You are currently viewing Νυχτερινοί μονόλογοι, στο Σημειωματάριο του Γ. Αλεξανδρή

Νυχτερινοί μονόλογοι, στο Σημειωματάριο του Γ. Αλεξανδρή

ΕΝ ΕΙΡΗΝΗ

Με ένα νεύμα πρόσκλησης στον απέναντι συνάνθρωπο
και μ’ ένα χαμόγελο εγκάρδιας και ειλικρινούς έκφρασης,
ένας από τους πρώτους και μοναχικούς κατοίκους της γης
κάλεσε τον πρωτόφαντο συνάνθρωπο μαζί να μοιραστούνε
τις απορίες της ζωής, τις στενοχώριες και τις πίκρες της μοναξιάς
και το περίσσευμα της χαράς στο γέλιο της αδελφοσύνης.

Λίγο πιο μακριά, μπροστά από μια θεόρατη σπηλιά
αρκετοί έδιναν χέρια κι αγκαλιές με γλυκύτατες φωνές
μαζί να πορευτούνε σε ανίσκιωτους δρόμους και πλαγιές
και σαν είπαν ποιοι το δρόμο θα τραβήξουν πρώτοι
και ποιοι θα μεσημεριάσουν και θα νυχτώσουν στη σπηλιά ,
αρπαχτήκαν με κραυγές και πετριές, άνδρες γυναίκες και παιδιά.

Και πληθύνανε και φτιάξαν πόλεις , κράτη και ηπείρους
με σύνορα κλειστά, τείχη αψηλά και έρημους δρόμους,
οργανώθηκαν σε τάξεις με διοίκηση, νόμους και παραδόσεις,
αυτομόλησαν στην δική τους την πρώτη και αξιόλογη φυλή
με μηνύματα υπεροχής και εκκλήσεις στη γειτονική τους χώρα,
με απειλές και προκλήσεις για συμβιβασμούς και παραδοχές.

Οχυρώθηκαν πίσω από γλωσσικά ,θρησκευτικά και πολιτικά πάθη,
ενυδάτωσαν την ιστορία τους, τον πολιτισμό και την εξέλιξή του
προσφέροντας φιλία και συνεργασία σε όμορα κράτη
και πολεμώντας με αντίγνωμους για συμφέροντα και κυριαρχία
με ειρήνη να στεφθεί η περιοχή σε μία επιδίωξη κοινή
των λαών που τη ζωή τους δίνουν για ένα μέλλον φωτεινό.

Υπερόπτες ολιγάρχες, φιλόδοξοι ηγέτες κι αυτόκλητοι αρχηγοί
καταπατούν συνθήκες, σύνορα διαγράφουν μ’ εχθροπάθεια δολερή
για εδαφική επέκταση, επικυριαρχία και πολιτική επιβολή,
ενώ αντίθετα φιλειρηνικοί, ελεύθεροι και αυτεξούσιοι λαοί
την εν ειρήνη σχέση προτείνουν ως σύμβολο διακρατικής συμβίωσης,
όμως χωρίς αποτέλεσμα γιατί οι πολεμοχαρείς ποτέ τους δε θα λείψουν.

ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ

Εκείνη τη νύχτα,
τη νύχτα της λειτουργίας και ανάτασης των ψυχών,
της υμνωδίας και σαγήνης των μακαρισμών,
που αναμετριόμασταν με το χρόνο και τον κόσμο
και δικάζαμε βιαστικές τις επιλογές μας,
αστόχαστες τις στάσεις και άγουρες τις συμπεριφορές,
εκείνη τη νύχτα ανακαλύπταμε τη ζωή μας
σε κοντινούς ορίζοντες και μικρές καταθέσεις,
σε όνειρα φτιασιδωμένα κι αδέσποτες προσδοκίες.
Εκείνη τη νύχτα,
τη νύχτα της απροσποίητης έκπληξης και χαράς,
της ομορφιάς της αναστάτωσης και των πόθων
που αρνηθήκαμε τη σοφία των συμβιβασμών
και παραδοθήκαμε στην αρετή των ευαισθησιών
και τη θελκτική μαγεία απόκοσμων φωνών,
εκείνη τη νύχτα διαφεντέψαμε τη ζωή μας
σε πρωτόφαντες λαχτάρες και μύχιες πεθυμιές,
σε άγνωστες διαδρομές και μακρινές περιπλανήσεις.

Εκείνη τη νύχτα,
τη νύχτα της περισυλλογής και της γνώσης,
της μυσταγωγίας,της έκστασης και των ασπασμών
που μαρτυρήσαμε κοινές καταφυγές και αποδράσεις,
που αφουγκραστήκαμε σκιρτήματα και κατανύξεις,
ανίσκιωτα βλέμματα και λόγια μνημοσύνες,
εκείνη τη νύχτα διακονήσαμε τη ζωή μας
σε ιερά θυσιαστήρια και άσπιλα άβατα θεών,
στου έρωτα τα μυστικά λιοστάσια των θνητών.

Νύχτωσε.
Πάντα νύχτωνε νωρίς στις κρυφές μας σπονδές,
τις μικρές και βιαστικές μας λειτουργίες,
γιατί οι ναοί που στεγάζαμε προσευχές και κατανύξεις,
ήταν καταφύγια αναμετρήσεων με το χρόνο
κι απάντημα της ψυχής μας με το φόβο.
Έφυγες.
Πάντα έφευγες νωρίς σαν λόγος αστέγαστος,
δοκιμασία του νου κι απροστάτευτη χαρά
γιατί μαθαίναμε να χωράμε σε αναμνήσεις
και πάνω απ’ τα ερείπια της τρομαγμένης σκέψης
ν’ ακούμε χωριστά το θρήνο των αναπολήσεων.

Ξημέρωσε.
Πάντα ξημέρωνε αργά στου ήλιου τις κρυψώνες
κι αλάργευε η ανατολή σε μιαν ανάσα δρόμο,
γιατί η νύχτα πέζευε αγλύκαντη τη ζωή μας,
στεγνώναμε στο στοχασμό τη μοναξιά του πάθους
κι η μέρα με γκρίζο φως άρχιζε απ’ τον τελειωμό της.

Γύρισες.
Πάντα γύριζες αργά σαν αμφιβολία και ελπίδα,
με μιαν αλύτρωτη ματιά και ίμερου ανατριχίλα,
γιατί μας ξάφνιαζε στο φως η σύναξη των ονείρων,
την ομορφιά μαντεύαμε στην έκσταση της σιωπής
και μονολογούσαμε τη λύτρωση με δέος ελευθερίας.

ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ

Νύχτωσε.
Πάντα νύχτωνε νωρίς στις κρυφές μας σπονδές,
τις μικρές και βιαστικές μας λειτουργίες,
γιατί οι ναοί που στεγάζαμε προσευχές και κατανύξεις,
ήταν καταφύγια αναμετρήσεων με το χρόνο
κι απάντημα της ψυχής μας με το φόβο.
Έφυγες.
Πάντα έφευγες νωρίς σαν λόγος αστέγαστος,
δοκιμασία του νου κι απροστάτευτη χαρά
γιατί μαθαίναμε να χωράμε σε αναμνήσεις
και πάνω απ’ τα ερείπια της τρομαγμένης σκέψης
ν’ ακούμε χωριστά το θρήνο των αναπολήσεων.

Ξημέρωσε.
Πάντα ξημέρωνε αργά στου ήλιου τις κρυψώνες
κι αλάργευε η ανατολή σε μιαν ανάσα δρόμο,
γιατί η νύχτα πέζευε αγλύκαντη τη ζωή μας,
στεγνώναμε στο στοχασμό τη μοναξιά του πάθους
κι η μέρα με γκρίζο φως άρχιζε απ’ τον τελειωμό της.

Γύρισες.
Πάντα γύριζες αργά σαν αμφιβολία και ελπίδα,
με μιαν αλύτρωτη ματιά και ίμερου ανατριχίλα,
γιατί μας ξάφνιαζε στο φως η σύναξη των ονείρων,
την ομορφιά μαντεύαμε στην έκσταση της σιωπής
και μονολογούσαμε τη λύτρωση με δέος ελευθερίας.

ΜΥΣΤΑΓΩΓΙΑ
Τα μάτια σου,
μια θάλασσα πλατιά γαλάζια
δίχως άκρη και τελειωμό,
σειρήνειο κάλεσμα μυστικό
σε πεθυμιές και θύμησες.
Επέστρεφε η γη στα όριά της.

Τα μάτια σου,
ένας απέραντος ουρανός
δίχως ανατολή και γέρμα,
θέλγητρα πρώτου πειρασμού,
χρώμα κι αντίλαλος του πόθου.
Άντεχε στο μεγαλείο της η ζωή.

Τα μάτια σου,
δρόμος μακρύς απερπάτητος
δίχως αφετηρία και τέρμα,
ταξίδι ονείρου και φυγή,
φως, ηχώ κι επιστροφή.
Ημέρευε τη βιάση του οχρόνος.

Το κορμί σου,
σεπτός ναός αλειτούργητος
δίχως άβατο και μύστη,
ρίγος η προσευχή και πανικός,
θαύματα οι ευχές και τυραννία.
Ικέτευαν οι θεοί την οδύνη.

Το κορμί σου,
δισκοπότηρο θείας κοινωνίας
δίχως μετανιωμό και σχώριο,
μυσταγωγία κι έκσταση,
θυσιαστήριο ζωής και θανάτου.
Ομολογούσαν οι θνητοί την αθανασία.

Το κορμί σου,
λαχτάρας ανθοβόλημα και μύρο
δίχως μέρωμα και τόπο,
πετάρισμα η νιότη και χορός,
ζωή το κορφολόγημα και μέθη.
Γόργευε η αιωνιότητα και η πτώση.

ΟΝΕΙΡΑ ΚΑΙ ΙΚΕΣΙΕΣ

Φέραμε την αγρύπνια μας ως το ξημέρωμα.
Με συντριβή και χωρίς παραιτήσεις.
Άσκεπο το πρωί κι η μέρα αναποφάσιστη.
Χωρίς χρώμα και χειροκρότημα.
Κανένας έπαινος κι ασπασμός.
Ούτε μια βλαστήμια.
Έσκυβε πάλι η ζωή υπομονετικά σ’ επιταγές και νουθεσίες.
Μικρό φορτίο η συνήθεια,θρίαμβος η υπακοή
και μεγαλείο η συνέχεια και η ομοιομορφία.
Μα αυτή,βιασύνη αβόλευτη κι αστέγαστη φυγή,
δραπέτευσε από ανακωχές κι εκεχειρίες.
Την είδα να στέκεται ερώτημα και προτροπή
στην άκρη του αταξίδευτου ουρανού,
μπροστά από τα όνειρα και τους ανθρώπους,
βέβαιη για το μακρύ και ασχεδίαστο ταξίδι,
μύχια ευχή,χωρίς απαντοχές κι επιστροφή,
ίδια η άβυσσος, ο φόβος και η οργή.

Τους θεούς τους είχε σκοτώσει αποβραδίς.
Τους ειδήμονες και τους προστάτες
τους είχε αφήσει αδικαίωτους στην πρώτη σιωπή
και μένα,ένοχα κι επώδυνα να ισορροπώ
στους δισταγμούς και τις αντιφάσεις.
Μ’ ατίθαση ματιά γρίκαε το μερτικό της
πίσω από το μούχρωμα της ήσυχης ημέρας,
συνείδηση καθαρή και μνήμη από το μέλλον.

Ξημέρωνε μ’ ένα επινίκιο σάλπισμα
πάνω από τ’ απροσανατόλιστα σταυροδρόμια,
στις κλειστές γωνιές και τους λαχανιασμένους δρόμους,
κόκκινη αντηλιά στον ίσκιο της
και ρωγμή βαθιά στη σιγουριά μου.
Την είδα σειρήνα του χαμού,του λυτρωμού γητεύτρα,
λεύτερη να μετρά με ουρανό τον κόσμο
κι εγώ αφτέρουγος από τη γη να ικετεύω
νωρίτερα από τ’ όνειρο στο γέρμα να μην φτάσει.


https://simiomatario.gr/category/simiomatografoi/to-simiomatario-toy-giorgoy-alexnadri

https://pixabay.com/photos/hot-air-balloon-lake-balloon-sky-736879

Μην χάνετε καμία ενημέρωση, εγγραφείτε στα ενημερωτικά μας email!

Γιώργος Αλεξανδρής

Ο Γιώργος Αλεξανδρής γεννήθηκε στο Πετρωτό Τρικάλων όπου και έζησε τα παιδικά του χρόνια. Τελείωσε το Γυμνάσιο Φαρκαδόνας και σπούδασε στη Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία Ιωαννίνων και σήμερα είναι συνταξιούχος Δάσκαλος και μένει στα Τρίκαλα. Ασχολείται με την ποίηση και την αρθρογραφία. Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά και διατηρεί το ποιητικό ιστολόγιο: www.alexandris23.net Από τις εκδόσεις ΑΠΟΠΕΙΡΑ κυκλοφόρησαν σε ένα βιβλίο δυο ποιητικές του συλλογές: ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΗΣ -Ω και ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΑΝΤΙΦΩΝΗΣΕΙΣ.

Αφήστε μια απάντηση