Αθηνά Σωτηροπούλου: Ανασαιμιές, εκδόσεις Γκοβόστη
Μια διαδρομή ανάμεσα σε ηθικά διλήμματα, συναισθηματικές αντιδράσεις και προσωπικές επιλογές συνδυάζεται με τις προκλήσεις μιας εποχής που δοκιμάζει τις αντοχές των ηρώων. Το αίσθημα της προδοσίας και ο εφιάλτης της πανδημίας, η αγωνία της επαγγελματικής καταξίωσης και το κυνήγι της ευτυχίας, η αντίφαση μεταξύ νοσταλγίας και περιπλάνησης σε καινούργιους δρόμους, είναι μερικά από τα νήματα με τα οποία στήνεται η αφήγηση σε αυτήν τη νουβέλα, που υπενθυμίζει ότι η πραγματικότητα αποκαλύπτει το γνήσιο πρόσωπό της σε όσους τολμούν να αναμετρηθούν με τις προκλήσεις της.
«Τι με περιμένει;» αναρωτιέται ο καθηγητής Νευρολογίας Μάνος Παπαδάκης, μέσα στο ασθενοφόρο που τον μεταφέρει στο νοσοκομείο, τραυματισμένο από τροχαίο ατύχημα. Ο καιρός της νοσηλείας του γίνεται αφορμή για αναδρομή στο παρελθόν και για αποφάσεις που θα αλλάξουν το μέλλον του.
Από τα ορεινά χωριά της Κρήτης, στο Ρέθυμνο, στα Χανιά ως την Αμερική, το Παρίσι και την Πράγα, αλλά και από τον καιρό της αμέριμνης νεότητας ως τις δύσκολες αποφάσεις της ωριμότητας, η διαδρομή μιας οικογένειας γίνεται καθρέφτης μιας εποχής γεμάτης προκλήσεις και υπενθυμίζει ότι για ν’ αλλάξει κανείς τη ζωή του και να πατήσει την κορυφογραμμή πρέπει να κρατήσει ζωντανή την πίστη στις ρίζες του.
Απόσπασμα
«Θα σε χάσουμε φοβούμαι…»
Ο Μάνος αποφάσισε να κάνει αίτηση για μεταπτυχιακές σπουδές στην
Αμερική. Τα Πανεπιστήμια έδιναν αρκετές υποτροφίες. Πήρε συστατικές
επιστολές από καθηγητές του και άρχισε να αλληλογραφεί. Καταλάβαινε την
αναστάτωση της καλής του, όμως το κουβέντιασαν, και η Αντιγόνη έδειξε
κατανόηση. Εξάλλου δεν ήταν βέβαιο, οι απαιτήσεις ήταν υψηλές.
Όταν ήρθε θετική απάντηση από το Πανεπιστήμιο της Μιννεσότας, με
πλήρη υποτροφία, ο Μάνος χάρηκε, αλλά ταυτόχρονα ένοιωσε έναν κόμπο
στον λαιμό. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν ένα αβέβαιο κι αόριστο σχέδιο. Τώρα
δεν έμεναν πια αμφιβολίες.
Πικράθηκε η Αντιγόνη, όταν το έμαθε, όμως συμμερίστηκε τη λαχτάρα του
και του είπε: «Να πας κι όταν τελειώσω, θα έρθω κι εγώ». Το χαμόγελό του τη
βεβαίωσε ότι το ίδιο ήθελε κι εκείνος.
«Πέντε χρόνια στην Αμερική; Μόνος σου, χωρίς έναν γνωστό; Στην
Ευρώπη δεν θα είναι πιο κοντά, αγόρι μου;» φώναξε η μητέρα του και την
πήραν τα κλάματα στο τηλέφωνο.
«Η Ευρώπη, μάνα, δεν δίνει υποτροφίες σε μεταπτυχιακά».
«Και η Αντιγόνη τι λέει; Δεν την σκέφτεσαι;»
«Είπαμε ότι μόλις τελειώσει, θα έρθει κι εκείνη για μεταπτυχιακά…»
«Άρπαξε την ευκαιρία, γιατί δεν παρουσιάζεται άλλη», είπε ο πατέρας του.
«Θα έρθουμε να σε βρούμε. Αν θέλει και η Αντιγόνη σου, θα έρθουμε όλοι
μαζί».
«Μα η Αμερική δεν είναι μακριά;» απόρησε ο παππούς του Μάνου, όταν ο
εγγονός του πήγε με την Αντιγόνη να τον δούνε και να του ανακοινώσουν τα
νέα.
«Αχ, γιε μου, και πού θα τρέχεις στην άλλη άκρη του κόσμου, με
αεροπλάνο τόσες ώρες μακριά!»
«Είναι σπουδαία τα πανεπιστήμια αυτά και δέχονται φοιτητές που με τις
οδηγίες του καθηγητή που εποπτεύει κάνουν έρευνα και μελέτες για θέματα
σημαντικά της επιστήμης. Η απόσταση είναι μεγάλη, αλλά δεν γίνεται
αλλιώς».
«Αχ, καμάρι μου, όντεν ήρθατε και μου ’πατε ότι θα αλλάξεις τη Σχολή και
θα πας στην Ιατρική, πέταξα από τη χαρά μου. Καμάρωνα διπλά. Όμως τώρα
λίγο λίγο θα σε χάσουμε φοβούμαι και δεν το χαίρομαι το ίδιο. Κι αμέ, τ’
Αντιγονιώ ήντα λέει;»
«Η Αντιγόνη μένει πίσω και στενοχωριέται, στενοχωριέμαι κι εγώ, μα από
την άλλη είναι ευκαιρία».
«Αν ρωτάς τη γνώμη μου, υπομονή θα κάμετε, μα ο καιρός περνάει
γρήγορα. Θα κοιτάξεις κι εσύ να τελειώσεις, Αντιγόνη, και θα σκεφτείτε και
πάλι πώς θα συνεχίσετε».
«Έλεγα να ερχόταν κι εκείνη μαζί μου, για δυο τρεις βδομάδες. Ωραία θα
ήταν…».
«Οι εδικοί τζη ήντα λένε; Το δέχουνται αυτό; Τους το ’πατε;»
«Εσύ τι λες, παππού, θα έχουν αντιρρήσεις;»
«Όλα κι όλα, να ’χεν ήμουν εγώ στη θέση ντους, δεν θα το δεχόμουν. Δεν
σας κάνει καλό τόσηνά ελευθερία. Καλόν είναι να μη πηγαίνουμε κοντά στη
φωθιά».
Ο παππούς κοίταξε τα παιδιά με σηκωμένα τα φρύδια.
«Κι αν δεν τους πούμε τίποτα;» ρώτησε η Αντιγόνη. «Έτσι κι αλλιώς είναι η
εξεταστική, και θα νομίζουν ότι είμαι στην Κρήτη».
«Θαρρώ πως επήρατε φόρα και βιάζεστε! Δεν είστε μπλιο παιδιά να κάμετε
παιδιάστικα. Δεν θέλω να μπλέξετε σε περιπέτειες».
Ο παππούς τούς κοίταξε και πρόσθεσε: «Η ζωή είναι μπροστά σας. Έχετε
υπομονή, δεν σας επήρανε δα και τα χρόνια. Εύχομαι η φλόγα που θωρώ στα
μάθια σας να βαστάξει, κι αν φτάξω κι εγώ, να χαρώ με τσι χαρές σας. Α, να
το χαρώ τ’ Αντιγονιώ μου», είπε και χαμογέλασε.
Οι δυο νέοι άκουγαν σκεφτικοί κι αμίλητοι.
«Εστενοχώρησά σας, θαρρώ, όμως με το χέρι στην καρδιά, σας μιλώ σαν
να ’στε δικά μου παιδιά, μα εδικά μου είστε κι εσείς. Όλα θέλουν την ώρα τους
και τον τρόπο τους. Έχετε υπομονή, παιδιά μου, είστε μικροί κι
αδημιούργητοι».
Ταυτότητα βιβλίου
Είδος: Βιβλίο
ISBN: 978-960-606-352-7
Αριθμός έκδοσης: 1η
Έτος έκδοσης: 2026
Ενιαία Τιμή Βιβλίου: ΝΑΙ
Δέσιμο: Μαλακό εξώφυλλο
Διαστάσεις: 14 Χ 21
Σελίδες: 168
Θεματική Ταξινόμηση: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Βάρος: 270 γρ.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα:
Η Αθηνά Σωτηροπούλου (το γένος Βουμβουράκη) γεννήθηκε στην Κρήτη και μεγάλωσε στην Αθήνα την δεκαετία του ’60. Σπούδασε στο Πάντειο. Η απασχόλησή της στην καμπάνια του «Μ’ ένα βιβλίο πετάω» και «πάμε με το βιβλίο» του ΥΠ.ΠΟ. ήταν η εργασία που την έκανε να καταλάβει ότι ο χώρος του βιβλίου την γεμίζει. Το παρόν είναι η πρώτη συγγραφική της απόπειρα. Ξεκίνησε με μια αληθινή ιστορία, σαν αυτές που συμβαίνουν καθημερινά μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας, και απλώθηκε σε στοιχεία μυθοπλασίας. Εκείνο που μπορεί να ισχυριστεί μετά βεβαιότητας είναι ότι το γράψιμο για εκείνη είναι μια διαδικασία απολαυστική. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά.
https://simiomatario.gr/category/istories-dromena/vivlio-book/nees-kiklofories-new-releases
