Η Μαίρη Κλαμπούρα γεννήθηκε στην Λάρισα, τον Ιούνιο του 1993. Ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών το 2016 και το 2020 αποφοίτησε από την Σχολή Κινηματογράφου και Τηλεόρασης Λυκούργου Σταυράκου με ειδίκευση στη σκηνοθεσία. Το 2026 ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό της στην Εκπαιδευτική Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφου. Το 2014 ήταν βοηθός παραγωγής, ηθοποιός και συγγραφέας του θεατρικού έργου Ερωτική Ρωγμή (Η παράσταση ανέβηκε στο Θέατρο Αγορά, στην Πάτρα). Έχει γράψει και σκηνοθετήσει τέσσερις ταινίες μικρού μήκους, οι οποίες έχουν διακριθεί τόσο σε ελληνικά, όσο και σε διεθνή φεστιβάλ (Greek International Film Festival of Toronto, Mpumalanga International Film Festival, Chania Film Festival and Chania Film Festival Edu, Athens International Digital Film Festival AIDFF, International Film Festival of Larissa – Thessaly κ.ά.) Έχει εργαστεί ως Θεατρολόγος σε Κέντρο Δημιουργικής Απασχόλησης Παιδιών (ΚΔΑΠ) και υπήρξε μέλος της οργανωτικής επιτροπής του 16oυ Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Λάρισας. Έχει παρακουλουθήσει σεμινάρια Ειδικής Αγωγής στην Εκπαίδευση (Πανεπιστήμιο Μακεδονίας), Social Media Marketing, Σχολικής Ψυχολογίας (Πανεπιστήμιο Αιγαίου) και Διδασκαλίας της Φιλοσοφίας σε Δημοτικά Σχολεία (ΕΚΠΑ). Τον Μάρτιο του 2026, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μετρονόμος η πρώτη της ποιητική συλλογή Δαφοινόν δέρμα.
Μοιάζεις με σεληνιακή σκόνη.
Οι διακυμάνσεις της βαρύτητας:
ο διακεκομμένος ύπνος μιας καμπάνας·
πάνω σου πέφτω σα να περπατώ σε όνειρο·
μια σκηνοθετημένη άπνοια του εγκεφάλου.
Είσαι λεία σαν όραμα
και πολύχρωμη σαν αχάτης·
ξαφνικά θέλω να διακωμωδήσω
τον μανδύα από συρματόπλεγμα
που με σκεπάζει απαράλλαχτος
εδώ και χρόνια.
Κουράστηκα να θάβω τις σφαίρες μου στο χιόνι
και να ικετεύω για μια μικρή έκρηξη.
Επιτέλους, εσύ με καις ολόκληρη..
Η βασαλτική λάβα σου, δεν κρυώνει ποτέ
κι εγώ είμαι το αδηφάγο σύμπαν.
Το άρωμά σου
μένει ασάλευτο στο δέρμα μου
-ένα βουβό, μειλίχιο ψάρι
καθηλωμένο στην παρείσακτη κορνίζα
μιας λίμνης παγωμένης·
μια γάτα προσπαθεί ματαίως να το πιάσει..
Κάθε φορά που με φιλάς
ξεχνώ το παρελθόν μου και τις μάγισσες.
Ξεχνώ ακόμη και το σπίτι μου
που ήταν πάντα εκείνο το βαθύ-
μα ορθάνοιχτο- πηγάδι μες στο δάσος.
Έκανες να με ακολουθήσεις..
«Μέσα σ’ ένα πηγάδι βλέπει κανείς καλύτερα τ’ αστέρια»,
σκέφτηκα να σου πω.
«Όμως, ποιος θα τολμούσε να κατέβει στο πηγάδι αυτό,
χωρίς σκοινί;»
Κανείς, είπα σε μένα.
Σου έπιασα το χέρι
και περπατήσαμε μαζί κοιτώντας το φεγγάρι
που εκείνη τη βραδιά είχε το χρώμα
από το αγαπημένο σου ποτό.
Ο φόβος έχει ήδη ακονιστεί σαν ποίημα
που μαχαιρώνει δίχως έλεος.
Δεν ξέρω αν αυτή είναι η αρχή ή το τέλος
μα ό,τι κι αν συμβεί,
σ’ ευχαριστώ που στάθηκες και κοίταξες
για λίγο,
κάτω.
Το πηγάδι
