Ακολουθία σε τόνο μνήμης, στο ΣημειΩματάριο υου Γιώργου Αλεξανδρή
ΣΠΟΥΔΗ ΚΑΙ ΔΙΚΗ
Τα θαύματα γίνονται στους δρόμους,
εκεί που ανασαίνει η ζωή.
Να τα σηκώνουν οι άνθρωποι στους ώμους
και να ξαφνιάζονται οι εύθραυστοι θεοί.
Πάντα την αιφνιδίαζε η περισυλλογή,
όταν ύποπτοι φόβοι της έσκαβαν την ψυχή.
Μοιάζει με κραυγή η βιασύνη
και με πληρότητα η σιωπή.
Ας ήταν να γινόταν δικαιοσύνη,
ο χρόνος, ο χώρος και οι περαστικοί.
Πάντα την σταύρωνε η τρέχουσα λογική,
καθώς την άφηνε έκθετο απολογητή.
Το γέλιο είναι των θεών κληρονομιά,
ένσταση των θνητών και δημιουργία,
για να είναι το μεγαλείο τους λευτεριά
σπουδή και δίκη στην ίδια λειτουργία.
Πάντα σχεδίαζε σ ́ αυτή τη διαδρομή
ακόμα μία δέσμευση και νέα ανατροπή.
Να ζεις το απόλυτο ως αναφορά
μικρόψυχο φαντάζει και συνετό,
γιατί είναι το «πιο πολύ» κάθε φορά,
τόσο απόμακρο και τόσο προσωπικό.
Πάντα με δέος ανακάλυπτε πως η ζωή
δεν είναι επανάληψη ούτε αντιγραφή.
ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΛΑΘΕΨΑΜΕ
Μπορεί και να λαθέψαμε, εμείς οι θνητοί,
όταν σε στιγμές αυτογνωσίας και ειλικρίνειας,
με περίσσευμα πνεύματος και ψυχής
αποφασίσαμε ν’αναγνωρίσουμε στους θεούς
την αξιοσύνη και το διαφέντεμα της ζωής
και κρατήσαμε για μας,
την αξιοπρέπεια και τη γενναιοψυχία
ως αρετές κι αξίες που ταίριαζαν
στη συνείδηση και τη μεγαλοπρέπειά μας.
Μπορεί και να λαθέψαμε, εμείς οι θνητοί,
όταν μετρώντας τις δυνάμεις του μυαλού
και της καρδιάς τις αντοχές,
τις βρήκαμε περισσότερες απ’ όσες αντέχαμε
κι εκτιμήσαμε ως αδικαιολόγητη υπερβολή
κι επικίνδυνη την αυτοπεποίθησή μας
που θα μας έφερνε σ’ αντιπαράθεση με τη μικρότητά μας
και θα μας βύθιζε στις εφιαλτικές ενοχές
και στης καταστροφής τη δίνη.
Μπορεί και να λαθέψαμε, εμείς οι θνητοί,
όταν αποφύγαμε την πρόκληση του ενστίκτου
και φοβηθήκαμε στο άγνωστο να βγούμε,
ν’ αναζητήσουμε τις καταβολές μας
και να ερμηνεύσουμε την ταύτισή μας με το θείο
πιότερο ως ιδανική πληρότητα
και λιγότερο ως ολοκλήρωση,
αφήνοντας τ’ απόμακρο μεγαλείο στους θεούς
και κρατώντας για μας την προσιτή υπέρβαση.
Μπορεί και να λαθέψαμε, εμείς οι θνητοί,
όταν με φειδώ κι αιδημοσύνη
προσανατολίζαμε τη ζωή μας
σε σταθερές αφετηρίες και βέβαιους τερματισμούς,
αφήνοντας τ’ ακέραιο στους θεούς,
μ’ αναίδεια κι αφ’ υψηλού να βλέπουν,
τ’ απρόβλεπτο και αυτονόητο να λυμαίνονται,
κρατώντας για μας της προσαρμογής το θάρρος
σ’ έναν αγώνα με νικητές και ηττημένους.
ΚΑΙ Η ΜΝΗΜΗ ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟ ΦΩΣ
Πορεύτηκε στον ορίζοντα της ανατροπής,
που τόλμησε να πιστέψει πως υπάρχει
και κατάφερε ν’ ανθίσει προχωρημένα χρόνια,
σπαταλημένα σε διάτρητους και γερασμένους αιώνες.
Κι ανυψώθηκε πάνω απ’ την οικεία του άβυσσο,
της σκοτεινής βεβαιότητας κι εγκαρτέρησης,
αυτής που θεωρούσε ότι κατέχει και ελέγχει
και την αρνήθηκε, υποκύπτοντας με σύνεση
στον ανυπότακτο κι αυτάρεσκο πειρασμό,
να διαθέσει τον αξόδευτό του εαυτό,
άλλοτε στη σώφρονα λήθη του θεού
και άλλοτε στην υπερβατική μνήμη των ανθρώπων.
Σώριασε όλες του του νου τις αγρύπνιες
και της ψυχής του τις σταυρώσεις
μπροστά στο άγνωστο και το αληθινό,
χωρίς άλλοθι στο κενό και το συμβιβασμό,
με την παρήγορη αίσθηση της συμφιλίωσης
για τα χαμένα χρόνια και τα άπραγα λόγια,
με τη μοναχική αίσθηση της ανωτερότητας,
αυτής που τον συντρόφευε σε κάθε παραίτηση
από κάθε κάλεσμα και κάθε ολοφυρμό,
κι έμεινε απροστάτευτος από κάθε δισταγμό,
να μπορεί να φοβάται πως είναι ο εκλεκτός
χωρίς να εκδικείται καμία εποχή.
Τώρα, τα όνειρα που σμίλευε ως λάφυρα ζωής,
ευτύχησε να τα συγκρίνει πιο φτωχά
απ’ τις στιγμές που βίωσε ανθρώπινα κι απλά,
γιατί εκείνα είχαν όνομα και τούτες ανασαιμιά.
Και η μνήμη του που αγρίευε σε θλιβερά τοπία,
αστράφτει φλόγα πια και καθαρτήριο φως,
άμωμη μπροστά στο ανάγλυφο των καιρών
και διαχέεται πνεύμα λύτρωσης και πνεύμα αρμονίας
στη μήτρα της αιωνιότητας και στον ιστό της γνώσης.
Μνημόνευσε τα πάθη του μ’ αντίδωρο σοφίας
και παραδόθηκε συμπόσιο σ’ αυριανές γιορτές,
να ’χει η ζωή αντίκρισμα, σ’ ανθρώπων ευλογία.
ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΣΕΝΑ ΚΙ ΑΛΛΟΙ
Να σε σημαδεύει τ’ απλωμένο χέρι του ζητιάνου
και συ να πορεύεσαι άτρωτος το δρόμο της ευθύνης,
απρόσβλητος κάτω από την πανοπλία της ψευδαίσθησης
κι ευτυχής στης ψυχής σου τη μακάρια δεσποτεία,
πως έδειχνε και στιγμάτιζε της πολιτείας το χρέος,
μη θαρρείς πως πρωτοτύπησες που ξέφυγε της προσοχής σου
ούτε πως εξιλεώθηκες που υπέκυψες στην οργή σου.
Ανύποπτοι, πριν από σένα διαβήκαν κι άλλοι.
Να σε γυμνώνει το γυμνασμένο βλέμμα του τσιγγάνου
και συ να υποπτεύεσαι ως αγυρτεία τις δοκιμές του,
οχυρωμένος στην ασφαλή μικρότητα του νου
κι αλώβητος στην άστεγη αλητεία της αλαζονείας,
πως ενίσχυε η εποπτεία του του κόσμου τη δυσπιστία,
μη νομίζεις πως απέφυγες στο δρόμο να δυστυχήσεις
ούτε και πως λυτρώθηκες με ειλικρινείς δεήσεις.
Αμύητοι, πριν από σένα προσευχηθήκαν κι άλλοι.
Να σε καρφώνει η ασπούδαστη γλώσσα του μετανάστη
και συ ν’αντρειεύεσαι σε μια περιτειχισμένη πατρίδα
ανέγγιχτος απ’ την καθημερινή εγχώρια εξορία
και συνεπής στην απόκρυφη εθνική μονομανία,
πως διέρρηξε το φόβο σου και την ιστορία,
μην αισθάνεσαι πως κέρδισες του πολίτη τη γοητεία
ούτε και πως κατέθεσες στην υστεροφημία μνεία.
Ασπόνδυλοι, πριν από σένα το καυχηθήκαν κι άλλοι.
Να σε διαβαίνει και να σε καθαιρεί η δόκιμη νιότη
και συ να στρατεύεσαι πιστός, μ’ αναφορές τυπολατρείας,
αυτόκλητος στην άρνηση, της τάξης συνταγμένος
και ευτυχής που πρόλαβες ασύμμετρες προκλήσεις,
πως ήταν επικίνδυνες κοινωνικές αναρριχήσεις,
μη νιώθεις πως δοκίμασες τις αντοχές της πίστης
ούτε και πως λειτούργησες στη συνοχή της φύσης.
Αυτόμολοι, πριν από σένα το αρνηθήκαν κι άλλοι.
Να σε μαυλίζουν οι μύστες του ήχου και της εικόνας
κι εσύ να απογοητεύεσαι στην αίσθηση της ανάγκης,
ανήσυχος που γλίστρησε η απορία στη σιωπή
και δυστυχής στην τυραννία της κοινής αποδοχής,
πως σε ρημάζουν και σου αδειάζουν την ψυχή,
να νιώθεις πως δε χάθηκε το πείσμα του ονείρου
ούτε και πως χρεώθηκες μόνος τη μοναξιά.
Πριν από σένα, μαζί με σένα, ονειρευτήκαν κι άλλοι.
Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΕΠΟΧΗ
Ανέσυρε νοσταλγικά από αυριανές ημέρες,
μνήμες της χειραφετημένης γενιάς του,
μαθητείες και κατακτήσεις αυτόνομης πορείας,
μύχια καθώς λευτερώθηκε από τη βία της ιστορίας
και την ανάγκη της συνέχειας και της προοπτικής.
Φυλλομέτρησε με ενθουσιασμό αιρέσεις και ανατροπές,
ψηλάφησε μ’ ευφορία οράματα και δημιουργίες
κι ευτύχησε πρεσβευτής μιας δόκιμης εποχής,
με ορισμό το σεβασμό και όνειρα για ορίζοντες.
Ήθελε ν’ ανήκει στην εποχή του.
Όμως δεν ήταν αυθεντικοί ούτε κι ασύλητοι οι καιροί
παρά γυμνός απόηχος προσδόκιμων αυθαιρεσιών,
παλιών επινοήσεων πλοκή κι ενοχικών αναθημάτων.
Και σάστισε που θήτευε στη δυναστεία της διδαχής,
που ανακάλυπτε το λόγο του σε ξένες προφητείες
και μάθαινε τη μίμηση και την αποδοχή
ως λυτρωτική κατάκτηση και ολοκλήρωση προσωπική.
Ήθελε να του ανήκει η δική του εποχή.
Ανοιχτή κι αμφίδρομη, χωρίς αναφορές και δικαιώσεις,
αναλλοτρίωτη από πρότυπα χρησμούς και δικαιώσεις,
θέσπισμα ομόθυμο χωρίς ιδανισμούς και πιστώσεις.
Και διεκδίκησε τη δική του ακηδεμόνευτη εποχή.
Όλα δεν είχαν ειπωθεί, όλα δεν είχαν γίνει.
Περίσσευε η γνώση και η ασχημάτιστη ορμή,
το δικαίωμα στο όνειρο και η ελευθερία στη ζωή.
https://simiomatario.gr/category/simiomatografoi/to-simiomatario-toy-giorgoy-alexnadri
https://pixabay.com/photos/concept-abstract-painting-artwork-5183469
