης μας δείχνει την εκλεκτική του συγγένεια με τον ποιητικό λόγο του Ελύτη.
Αναφορικά με το ποίημα «Μέρες Θεσσαλονίκης» η πόλη λειτουργεί ως τόπος μνήμης και μαρτυρίου, ως τοπόσημο ανεκπλήρωτων ονείρων για ελευθερία και δικαιοσύνη που για την πρώτη μεταπολεμική γενιά παρέμειναν ματαιωμένες. Ο τόπος εδώ εμφανίζεται εγκιβωτισμένος, ενώ οι συνδηλώσεις αλλά και τα συμφραζόμενα τους είναι αρνητικά με έκδηλη την παρουσία της ήττας, του τραύματος, και της μοναξιάς. Ο Θασίτης σε ένα δεύτερο επίπεδο πιο περιγραφικό θα λέγαμε, μας συστήνει μια πόλη πέρα απ’ τα χαλάσματα του εμφυλίου και της κατοχικής περιόδου. Με μια γλώσσα σαρκαστική, ειρωνική (όλο πικρή σοφία/Χάρτινο χαμόγελο και προδοσία κι επιμονή), δηλωτική της γενιάς του την οποία αναγνωρίζουμε σαφώς και στην ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη (Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ. Χ, Ο Στόχος, 1970). Διαφαίνεται καθαρά μια προσπάθεια ενατένισης του παρελθόντος και μέσω άλλων συνδηλώσεων πέραν των ηττημένων προσδοκιών και των απολεσθέντων ονείρων (Πώς μπορούμε να κινήσουμε από’ δω/ Όπου μασούμε τον ήλιο με τα δόντια μας/ εδώ τα ξέρουμε και τα μισούμε όλα).

Ο τόπος της πόλης φορτίζεται έντονα λόγω του συγκείμενου απ’ το οποίο περιβάλλεται, εξαιτίας της μη εκπληρωμένης προσδοκίας και του ματαιωμένου πόθου για αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών. Στην συνέχεια ο Θασίτης περνά στην χρήση του προσωπείου το οποίο κάνει μια ακόμη φορά την εμφάνιση του στην παρούσα συλλογή στο ποίημα με τίτλο «Η εκδίκηση του προσώπου μου» όπου παρατηρείται μια ενσώματη διάσταση και μια ψυχική αναμέτρηση στην ποιητική γραφή του Θασίτη, καθώς το πρόσωπο του μεταβάλλεται σε ένα άγνωστο προσωπείο (Μάτια και χέρια αναπαυμένα πάνω σ’ αυτό το ήμερο λιβάδι/ Πάνω σ’ αυτό το πρόσωπο/ Αισθήματα κι απάτες που αμέριμνα το σημαδεύουν).

Η διακειμενικότητα όσον αφορά την χρήση του ιστορικού προσωπείου στην ποίηση του Καβάφη είναι εδώ εμφανής. Ειδικότερα ως προς τον στίχο (Κι από μέσα του πηδά/ Εβένινο/ Απελπισμένο/ Ανομολόγητον έρημο τ’ αληθινό μου πρόσωπο) ενώ η κατακλείδα μας εισάγει και σε μια παρόμοια τοποθέτηση του σκηνικού με αυτήν του Κ.Π. Καβάφη (Καθώς το φως σφυρίζει και καταστρέφεται πάνω του/ σ’ εκατομμύρια λυσσασμένα βεγγαλικά).

Εν συνεχεία ο ποιητής μας ξεναγεί τρόπον τινά σε ένα ποίημα όπου με βάση τα προλεγόμενα για την παρούσα συλλογή δεν μας εκπλήσσει. Το ποίημα «Ο άνεμος που ξέρατε » είναι ένα ευφυές ποίημα το οποίο χαρακτηρίζεται από την προσωποποίηση του ανέμου (Είναι ένας συντριμμένος κύριος/ Έχει χάσει το καπέλο του). Το στοιχείο του ερμητισμού είναι ξανά εμφανές στον τελευταίο στίχο («Συμμαζωμένος μες στο πικρό σακούλι της μοναξιάς μου»), ενώ το ποίημα διαπνέεται και πάλι από μια μετάπλαση του φυσικού στοιχείου το οποίο φέρνει ξανά αναγεννημένο το παρελθόν στο προσκήνιο της μνήμης του ποιητή.

Το μοτίβο της φυσικής μετάπλασης εξακολουθεί να υπάρχει και στο ποίημα «Χωρίς όνομα» όπου προσωποποιείται η φύση (Εδώ τραβιέται και μαυρίζει το πρόσωπο του Μάη) ενώ η αναφορά για την ύπαρξη λειψάνων, αίματος ακάθαρτου εδάφους(σ.σ λάσπη) υποδηλώνει μια ακόμη φορά την λειτουργία της μνήμης η οποία διατρέχει το παρόν έργο. Μια μνήμη που παρασύρει ανάδρομα την αφήγηση ώστε να ξυπνήσει το παρελθόν το οποίο πλανάται και στοιχειώνει όπως διακρίνεται ομοίως στις «Λευκές Νύχτες» («Οι φίλοι μου ευκίνητοι, σαλταδόροι, εβραίοι κι επαναστάτες/ Αφανίζονταν να κλαίν και ν’ αγαπούν μέσα σε μια πόλη/ Από τσιμέντο και σιωπή) όπου βλέπουμε ξανά το μοτίβο της πόλης υπό την οποία έχει θαφτεί βαθιά το τραύμα της ήττας που νοσταλγικά αλλά μάταια, διαρκώς επανέρχεται. Στην τελευταία στροφή η ερημιά μετατρέπεται πια σε εφιάλτη (Κι αυτός εδώ ο εφιάλτης/ Να θυμίζει).

Σε αυτή την πρώτη ποιητική συλλογή του Πάνου Θασίτη, -γεμάτη τραύματα και ανοιχτές πληγές- παρατηρούμε την έντονα φορτισμένη χρήση ρημάτων ειδικά σε παρελθοντικό χρόνο όπως στο ποίημα «Τίποτα δεν ήταν δικό μας» ενώ και πάλι η μνήμη σοβεί ως μικρή και αγνή με όλα τα πράσινα της φύλλα (Βάστα μικρή μου αγνή μου μνήμη μ’ όλα τα πράσινα σου φύλλα) ώστε να διασώσει πνευματικά, αποτελώντας την σωστική λέμβο του ποιητή, Μια μνήμη όμως που παίζει κι αντιθετικό ρόλο ξυπνώντας οικεία κακά (Μνήμη μου από λάσπη κι αργύρια/ Να σ’ αφανίσω). Η χρήση της κτητικής αντωνυμίας («δικό μας») δηλώνει την συλλογική συνείδηση που διαποτίζει την πρώτη μεταπολεμική γενιά των ποιητών.

Στα υπόλοιπα ποιήματα που απομένουν για την ολοκλήρωση αυτής της πρώτης ελεγειακής, τραυματικής ποιητικής κατάθεσης του Θασίτη, εξέχοντα ρόλο διαδραματίζουν η επενέργεια του καλέσματος της νύχτας, μέσω του οποίου προσπαθεί να θεραπεύσει την μάταιη νοσταλγία καλώντας την μη πεπερασμένη μνήμη ώστε να λυτρωθεί, «Νυχτερινό», σ.37 (Για τον τρόμο και τον ίλιγγό του αγνώστου μας/ Για την μοναχική συνάντηση μας πέρα απ’ το χνούδι του Κόσμου/ Αγάπη μου/ Σεισμέ του νου μου)} ενώ συνεχίζει να συνομιλεί με την βιωμένη ιστορία που ανακαλείται προδοτική μέσω του κατασκευασμένου προσωπείου του (Εξομολόγηση του Ιούδα στα 1949, σ. 42) βρίσκοντας απάγκιο ακόμη μια φορά στην μετάπλαση της φύσης, κατασκευάζοντας το προσωπείο του έρωτα (Μόνο τα μάτια σου, σελ.46) ενθυμούμενος αγαπημένα πρόσωπα (Θυμήσου φίλε, σ. 41) κάνοντας μια αγωνιώδη προσπάθεια να απεγκλωβιστεί απ’ τον παρελθοντικό τετελεσμένο εαυτό του (Της Φροσύνης, σ. 47) ενώ παράλληλα καταβυθίζεται στον βυθό των προσωπείων (Διπλοπρόσωπος, σελ 49) έχοντας κατάβαθα στην ψυχή και στο νου την απειλή του φόβου του θανάτου, ως απότοκο των ζωντανών ακόμη τραυμάτων που δεν έχουν επουλωθεί από τα πρόσφατα τραγικά ιστορικά συμβεβηκότα που χάραξαν ανεξίτηλα την ζωή ενός αγωνιστή-ποιητή όπως ο Πάνος Θασίτης.

Συμπερασματικά σε μια έκταση 57 σελίδων ο Πάνος Θασίτης αφήνει με το ματωμένο μελάνι της μνήμης και της ιστορίας του καιρού του, ανεξίτηλο το αποτύπωμα του. Τα πρόσωπα και τα προσωπεία ανασυστήνουν την βιωμένη ιστορική περίοδο, η φυσική μετάπλαση και το αστικό περιβάλλον υποβάλλουν τον αναγνώστη στο βαθύ υποσυνείδητο του ποιητή, με μια γλώσσα που διαπνέεται υφολογικά από ρήματα, δράσεων, αναμνήσεων και προσωποποιήσεων με την παρατακτική σύνδεση να αποτελεί στοιχείο δομικό για την ελεύθερη συνειρμική γραφή της περιόδου. Κατά κύριο λόγο χρησιμοποιείται το α’ ενικό πρόσωπο ώστε να καταδειχθεί ο εσωτερικός μονόλογος ενώ το β’ ενικό αναπλάθει την συναισθηματική κατάσταση του ποιητή. Η χρήση του πληθυντικού προσώπου απηχεί το χαμένο συλλογικό όραμα ή την αποστροφή του ποιητή για την μετεμφυλιακή περίοδο που δεν τον «περιλαμβάνει». Η έγκλιση είναι συχνά υποτακτική κάτι που φανερώνει την βουλητική διάθεση ή την νοσταλγία που απορρέει από την γραφή της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Μια γενιά που παλινδρομεί ανάμεσα στο μεταίχμιο του παρόντος της ήττας και ενός ένδοξου αντιστασιακού παρελθόντος. Μια διαδικασία που λειτουργεί καταλυτικά ώστε το ποιητικό υποκείμενο να «ιαθεί» μετασχηματίζοντας εντέλει την φθορά των τραυμάτων που βίωσε την κατοχική, εμφυλιακή και μετεμφυλιακή περίοδο.


Πηγή για Έργοβιογραφικα στοιχεία: wikipedia

Μην χάνετε καμία ενημέρωση, εγγραφείτε στα ενημερωτικά μας email!

Σωτήρης Νούσιας

Ο Σωτήρης Νούσιας (Αθήνα, 1984) μεγάλωσε και ζει στην Πρέβεζα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Επαγγελματικά έχει ασχοληθεί με τη δημοσιογραφία και έχει γράψει στίχους που έχουν μελοποιηθεί. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Ζωή χωρίς όνομα, εκδ. Φυλάτος, 2016, Μακριά απ’ την Ιθάκη, Πρέβεζα 2018,Ερωτικά Ποιήματα, εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2020, και «Λαιμητόμος στον ουρανό», ΑΩ Εκδόσεις, 2023. Ποιήματα του εχουν δημοσιευθεί στα ηλεκτρονικά περιοδικά «Μανδραγόρας», «Θράκα», «Ποιείν», «Fractal» και «Culturebook.gr». Στην ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού «Μανδραγόρας» φιλοξενούνται επίσης κριτικά του σημειώματα για λογοτεχνικά έργα. Συμμετείχε στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Ποίησης και Διηγήματος «Δημήτρης Βικέλας» (Βέροια, 2018) και απέσπασε τον 2ο Έπαινο.

Αφήστε μια απάντηση