Οι ήχοι
αυτοί οι σαλευτές του νου μου
έρχονται,
έρχονται στις μεγάλες σιωπές
που φέρνουν οι λύπες
έρχονται,
έρχονται αδιάντροποι πότες
της υδαρής ζωής μου.
Έρχονται να ρουφήξουν άπληστα
το απόσταγμα της μνήμης μου
τη λίμνη των δακρύων μου
σεσημασμένοι κλέφτες
των αδύτων μου
έρχονται,
έρχονται να αρπάξουν
τα στολίδια της ψυχής μου
των θεών μου τις υποσχέσεις
κρυμμένοι πάντα στα βαθιά σκοτάδια
των απελπισμένων εκκλήσεων
και των αποδιωγμένων φρικαλεοτήτων.
Έρχονται
και είναι αστείο
αλλά χαίρομαι,
χαίρομαι
γιατί δεν τους ακούω πια
χαίρομαι
γιατί,
γιατί επιτέλους δεν έχουν τίποτα να πάρουν
και τίποτα να πουν.
Χαίρομαι
γιατί,
κατέχτησα πια το απόρθητο
και ύψωσα περήφανος τη σημαία μου
άκρως επαρμένη επί ιστού να κυματίζει
στου απόλυτου κενού την επικράτεια
