Από την αυτοαναφορικότητα στην κοινωνική ποίηση: Για την ποιητική συλλογή του Δημήτρη Μπαλτά. Υπό καθεστώς ομηρίας, Μετρονόμος, 2025.
Ο Δημήτρης Μπαλτάς σπάει τον φαύλο κύκλο της αυτοαναφοράς που χαρακτηρίζει σημαντικό μέρος της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής και επιχειρεί να μετασχηματίσει την ποίηση σε γλωσσικό εργαλείο αντίστασης. Η αυτοαναφορικότητα, ωστόσο, δεν εγκαταλείπεται· αλλάζει λειτουργία. Το ποίημα εξακολουθεί να αναμετριέται με τη γραφή και με τα όριά της, μόνο που η αναμέτρηση αυτή δεν αποτελεί πλέον τον τελικό του προορισμό. Γίνεται το σημείο εκκίνησης για την επιστροφή του ποιητικού υποκειμένου στον εξωτερικό κόσμο.
Αυτή η μετατόπιση είναι καίρια για την ανάγνωση της συλλογής. Η ποίηση δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως προσωπικό καταφύγιο απέναντι στη μοναξιά, στην απώλεια ή στη φθορά. Το ποιητικό υποκείμενο επιχειρεί να εξέλθει από τον εαυτό του και να συναντήσει ένα ευρύτερο κοινωνικό σώμα, συχνά βουβό και παθητικό απέναντι σε όσα συμβαίνουν γύρω του. Η ατομική «ομηρία» συναντά έτσι τη συλλογική: προσωπικές διαψεύσεις, φόβος και μνήμη συνυπάρχουν με κοινωνικές πιέσεις, σχέσεις εξουσίας και μορφές καθημερινού εγκλωβισμού.
Γι’ αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία η καταληκτική δήλωση στο «Έγκλημα»: «Κι αν εσείς απαντάτε με γκλομπ και μολότοφ / εγώ απαντώ με τούτο το ποίημα». Εδώ η αυτοαναφορά παύει να αποτελεί κλειστή συνομιλία της ποίησης με τον εαυτό της. Με τον στίχο, «τούτο το ποίημα» η ποιητική δημιουργία μεταβάλλεται άμεσα σε μια απάντηση, δηλαδή πράξη λόγου που διεκδικεί θέση μέσα στην πραγματικότητα. Ο ποιητής δεν αντιπαραθέτει στη βία μια άλλη μορφή βίας· αντιπαραθέτει τη γλώσσα, τη δυνατότητα να κατονομάσει, να καταγγείλει και να καταστήσει ορατό εκείνο που διαφορετικά θα παρέμενε στη σιωπή.
Στην κατεύθυνση αυτή λειτουργούν και τα εκφραστικά μέσα της συλλογής. Η μεταφορά και η παρομοίωση δεν αποτελούν απλό ποιητικό διάκοσμο. Όταν οι ώρες «σέρνονται βαριές σαν πατήματα αρκούδας» ή όταν ο φόβος αποκτά την υλικότητα μιας «λεπίδας», η αφηρημένη εμπειρία του εγκλωβισμού μεταφέρεται στο σώμα. Αποκτά βάρος, κίνηση, απειλή. Αντίστοιχα, το «κάστρο» που πρέπει να παραμείνει άπαρτο μπορεί να διαβαστεί ως εικόνα ενός τελευταίου χώρου άμυνας: ενός εσωτερικού τόπου που η γραφή προσπαθεί να προστατεύσει από τη φθορά του εξωτερικού κόσμου.
Έτσι, στο Υπό καθεστώς ομηρίας η ποιητική γλώσσα δεν αρκείται να περιγράψει την ομηρία· επιχειρεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις υπέρβασής της. Δεν πρόκειται για μια εύκολη ή αισιόδοξη έξοδο ούτε για την ψευδαίσθηση ότι ένα ποίημα μπορεί από μόνο του να αλλάξει την κοινωνική πραγματικότητα. Πρόκειται περισσότερο για την άρνηση της σιωπής. Απέναντι στο βουβό και παθητικό κοινωνικό σώμα, ο ποιητικός λόγος διεκδικεί το δικαίωμα της φωνής. Και ακριβώς εκεί η ποίηση του Μπαλτά αποκτά την αντιστασιακή της διάσταση: όταν από καταφύγιο του ποιητικού υποκειμένου μετατρέπεται σε γλώσσα καταγγελίας που επιχειρεί να αφυπνίσει, να θάλλει και, τελικά, να εμπνεύσει.
https://simiomatario.gr/category/zoi-texni-life-art/logotexnia/to-simiomatrio-tou-sotiri-nousia
