Τσιγάρο του χιονιού /Διατονική κλίμακα/Δύο εύθραυστοι κόσμοι/Φρέγια
Μετράω τα δευτερόλεπτα.
Κι επειδή όλα φωνάζουν στο κεφάλι μου
Μου βρίσκω αντιπερισπασμούς
Μαρία λέω τώρα κάποιος που σου μοιάζει μπορεί να χρόνομετράει ένα αυγό που βράζει.
Ασορτί με τις καρό πυτζάμες του.
Και αυτή η σκέψη με παρηγορεί.
Μελάτη συνήθεια.
Κάπου υπάρχει.
Κάποιος τη βρήκε
Κι αν λάβουμε υπόψη μας τις ξανθές χαμογελαστές κυρίες που μας εμψυχώνουν πίσω από τετράγωνες οθόνες αν μπόρεσε ένας μπορούμε όλοι
Μία μπουκίτσα για τα παιδάκια στα αμπάρια των πλοίων.
Λίγο ψωμάκι για τους ανθρώπους που κρυώνουν δίπλα μας.
Λίγος πορτοκαλής κρόκος για ο, τι στάζει στα στόματα όλων μας και μετά μόνοι μας πεθαίνουμε.
Να είδες βρε χαζό, τρώγεται η απόγνωση, αρκεί να είναι σε μικρές γουλίτσες
Αλλά τα ψέματα τελειώνουν γρήγορα και πρέπει αμέσως να σερβιριστούμε άλλο ένα.
Φέρνε μου μέχρι να σου πω σταμάτα.
Μπορεί τώρα κάπου κάποιος να ισιώνει ένα ατυχές κάδρο που ξέμεινε στον τοίχο.
Και να μην του κοστίζει τίποτα.
Τίποτα να κοιτάξει κατάματα τον τοίχο.
Και να μην τον πονάνε τα χέρια του μετά από τόσο μάταιο.
Μπορεί τώρα κάποιος να συμφιλιώνεται με τους υφάλους του.
Εντάξει αυτό δεν είναι ακριβώς παρήγορο και πίσω του βλέπω να τρέχουν μικρά χρυσοψαράκια που φωνάζουν βοήθεια, αλλά αν μείνω στη χρυσή κορνίζα αν αποκλείσω το περιεχόμενο κάτι γίνεται.
Γυάλα.
Ασφαλής.
Και γυάλινη.
Ωραία υλικό για εύθραυστα ονόματα.
Πρώτον μην κοιτάς πίσω σου.
Δεύτερον μην κοιτάς μπροστά σου
Και τρίτον μην κοιτάς.
Να είδες, άνθρωποι ήτανε, περάσανε.
Κι αν έφυγε ένας μπορεί όλοι.
Μετράω δευτερόλεπτα.
Αλλά αυτό που με βασανίζει στ’αληθεια είναι γιατί.
Θέλω να ξέρω
Αλλά η αλήθεια είναι σαν το ψέμα.
Τελειώνει γρήγορα.
Κι επειγόντως πρέπει να έρθει μία άλλη.
Προκάτοχος
Αναπληρώτρια.
Κι έξω είναι μία πόλη
Μόνη της.
Έτοιμη να είναι ειλικρινής
Με κάθε κόστος.
Εσένα δε σε σκέφτομαι.
Γιατί δε με συμφέρει
Όχι υπολογιστικά.
Παράλογα.
Λογικό άλμα.
Χάσμα.
Και λέω μην κανείς έτσι Μαράκι.
Μην τεντώνεις τόσο τη σκέψη σου προς το απροκάλυπτο κενό θα πέσεις και θα πεθάνεις.
Μπορεί και να ζαλιστεί ή μήπως ανάποδα.
Ωχ δεν ξέρω.
Μπορώ να ξαναρχίσω να μετράω ανθρώπους με καρό ζωές μπας και κοιμηθείς;
Και πάλι από την αρχή.
Εσένα λέω.
Που δεν βγάζεις νόημα.
Εσένα που είσαι τσέπη στον αναπτήρα μου
Και με δανείστηκες κι άναψες και δεν με επέστρεψες
Ή μήπως όχι με αυτή τη χρονική ανακολουθία.
Δεν θυμάμαι.
Κι ούτε πρόκειμαι.
Ωχ δεν ξέρω.
Γίνεται να το πάμε στο τέλος μας;
Να μας δω σκοτωμένους στο σαλόνι στο αθόρυβο ενώ θα τεντώνομαι να φτάσω το ποπ κορν και θα αναρωτιέμαι αν πλήρωσα το ρεύμα;
Και μετά να έρθουν οι φίλοι μου.
Και να τους πω κατεβαίνω.
Και να τρίβω το κόκκινο από το κόκκινο του κραγιόν μου από τα δόντια μου.
Και να γλεντήσουμε ως τα ξημερώματα την. ατυχήσασα στιγμή κι ο πρώτος τυχόντας να σου μοιάζει…
Ήταν πιο εύκολο.
Ένα μεγάλο Θ.
Κι εκπνοή.
Εκπνοή.
Εκπνοή.
Ήταν αμφίσημη.
Ένα μικρό τίναγμα της στάχτης.
Με τα χίλια πρόσωπα.
Δεν θυμάμαι.
Δεν ξέρω.
Δεν.
Ένα βράδυ
Έπλενα τα δόντια μου.
Κακές λέξεις.
Κακές.
Και μετρούσα τις φορές που τις άφησα να προπορεύονται.
Ενώ ήθελα μόνο να φωνάξω .
σκάσε.
Σκάσε.
Κι είδα έναν άνθρωπο σκυμμένο.
Ήθελε μόνο να μου φωνάξει.
Σκάσε.
Έναν άνθρωπο με την μία πλευρά καλή
Την άλλη μες στα αίματα.
Θυμήθηκα.
Από μία μικρή αντανάκλαση του ξυραφιού μου στον καθρέφτη.
Επιδεσμικά
Ο μισός γελούσε.
Άτοπα.
Κι ο μισός έφτανε με τα μάτια του μέχρι εδώ.
Ήταν.
Κάποιος φώναζε και τ’ όνομά μου.
Επιφανειακά.
Σχεδόν.
Όταν δεν τον έβλεπαν θυμήθηκα, τσιμπούσε τη μπλούζα του, πάνω από το δέρμα του.
Και μετά χαμογελούσε.
Άγνωστη.
Γιατί.
Εφηύρε μετά μία περασμένη ώρα
Και είπε να μου πουν είναι σα να μην έφυγες.
Τσιμπούσε τη μπλούζα του.
Πάνω από το δέρμα του.
Κι έψαχνε ολόκληρος μία μικρή χαραμάδα.
Συμφωνεί εκάστοτε.
Κι αυτό ενίοτε πονάει.
Έπλενα τα δόντια μου και αν είχα αργήσει μισό λεπτό να φτύσω τη σιωπή μου
Μπορεί και να είχαμε σωθεί.
Ένα Θ με χίλια πρόσωπα.
Μία μεγάλη στάχτη.
Σκάσε.
Σκάσε.
Δεν ήμουν εγώ.
Εγώ ήμουν.
Κι έφυγα.
Μελανή.
Κι απαστράπτουσα.
Επιδερμικά.
Διαχειρίσιμη
Και κατάλαβα.
Μέχρι να μην το αντέχω.
Δύο εύθραυστοι κόσμοι.
Κι η πόλη σε καμία ανακωχή.
Λέω να κρεμάσω τη ζακέτα μου στα μαλλιά μου.
Κι αν κανείς από αυτούς τους σκυφτοπεραστικούς αν κανείς από αυτούς τους περαστικούς που περνάνε σκυφτοί πάρει μία στιγμή να απορήσει
Να κουμπώσω ένα κουμπί της.
Κρυώνουν κι εσένα οι σκέψεις σου;
Μπορεί φυσικά να τον τρομάξω έτσι απροκάλυπτα ντυμένη.
Και μπορεί να φύγει.
Ή όχι.
Μπορεί να σκύψει κι άλλο.
Ώσπου να μοιάζει με τελεία.
Στη μεγάλη παράγραφο μίας παραγγεγραμμένης σιωπής.
Προδιαγεγραμμένη.
Μπορεί να πάρω το τετράδιο μου και να σκίζω φύλλα.
Έτσι.
Αυτή η παρτίδα θα αυτοκαταστραφεί σε μηδέν ατμόσφαιρες.
Μετά ένα μπαμ.
Και μετά
Επί τέλους
Τίποτα.
Ή μήπως αυτό έγινε το περασμένο φθινόπωρο.
Διάττων.
Και με ξεχνάει.
Εγώ είχα συγκεντρωθεί ολόκληρη στα μαλλιά της κυρίας που περνούσε.
Όλοι έμοιαζαν τόσο απελπισμένοι.
Ευτυχισμένα.
Αγαπούσαν ο ένας τον άλλον.
Κι ο άλλος τον άλλον.
Σκεφτόμουν τα αχτένιστα ξέφτια.
Κρατούσε κάτι που έκανε πώς είναι η γάτα της.
Και την έβαζε να μην κλαίει.
Ή ήταν.
Όσο ο ένας ήταν για τον άλλον.
Και του πέταγε ένα κουβάρι.
Που έκανε πώς είναι η ζωή τής.
Ή ήταν.
Κάποιος απ’ όλους ήταν ειλικρινής.
Έψαχνα έξοδο ικανή κι αναγκαία.
Κάποιος απ’ όλους ήταν ειλικρινής.
Έστω ότι η κυρία με την ανύπαρκτη Φρέγια.
Ήταν.
Μετά επειδή το προαίσθημα κύλησε ως τη διάψευση κατάπια μια μικρή στιγμή.
Ολόφωτη.
Και τα βρώμικα μαλλιά της αντίδοτο στις καθαρές κουβέντες.
Θες να φωνάζουμε μαζί κάτι που δεν υπάρχει;
Πόσο το προτιμώ.
Έλα να φωνάξουμε μαζί.
Φρέγια.
Να είναι ο, τι δηλώσουμε.
Άλλα τουλάχιστον να μην είναι.
Αγαπούσαν ο ένας τον άλλον.
Υποστηρικτικά.
Κι αμφίδρομα.
Το είδα τίτλο σε βιοτεχνία φασόν
Ταμπέλα.
Το είδα καθαρά.
Αφοσίωση και ΣΙΑ Α.Ε.
Και η κυρία με ό τι της άφησε η ζωή όταν τελείωσε μαζί της/η κυρία με τα άλλοτε μαλλιά/η κυρία με την υπαρκτή Φρέγια όσο ο ένας αγαπούσε επί του καθαρού κέρδους το κοινό ακαθόριστο εισόδημα /όσο ο ένας αγαπούσε τον έναν/κανένας πουθενά/όσο αυτός ο τόσο ένας/ψήλωνε στην παντομίμα/μίκραινε στη σκιά του/
Και τέντωνε το ψέμα του/Επέκταση.
Η κυρία με την ανύπαρκτη ανυπαρξία/στις δύο αρνήσεις η κατάφαση δώρο/
Ταμπλό βιβάν.
Ολοζώντανο.
Παρηγοριά.
Σε τόσο νεκρή ομόρρυθμη ευτυχία.
Ολοκάθαρη/σα μπίζνα.
Στις καμία αλήθειες οι δύο δώρο.
https://simiomatario.gr/category/simiomatografoi/simiomatario-sotiropoulou
