Μαρία Καμονάχου: “Το τείχος της ευτυχίας”
Διήγημα για τον Λογοτεχνικό Μαραθώνιο: “Το τείχος της ευτυχίας”
Δανιμαρκίηδε
῍Αμασις Αἰγύπτου ͗Εφόρῳ εὐτυχίης ὦδε λέγει:
(ακολουθεί μετάφραση)1
Πριν από μέρες, τρεις πρέσβεις σας, όπως φαίνεται, πέρασαν από δω και ζητούσαν επίμονα ακρόαση. Ισχυρίζονταν ότι έρχονταν από τις χώρες του μακρινού Βορρά και ανέφεραν πολλές φορές το όνομα Δανιμαρκία και σποραδικά Σκανδιναβία. Δεν μπορώ να πω ότι έχουμε για τα μέρη αυτά άξιο διερμηνέα, όπως, ας πούμε, για τα περσικά, τα εβραϊκά, τα ασσυροβαβυλωνιακά ή τα κυπριακά. Έτσι πολλά πράγματα μπορεί και να τα παρανοήσαμε. Τους δέχτηκα, όμως, μαζί με το Φάνητα από την Αλικαρνασσό που έχουμε τα ίδια μάτια και τα ίδια αυτιά. Πολλά πράγματα που μας έλεγαν στάθηκε αδύνατον να τα καταλάβουμε. Όμως δύο απ’ αυτά τα καταλάβαμε καλά, γιατί, όταν τα επαναλαμβάναμε -και σε διαβεβαιώνω ότι τα επαναλάβαμε πολλές φορές, εκείνοι συγκατένευαν. Πρώτον ότι τα μέρη σας είναι κάπως σαν τα Ηλύσια πεδία και τα νησιά των Μακάρων μαζί. Και δεύτερον ότι έχετε φτιάξει μια αποθήκη, όπου εκεί στοιβάζετε όλες τις ευτυχίες. Και ότι ο σκοπός της επίσκεψής τους είναι να ευαρεστηθούμε να σας δώσουμε κι εμείς μια δική μας, αιγυπτιακή, για να εμπλουτίσετε τη συλλογή σας.
Τους ρωτήσαμε αν γνωρίζουν τον Τέλλο τον Αθηναίο και τον Κλέοβι και τον Βίτωνα από το Άργος και απάντησαν αρνητικά, αλλά, αφού τους διηγηθήκαμε τις ιστορίες τους, μας πληροφόρησαν πως έχετε ήδη στο κελάρι σας αποθηκευμένες τέτοιες ευτυχίες. Όσο για τον παλιό μου φίλο τον Πολυκράτη της Σάμου, είπαν πώς δεν έχουν ακουστά την ιστορία του, αλλά, ναι, ένα μεγάλο πιθάρι της αποθήκης σας είναι γεμάτο από κείνες τις ευτυχίες-βδέλλες. Ρωτήσαμε, αν στα μέρη τους πεθαίνουν οι άνθρωποι και είπαν με βεβαιότητα «ναι». Ρωτήσαμε ακόμη και πόσες φορές καρπίζουν τα δέντρα εκεί στο Βορρά και είπαν «μία». Ρωτήσαμε τέλος αν η αποθήκη σας είναι ψηλή και τριγωνική και είπαν «όχι, είναι ένα παραλληλόγραμμο υπόγειο με μια πόρτα».
Έφορε,
Καταλαβαίνεις, ελπίζω, ότι μετά από μια τέτοια παράξενη συζήτηση, κρίναμε ότι δεν μπορούσαμε να ανταποκριθούμε άμεσα. Γι’ αυτό, τους είπαμε να επανέλθουν μετά από τρεις μέρες, κατά το μεσημέρι.
Όταν αποσύρθηκαν, εγώ και ο Φάνης, που έχουμε τα ίδια μάτια και τα ίδια αυτιά, μείναμε πολύ ώρα σιωπηλοί κοιτάζοντας την πόρτα που έκλεισε πίσω τους. Μετά συνέβη κάτι απρεπές, που σου το αναφέρω για να δεις πόσο διαφέρουν τα ήθη μας, αφού εμείς εδώ θεωρούμε πως η ευτυχία πρέπει να παραμένει αδήλωτη, γιατί προκαλεί φθόνο. Ο Φάνης έκρυψε το πρόσωπό του μέσα στα χέρια του βγάζοντας κάτι σαν αναφιλητά, ενώ σπασμοί είχαν καταλάβει όλο του το σώμα. Φαινόταν σαν να θρηνεί. Κι αμέσως σηκώθηκα και με γρήγορο βήμα πήγα κι εγώ προς την πόρτα -γιατί κατάλαβα καλά περί τίνος πρόκειται και δεν ήθελα να του αφαιρέσω τη ζωή, αφού εδώ απαγορεύεται να γελάς πρώτος μ’ αυτόν τον τρόπο ενώπιον του Βασιλιά. Και τη στιγμή που έβγαινα, άκουσα την πνιγμένη από κλαυσίγελο φωνή του να ρωτά:
-Βασιλιά, εκείνος ο ξανθός και ρωμαλέος, ο κοκκινισμένος από τον ήλιο μας, μήπως ήταν ο Ραδάμανθυς; Είμαι συγκλονισμένος…
Πήγα βιαστικά στα διαμερίσματά μου, όπου, με άνεση, ξεσπούσα κι εγώ σποραδικά σε γέλια, μόνος μου, μέχρι που άναψαν τα λυχνάρια. Νόμιζα ότι μόνο οι Βαβυλώνιοι και οι πλησίον τους λαοί ήταν τόσο άμυαλοι και αλαζόνες, ώστε να παίζουν με τους γείτονές τους το παιγνίδι «του παπά». Εδώ η Εδέμ, εκεί η Εδέμ. Όμως, για ευνόητους λόγους, αποφάσισα να μην συναντήσω το Φάνητα το προσεχές τριήμερο, ενώ συγχρόνως έδωσα εντολή στο Γραμματέα μου, να ετοιμάσει έναν κατάλογο από επτά αιγυπτιακές ευτυχίες, για να διαλέξουν οι σεβαστοί πρέσβεις σας κάποιες που μπορεί να μην ευδοκιμούν εκεί στη Δανιμαρκία ή, από αβλεψία, να τις έχετε παραλείψει. Ο Γραμματέας μου όμως με κοίταξε εμβρόντητος και μου είπε:
-Έχω δει κι έχω βοηθήσει κι έχω κατευθύνει συλλέκτες και ζωγράφους φυτών, φιδιών, πουλιών, λίθων, εθίμων ακόμα και σκουληκιών. Συλλέκτες όμως ευτυχίας, όχι. Γι’ αυτό, Βασιλιά, η ταπεινή μου γνώμη είναι να τους δωρίσεις καλύτερα επτά από κείνα τα ωραία πιθάρια που φτιάχνουν στη Ναύκρατι, τα ζωγραφιστά, για την αποθήκη τους. Αν όμως επιθυμείς να παραδώσεις επτά ευτυχίες μας με τόσο επίσημο τρόπο σε μια ξένη χώρα, καλύτερα να μην τις κατονομάσεις. Όμως άκου: ο διερμηνέας μας έχει μια παλλακίδα κωφάλαλη, γι’ αυτό γνωρίζει κι ο ίδιος τη νοηματική. Θα φτιάξω αμέσως τον κατάλογο, αλλά να του δώσεις εντολή να μην τον ξεστομίσει. Να πάρει για μια ώρα την τέχνη του από το στόμα του και να τη βάλει στα χέρια του, όπως την έχω κι εγώ κι οι περισσότεροι άνθρωποι και όπως πολύ καλά ξέρει ήδη να κάνει κι εκείνος.
Πέρασε ένα ατελείωτο διήμερο, γιατί μου έλειπε ο Φάνης. Όσες σκέψεις για την ευτυχία έκανα –κι έκανα πολλές, ήθελα να τις μοιραστώ μαζί του. Μάλιστα θυμήθηκα ότι στην Κυρηναϊκή, στα περίχωρα της πόλης απ’ όπου κατάγεται η γυναίκα μου, υπήρχαν παλιά οι βασιλικοί υφαντές. Αυτοί, ό,τι και να ύφαιναν, είτε μάλλινα ήταν είτε λινά, έβαζαν πάνω τη σφραγίδα τους. Ένα τείχος, που το ονομάζαμε –εγώ δεν ξέρω το λόγο αλλά ούτε πια, νομίζω, κι εκείνοι, «το τείχος της ευτυχίας». Στα μάλλινα χαλιά το τείχος ήταν υφασμένο στην άκρη του χαλιού με το χρώμα της φακής, ενώ στα λινά, ήταν ζωγραφισμένο πάνω σ’ αυτό που λέμε «ούγια» με το χρώμα του lapis lazulis.
Το πρωί της τρίτης μέρας, χαράματα, ζήτησε να με δει ο Γραμματέας. Όταν άνοιξε η πόρτα, τον είδα που έτρεμε σαν το ψάρι.
-Βασιλιά, το ξέρω πως έχω λίγες ώρες ακόμη στη διάθεσή μου… Όμως, όσο και να σπάω το κεφάλι μου, δεν μπορώ να βρω την έβδομη. Βρίσκω μόνο έξι ευτυχίες. Ορίστε, σου διαβάζω τον κατάλογο:
1.Ο Ήλιος
2.Ο Νείλος
3.Το κίφι
4.Η ισορροπία της καρδιάς πάνω στη ζυγαριά με το φτερό
5.Ψωμί με μπύρα από τις μπυραρίες της Σοχάγκ
6.Μωρό που ξυπνάει γελαστό πάνω στο άνθος του λωτού
-Έξι! Μόνο έξι! Μάλλον οι Θεοί επιθυμούν την έβδομη να την σημειώσεις εσύ!
Χαμογέλασα ατάραχος με την προσχηματική ευσέβεια του Γραμματέα. Την πονηριά του, καλύτερα. Σημείωσα, όμως, αμέσως:
7.«Το τείχος της ευτυχίας»
Μόλις του επέστρεψα τον κατάλογο, με κοίταξε με μάτια γουρλωμένα αλλά χαρούμενα και έφυγε τρέχοντας και μονολογώντας:
-Έχει όλο το χρόνο ο Διερμηνέας να βγάλει την τέχνη του από το στόμα του και να τη βάλει στα χέρια του για μια ωρίτσα. Δεν θα του κρυώσει…
Κατά το μεσημέρι συγκεντρωθήκαμε στη σάλα των ακροάσεων. Ήρθε κι ο Φάνης, καλοντυμένος και σοβαρός, λες και δεν είχε μεσολαβήσει εκείνο το κλαμένο γέλιο. Οι πρέσβεις σας πήραν τις θέσεις τους και ο διερμηνέας άρχισε να τους παραδίνει με τα χέρια του τον κατάλογο με τις επτά ευτυχίες μας. Σημειώνω πως ήταν πολύ παραστατικός και οι πρέσβεις κουνούσαν τα κεφάλια τους με απόλυτη κατανόηση. Κατανόησαν ακόμη και τους λόγους αυτής της παράξενης τελετής παράδοσης του καταλόγου. Κατά τη διάρκεια αυτής της βουβής συνάντησης έριξα και μια κλεφτή ματιά στο Φάνητα και είδα πως το πρόσωπό του εξακολουθούσε να είναι πολύ σοβαρό, αλλά και θλιμμένο. Μάλιστα πάνω από το δεξί του φρύδι χτυπούσε ρυθμικά μια γαλάζια φλέβα.
Όλα όμως πήγαν καλά. Στο τέλος ο διερμηνέας τους ρώτησε αν είναι ικανοποιημένοι. Τότε σηκώθηκε εκείνος ο ξανθός που ο Φάνης τον ονόμαζε Ραδάμανθυ και, αφού μας ευχαρίστησε, μας δήλωσε πως κατάλαβαν πολύ καλά όλες τις ευτυχίες μας, γιατί σχεδόν ανάλογες έχουν και κείνοι. Όλες, εκτός από εκείνη την έβδομη, «το τείχος της ευτυχίας» και ότι θα ήταν ευγνώμονες, αν τους δίναμε λίγα περισσότερα στοιχεία. Τότε ο διερμηνέας τους είπε πως ούτε κι εμείς γνωρίζουμε πολλά. Το «τείχος», ωστόσο, υπάρχει. Δεν γεννάται καμία αμφιβολία. Και ότι αν θέλουν παραπάνω στοιχεία, πρέπει να κάνουν τον κόπο να πάνε μέχρι την Κυρηναϊκή, μήπως υπάρχει ακόμη εκεί κανένας παλιός υφαντής που να γνωρίζει κάτι.
Έτσι έληξε αυτή η συνάντηση.
Πέρασαν πολλές μέρες και σχεδόν ξεχάστηκε το γεγονός.
Σήμερα όμως ζήτησε επείγουσα ακρόαση ο διερμηνέας, ο οποίος, εν ολίγοις, μου είπε τα εξής:
-Βασιλιά, πριν από λίγο, συνάντησα στην αγορά εκείνους τους πρέσβεις της Δανιμαρκίας. Ήταν κουρασμένοι, αλλά μένα δεν μου διέφυγε ότι στα πρόσωπά τους είχε καθίσει από μέρες μια ικανοποίηση ή ακόμα και χαρά. Τους ρώτησα πώς κατόρθωσαν κιόλας τόσο γρήγορα και πήγαν και γύρισαν από την Κυρηναϊκή. Και μου απάντησαν πως στο δρόμο συνάντησαν έναν ταξιδιώτη που ερχόταν από εκείνα τα μέρη που τους είπε ότι η παλιά συντεχνία των βασιλικών υφαντών δεν υπάρχει εδώ και πολλά χρόνια. Ίσως όμως να ζούσε ακόμη ένας παλιός υφαντής που όμως εδώ και χρόνια ήταν τυφλός και ξεμωραμένος. «Τζάμπα θα φάτε τα πιτόψωμα του ταξιδιού σας», τους είπε. Αλλά ότι αυτοί συνέχισαν το δρόμο τους. Όταν όμως έφτασαν στη Ρεματιά των Αηδονιών, πέρασαν δυο φορές «το τείχος της ευτυχίας» και γύρισαν πίσω. Κι αύριο τα χαράματα γυρίζουν στην πατρίδα τους. Δεν παρέλειψα να τους ρωτήσω λεπτομέρειες για το «τείχος». Εκείνοι όμως γέλασαν καλόκαρδα και έφυγαν βιαστικά για να ετοιμάσουν το ταξίδι τους.
Έφορε,
Δεν σου κρύβω ότι ο συγκεκριμένος διερμηνέας πάντα είχε μια ροπή προς την καχυποψία, ίσως και την κατασκοπεία. Από τη φύση του; Από το επάγγελμά του; Δεν ξέρω. Όμως θεωρώ χρέος μου να σε ειδοποιήσω να είσαι προσεκτικός. Γιατί φοβάμαι μήπως, εν αγνοία μας, σου στείλαμε καμιά ευτυχία επικίνδυνη ή ανεπίτρεπτη. Ή ακόμα χειρότερα: μια ευτυχία που ενώ βρίσκεται μέσα στο βασίλειο της Αιγύπτου, εμείς την αγνοούμε ή την έχουμε ξεχάσει. Σ’ αυτήν την περίπτωση, Έφορε, θα επιθυμούσαμε να μας τη στείλεις πίσω.
ΥΓ. Σου έγραψα βιαστικά, γιατί θέλω να στείλω την επιστολή με τους πρέσβεις σου που φεύγουν χαράματα. Σου στέλνω και ένα φυλακτό. Σε συμβουλεύω να φτιάξεις στην αποθήκη σου μια πίσω πόρτα, όπως έλεγα και στον Πολυκράτη, που θα την αφήνεις πάντα ανοικτή. Όχι μόνο για να αερίζεται η αποθήκη, αλλά και για να πετάς στην πίσω αυλή τις ευτυχίες που, όπως λέει κι ο Φάνης, μάκρυναν τ’ αυτιά τους. Που, δηλαδή, παραωρίμασαν. Και φυσικά να μπορείς να βγεις κι εσύ ο ίδιος, σαν κύριος, αν χρειαστεί. Θέλω να πω να τη φροντίζεις την αποθήκη σου. Αν μουχλιάσει, μπορεί να γκρεμιστεί από μέσα με μια μόνο ανάσα μωρού κι απ’ έξω μόνο με εφτά σαλπιγκτές κι εφτά σαλπίσματα. Όπως στην Ιεριχώ, αν το έχεις ακουστά. Έχε, λοιπόν, το νου σου και έρρωσο.
῍Αμασις Αἰγύπτου
Λίγα λόγια για την Μαρία Καμονάχου:
Η Μαρία Καμονάχου γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1959. Σπούδασε Νομικά στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και είναι διδάκτορας Ιστορίας. Εργάστηκε σαν Αρχειονόμος στα Γενικά Αρχεία του Κράτους.
Έχει δημοσιεύσει διάφορα άρθρα και ιστορικές μελέτες. Επίσης έχει εκδώσει:
«Το άρωμα του Ίππαρχου» (συλλογή διηγημάτων, ΕΨΙΛΟΝ 1992),
«Συμπτώματα αθανασίας» (νουβέλα, ΕΨΙΛΟΝ 1995),
«Ο κήπος των παιγνιδιών (συλλογή διηγημάτων, ΕΨΙΛΟΝ 2003),
«Το βιβλίο των μικρών σιωπών» (συλλογή διηγημάτων, ΦΙΛΥΡΑ 2016),
«Η παγίδα» (συλλογή διηγημάτων, εκδ. ΣΟΚΟΛΗ 2021).
Ζει στην Κέρκυρα και έχει μια κόρη.
Λίγα λόγια από το ΣημειΩματάριο:
Ο Λογοτεχνικός Μαραθώνιος διοργανώθηκε από το περιοδικό ΣημειΩματάριο με γνώμονα τη διάδοση της λογοτεχνίας και την επίτευξη αλληλεπίδρασης μέσω αυτού του κοινού άξονα, δράση που ουδεμία σχέση έχει με διαγωνισμούς και αμειβόμενες προωθητικές ενέργειες
Το περιοδικό ΣημειΩματάριο έχει θέσει ως όρο για τη συμμετοχή στον Λογοτεχνικό Μαραθώνιο τη σύμπλευση των κειμένων με τους κανόνες περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς και την άρτια επιμέλειά τους. Ως εκ τούτου, δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενο και την εμφάνιση των κειμένων που θα δημοσιευτούν, αν και θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για την ταύτισή τους με τους όρους του περιοδικού.
Πηγή φωτογραφίας & βιογραφικού: Μαρία Καμονάχου
Επιμέλεια παρουσίασης: Άννα Ρω
- [ Παράφραση της επιστολής περί ευτυχίας που έστειλε, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ο Φαραώ της Αιγύπτου Άμασις Β΄ στο φίλο του τον Πολυκράτη της Σάμου. Στο παρόν κείμενο υποτίθεται ότι ο Άμασις στέλνει την επιστολή στον Έφορο του Μουσείου της Ευτυχίας που άνοιξε τις πύλες του το 2020 στην Κοπεγχάγη. ]
