You are currently viewing Η ανακωχή του Massimo Recalcati

Η ανακωχή του Massimo Recalcati
la Repubblica – 10 Απριλίου 2026

Δεν είναι ούτε ειρήνη ούτε πόλεμος. Απογοητεύει τα ‘γεράκια’, επειδή διακόπτει τη σκληρή βία του πολέμου, αλλά απογοητεύει και τα ‘περιστέρια’, επειδή δεν σηματοδοτεί πραγματικά το τέλος του. Η ανακωχή δεν ταυτίζεται με την ειρήνη, καθώς η τελευταία θα προϋπέθετε την οριστική παύση της σύγκρουσης, την αποκατάσταση μιας τάξης, τη δυνατότητα η βία να αντικατασταθεί από μια νέα μορφή δεσμού. Η ανακωχή, αντίθετα, δεν εγκαθιδρύει ποτέ κάτι το οριστικό. Συμβαίνει μέσα στον πόλεμο και, συνεπώς, δεν μπορεί ούτε να τον λυτρώσει ούτε να τον αφήσει πραγματικά πίσω της. Περιορίζεται στο να τον διακόπτει προσωρινά. Είναι μια παύση, ένα αβέβαιο άνοιγμα μέσα σε έναν μετέωρο χρόνο. Είναι υπερβολικά πολύ για όσους θα ήθελαν να συνεχιστεί ο πόλεμος και υπερβολικά λίγο για όσους θα επιθυμούσαν να τον δουν να τελειώνει μια για πάντα.
Κάθε ανακωχή μπορεί να εξελιχθεί σε τέλος του πολέμου ή να επιστρέψει στην αγριότητά του. Φέρει πάντοτε μαζί της μια θεμελιώδη αμφισημία: είναι συγχρόνως ανακούφιση και απειλή, μια πιθανή προετοιμασία της ειρήνης και μια εξίσου πιθανή επιστροφή του πολέμου. Η πτώση της Τροίας μάς
παραδίδει μία από τις πιο ανησυχητικές μορφές ψευδούς ανακωχής. Γνωρίζουμε την αφήγηση: οι Αχαιοί επινοούν, μέσω του πανούργου Οδυσσέα, μια φαινομενική μόνο αναστολή του πολέμου. Το τέχνασμα του Δούρειου Ίππου παρουσιάζεται ως ένδειξη της αποχώρησής τους από τον πόλεμο, ως σημείο τέλους της σύγκρουσης, αλλά στην πραγματικότητα ενσαρκώνει τη λεηλασία και την οριστική καταστροφή της Τροίας. Πρόκειται για μια ανακωχή που δεν προετοιμάζει την ειρήνη αλλά τη γενικευμένη σφαγή. Η ανακωχή μπορεί, ορισμένες φορές, να λειτουργήσει ως εξαπάτηση, ως μάσκα. Δεν αποβλέπει κάθε ανακωχή στην ειρήνη.
Υπάρχουν τακτικές ανακωχές, χειραγωγημένες, που χρησιμοποιούνται για την ανασυγκρότηση της επίθεσης και την τελειοποίηση των φιλοδοξιών κυριαρχίας. Υπάρχουν ανακωχές που δεν αποσκοπούν στη διακοπή του πολέμου αλλά στη συνέχισή του με άλλα μέσα. Όταν συμβαίνει αυτό, η ανακωχή μετατρέπεται σε απλή μεταμφίεση της πολεμικής ώθησης προς την καταστροφή.

Ωστόσο, θα ήταν λάθος να σταθούμε αποκλειστικά στη διάσταση της ανακωχής ως παραποίησης μιας κρυφής βούλησης για πόλεμο. Υπάρχει και μια άλλη μορφή ανακωχής, η οποία συνεπάγεται την επιστροφή στον νόμο του λόγου εκεί όπου το ξέσπασμα του πολέμου τον είχε ανατρέψει και
μηδενίσει. Κάθε πόλεμος, ακόμη προτού σκοτώσει τα σώματα στρατιωτών και αμάχων, σκοτώνει τον λόγο. Υπό αυτή την έννοια, παρότι δεν είναι ακόμη ειρήνη, η ανακωχή σηματοδοτεί την επανεμφάνιση του λόγου με τη μορφή μιας αναγκαίας πολιτικής – διπλωματικής δράσης. Η στρατιωτική επιταγή αναγκάζεται έτσι να παραχωρήσει τη θέση της στην αναπόφευκτη πολυπλοκότητα της διαπραγμάτευσης. Η ανακωχή αρχίζει όταν ο εχθρός, παρότι παραμένει εχθρός, επανέρχεται ως συνομιλητής, επειδή επανέρχεται στο να μοιράζεται την ανθρώπινη διάσταση του λόγου. Αυτή είναι η
εύθραυστη, διστακτική αλλά αποφασιστική κίνηση της ανακωχής.
Η επιλογή του Primo Levi να τιτλοφορήσει την αφήγησή του για την έξοδο από το Άουσβιτς ως ‘Η ανακωχή’ αντανακλά το γεγονός ότι αυτό που διακυβευόταν δεν ήταν η ψευδαίσθηση μιας απελευθέρωσης χωρίς κατάλοιπα από τη φρίκη, ούτε η τελική συμφιλίωση με τον κόσμο, ούτε ένα
γραμμικό πέρασμα από την κόλαση του στρατοπέδου στην κανονική ζωή.
Αντίθετα, ανοίγεται ένα διάστημα, εκείνο της ανακωχής, που δεν διαγράφει τη φρίκη, παρότι καθιστά δυνατό ένα νέο ξεκίνημα. Πρόκειται για έναν ενδιάμεσο και επισφαλή χρόνο, μέσα στον οποίο η αγριότητα του στρατοπέδου είχε πάψει να κυριαρχεί με απόλυτο τρόπο, χωρίς ωστόσο να έχει διαλυθεί ολοκληρωτικά. Το τραύμα παραμένει και δεν μπορεί να λησμονηθεί. Ο Levi ονομάζει αυτόν τον ενδιάμεσο χρόνο ‘ανακωχή’ ακριβώς για να κατονομάσει το μετέωρο καθεστώς της ύπαρξης μετά την
καταστροφή.
Το ιστορικό της Σοά δεν τελειώνει όντως με το άνοιγμα των πυλών του Άουσβιτς, αλλά είναι καταδικασμένο να συνεχίσει να υπάρχει στη μνήμη, στα όνειρα, στον επίπονο κόπο της επιστροφής στη ζωή. Αυτό σημαίνει ότι καμία ανακωχή δεν μπορεί να συμπέσει με την αθωότητα που ανακτάται,
επειδή δεν είναι παρά το εύθραυστο όνομα μιας επιβίωσης που προσπαθεί να ξαναρχίσει χωρίς να μπορεί να διαγράψει αυτό που υπήρξε. Γι’ αυτό η ανακωχή δεν είναι μόνο μια πολιτική ή στρατιωτική κατηγορία, αλλά μια βαθιά μορφή του ανθρώπινου γίγνεσθαι ως τέτοιου. Είναι πάντοτε σοβαρό
λάθος να σκεφτόμαστε την ειρήνη ως μια οριστικά ολοκληρωμένη τάξη.
Αντίθετα, θα έπρεπε να θεωρούμε τη συλλογική μας ζωή ως μια μόνιμη κατάσταση ανακωχής. Μόνο έτσι θα ήμασταν αναγκασμένοι να εργαστούμε πραγματικά για την ενίσχυση πολιτικών, πολιτισμικών και κοινωνικών πρωτοβουλιών ικανών να προστατεύσουν την ειρήνη από τον ‘ανθρώπινο,
πολύ ανθρώπινο’ πειρασμό του πολέμου.
Και όμως, αν επιχειρήσουμε να το σκεφτούμε βαθύτερα, ακριβώς μέσα στο αβέβαιο καθεστώς της, κάθε ανακωχή διαφυλάσσει μια βαθιά αλήθεια, την οποία τείνουμε να αγνοούμε: ο χρόνος της ειρήνης δεν είναι ποτέ οριστικός χρόνος, αλλά φέρει πάντοτε μαζί του τη φύση της ανακωχής, δηλαδή ενός
αναγκαστικά μετέωρου χρόνου. Σε κάθε ανακωχή η μηχανή του πολέμου σταματά, αλλά τίποτε δεν εγγυάται ότι σταματά πραγματικά για πάντα. Ο εχθρός, ως αντικείμενο μίσους και εχθρότητας, παραμένει τέτοιος. Συνεπώς, ο κίνδυνος της επιστροφής στον πόλεμο παραμένει πάντοτε επικείμενος.
Γι’ αυτό όχι μόνο κάθε ανακωχή είναι πιο δραματική από την ειρήνη, αλλά και κάθε ειρήνη είναι στην πραγματικότητα μια ανακωχή μέσα στην ανθρώπινη ώθηση προς τον πόλεμο όλων εναντίον όλων. Για τον λόγο αυτό, δεν μπορεί ποτέ να εξασφαλίσει μια σταθερή τάξη, απρόσβλητη από τον ανθρώπινο πειρασμό του πολέμου. Έτσι, η ανακωχή δεν είναι μόνο ένας μετέωρος χρόνος στο μέσον ενός πολέμου, αλλά και ένας χρόνος μέσα στον οποίο η ειρήνη οφείλει να τροφοδοτείται διαρκώς και ενεργητικά, ώστε να αποφεύγεται η έκρηξη του πολέμου.
Η εμπειρία της ανακωχής μάς υπενθυμίζει ότι η ιστορία μας δεν προχωρά ποτέ μέσα από απόλυτες καταστάσεις, αλλά μόνο μέσα από ασταθή περάσματα, διακοπές και αβέβαια ανοίγματα. Αυτή είναι η πιο αυστηρή διδασκαλία της ανακωχής. Δεν υπάρχει καμία ειρήνη πραγματικά για πάντα, δεν υπάρχει μια απόλυτη τάξη της ειρήνης. Αντίθετα, αυτό που παραμένει μόνιμο είναι πάντοτε η αβεβαιότητα της ανακωχής. Δεν το αντιληφθήκαμε κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Αυτή είναι ίσως η βαθύτερη ενοχή μας.
Θεωρήσαμε εσφαλμένα την ειρήνη ως σταθερή τάξη των πραγμάτων, που έχει επιτευχθεί μια για πάντα. Η ειρήνη όμως, κάθε ανθρώπινη μορφή ειρήνης, θα έπρεπε πάντοτε να κατανοείται μέσα από την αβέβαιη και εκ των πραγμάτων ανολοκλήρωτη μορφή της ανακωχής.


https://simiomatario.gr/category/istories-dromena/to-simiomatrio-tis-tzinas-karvounaki

Μην χάνετε καμία ενημέρωση, εγγραφείτε στα ενημερωτικά μας email!

Τζίνα Καρβουνάκη

Η Τζίνα (Γεωργία) Καρβουνάκη   γεννήθηκε  στα Χανιά, πόλη στην οποία ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές της. Πραγματοποίησε στην Ιταλία τις προπτυχιακές σπουδές  στους τομείς των Πολιτικών Επιστημών – Διεθνούς Δικαίου, Ιταλικής Γλώσσας και Πολιτισμού, σεναρίου όπως και το master  Διδασκαλίας της Ιταλικής  ως Ξένης Γλώσσας. Στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο ολοκλήρωσε  master  Μετάφρασης – Μεταφρασεολογίας. Είναι αντεπιστέλλον μέλος και National Convener για την Ελλάδα της Διεθνούς Επιτροπής για την Ιστορία των Αντιπροσωπευτικών και Κοινοβουλευτικών Θεσμών (ICHRPI), Διαπιστευμένη Εκπρόσωπος του Διεθνoύς Ποιητικού Διαγωνισμού NOSSIDE ο οποίος τελεί υπό την Αιγίδα της Unesco, μέλος του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου [ΙΤΙ], της International Association of Theatre Leaders [IATL] και του  Pen Greece. Θεατρικά έργα που έχει μεταφράσει έχουν παρασταθεί στην Ελλάδα και την Ιταλία. Άρθρα, μεταφράσεις και συνεντεύξεις της έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά όπως και ιστοσελίδες στην Ελλάδα, την Ιταλία και τη Ρουμανία. Το 2005 η Società Dante Alighieri – Sede Centrale - Roma της απένειμε Diploma di Benemerenza – Τιμητική Διάκριση - για τη συμβολή της στις πολιτισμικές ανταλλαγές μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας. Το 2018 το Ιταλικό Ινστιτούτο Αθηνών της απένειμε το βραβείο Luigi Pirandello, ως αναγνώριση των ενεργειών της για την προώθηση της σύγχρονης δραματουργίας στην Ιταλία και την Ελλάδα. Ζει στην Αθήνα όπου εργάζεται ως μεταφράστρια, event coordinator και historical researcher. 

Αφήστε ένα σχόλιο