Η κοσμική ανάσταση του Massimo Recalcati
La Repubblica – 5 Απριλίου 2026
Πώς είναι δυνατόν να διαβάσει κανείς, ως μη πιστός, το χριστιανικό μυστήριο της ανάστασης; Τι μπορεί να μας συγκλονίσει σε αυτή την αφήγηση-γεγονός, αν δεν διαθέτουμε το χάρισμα της πίστης; Ο επιστημονιστικός κυνισμός της εποχής μας θα ύψωνε, σε αυτό το σημείο, το χέρι του με αποστασιοποίηση, για να δηλώσει με κατηγορηματική βεβαιότητα ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να αναστηθεί από τον θάνατο, επειδή ο θάνατος αποτελεί το αδυσώπητο πεπρωμένο μας. Η αφήγηση-γεγονός της ανάστασης του Χριστού θα ήταν τότε μια θλιμμένη ιστορία παρηγοριάς απέναντι στον πεπερασμένο και τραυματισμένο χαρακτήρα της ύπαρξής μας; Θα ήταν, απλούστερα, μια φυγή μπροστά στην αδιαπραγμάτευτη πραγματικότητα του τέλους μας; Κι όμως, απέναντι σε αυτόν τον αναγωγισμό, δεν θα μπορούσαμε να προσπαθήσουμε να αντλήσουμε ένα δίδαγμα από την εμπειρία του Αναστάντος;
Θα μπορούσε κανείς, καταρχάς, να παρατηρήσει μια εσωτερική αντίφαση που διαπερνά την ευαγγελική αφήγηση. Ο Ιησούς δεν είναι αθάνατος και, παρ’ όλα αυτά, νικά τον θάνατο. Η θέση του δεν είναι εκείνη που αποδίδεται μυθολογικά στους παγανιστικούς θεούς ή εκείνη που η ελληνική φιλοσοφία αναγνώριζε στην ψυχή, της οποίας ο πνευματικός χαρακτήρας δεν μπορεί να φυλακιστεί στο δεσμωτήριο του σώματος, σύμφωνα με την περίφημη πλατωνική εικόνα. Ο Ιησούς δεν αποφεύγει καθόλου τον θάνατο. Τον συναντά και τον διαπερνά. Η σύγκρουση με την εγγύτητά του ανοίγει μέσα του το άγχος που αγγίζει όλους τους ανθρώπους μπροστά στην προσέγγιση του τέλους τους. Και μάλιστα, όλη η διδασκαλία του εμπνέεται από μια βαθιά επιθυμία για ζωή. Γι’ αυτό αποκαθιστά την όραση στους τυφλούς και την ακοή στους κωφούς, γι’ αυτό επιτρέπει στους παραλυτικούς να ξαναπερπατήσουν και στους λεπρούς να καθαρθούν, γι’ αυτό απελευθερώνει άνδρες και γυναίκες από τις σχέσεις εξάρτησης, γι’ αυτό αποσπά τον Νόμο από το πνεύμα της εκδίκησης και της τιμωρητικής ανταπόδοσης. Με άλλα λόγια, δεν σταματά ποτέ, σε όλη τη διάρκεια της διδασκαλίας του, να ανασταίνει τη ζωή μέσα από τον θάνατο.
Η ανάσταση, λοιπόν, δεν είναι το γεγονός στο οποίο κορυφώνεται το κήρυγμά του, διότι αυτό το κήρυγμα εμπνέεται σταθερά από την καθημερινή αναγκαιότητα της ανάστασης. Οι άνθρωποι δεν είναι πλασμένοι για να πεθαίνουν, υποστήριζε η Hannah Arendt, αλλά για να γεννιούνται, να γεννιούνται άπειρες φορές. Όχι λοιπόν για να πεθαίνουν, αλλά για να εξεγείρονται, να ανασταίνονται αμέτρητες φορές. Για αυτόν τον λόγο, η πρώτη του προσευχή στον κήπο της Γεσθημανής είναι μια ικεσία προς τον Πατέρα, ώστε η ίδια του η ζωή να συνεχίσει να ζει, ώστε η γιορτή της ζωής να μη τελειώσει αλλά να συνεχιστεί αιώνια, ώστε να απομακρύνει από τα χείλη του το πικρό ποτήρι του θανάτου. Αν ο Ιησούς βιώνει τον θάνατο, τη Μεγάλη Παρασκευή και το Μεγάλο Σάββατο, τον σταυρό και την ταφή του άψυχου σώματός του στον τάφο, είναι επειδή η ζωή του είναι ριζικά ανθρώπινη. Στη Γεθσημανή έτρεμε σαν άνθρωπος, έκλαψε σαν άνθρωπος, ικέτευσε τον Πατέρα σαν άνθρωπος, βίωσε την προδοσία των δικών του και την απόλυτη εγκατάλειψη σαν άνθρωπος. Κανένας Θεός δεν τον προστάτεψε από το να είναι άνθρωπος. Κανένας Θεός δεν τον έσωσε από την ανθρώπινη ιδιότητά του. Ο σταυρός του είναι, υπό αυτή την έννοια, ο δικός μας σταυρός. Των πιστών και των μη πιστών.
Αλλά εδώ αγγίζουμε μια ακόμη εσωτερική αντίφαση στο γεγονός-αφήγηση της ανάστασης. Μετά την αποκαθήλωση από τον σταυρό και την ταφή του, μετά τον αποχωρισμό του από την ανθρώπινη ζωή, ο Ιησούς επανεμφανίζεται στους δικούς του. Το σώμα του, θερισμένο από τον θάνατο και χαμένο στη σιωπή του Μεγάλου Σαββάτου, βυθισμένο στο σκοτάδι, επιστρέφει στο φως της ημέρας. Δεν πρόκειται όμως για τη μαγική αναζωογόνηση ενός νεκρού ή για τη ζωή ενός φαντάσματος που επιστρέφει από τον Άδη. Ο τάφος παραμένει πράγματι άδειος, δεν επιδεικνύει μια παρουσία αλλά μια απουσία. Όμως αυτή η απουσία μετατρέπεται σε μια παρουσία που ακτινοβολεί. Για να σηματοδοτήσει, και αυτή είναι, στα μάτια μου, η βαθύτερη κοσμική διδασκαλία του χριστιανικού Πάσχα, ότι μέσα στον θάνατο δεν πεθαίνουν όλα. Υπάρχει ένα άφθαρτο υπόλειμμα που δεν παύει να εκπέμπει φως. Είναι ένα μεγάλο βιβλικό θέμα: εκείνο που απομένει δεν είναι απλώς αυτό που επιβιώνει, το σώμα του Αναστάντος δεν είναι ένα σώμα που επιβίωσε του θανάτου, αλλά εκείνο που επιτρέπει μια νέα αρχή.
Αυτό συμβαίνει στον Νώε, συμβαίνει στον Μωυσή, συμβαίνει στον Ιησού. Ένα άφθαρτο υπόλειμμα μαρτυρεί ότι ο θάνατος δεν μπορεί να είναι η τελευταία λέξη πάνω στη ζωή. Δεν διακυβεύεται ένα υπερφυσικό επεισόδιο αλλά μια συνάντηση που δεν παύει να επαναλαμβάνεται. Γι’ αυτό το σώμα του Χριστού επιμένει στις μεταπασχάλιες εμφανίσεις του στην ακτή της Θάλασσας της Γαλιλαίας, στο περπάτημα πλάι σε δύο μαθητές του καθ’ οδόν προς το χωριό Εμμαούς ή στο να δείχνει το τρυπημένο πλευρό του στους μαθητές του που είχαν συγκεντρωθεί μαζί. Και εδώ βρίσκεται η δεύτερη εσωτερική αντίφαση. Ενώ επιμένει να εμφανίζεται, δεν μπορεί παρά να αποσύρεται. «Μη μου άπτου» λέει κατηγορηματικά απευθυνόμενος στη Μαρία Μαγδαληνή, αφού εμφανίστηκε έξω από τον τάφο. Για να υποδηλώσει ότι αυτό που συνεχίζει να υπάρχει μετά τον θάνατο δεν ανήκει πλέον στην τάξη της απλής παρουσίας, αλλά της συνάντησης που δεν παύει να επαναλαμβάνεται.
Ο Ιησούς δεν υπήρξε, στη ζωή του, ένας δάσκαλος ανάμεσα σε άλλους, αλλά ένα γεγονός-συνάντηση που μεταμόρφωσε τις ζωές εκείνων που συνάντησε. Δεν μπορεί, υπό αυτή την έννοια, να αναζητηθεί ανάμεσα στους νεκρούς, επειδή, με τη μορφή της συνάντησης, παραμένει πάντοτε ζωντανός. Αλλά κανείς δεν μπορεί να κατέχει ή να συγκρατεί τη ζωή του. Αυτό ακριβώς συμβαίνει με τις συναντήσεις που άφησαν μέσα μας ένα ανεξίτηλο σημάδι. Εκείνη δεν είναι πια εδώ, εκείνος δεν είναι πια εδώ, δεν μπορώ πια να τον αγγίξω, δεν μπορώ πια να τον φτάσω. Όμως ο θάνατός του δεν συμπίπτει με την εξαφάνισή του ούτε με τη φθορά του, γιατί αυτός που δεν είναι πια εδώ εξακολουθεί να είναι εδώ, εξακολουθεί να είναι μαζί μας, δεν παύει να μας συναντά. Γι’ αυτό ο Ιησούς μπορεί να πει στους δικούς του μετά τον θάνατό του: «Καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας».
Ο Μάσιμο Ρεκαλκάτι είναι ένας από τους γνωστoύς Ιταλούς ψυχαναλυτές με αδιαμφισβήτητη αναγνωρισιμότητα όχι μόνο στην ιταλική και διεθνή επιστημονική κοινότητα, αλλά και ευρύτερα στην ιταλική κοινωνία στο σύνολό της. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου και στο Παρίσι. Εκεί μάλιστα του δόθηκε η ευκαιρία να δουλέψει με τον Jacques-Alain Miller και κατόπιν να αναλυθεί από τον ίδιο.

Είναι ένα από τα ιδρυτικά μέλη του ALI (Ιταλικός Σύλλογος Λακανικής Ψυχανάλυσης) και επιστημονικός διευθυντής του IRPA (Ερευνητικό Ινστιτούτο Εφαρμοσμένης Ψυχανάλυσης), όπου διδάσκει «Βασικές Αρχές Λακανικής Ψυχανάλυσης». Εμπνευστής και ιδρυτής του Jonas Onlus (Κέντρο Ψυχαναλυτικής Κλινικής για τα νέα Συμπτώματα), με πλούσια δράση σε πολλές πόλεις της Ιταλίας. Από το 2005 είναι επικεφαλής της Νευροψυχιατρικής Μονάδας του Νοσοκομείου Παίδων Sant’Orsola στην Μπολόνια. Έχει διδάξει στα πανεπιστήμια του Μιλάνου, της Πάντοβας, του Μπέργκαμο και του Ουρμπίνο, καθώς και στο Διεθνές Πανεπιστήμιο Menenedez Pelayo της Ισπανίας. Σήμερα διδάσκει Ψυχοπαθολογία της Διατροφικής Συμπεριφοράς στο Πανεπιστήμιο της Παβίας και Ψυχαναλυτική Κλινική της Ανορεξίας στο CEPUSPP (Centre d’Enseignement Post-Universitaire pour la Specialisation en Psychiatrie et Psychotherapie) της Λωζάνης. Συμμετέχει με παρεμβάσεις σε σεμινάρια στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές πόλεις. Στο συγγραφικό του έργο συγκαταλέγονται περίπου 30 βιβλία, πολλά από τα οποία έχουν μεταφραστεί στη Γαλλία, την Ισπανία, την Αυστρία, την Αργεντινή, τη Σερβία, τη Βραζιλία, τη Γερμανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
https://simiomatario.gr/category/istories-dromena/to-simiomatrio-tis-tzinas-karvounaki
