Η Ρώνη Νικολάου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1980 και είναι μητέρα δύο παιδιών. Σπούδασε Χημεία Τροφίμων και απέκτησε δύο μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών: ΜΒΑ με ειδίκευση στον κλάδο Finance & Banking και MSc – Hospitality & Tourism από όπου αποφοίτησε ως αριστούχος. Είναι υπότροφος του ιδρύματος John and Mary Pappajohn Business Plan Award. Μιλάει αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά και ισπανικά. Ολοκληρώνοντας τον πρώτο κύκλο σπουδών της, εργάστηκε στο Μικροβιολογικό και Φυσικοχημικό τμήμα Ποιοτικού Ελέγχου μεγάλης πολυεθνικής εταιρίας, ενώ στη συνέχεια έκανε τα πρώτα της βήματα στον επιχειρηματικό κόσμο. Σήμερα συνεχίζει την επιχειρηματική της δραστηριότητα στον κλάδο του τουρισμού. Μεγάλες της αγάπες το Kung Fu και η αστρονομία. Λατρεύει το διάβασμα και το γράψιμο. Το κέντημα αποτελεί την πρώτη της συγγραφική απόπειρα, πραγματοποιώντας έτσι ένα όνειρο που είχε από παιδί.
·Αν το βασικότερο χαρακτηριστικό σας ταυτιζόταν με κάποιο σημείο στίξης, αυτό θα ήταν;
Θα επέλεγα την Άνω Τελεία. Στο σημειολογικό σύστημα είναι ένα σημείο στίξης με το οποίο ομαδοποιούμε και ταυτόχρονα διαφοροποιούμε τις πληροφορίες που λαμβάνει ο αναγνώστης. Κάπως έτσι θα έλεγα ότι λειτουργώ και εγώ: Ομαδοποιώ και ταυτόχρονα διαφοροποιώ, συνδέω και ξεχωρίζω.
·Οδηγεί άραγε, η τριβή με τη λογοτεχνία στον δρόμο προς την αυτογνωσία;
Θα έλεγα ότι οποιοδήποτε είδος λογοτεχνίας φέρει και ένα κομμάτι της ψυχής του συγγραφέα. Και προκειμένου να “καταθέσει” κανείς την ψυχή του, θα πρέπει πρώτα να τη γνωρίσει, πράγμα που αναπόφευκτα οδηγεί προς την αυτογνωσία.
·Ποια είναι τα κυριότερα οδόσημα σε αυτή τη διαδρομή;
Πρότυπο για αυτό που είμαι, αποτελεί ο πατέρας μου. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι σε εκείνον είναι αφιερωμένο το πρώτο μου βιβλίο “Το κέντημα”. Από εκεί και πέρα όμως, θεωρώ πως και εγώ η ίδια εξελίχθηκα, πατώντας γερά στις βάσεις που μου έθεσε, χτίζοντας ουσιαστικά πάνω στα βήματά του. Και όλο αυτό το οικοδόμημα, το “απόσταγμα” σοφίας αν θέλετε, αποτυπώνεται στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου μου, το οποίο και θα χαρακτήριζα ως “οδόσημο ζωής”.
·«Το κέντημα» είναι ο τίτλος για το άρτι αφιχθέν μυθιστόρημά σας. Τι σας οδήγησε στη συγγραφή του;
Σας έχει τύχει ποτέ να κάνετε μια όμορφη σκέψη; Ή για να το θέσω καλύτερα, μια εύστοχη σκέψη, μια σκέψη που διαφέρει από τις άλλες; Μια σκέψη που θα θέλατε να κρατήσετε και να την μοιραστείτε με τους άλλους;
Έτσι ξεκίνησα και εγώ. Στην αρχή έλεγα “θα την θυμηθώ και θα την γράψω κάπου αργότερα”, όμως στη συνέχεια την έχανα, την ξεχνούσα και όταν προσπαθούσα να την ανακαλέσω στην μνήμη μου, καταλάβαινα πως είχε χάσει τη μαγεία της πρώτης στιγμής. Και πραγματικά λυπάμαι για όλες εκείνες τις σκέψεις που άφησα να χαθούν. Έτσι αποφάσισα να αρχίσω να τις γράφω. Είχα πάντα μαζί μου ένα μικρό σημειωματάριο και κατέγραφα όλες τις μικρές μου σκέψεις, όπως τις ονόμαζα.
Έτσι και ξεκίνησε. Αρχικά δεν υπήρχε κάποια συγκεκριμένη πλοκή στο μυαλό μου, όμως υπήρχαν όλες εκείνες οι μικρές μου σκέψεις και η μεγάλη μου ανάγκη να εκτονώσω τη δική μου εσωτερική ενέργεια καθώς κάτι προσπαθούσε να μου πει.
Όταν ξεκίνησα να γράφω, τότε ήταν που όλα απέκτησαν νόημα. Θυμάμαι τις ώρες που οι σκέψεις με ξεπερνούσαν και το χέρι μου δεν προλάβαινε να γράφει, καθώς πήγαινε σχεδόν από μόνο του. Κάθε λέξη, κάθε πρόταση περνούσαν μπροστά από τα μάτια μου, λες και έβλεπα ταινία και ξαφνικά όλα συμπλήρωσαν το ένα το άλλο.
Δεν περίμενα ότι όλο αυτό θα κατέληγε σε μυθιστόρημα.
Εγώ απλώς προσπαθούσα να κρατήσω όλες αυτές τις σκέψεις μου ζωντανές και να τις αποτυπώσω στο χαρτί ατόφιες, έτσι όπως ξεπηδούσαν μέσα από το μυαλό μου.
·Ποιο είναι το κέντρο βάρους του;
“Το Κέντημα” είναι ένα μυθιστόρημα που ξετυλίγει την ιστορία της Κασσάνδρας και αποτελεί ουσιαστικά μια κατάθεση ψυχής. Μέσα από την ιστορία της θέλησα να σκιαγραφήσω μια μορφή βίας που παραμένει αθέατη, όμως λειτουργεί διαρκώς στο παρασκήνιο. Αποδομεί εκ των έσω και ακρωτηριάζει ψυχολογικά το θύμα και όταν έχει πλέον κάμψει κάθε του αντίσταση, αυτή κλιμακώνεται και περνάει από την ψυχολογική στη σωματική βία.
“Το κέντημα” όμως δεν αναφέρεται μόνο στη βία. Καθώς ξετύλιγα την ιστορία της, μπήκα σε σκέψεις και αναρωτήθηκα αν τελικά είναι μόνο η βία ή μήπως υπάρχει και κάτι βαθύτερο που πηγάζει από εμάς τους ίδιους και μας κάνει ευάλωτους. Οι απαντήσεις που έψαχνα να βρω με έκαναν να νοιαστώ, να σκεφτώ πώς μπορώ να βοηθήσω τους ανθρώπους, πώς μπορώ να κάνω τη διαφορά μέσα από αυτό το βιβλίο.
Η Κασσάνδρα συνειδητοποιεί πως η ζωή είναι σαν ένα κέντημα. Το σχέδιο προϋπάρχει και είναι το πεπρωμένο. Οι κλωστές είναι οι άνθρωποι με τους οποίους διασταυρώθηκαν οι δρόμοι της.
Όλοι ζούμε και υφαίνουμε και όλοι θέλουμε να έχουμε ένα όμορφο, στρωμένο σχέδιο. Όμως η πίσω πλευρά του κεντήματος μας αποκαλύπτει την αλήθεια. Ο τρόπος με τον οποίο το έχουμε υφάνει, το πόσους κόμπους κάναμε, πόσα μπλεξίματα δημιουργήσαμε, όλα αποτυπώνονται στην πίσω πλευρά του κεντήματος.
Αρκετοί άνθρωποι δεν καταφέρνουν να βρουν τη δική τους αλήθεια και έτσι δεν μπορούν να απελευθερωθούν από όλα αυτά που τους βασανίζουν και τους κάνουν ευάλωτους, με αποτέλεσμα να θυματοποιούν τον εαυτό τους.
Θα έλεγα λοιπόν ότι “Το κέντημα” είναι ένα βιβλίο που χαρίζει αυτά τα “άλλα μάτια” στους αναγνώστες. Είναι ένα βιβλίο που κουβαλάει γνώση και ανοίγει πόρτες και αυτό θεωρώ πως αποτελεί ουσιαστικά το κέντρο βάρους του.
·Οι ήρωές του στον χώρο και τον χρόνο;
Οι ήρωες του βιβλίου αποτελούν τις κλωστές του κεντήματος. Κάθε κλωστή έχει το δικό της χρώμα, τα δικά της χαρακτηριστικά, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τους ανθρώπους. Οι ήρωες “υφαίνονται” πάνω στο κέντημα της Κασσάνδρας και ξεδιπλώνονται στον χώρο και τον χρόνο, αποκαλύπτοντας το σχέδιό του.
Στο σημείο αυτό θα ήθελα να επισημάνω πως η κόκκινη κλωστή, η Κασσάνδρα δηλαδή, δεν είναι ένας γοητευτικός λογοτεχνικός ήρωας, δεν έχει κάτι το ξεχωριστό, δεν είναι ένας ήρωας που πρωτοστατεί, που πρωταγωνιστεί. Αυτό όμως που την κάνει ιδιαίτερη είναι το γεγονός πως η Κασσάνδρα είναι ο καθένας από εμάς. Ο κάθε αναγνώστης μπορεί να ταυτιστεί μαζί της, καθώς η Κασσάνδρα ουσιαστικά αποτελεί τον καθρέφτη του εαυτού μας.
·Συνταξιδιώτες σας σε αυτή τη διαδρομή, είναι… ;
Θα απαντούσα κατηγορηματικά πως συνταξιδιώτης μου σε αυτή τη διαδρομή είναι η Κασσάνδρα. Μέσα από την ιστορία της θεωρώ πως συμπορεύτηκα μαζί της, έκανα και εγώ το ταξίδι της, διδάχτηκα από αυτή.
Έμαθα να βλέπω τον κόσμο με αυτά τα “άλλα μάτια” που μου χάρισε και έγινα καλύτερος άνθρωπος. Γύρισα και εγώ το κέντημα της ζωής μου από την πίσω πλευρά και τακτοποίησα τις κλωστές του. Συμφιλιώθηκα με τον εαυτό μου και έτσι έγινα πιο ανθεκτική σε κάθε μορφή βίας. Έγινα πιο αισιόδοξη και πιο ευτυχισμένη. Έμαθα να ζω καλύτερα και να συνυπάρχω πιο αρμονικά με τους ανθρώπους γύρω μου.
· Η σχέση σας με τη λευκή σελίδα; Συγκρουσιακή, δημιουργική ή τι άλλο;
Θα απαντούσα με σιγουριά “απελευθερωτικά δημιουργική”. Θεωρώ πως η λευκή σελίδα αποτελεί ένα πεδίο δράσης, όπου ο καθένας μπορεί να εκφραστεί ελεύθερα, να εκτονώσει την εσωτερική του ενέργεια, να αποτυπώσει τις σκέψεις του, να δημιουργήσει. Η λευκή σελίδα είναι ένας φίλος και συμπορευτής.
Η ερώτηση σας είναι συμπτωματικά πολύ εύστοχη, καθώς το τρίτο βιβλίο της σειράς με κεντρικό ήρωα την Κασσάνδρα, πάνω στο οποίο και δουλεύω αυτή τη στιγμή, ονομάζεται “Η λευκή σελίδα”. Αποτελεί ουσιαστικά τον επίλογο της ζωής της, κλείνοντας τον κύκλο μιας τριλογίας θα μπορούσα να πω, καθώς η ίδια βρίσκεται σε προχωρημένη ηλικία, έχοντας όμως φυλάξει την τελευταία της λευκή σελίδα. Δεν θα ήθελα να μπω σε περαιτέρω λεπτομέρειες καθώς είναι κάτι που ακόμα ζυμώνεται στο μυαλό μου και σίγουρα θα χρειαστεί τον χώρο και τον χρόνο του προκειμένου να ολοκληρωθεί.
·Ποιο συγγραφικό πεδίο θα θέλατε να εξερευνήσετε περισσότερο;
Η αλήθεια είναι ότι είμαι ανοιχτή σε όλα. Δεν έχω κάποια ιδιαίτερη προτίμηση και θεωρώ πως η δημιουργική ενέργεια που κρύβει ο κάθε άνθρωπος μέσα του δεν έχει πυξίδα και προσανατολισμό.
Υπάρχει μόνο αυτή η εσωτερική προτροπή που μας ωθεί προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση και που στην πραγματικότητα οι μοναδικοί περιορισμοί που μας κλείνουν τους δρόμους, είναι τα στεγανά του ίδιου μας του εαυτού.
·Αν διατυπώνατε μια μοναδική ερώτηση σε συγγραφέα της επιλογής σας αυτή θα ήταν…;
Είναι η ερώτηση που θα διατύπωνα σε κάθε συγγραφέα: “Τι σε ώθησε προς τη συγγραφή;”
·Ένας τίτλος – στίχος ως δείκτης του παρόντος κόσμου;
Το πρώτο και μοναδικό πράγμα που μου έρχεται στο μυαλό είναι τα λόγια του αείμνηστου Νίκου Καζαντζάκη:
«Πυραμίδα ο άνθρωπος. Στη βάση του το κτήνος, στην κορφή ο Θεός. Χρέος μας η ανηφόρα»
·Κι ένας αγαπημένος;
Ομολογώ πως αυτή η ερώτηση είναι και η πιο δύσκολη. Πώς θα μπορούσα να ξεχωρίσω κάποιον στίχο από τόσους αγαπημένους που έχω και που τους κουβαλάω κάθε μέρα στο μυαλό μου; Αμφιταλαντεύομαι ανάμεσα στον Ισοκράτη και τον Αριστοτέλη, ίσως και τον Νικολάι Τέσλα. Όμως τελικά θα προτιμήσω τον Μάρκο Αυρήλιο από το έργο του “Τα εις εαυτόν”: “Σκάβε μέσα σου· μέσα σου είναι η πηγή του καλού και θα αναβλύζει πάντα αν πάντα την αναζητείς.”
