Ο Πάνος Νιαβής γεννήθηκε το 1956 στον Μάραθο Ευρυτανίας, εκεί όπου τα βουνά σμιλεύουν πόνους ή σιωπές και η μνήμη βαραίνει σαν την πέτρα. Το 1977 αποφοίτησε από τη Σχολή Πλοιάρχων Εμπορικού Ναυτικού και ταξίδεψε ως το 1983 στις θάλασσες του κόσμου. Η βιοποριστική ανάγκη της θάλασσας έγινε ταυτόχρονα παράθυρο θέασης σε εβδομήντα πέντε χώρες, σε πολιτισμούς και πολιτικά συστήματα. Θέαση και επαφή που διέλυσαν μέσα του ιδέες, θεωρίες και πίστεις, στρέφοντας την προσοχή του από τα οράματα στον Άνθρωπο Από το 1988 ζει στο Ηράκλειο Αττικής. Εργάζεται στον χώρο της ναυτιλίας.
Ποιητής και συγγραφέας, στέκεται ανάμεσα στη μνήμη και τη νοσταλγία, δίνοντας φωνή στους αφανείς. Με τις λέξεις του σηκώνει τ’ άβατο της σιωπής, χαράζοντας το δικό του ίχνος στην ποίηση και την πεζογραφία.
Το τελευταίο του μυθιστόρημα το Μαύρο Γάλα της Ήττας, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΡΜΟΣ, δημιούργησε την ανάγκη για 12 «αν» που αναζητούν απαντήσεις.
Σύνταξη-επιμέλεια συνέντευξης: Άννα Ρω
Αν ταυτοποιούσατε κάποιο από τα κύρια χαρακτηριστικά σας με ένα σημείο στίξης, αυτό θα ήταν το…
Αν έπρεπε να αυτοπροσδιοριστώ με ένα σημείο στίξης, αυτό θα ήταν τα αποσιωπητικά…
Όχι ως ένδειξη αμηχανίας ή υπεκφυγής, αλλά ως χώρος όπου το αθέατο, η σκέψη και
η φράση συνεχίζεται πέρα από την τελεία. Εκεί όπου η λέξη δεν επαρκεί και
υποχωρεί, αφήνοντας χώρο στο άφατο και την αμφισημία. Τα αποσιωπητικά είναι, για
μένα, η αναπνοή της γραφής, μια μικρή παύση που δεν σφραγίζει την πρόταση και
το λόγο, αλλά τον αφήνει να διαχυθεί πέρα από τα δικά μου υποκειμενικά όρια, να
βρει τα όριά του ο αναγνώστης μες τη γραφής μου.
Κι αυτό γιατί οι βασικές συνιστάμενες της γραφής μου, η μνήμη, η ήττα, το ίχνος
του εφήμερου ανθρώπου μέσα στον χρόνο δεν χωρούν σε οριστικές διατυπώσεις.
Πάντα κάτι περισσεύει, κάτι μένει ανείπωτο, κάτι παραμένει ανυπότακτο, που
αρνείται ή δεν κατάφερα να το ενσωματώσω στο λόγο μου.
Γι’ αυτό και γράφω συχνά με αποσιωπητικά… όχι για να αποφύγω, αλλά για να
υποδηλώσω πως η αλήθεια βρίσκεται λίγο πιο πέρα από τις λέξεις… εκεί όπου ο
αναγνώστης καλείται να συνεχίσει μόνος του την ύστερη συλλαβή.
Αν «ετυμηγορούσατε» για τις πράξεις και τα έργα σας, ποια θα ήταν η απόφασή
σας: αθώος ή ένοχος;
Αν βρισκόμουν σε ένα λογοτεχνικό εδώλιο για τις πράξεις και τα έργα μου, η
απολογία μου θα ξάφνιαζε δικαστές και δικηγόρους. θα απέφευγα την επίκληση της
αθωότητας! Αφού στο δικό μου μονομελές η απάντηση είναι ασαφής.
Αφού ξέρω πως δεν είμαι αθώος. Και από τα χρόνια της νιότης μου με κατατρέχει ο
στίχος του Τάσου Λειβαδίτη: «Κύριε, αμάρτησα ενώπιον σου: ονειρεύτηκα πολύ…»
Γιατί κάθε άνθρωπος που έζησε, αγάπησε, πήρε αποφάσεις, άφησε πίσω του ίχνη και
σκιές μικρών ή μεγάλων κριμάτων… Έτσι και η γραφή, όσο κι αν μοιάζει με
εξομολόγηση ή απολογία, δεν είναι κάθαρση, είναι μνήμη που επιμένει…
Ταυτόχρονα δεν μπορώ να δηλώσω ένοχος, αφού η εκστόμιση της ενοχής
προϋποθέτει μια τελεσίδικη καταδίκη! Ασκημένος της σιωπής απαριθμώ
υπερασπιστικά επιχειρήματα. Πως σε ό,τι έκανα υπήρχε πάντα η πρόθεση να
κατανοήσω, να πλησιάσω, να σταθώ απέναντι στον άνθρωπο, και στον εαυτό μου
χωρίς τετριμμένες δικαιολογίες, αλλά με λέξεις γεμάτες χελιδόνια ενός διαρκούς
έαρος.
Ίσως, τελικά, να επέλεγα κάτι ενδιάμεσο… μια λέξη που δεν υπάρχει στα δικαστήρια. Κύριοι
δικαστές, τελώ υπό κρίση…
Σαν τη ζωή ένα πράγμα… που άλλοτε καθορίζεται και άλλοτε όχι από μια απόφαση,
αλλά συνεχίζεται μέσα στις αποχρώσεις, τις αβεβαιότητες, τις παραλείψεις, σας
σιωπές, και στα αποσιωπητικά…
Αν αποσπούσατε τον συγγραφέα από την υπόστασή σας, πού θα στερεώνατε το
δημιουργικό σας είναι;
Αν ήταν βολετό να αποσπάσω τον γραφιά από την υπόστασή μου, δεν θα
τον στερέωνα σε έναν τόπο, μια εποχή, έναν χαρακτήρα, θα τον άφηνα να
βουλιάξει στην ρευστότητα μιας κινούμενης μνήμης!
Γιατί στη μνήμη μπορώ να πηδάω από σπάραγμα σε σπάραγμα, μες το
μακρύ ποτάμι της ιστορίας, και με τη βοήθεια του μαγικού ρεαλισμού, ο
τρόπος της γραφής μου, να μπαίνω σε ανεξερεύνητες επικράτειες, εκεί όπου
τα γεγονότα επιχρωματίζονται με τον τρόπο μου, αλλάζοντάς τους στην
ουσία μορφή, ή αποκαλύπτοντας ιστορικές αποσιωπήσεις από ιδεολογικές
μονομέρειες.
Και μετά στο βλέμμα που επιμένει να ατενίζει πέρα από το προφανές…
Αλλά κυρίως στη σιωπή, εκεί όπου γεννιούνται όσα δεν αντέχουν να
ειπωθούν και παραμένουν τιμαλφή στων αδικημένων τα περπατημένα
χιλιόμετρα. Ίσως, τελικά, να τον άφηνα να αιωρείται και να βασανίζεται ανάμεσα στο βίωμα και τη λέξη, που δεν βρέθηκε και θα έκανε τούτο το μυθιστόρημα
αθάνατο!
Αν το έργο σας κατατασσόταν σε μια λίστα με θέμα: Το επωφελές και το
επιβλαβές της ιστορίας για τη ζωή 11 , ποια θέση πιστεύετε ότι θα είχε;
Αν «Το μαύρο γάλα της ήττας» έμπαινε σε μια τέτοια λίστα, αναμφισβήτητα
θα στεκόταν στο μεταίχμιο. Γιατί πιστεύω πως δεν ανήκει ούτε στα επωφελή
ούτε στα επιβλαβή, αλλά στο όριο εκεί που ο λόγος ανασταίνει νεκρούς και
αφανίζει την απανθρωπιά των ζωντανών.
Σκαλίζοντας σε μαύρες σελίδες της ιστορίας, με τη δέουσα προσοχή και
μακριά από ιδεολογικές προθέσεις, ανασταίνοντας ανθρώπους με τη μνήμη,
μπόρεσα να φωτίσω τις υπάρξεις τους στο ανθρώπινο μπόι τους, μακριά
από ηρωισμούς ή συκοφαντικές αλλοιώσεις. Αυτό ήταν ένα βάρος ασήκωτο και λίγο ήθελε να με συνθλίψει. Γι’ αυτό και μου πήρε τρία χρόνια να το γράψω. Έτσι συνοπτικά θα έλεγα, πως αιωρείται μέσα σε αυτή τη αέναη κίνηση χωρίς να χαϊδεύει ούτε να καταγγέλλει.
Θα ήθελα να στέκεται, εκεί όπου η ιστορία παύει να είναι αφήγηση και γίνεται
εμπειρία. Να γίνεται ίαμα αλλά και ταυτόχρονα το νυστέρι της δικής μου
συνείδησης, αφημένο στο χέρι του αναγνώστη.
Αν δεν ακολουθούσε ο ελληνικός εμφύλιος μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, θα
υπήρχε τόσο ευρύ πεδίο αναφοράς στο εγχώριο λογοτεχνικό γίγνεσθαι για την
εποχή εκείνη;
Αν η χώρα μας είχε σταθεί τυχερή κι όχι άτυχη, όπως τελικά συνέβη, να ζήσουν οι
προηγούμενες και οι δικές μας γενιές το τραύμα του εμφυλίου, που είναι κατά την
άποψή μου, ο δικός μας Πελοποννησιακός πόλεμος, τότε προφανώς η λογοτεχνία
θα είχε στραφεί σε μια άλλη μεταπολεμική αφήγηση, όπως έγινε με τις άλλες
χώρες που δεν έζησαν αυτή την ιστορική τραγωδία. Δυστυχώς όμως ο εμφύλιος άνοιξε ένα βαθύ τραύμα στο σώμα της πατρίδας μας.
Είναι λογικό να έρχεται η λογοτεχνία να μεριμνά με τη μνήμη και την αφήγηση
αντιστεκόμενη στη λήθη και στη διαγραφή της ιστορικής τοπογραφίας.
Αν επικαλεστούμε την ιδιότητά σας ως αναγνώστη του μυθιστορήματος: Το
Μαύρο Γάλα της Ήττας – θα λέγατε για αυτό ότι;
Με την αντικειμενική δυσκολία να μπω στο μανδύα του αναγνώστη, αφού
όσες φορές το έκανα πριν το παραδώσω στην επιμελήτρια του εκδοτικού
οίκου, όλο και κάτι ήθελα να αλλάξω, εντούτοις θα επιχειρήσω να το
προσεγγίσω ως αναγνώστης, και θα σας θα έλεγα πως είναι ένα βιβλίο που
δεν ζητά να διαβαστεί, αλλά να βιωθεί.
Δεν προσφέρει ευκολία στη ροή του γιατί δεν έχει εύκολες απαντήσεις, σε
φέρνει αντιμέτωπο με τη μνήμη, την ήττα, τις ευθύνες και κυρίως με τις
αποσιωπήσεις που επιμένουν.
Και όταν το κλείνεις, δεν τελειώνει, απομένει μέσα σου μια αιώρηση, σαν κάτι
που δεν ειπώθηκε καθώς επιχειρούσε να παρασταθεί σε νεκρούς και
οριστικά απόντες… και συνεχίσει, ελπίζοντας να έρθει η κάθαρση στο τρίτο
μέρος της ετούτης της τριλογίας.

Αν σας ζητούσαμε να δείτε τις δύο αντηρίδες του έργου σας – την μυθοπλασία
και την πραγματικότητα – με αρχιτεκτονική ματιά, πού θα εντοπίζατε το σημείο
σύγκλισης των οριζόντων τους;
Αν είχα μάτια αρχιτέκτονα, θα σας έλεγα πως το σημείο σύγκλισης δεν βρίσκεται
στην επιφάνεια αλλά στον αρμό.
Ρηγμάτωσα μπόλικη πραγματικότητα για να μπορέσει η μυθοπλασία να
αποκαλύψει άρρητα, άφατα κι ανείπωτα.
Σ’ αυτό το λεπτό σημείο επαφής όπου το ιστορικό γεγονός μετατρέπεται σε βίωμα, πόνεσα ψυχικά να κάνω το βίωμα λογοτεχνική αφήγηση. Στην ταλάντευση να βρω τη χρυσή τομή ώστε η ιστορική αλήθεια να μην είναι ούτε ωμή πραγματικότητα αλλά ούτε συγγραφική επινόηση και η αντίστιξη και η ένταση να γίνεται λογοτεχνική μέριμνα, ήταν πολλές οι φορές που εξουθενώθηκα.
Αν είχατε τη δυνατότητα να απευθύνετε μια ερώτηση σε αγαπημένο σας
συγγραφέα θα ήταν ποια και σε ποιον;
Στον Ρώσο Γιούρι Ντομπρόφσκι, συγγραφέα, εκτός των άλλων, του μυθιστορήματος
«Η επιστήμη της άχρηστης γνώσης». Ο οποίος την άνοιξη του 1978, λίγο μετά την
κυκλοφορία του μυθιστορήματός του άγνωστοι τον ξυλοκόπησαν στο φουαγιέ του
Μεγάρου της Λέσχης Λογοτεχνών στην Μόσχα. Ενάμιση μήνα αργότερα ο
συγγραφέας κατέληξε από εσωτερική αιμορραγία. Επειδή όλοι ξέρουν και ξέρουμε
πως έπεσε θύμα της αγριότητας και του μίσους της Κα Γκε Μπε, του αφιέρωσα
ένα ολόκληρο κεφάλαιο στο Μαύρο Γάλα της Ήττας. Αν ήταν δυνατό θα τον
ρωτούσα να μου πει πόση δικαίωση μπορεί να νιώσει ένας σκοτωμένος συγγραφέας,
όταν ο θάνατός του περνά μέσα από τα χέρια του Λιόσκα, του ενός προσώπου μιας
τρισυπόστατης ύπαρξης του Γία, και εμφανίζεται μετά από τόσα χρόνια δημόσια το
όνομα του εκτελεστή του.
Και αν τελικά η δικαίωση ανήκει στους νεκρούς ή σε εκείνους που μένουν να τους
θυμούνται. Αφού την ώρα που τον σκότωνε ο Λιόσκα, ο Ντομπρόφσκι του είπε: «Η
ιδεολογία σας, καθάρματα, είναι αδύναμη μπροστά στην ανίκητη πολυμορφία του
κόσμου…»
Αν ένας νεοεισερχόμενος συγγραφέας ζητούσε την πυξίδα σας, πώς θα
αντιδρούσατε ενδομύχως και μη;
Ενδομύχως θα δίσταζα να του δώσω συμβουλές ή να του προτείνω πορεία
στο λογοτεχνικό χάρτη. Κι αυτό γιατί πιστεύω ακράδαντα πως:
Η προσωπική μας πυξίδα είναι αυτή που χαράζει την πορεία γραφής ψηλαφώντας λάθη, σβησίματα, απορρίψεις, για να φτάσει μέσα από τα λάθη, τις αμφιβολίες, τη σιωπή, στην επιμονή και τη βεβαιότητα πως μπορεί να κολυμπήσει στα βαθιά.
Αν υπάρχει μια ερώτηση που θα θέλατε να απαντήσετε, αλλά δεν σας έχει
απευθυνθεί ακόμα, αυτή θα ήταν;
Εύκολο αλλά και δύσκολο το ερώτημά σας. Η ερώτηση που θα ήθελα να μου τεθεί
θα ήταν η ακόλουθη:
«Τι δεν τόλμησες να γράψεις;»…
Γιατί εκεί στην προσωπική λογοκρισία και στις ηθελημένες αποσιωπήσεις
κρύβεται το αμάλγαμα της γραφής, που ο γραφιάς φοβήθηκε την πυρκαγιά και του
έριξε νερό να χαμηλώσει το ύψος της φλόγας, αρνούμενος στην ένταση να γίνει
λέξεις εκρηκτικά στο χαρτί!
Αν σας ζητούσαμε έναν στίχο–τίτλο–απόσπασμα για το μέλλον του κόσμου, θα
αναφερόσασταν στο …
Θα δανειστώ ένα στίχο του Εδουάρδο Καρράνσα, υπήρξε μεγάλη ποιητική μορφή
της Κολομβιανής ποίησης, επικεφαλής του ρεύματος «Πέτρα και ουρανός». Με την
αμέριστη στήριξη των εκδόσεων ΠΑΡΟΥΣΙΑ θα τον συστήσουμε, σύντομα, στο
Ελληνικό κοινό που αγαπάει την ποίηση, επιλέγοντας τριάντα ένα ποιήματα, από το
έργο του, σε δική μου απόδοση στα Ελληνικά. Κι ο στίχος του είναι :
«…y mi corazón entre la piedra y el cielo…»
Ανάμεσα στη μνήμη και το φως, εκεί όπου η ποίηση επιμένει…
Εκεί θα συναντηθούμε ξανά…
Και αν, αντί τυπικής αποφώνησης σάς ζητούσαμε να μοιραστείτε μαζί μας
κάτι αγαπημένο;
Αφού σας σας ευχαριστήσω για το χρόνο σας και την τιμή που μου κάνετε, Κυρία
Ρω, θα κλείσω μ’ έναν αγαπημένο στίχο από την ποίηση του Νίκου Καρούζου.
«…Τι νέα από την πραγματικότητα, σύντροφε;»
Γιατί αυτή η ποιητική ερώτηση- προβοκατόρικα- σαρκάζει με λιτό τρόπο
όλες τις ακλόνητες βεβαιότητες που κατοικούν εντός μας. Γι’ αυτό βρήκα τον
τρόπο και την έβαλα στο στόμα του τρισυπόστατου Γία, θέλοντας να
υπομνήσω στον αναγνώστη μου πως πρέπει να συνεχίζουμε να ρωτάμε,
ακόμη και στους καιρούς που οι απαντήσεις κι η αλήθεια σπανίζουν…
- ΤΟ ΕΠΩΦΕΛΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΠΙΒΛΑΒΕΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ, NIETZSCHE FRIEDRICH,,
ΗΡΙΔΑΝΟΣ, ΑΘΗΝΑ,2015. ↩︎
https://simiomatario.gr/category/prosopa/sinenteyxeis
Πηγή βιογραφικού: https://armosbooks.gr/syggrafeis/niavis-panos/?srsltid=AfmBOor_CrPfaMZbSetvkxRdgf0bnfBmMak5KiTTrkuCBzMuIt76VD5M
