You are currently viewing Κλεψύδρα από κοπάλιο, γράφει η Τζίνα Καρβουνάκη
  • Post author:
  • Post published:
  • Reading time:9 mins read

Clessidra di copale, Eufemia Attanasi, Amazon.it


Στην ποιητική της συλλογή Clessidra di copale [Κλεψύδρα από κοπάλιο], η
Eufemia Attanasi αναθέτει στην ποίηση ένα έργο εύθραυστο και συνάμα αναγκαίο:
να διασώσει από τη λήθη όσα φθείρει ο χρόνος. Ο τίτλος συμπυκνώνει εύστοχα
ολόκληρη την ποιητική της συλλογής. Αν η κλεψύδρα συμβολίζει την αμείλικτη ροή
της ύπαρξης, το κοπάλιο, μια ρητίνη ικανή να φυλάσσει ίχνη του παρελθόντος,
γίνεται έμβλημα της μνήμης και του ποιητικού λόγου, που καλείται να διαφυλάξει
όσα κινδυνεύουν να χαθούν.
Η ποιητική συλλογή η οποία χωρίζεται σε τέσσερις ενότητες, Ombre e
solitudini [Σκιές και μοναξιές], Echi di cenere [Απόηχοι στάχτης], Epifanie della
Natura [Επιφάνειες της Φύσης] και Ascesa e trascendenza [Ανάβαση και υπέρβαση],
χαράσσει μια συνεκτική πορεία: από την κάθοδο στις πιο σκοτεινές περιοχές του
εσωτερικού κόσμου έως την αναζήτηση μιας πιθανής πνευματικής ανύψωσης. Δεν
πρόκειται, ωστόσο, για πορεία ευθύγραμμη ή γαλήνια. Ο πόνος, η απώλεια και η
επίγνωση του πεπερασμένου της ύπαρξης διαπερνούν το βιβλίο ακόμη και στις πιο
φωτεινές στιγμές του. Η υπέρβαση δεν σβήνει την πληγή: γεννιέται ακριβώς από την
ικανότητα να ζει κανείς μαζί της.
Ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα στοιχεία της γραφής της Attanasi είναι ο
διαρκής διάλογος με τον μύθο και τον κλασικό πολιτισμό. Η Νιόβη, ο Ορφέας, ο
Κρόνος, οι Μοίρες, ο Ήφαιστος, η Πενθεσίλεια και πολλές άλλες μορφές δεν
εμφανίζονται ως απλά δείγματα λόγιας διακόσμησης, αλλά ως αρχέτυπα μέσα από τα
οποία ερμηνεύεται η σύγχρονη εμπειρία. Ο μύθος επιτρέπει στην ποιήτρια να ανάγει
προσωπικές και συλλογικές ιστορίες σε μια οικουμενική διάσταση: το πένθος, η
εξορία, ο πόλεμος, η πανδημία, η περιβαλλοντική κρίση και η μοναξιά του ανθρώπου
της τεχνολογίας γίνονται νέες εκφάνσεις αρχαίων συγκρούσεων.
Ιδιαίτερα επιτυχημένη είναι η συνάντηση αυτής της μυθοπλαστικής ορμής με
την απτή πραγματικότητα των δεσμών αγάπης. Στο ποίημα Forgia di ricordi
[Σφυρηλάτηση αναμνήσεων], η πατρική μορφή μεταμορφώνεται σε Ήφαιστο και σε
«ιερέα της φωτιάς», διατηρεί όμως την ανθρώπινη ζεστασιά της εργασίας, της

αφοσίωσης και της οικογενειακής παρουσίας. Στον Peplo lacerato [Σχισμένο πέπλο],
η ανάμνηση της γιαγιάς παίρνει τη μορφή μιας επίγειας Pietà, ενώ Il cero
nell’acquazzone [Λαμπάδα στη νεροποντή] εκφράζει με λιτότητα την αδυναμία
εκείνου που θα ήθελε να σώσει ένα αγαπημένο πρόσωπο και μπορεί μόνο να μείνει
στο πλευρό του. Εδώ ο πλούτος των συμβόλων δεν απομακρύνει το συναίσθημα,
αλλά του δίνει βάθος.
Δίπλα στην προσωπική μνήμη αναδύεται μια ισχυρή αίσθηση κοινωνικής
ευθύνης. Το ποίημα Liturgia dell’esilio [Η Λειτουργία της εξορίας] μετατρέπει το
δράμα της μετανάστευσης σε αφήγηση μιας ανώνυμης θυσίας. Η Sinfonia di un cielo
ferito [ Συμφωνία ενός πληγωμένου ουρανού] καταγγέλλει τη βία του πολέμου μέσα
από εικόνες αθώων ανθρώπων και κατεστραμμένων τόπων γνώσης και ιερότητας. Το
ποίημα Cronaca di un anno infausto [Χρονικό μιας δυσοίωνης χρονιάς]
ξαναδιαβάζει την πανδημία ως συλλογική τραγωδία. Σε αυτά τα ποιήματα η ποίηση
γίνεται μαρτυρία και αντίσταση στην αδιαφορία.
Κεντρική θέση έχει και ο δεσμός με τον Νότο και το μεσογειακό τοπίο. Το
Σαλέντο δεν είναι απλώς ένα σκηνικό, αλλά μια εσωτερική πατρίδα από ελιές, πέτρα,
ήλιο, μόχθο και μνήμη. Στο ποίημα Metafisica del lavoro in terra salentina
[Μεταφυσική της εργασίας στη γη του Σαλέντο], ο αγροτικός μόχθος αποκτά την
αξιοπρέπεια μιας τελετουργίας. Στο ποίημα L’ultimo Re, [Ο τελευταίος Βασιλιάς], η
ελιά που έχει προσβληθεί από τη ξυλέλλα γίνεται σύμβολο επίμονης και σιωπηλής
αντίστασης· στην Ιθάκη από πέτρα και σιωπή, η γη του Νότου μετατρέπεται σε
πνευματικό πεπρωμένο που πρέπει να αναγνωριστεί και να διαφυλαχθεί.
Η φύση, ιδίως στην τρίτη ενότητα, είναι μια ζωντανή παρουσία που
αποκαλύπτει. Η συκιά, η κάππαρη, το περγαμόντο, η ανεμώνη, η ιπομέα, οι
πεταλούδες, ακόμη και τα μυρμήγκια, προσεγγίζονται ως φορείς μιας κρυφής
γνώσης. Ανάμεσα στα πιο δυνατά ποιήματα είναι το Il respiro di Gea [Η ανάσα της
Γαίας], όπου τα μυρμήγκια γίνονται monache nere della terra [μαύρες μοναχές της
γης]: μικροσκοπικά πλάσματα που επιστρέφουν αδιάκοπα την ύλη στον κύκλο της
ζωής. Είναι ένα λιτό ποίημα, με μετρημένο, σχεδόν λειτουργικό ρυθμό, που

διατυπώνει μία από τις βαθύτερες διαισθήσεις του έργου: η αιωνιότητα δεν ανήκει σε
ό,τι μένει ακίνητο, αλλά σε ό,τι συνεχίζει να γεννά.
Το ύφος είναι ευφάνταστο και πυκνά μεταφορικό. Το λεξιλόγιο αντλείται από
την κλασική αρχαιότητα, τη λειτουργική παράδοση, τη φιλοσοφία και το κοσμικό
στοιχείο. Επανέρχονται εικόνες από βωμούς, ναούς, κειμήλια, αστέρια, αβύσσους,
νήματα και υφαντά. Αυτός ο πλούτος χαρίζει στη συλλογή μια σαφώς αναγνωρίσιμη
φωνή, παρότι σε ορισμένα ποιήματα η συσσώρευση μυθολογικών αναφορών και
μεταφορών μπορεί να επιβραδύνει την άμεση συγκινησιακή ανταπόκριση. Οι πιο
πειστικές στιγμές έρχονται όταν η υψηλή γλωσσική ένταση συναντά μια
συγκεκριμένη και αναγκαία εικόνα: το σφυρί του πατέρα, τα χέρια του ασθενούς, μια
φθαρμένη βαλίτσα, τις ρίζες μιας ελιάς, ένα λουλούδι που ζει όσο διαρκεί ένα
πρωινό.
Η ποιητική συλλογή Clessidra di copale [Κλεψύδρα από κοπάλιο], είναι μια
βαθιά στοχαστική συλλογή. Η Eufemia Attanasi δημιουργεί μια ποίηση βαθιάς
καλλιέργειας, χωρίς να απαρνιέται τη συναισθηματική συμμετοχή, ικανή να ενώσει
την προσωπική μνήμη με τη συλλογική ιστορία, τις μεσογειακές ρίζες με τη
μεταφυσική αναζήτηση. Η κλεψύδρα της δεν φιλοδοξεί να σταματήσει τον χρόνο:
συλλέγει κάποιους από τους φωτεινούς κόκκους του και τους μετατρέπει σε λέξεις
που προσφέρει στον αναγνώστη. Σε αυτή την πράξη φύλαξης βρίσκεται το πιο
αυθεντικό νόημα της συλλογής: να αντιτάξει στη διάλυση της ύπαρξης την
εύθραυστη, πεισματική διάρκεια της ποίησης.

Τέσσερα ποιήματα
***
Η φύση φυλάσσει μια τάξη που διαφεύγει από το αφηρημένο βλέμμα του ανθρώπου: ακόμη και τα
πιο μικρά πλάσματα μετέχουν σε μια ισορροπία όπου τίποτε δεν χάνεται πραγματικά.
Η ανάσα της Γαίας
Μαύρες μοναχές της γης,
απαγγέλλουν το κομποσκοίνι του ψωμιού

κατά μήκος φλεβών από σκόνη
που η ανάσα του κόσμου
χαράζει ανάμεσα στις ρίζες.
Δεν τις βλέπεις.
Κι όμως
η γη συνεχίζει
ν’ ανασαίνει
μέσα από αυτές.
Κάθε κόκκος
είναι ένας πλανήτης που πρέπει να μεταφερθεί.
Κάθε σπόρος
μια υπόσχεση.
Κάθε νεκρό σώμα
ένας ψαλμός που επιστρέφει
στον βωμό της Γαίας.
Δεν καταβροχθίζουν.
Ιερουργούν.
Επιστρέφουν
στη γη
όσα η γη
είχε μονάχα εμπιστευτεί
στον χρόνο.
Ύστερα αρκεί
μια απρόσεκτη πνοή του Αιόλου,
ένα δάκρυ του ουρανού,
για να σκορπίσει
η αυτοκρατορία που έχτισαν
δαγκωνιά τη δαγκωνιά.
Κι όμως
καμιά δεν σταματά.
Ξαναρχίζουν.
Πάντα.
Σαν κάθε αυγή
να ήταν
η πρώτη αυγή του κόσμου.
Ίσως κάθε πλάσμα
να είναι μονάχα μια συλλαβή
της ίδιας ανάσας
και η αιωνιότητα να μην ανήκει
σε ό,τι μένει,
αλλά σε ό,τι συνεχίζει
να γεννά ζωή.
***

Σφυρηλάτηση αναμνήσεων
Όταν οι αναμνήσεις, σαν προνύμφες φωτός,
ξυπνούν στα άδεια, σιωπηλά δωμάτια,
αναδύεται ξανά η στιβαρή μορφή σου,
πατέρα,
Ήφαιστε που ξαναγεννήθηκες,
τεχνίτη γήινων ονείρων που,
με χέρια σκληραγωγημένα στη φωτιά,
έπλαθες το σίδερο ανάμεσα στην τέχνη και το μυστήριο.
Το σφυρί χτυπούσε στο αμόνι
σαν βροντή του Δία μέσα σε θνητά δάχτυλα
και κάθε χτύπημα ήταν ένας βόρειος ρούνος
χαραγμένος στο ζεστό αίμα του μετάλλου,
στο πυρωμένο καμίνι της ανάσας σου.
Τα χέρια σου έκαναν
θαύματα σκιάς και φωτός,
χαράζοντας αόρατες διαδρομές
που κανένας χάρτης
δεν θα μπορούσε να σημειώσει.
Κάθε δημιούργημά σου
έφερε σκαλισμένη την αφοσίωσή σου,
ω ιερέα της φωτιάς,
που αποτύπωνες στιγμές αγάπης
στις ρωγμές της ύλης.
Η οικογένεια ήταν το γαλήνιο λιμάνι σου
μέσα στην τρικυμία των ημερών
κι εγώ διέκρινα
τη λάμψη της αγάπης σου
στο σιδερένιο αγκάλιασμα
που δεν σκούριαζε.
Σήμερα, μέσα στη σιωπή, πυκνή
σαν λιωμένο μέταλλο,
ακούω ακόμη την ανάσα σου
στον παλμό του κόσμου.
Εσύ, Δημιουργέ της εύθραυστης ζωής μου,
υπήρξες φλόγα σε κάθε ξαναγέννημα
και μέσα στο σίδερο που ζει,
στη φωτιά που ανοίγει περάσματα,
σε αναζητώ
και σε ξαναβρίσκω.

***
Ο μεταφυσικός πόνος της ύπαρξης περνά μέσα από μια μυθοποιητική και κοσμική
ευαισθησία.
Το κλίτος της σιωπής
Καθισμένη, σαν τη Νιόβη πετρωμένη από το πένθος,
σε παγκάκι από παγωμένο μάρμαρο,
σιωπηλό θρόνο της μοναξιάς μου,
ακουμπώ το κουρασμένο σώμα
κάτω από τη βασιλική σκιά
μιας γέρικης βελανιδιάς,
καθεδρικού από φύλλα και μνήμη
που δέχεται το μαρτύριό μου
ανάμεσα στα κλίτη της σιωπής.
Με μάτια σκεπασμένα από άβυσσο
ατενίζω τον κόσμο,
αυτό το σκληρό θέατρο
όπου ο Θάνατος χορεύει
με προσωπίδα φωτός
και οι Ώρες ανατρέπουν
τον ρυθμό του χρόνου.
Καμιά λάμψη του Απόλλωνα
δεν περνά μέσα από τις πτυχές του πραγματικού.
Αχ, να μπορούσα να σβήσω στον αιθέρα,
υγρή ηχώ του ανείπωτου,
να λυθώ μέσα στην ανάσα του αιώνιου χρόνου

και να ξαναγεννηθώ στις αιθέριες σφαίρες,
σαν σταγόνα αστρικής αγάπης!
Τότε, ορμητικό χάδι,
θα αγκάλιαζα τον κόσμο
όπως η Ρέα το παιδί που έσωσε,
πλάθοντας ξανά
με τα χέρια του μύθου
την καρδιά του σύμπαντος.
***
Μια πνευματική διακήρυξη: ο Νότος δεν είναι γεωγραφία, αλλά πεπρωμένο που
πρέπει να διαφυλαχθεί.

Ιθάκη από πέτρα και σιωπή
Βρέθηκα να περιπλανιέμαι,
σκιά του Ορφέα δίχως λύρα,
στο αμφιθέατρο των αιώνων που θρυμματίστηκαν,
πάνω στην κυρτή ράχη ενός αρχαίου μονοπατιού,
σκαλισμένου ανάμεσα στα κόκαλα του Νότου,
ασβεστολιθικής αρτηρίας,
ζωσμένης με ξερολιθιές.
Εκεί, όπου το βήμα γίνεται επίκληση της μνήμης,
μου φανερώθηκαν οι ελιές,
αιωνόβιοι μάντεις που,
αν και στερημένοι από τον κακοποιημένο χυμό τους,
ύψωναν στον ουρανό τα χέρια,

σαν τον Λαοκόοντα που στενάζει ανάμεσα στα φίδια.
Ο κουρασμένος ήλιος ακουμπούσε
τα δάχτυλά του σ’ ένα πέτρινο αλώνι:
προσκήνιο της αιωνιότητας,
όπου φώτα και σκιές κυνηγιούνταν
μέσα σε χορογραφημένες σιωπές,
κεντώντας παντομίμες του άλφα και του ωμέγα
στην ακίνητη αγκαλιά της ημέρας που έσβηνε.
Σ’ εκείνον τον αγροτικό ναό,
η καρδιά, διαπερασμένη από την άφωνη ομορφιά,
άνοιγε σαν αρχαία περγαμηνή,
μαγεμένη από τον βαθύ ψίθυρο των ριζών.
Κι έτσι, ξαναγεννημένος στην αγκαλιά της σιωπής,
γεννιόταν μέσα μου η επιθυμία
ν’ αγαπήσω αυτή την αρχαία γη
όπως η Πηνελόπη περίμενε, με πίστη υφασμένη
από προσμονή,
την επιστροφή ενός μύθου
που ακόμη ψιθυρίζεται ανάμεσα σε πέτρες και σβόλους γης.
Βιογραφικό σημείωμα
Η Eufemia Attanasi κατάγεται από το Σολέτο (βρίσκεται στην χερσόνησο του
Σαλέντο – στην περιοχή της Γκρέτσια Σαλεντίνα). Μετά την αποφοίτησή της από τη
Σχολή Κλασικών Σπουδών, συνέχισε με υποτροφία τις σπουδές της στη νεοελληνική
γλώσσα στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Διδάσκει φιλολογικά
μαθήματα και Λατινικά και συνεργάζεται επί σειρά ετών με ιταλικά και ελληνικά
περιοδικά και εφημερίδες, δημοσιεύοντας κείμενα για τα Γκρίκο, το Σαλέντο και τις
πολιτισμικές ρίζες της Μεσογείου.

Έχει παρουσιάσει εισηγήσεις σε διεθνή συνέδρια και είναι μία από τις συγγραφείς
του δίγλωσσου βιβλίου, στα ιταλικά και τα νέα ελληνικά, Sull’estro della tradizione.
Riti e costumi del Salento e della Grecìa salentina [Στον οίστρο της παράδοσης. Ήθη
και έθιμα του Σαλέντο και της ελληνόφωνης περιοχής του] (2017). Επιμελήθηκε
επίσης τον δίγλωσσο τόμο Cini pu sto’ kosmo milune greko. Minoranze ellenofone
nel mondo (2024), ο οποίος συγκεντρώνει μαρτυρίες λογοτεχνών από τη Βουλγαρία,
την Ουκρανία και τη Γεωργία, καθώς και εισηγήσεις για τις ελληνόφωνες και
ιταλόφωνες μειονότητες στην Ελλάδα, στο Σαλέντο και στην Μποβεσία, αλλά και
για την ελληνική κοινότητα της Μεσσήνης.
Η μακρόχρονη ενασχόλησή της με την ποίηση περιλαμβάνει συμμετοχές σε
πολυάριθμες συλλογικές εκδόσεις και έχει αποσπάσει πολλές διακρίσεις.


https://simiomatario.gr/category/istories-dromena/to-simiomatrio-tis-tzinas-karvounaki

Μην χάνετε καμία ενημέρωση, εγγραφείτε στα ενημερωτικά μας email!

Αφήστε μια απάντηση