Fouilles 4ο μέρος: Ανώμαλη προσγείωση
Η περασμένη νύχτα ήταν τρομακτική και τους τάραξε όλους.
Ήταν γύρω στις τρεις τα χαράματα, όταν ξύπνησαν από δυνατές φωνές και βρισιές Οι δυο κοπέλες πετάχτηκαν όρθιες και μισάνοιξαν την πόρτα. Κι από τα άλλα δωμάτια ξεπρόβαλαν κεφάλια. Κάποιος άναψε τα φώτα της βεράντας. Λίγα μέτρα μπροστά, κοντά στην αποθήκη, στέκονταν δυο τζιπ της χωροφυλακής με τα μεγάλα φώτα αναμμένα. Έξι χωροφύλακες έβριζαν και χτυπούσαν δύο άντρες.
-Γονατίστε ρε ! Κάτω τα κεφάλια.
Μην κουνηθείτε ! Θα σας πιω το αίμα, ρεμάλια.
Είδα τις δυο σκιές να σωριάζονται στο χώμα.
Λαθρέμποροι αρχαιοτήτων πάλι. Ψιθύρισε η Berenice.
Είχε συμβεί δυο – τρεις φορές στο παρελθόν, να κυνηγάνε οι χωροφύλακες αρχαιοκάπηλους. Έμπαιναν λαθραία στον χώρο της ανασκαφής, πάντα νύχτα, τρύπωναν στην αποθήκη κι έπαιρναν ό,τι μπορούσαν. Τις περισσότερες φορές, έπεφταν μετά από λίγο στα χέρια της χωροφυλακής.
Όμως το αποψινό βράδυ, κάτι άλλο ψυχανεμιζόταν η Τάνια. Είδε την Μυρτώ να επιχειρεί μερικά διστακτικά βήματα προς τα φωτισμένα τζιπ.
-Κάνε πίσω κοπέλα μου, ξεφώνισε ένας χωροφύλακας. Απαγορεύεται! Μην πλησιάσεις!
Ο διευθυντής αποτόλμησε να πει κάτι με τα γαλλοπρεπή ελληνικά του.
-Τι συμβαίνει εδώ: Είμαι ο διευθυντής της ανασκαφής. Είμαστε Γάλλοι. Θα μού εξηγήσετε;
Οι τόνοι έπεσαν.
-Συλλάβαμε δυο τύπους που μάχονται το καθεστώς της επανάστασης. Ήθελαν να φύγουν με καίκι από θάλασσα. Ησυχάστε. Θα φύγουμε τώρα.
Τσουβάλιασαν τα δύο πεσμένα κορμιά μέσα στα τζιπ, έβαλαν μπρος και χάθηκαν μέσα στη νύχτα.
Η Μυρτώ είχε πλησιάσει την Τάνια και της έσφιγγε το χέρι. Εκείνη την ένιωθε να τρέμει.
-Τα λέμε αύριο, Μυρτώ. Προσπάθησε να κοιμηθείς λίγο.
H μία μετά την άλλη, οι πόρτες ξανάκλειναν.
Στο δωμάτιο, η Berenice κοίταζε αμήχανη.
-Δεν ξέρω τί να πω, Τάνια. Τόση βία! Ως σήμερα, μόνο στο σινεμά είχα δει τέτοιες σκηνές. Διαβάζω συχνά στην Monde και στην Figaro για τα δεινά που ζουν οι Έλληνες κι ότι η χώρα σας υποφέρει από τους δικτάτορες. Νά που απόψε οι δικτάτορες ήρθαν και χτύπησαν την πόρτα μας.
-Πρώτη φορά τής μιλούσε έτσι.
-Έχεις δίκιο, καλή μου Berenice, τής απάντησε ανόρεκτα. Ας μιλήσουμε πιο ήρεμα αύριο.
-Χώθηκε στο κρεβάτι της και στην σιωπή της.
-Ούτε στην Κρήτη ξεφεύγει κανείς, σκεφτόταν. Ούτε στην πιο απομονωμένη γωνιά. Τα φαρμακερά φίδια καραδοκούν παντού. Τα δηλητηριάζουν όλα. Έφερνε στο νου της την φράση του Γιώργου Σεφέρη. Όπου και να ταξιδέψω, η Ελλάδα με πληγώνει.
Στο πρωινό, βαραίνει πάνω σε όλους μια κατήφεια. Είναι πάντα στις συνήθειες των Γάλλων να ρωτάνε ο ένας τον άλλο κάθε πρωί.
-Καλημέρα. Κοιμήθηκες καλά;
Αυτό το πρωινό, δεν κρατάνε ούτε αυτό το τυπικό. Κανείς τους δεν ρωτάει τον άλλο, αν κοιμήθηκε καλά.
Η Άννα, η Κρητικιά κοπέλα που τους φροντίζει, βγαίνει από την κουζίνα με μια καφετιέρα στα χέρια. Ταυτόχρονα, ένα μεγάλο ελικόπτερο πετάει χαμηλά πάνω από τα κεφάλια τους, κάνοντας έναν δαιμονισμένο θόρυβο. Ο Jean-Pierre, αποπειράται να σπάσει τον πάγο με έναν αστεισμό.
-Φοβήθηκα για μια στιγμή, ότι πετούσε από πάνω μας ο δικέφαλος φοίνικας της επανάστασης!
Χαμογέλασαν παγωμένα. Η Άννα, καθώς σέρβιρε τον καφέ, τής ψιθύρισε.
-Τάνια, μόλις βρεις ευκαιρία, θέλω να σού πω για χθες τη νύχτα.
Πριν αρχίσει τη βάρδια της, τρέχει να βρει την Άννα στην κουζίνα. Το κορίτσι μιλάει λαχανιασμένα.
-Ξέρεις ποιους έπιασε η χωροφυλακή χθες τη νύχτα; Τον Γιωργή, τον γιο του Νικήτα που δουλεύει μαζί σου και τον φίλο του τον Ορέστη. Ο Νικήτας δεν μπορεί να έρθει σήμερα να δουλέψει. Καταλαβαίνεις. Όλοι, στο Βραχάσι, είμαστε αναστατωμένοι.
-Τι λες Άννα; Ψελλίζει η Τάνια. Και πού είναι τώρα ο Νικήτας κι ο Γιωργής κι ο φίλος του;
-Τους πήγαν στο Ηράκλειο. Δεν ξέρω τίποτα άλλο.
Φιλάει την Άννα πεταχτά και βιάζεται να πάει στο πόστο της, κάτω από την χρωματιστή ομπρέλα. Ο Μανούσος δεν έχει αρχίσει ακόμα δουλειά, την περιμένει. Κι ο Νικήτας, ο πρόθυμος, ο γελαστός Νικήτας, λείπει. Η απουσία του την καρφώνει. Ο Μανούσος την χαιρετάει και προσπαθεί να κρύψει τη λύπη του.
-Αν θέλεις, Τάνια, θα ψάξω να βρω κάποιον άλλο να δουλέψει στη θέση του Νικήτα.
-Άστο γι’ αργότερα. Ας περιμένουμε. Η ερώτηση τής καίει τα χείλια.
-Μα τί έγινε, Μανούσο; Τί έκαναν ο γιος του Νικήτα κι ο φίλος του; Γιατί;
– Ο Γιωργής είναι φοιτητής στην Αθήνα. Σπουδάζει νομικά. Το ίδιο κι ο φίλος του ο Ορέστης. Τα δύο κοπέλια ήρθαν στην Κρήτη να περάσουν λίγες μέρες στο πατρικό σπίτι του Γιωργή. Και χθες το πρωί, έφτασε ένα σήμα από το Ηράκλειο. Ο Γιωργής, έγραφε, λένε, σε μια φοιτητική εφημερίδα. Να δεις πώς τη λένε; Πανσπουδαστική, μού είπαν, νομίζω. Κι ο Ορέστης κολλούσε χαρτιά στους τοίχους, στην Σχολή τους.
Εκείνη δεν ρωτούσε τίποτα. Μόνον τον άκουγε.
-Ένας γραμματέας, κοντοχωριανός μας, τηλεφώνησε στον Νικήτα κι αυτός βρήκε τον Μανωλιό με το καΐκι του. Είπαν να φύγουν τα κοπέλια από τη θάλασσα. Αλλά δεν πρόλαβαν.
Ύστερα προσπάθησαν κι δυο τους να δουλέψουν, χωρίς να μιλάνε πια πολύ.
https://simiomatario.gr/category/simiomatografoi/simeiomatario-tis-manias-fertaki/
–
https://pixabay.com/photos/abstract-art-painting-colorful-9853183
