You are currently viewing Ο χρόνος ανάμεσα σε δύο γλώσσες: Όταν η μετάφραση γίνεται δεύτερη αφήγηση

Ο χρόνος ανάμεσα σε δύο γλώσσες: Όταν η μετάφραση γίνεται δεύτερη αφήγηση

Πόπη Αρωνιάδα, Χρόνος, ο Αόρατος Αφηγητής / Il Tempo, il Narratore Invisibile, εκδόσεις ΟΤΑΝ. Υπάρχουν βιβλία στα οποία η μετάφραση ακολουθεί το πρωτότυπο ως αναγκαία γέφυρα επικοινωνίας με έναν διαφορετικό αναγνώστη. Υπάρχουν όμως και έργα στα οποία η παρουσία μιας δεύτερης γλώσσας μετατρέπεται σε ουσιαστικό μέρος της ίδιας της λογοτεχνικής εμπειρίας Στην περίπτωση της συλλογής διηγημάτων της Πόπης Αρωνιάδα Χρόνος, ο Αόρατος Αφηγητής / Il Tempo, il Narratore Invisibile, η δίγλωσση μορφή δεν αποτελεί απλώς μια εκδοτική επιλογή εξωστρέφειας, αλλά μια πρόταση ανάγνωσης.

Το ελληνικό και το ιταλικό κείμενο συνομιλούν, φωτίζοντας διαφορετικές αποχρώσεις της ίδιας ανθρώπινης εμπειρίας.
Ο τίτλος του βιβλίου θέτει από την αρχή τον μεγάλο, αθέατο πρωταγωνιστή της συλλογής: τον χρόνο. Όχι τον χρόνο ως απλή διαδοχή στιγμών ή ως αντικειμενικό μέτρο της ύπαρξης, αλλά ως δύναμη που παρεμβαίνει, μεταμορφώνει, πληγώνει και τελικά διαμορφώνει τον άνθρωπο. Ο χρόνος γίνεται πράγματι ένας «αόρατος αφηγητής», καθώς πίσω από κάθε ιστορία βρίσκεται η παρουσία του: άλλοτε ως μνήμη, άλλοτε ως απώλεια, άλλοτε ως συμφιλίωση.
Τα διηγήματα της Αρωνιάδα συγκροτούν έναν κόσμο στον οποίο κυριαρχούν οι οριακές ανθρώπινες εμπειρίες. Η συγγραφέας ενδιαφέρεται για εκείνες τις στιγμές όπου η καθημερινότητα ραγίζει και αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο: μια πληγή, έναν φόβο, μια αλήθεια που παρέμενε σιωπηλή. Οι ήρωές της δεν ανήκουν στον κόσμο των μεγάλων πεπρωμένων. Είναι άνθρωποι της καθημερινής ζωής, που όμως κουβαλούν μέσα τους τις αθέατες διαδρομές του πόνου, της μνήμης και της αντοχής.
Στο ομώνυμο διήγημα «Χρόνος», η Αρωνιάδα πραγματοποιεί μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αφηγηματική επιλογή. Μετατρέπει μια αφηρημένη έννοια σε πρόσωπο. Ο χρόνος αποκτά σχεδόν σωματική υπόσταση, γίνεται συνομιλητής, αντίπαλος και εραστής. Η αφηγήτρια δεν τον αντιμετωπίζει μόνο ως εχθρό που αφαιρεί τη νεότητα και οδηγεί στη φθορά, αλλά ως τον μοναδικό πιστό συνοδοιπόρο μιας ολόκληρης ζωής. Μέσα από αυτή την αντιφατική σχέση αναδύεται μια βαθύτερη αποδοχή της ανθρώπινης θνητότητας.
Η μνήμη αποτελεί έναν ακόμη κεντρικό άξονα της συλλογής. Στο διήγημα «Χνωτίζοντας τα τζάμια», η επιστροφή στο παρελθόν δεν πραγματοποιείται μέσω μιας γραμμικής ανάκλησης γεγονότων, αλλά μέσα από τις αισθήσεις. Οι μυρωδιές, οι εικόνες, η αφή μετατρέπονται σε πύλες πρόσβασης στον χαμένο χρόνο. Η παιδική ηλικία δεν παρουσιάζεται ως ένας εξιδανικευμένος παράδεισος, αλλά ως ο χώρος όπου διαμορφώνεται ο πρώτος τρόπος πρόσληψης του κόσμου.
Εδώ η γραφή της Αρωνιάδα συνομιλεί έμμεσα με την παράδοση της λογοτεχνίας της μνήμης: το παρελθόν δεν επιστρέφει ποτέ αμετάβλητο, αλλά ξαναχτίζεται κάθε φορά μέσα από το βλέμμα του ανθρώπου που θυμάται. Η εμπειρία δεν καταγράφεται απλώς· μεταπλάθεται σε αφήγηση.
Ιδιαίτερη θέση κατέχει το συγκλονιστικό «Μόνο η μαμά μ’ αγαπάει», όπου η συγγραφέας επιλέγει μια δύσκολη και απαιτητική αφηγηματική οπτική. Ο κόσμος παρουσιάζεται μέσα από τη φωνή ενός ανθρώπου που αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα διαφορετικά. Η Αρωνιάδα αποφεύγει τόσο τον συναισθηματισμό όσο και την απόσταση της παρατήρησης: δεν μιλά για τον ήρωά της, αλλά του επιτρέπει να μιλήσει ο ίδιος.
Αυτή ίσως είναι μια από τις σημαντικότερες αρετές της συλλογής: η βαθιά ενσυναίσθηση χωρίς διδακτισμό. Η συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται να καταδικάσει ή να εξηγήσει από θέση υπεροχής. Το βλέμμα της παραμένει στραμμένο στην ανθρώπινη ευαλωτότητα.
Στη «Δίκαιη Ταπείνωση», μια φαινομενικά απλή καθημερινή συνάντηση μετατρέπεται σε υπαρξιακό καθρέφτη. Μια μικρή καθυστέρηση καλοσύνης, μια στιγμή αδιαφορίας, αρκεί για να γεννήσει ένα εσωτερικό ηθικό ερώτημα. Η Αρωνιάδα καταφέρνει να δείξει πως οι πιο σημαντικές αναμετρήσεις του ανθρώπου δεν γίνονται πάντα μπροστά σε μεγάλα γεγονότα, αλλά μέσα στις ανεπαίσθητες στιγμές της καθημερινότητας.
Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται και η ιδιαίτερη σημασία της μετάφρασης της Παρασκευής Μόλαρη. Ο Umberto Eco, στο βιβλίο του «Dire quasi la stessa cosa. Esperienze di traduzione», υπενθυμίζει ότι η μετάφραση δεν είναι μια μηχανική διαδικασία αντικατάστασης λέξεων, αλλά η προσπάθεια να ειπωθεί «σχεδόν το ίδιο πράγμα» μέσα σε ένα άλλο γλωσσικό και πολιτισμικό σύστημα. Και το ουσιαστικό βάρος βρίσκεται ακριβώς σε αυτό το «σχεδόν»: στον χώρο όπου ο μεταφραστής καλείται να διαπραγματευτεί νόημα, ύφος, ρυθμό και συγκίνηση.
Η μετάφραση της Μόλαρη κινείται ακριβώς μέσα σε αυτόν τον δημιουργικό χώρο. Δεν αναζητά μια ψυχρή ισοδυναμία λέξεων, αλλά μια ισοδυναμία εμπειρίας. Η πρόκληση είναι μεγάλη, γιατί η γραφή της Αρωνιάδα στηρίζεται σε λεπτές ισορροπίες, στην προφορικότητα της εξομολόγησης, στη σιωπή ανάμεσα στις φράσεις, στη συναισθηματική φόρτιση που συχνά παραμένει υπόγεια.
Η ιταλική απόδοση κατορθώνει να διατηρήσει τον εσωτερικό ρυθμό του πρωτοτύπου και να μεταφέρει τη συναισθηματική του ένταση χωρίς υπερβολές. Δεν «ιταλοποιεί» τη φωνή της συγγραφέως αφαιρώντας την ελληνικότητά της, αλλά επιτρέπει στον Ιταλό αναγνώστη να εισέλθει στον κόσμο της χωρίς την αίσθηση της απόστασης.
Άλλωστε η συνάντηση ελληνικής και ιταλικής γλώσσας αποκτά εδώ έναν ιδιαίτερο συμβολισμό. Πρόκειται για δύο πολιτισμούς που έχουν ιστορικά οικοδομήσει τη λογοτεχνική τους έκφραση γύρω από κοινά υπαρξιακά ερωτήματα. Τη σχέση με την οικογένεια και τους προγόνους, τη μνήμη του τόπου, τη σωματικότητα της εμπειρίας, τη συνύπαρξη του ιερού και του καθημερινού. Η μετάφραση δεν ενώνει δύο ξένους κόσμους· αποκαλύπτει μια ήδη υπάρχουσα συγγένεια.
Ο «Χρόνος, ο Αόρατος Αφηγητής» είναι τελικά ένα βιβλίο για όσα αφήνει πίσω του το πέρασμα του χρόνου, σημάδια, απώλειες, μνήμες, αλλά και μια βαθύτερη κατανόηση της ανθρώπινης ύπαρξης. Η Αρωνιάδα γράφει για τους ανθρώπους στις πιο ευάλωτες στιγμές τους, εκεί όπου οι κοινωνικές μάσκες υποχωρούν και εμφανίζεται η κοινή ανθρώπινη μοίρα.
Η δίγλωσση μορφή του βιβλίου μοιάζει έτσι να συνεχίζει την ίδια την κεντρική ιδέα της συλλογής. Τίποτα αληθινό δεν χάνεται ολοκληρωτικά. Απλώς αλλάζει μορφή. Όπως ο χρόνος μεταμορφώνει τις εμπειρίες μας σε μνήμη, έτσι και η μετάφραση μεταμορφώνει μια φωνή σε μια νέα δυνατότητα συνάντησης.
Και ίσως αυτή να είναι η βαθύτερη αξία του βιβλίου: ότι μας υπενθυμίζει πως κάθε ανθρώπινη ιστορία, όταν ειπωθεί με ειλικρίνεια, μπορεί να περάσει τα σύνορα όχι μόνο μιας γλώσσας, αλλά και μιας μοναχικής ύπαρξης.



Η Πόπη Αρωνιάδα γεννήθηκε στο Λημέρι Ευρυτανίας. Σπούδασε λογιστικά, παρακολούθησε μαθήματα ψυχολογίας για τρία χρόνια στο ΕΑΠ. Από νεαρή ηλικία έγραφε ποίηση και πεζογράφημα. Εργάστηκε για πολλά χρόνια στον χώρο των ΜΜΕ έως ότου συνταξιοδοτήθηκε πρόωρα για λόγους υγείας.
Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, συμμετέχει σε λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες ποίησης στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Έχει δημοσιεύσει έξι ποιητικές συλλογές εκ των οποίων η δίγλωσση «Ουλές/Scars” σε μετάφραση Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ κι ένα μυθιστόρημα. Η συλλογή “Ροκέ”, μεταφράστηκε και εκδόθηκε στα Πολωνικά από τον Άρη Χατζηνικολάου. Επίσης μέρος των ποιημάτων αυτής της ποιητικής συλλογής, είναι η τελευταία μεταφραστική δουλειά ποιητικής συλλογής της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ δύο μήνες πριν το θάνατό της κι εκδόθηκε μόνο στα Αγγλικά με τον τίτλο Castling από τον “Society of (de)kata”. Το 2022 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μελάνι η συλλογή διηγημάτων “Λυκ(ρ)αυγές” και τον Μάιο του 2023, συλλογή Τάνκα με τίτλο “Πολυεδρική Κοπή” από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν της Θεσσαλονίκης.
Έχει λάβει διακρίσεις και βραβεία σε εθνικούς και διεθνείς διαγωνισμούς ποίησης, όπως “Nosside” 2014 στην Καλαβρία της Ιταλίας, Το Nikos Chadzinikolau Poetry Prize στο Πόζναν της Πολωνίας το 2021 και στο Mediterranean Poetry στη Ρώμη το 2021. Έργα της έχουν μεταφραστεί, στα Αγγλικά, Ιταλικά, Πολωνικά, Ουκρανικά, Ρουμανικά και πρόσφατα και στα Κροατικά.
Από τον Σεπτέμβρη του 2022 παρακολούθησε και ολοκλήρωσε τα μαθήματα στο εργαστήρι Κριτικής Σκέψης του ΠΑΔΑ.
Είναι Μέλος της Επιτροπής Κρατικών βραβείων λογοτεχνίας, Τακτικό μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου “Παρνασσός”, Επικεφαλής της επιτροπής για του Συγγραφείς στη Φυλακή του Pen Greece, μέλος του Κύκλου Ποιητών Αθηνών.



https://simiomatario.gr/category/istories-dromena/to-simiomatrio-tis-tzinas-karvounaki

Μην χάνετε καμία ενημέρωση, εγγραφείτε στα ενημερωτικά μας email!

Τζίνα Καρβουνάκη

Η Τζίνα (Γεωργία) Καρβουνάκη   γεννήθηκε  στα Χανιά, πόλη στην οποία ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές της. Πραγματοποίησε στην Ιταλία τις προπτυχιακές σπουδές  στους τομείς των Πολιτικών Επιστημών – Διεθνούς Δικαίου, Ιταλικής Γλώσσας και Πολιτισμού, σεναρίου όπως και το master  Διδασκαλίας της Ιταλικής  ως Ξένης Γλώσσας. Στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο ολοκλήρωσε  master  Μετάφρασης – Μεταφρασεολογίας. Είναι αντεπιστέλλον μέλος και National Convener για την Ελλάδα της Διεθνούς Επιτροπής για την Ιστορία των Αντιπροσωπευτικών και Κοινοβουλευτικών Θεσμών (ICHRPI), Διαπιστευμένη Εκπρόσωπος του Διεθνoύς Ποιητικού Διαγωνισμού NOSSIDE ο οποίος τελεί υπό την Αιγίδα της Unesco, μέλος του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου [ΙΤΙ], της International Association of Theatre Leaders [IATL] και του  Pen Greece. Θεατρικά έργα που έχει μεταφράσει έχουν παρασταθεί στην Ελλάδα και την Ιταλία. Άρθρα, μεταφράσεις και συνεντεύξεις της έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά όπως και ιστοσελίδες στην Ελλάδα, την Ιταλία και τη Ρουμανία. Το 2005 η Società Dante Alighieri – Sede Centrale - Roma της απένειμε Diploma di Benemerenza – Τιμητική Διάκριση - για τη συμβολή της στις πολιτισμικές ανταλλαγές μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας. Το 2018 το Ιταλικό Ινστιτούτο Αθηνών της απένειμε το βραβείο Luigi Pirandello, ως αναγνώριση των ενεργειών της για την προώθηση της σύγχρονης δραματουργίας στην Ιταλία και την Ελλάδα. Ζει στην Αθήνα όπου εργάζεται ως μεταφράστρια, event coordinator και historical researcher. 

Αφήστε μια απάντηση