You are currently viewing Οι μέρες των θαυμάτων και άλλα μαγικά ταξίδια, στο ΣημειΩματάριο της Μαρίας Σωτηροπούλου

Οι μέρες των θαυμάτων και άλλα μαγικά ταξίδια, στο ΣημειΩματάριο της Μαρίας Σωτηροπούλου

Εντός προγράμματος

Είμαι στο λεωφορείο.

Στο τζάμι οι ζωές των ανθρώπων καθρεφτίζουν τη δική μου.

Ομπρέλες.
Κασκόλ.
Τσάντες.
Κλειδιά.
Τηλέφωνα.
Κάρτες.
Εγώ έχω πιάσει εδώ κι ώρα συζήτηση με μία παπαρούνα.
Κι όλο μου λέει τώρα.
Μετακόμισε προς εσένα.
Τώρα.
Ούτε σιγανά ούτε δυνατά.
Μόνο μέσα μου.

Της δίνω ραντεβού την άνοιξη.

Και θα γίνει τότε μεγάλη γιορτή.

Απουσιών.
Κι ουσίας.

Θα πετάξω στον αέρα τα πράγματα.
Όλα.

Και δεν με νοιάζει αν σπάσουν.

Εγώ θα είμαι ολόκληρη.

Θα φύγουν και τα παπούτσια.
Τα χαζά παπούτσια που ενώ όλους μας στενεύουν κανείς δεν τα περπάτησε όπως ο άλλος άνθρωπος.

Τηλεφωνήματα θα δέχομαι μόνο από τη γύρη.

Με γυροφέρνει αυτή η σκέψη και με ανθίζει.

Και δεν θα κλειδώνω τίποτα.

Πάω στη θάλασσα θα μου λέω.
Ένα θα τόσο βέβαιο.

Και θα πηγαίνω.
Και θα γυρνάω.

Και δεν θα μου λείπει.

Γιατί θα την ακούω.

Και κανείς δεν θα πνίγεται στην ρηχή στεριά.

Κανείς καλάμι στην άκρη του νερού.

Άμα με ζαλίζει το φως θα κάθομαι παρέα του.

Να με ζαλίζει κι άλλο.

Κι άλλο.

Θα παίρνω δρομάκια που μόνο εγώ ξέρω που οδηγούν.

Διεύθυνση;
Δίπλα στους γλάρους.

Αριθμός;
Άνεμος.

Όνομα;

Ποιος το χρειάζεσαι;

Ετοιμάζομαι για την πιο μεγάλη μετατόπιση μου.

Πηγαίνω προς εμένα.
Ως ύπαρξη.

Μόνος του

Οι μέρες των θαυμάτων ξεκινάνε με έναν κάκτο.
Μέρες όπως έρημος.

Πηγαίνουμε προς το συρματόπλεγμα μας.

Κι εκεί υπάρχει πολύ ύδωρ.

Και γη.

Κι όλα κρίνονται στην ακίδα.

Θαυμαστικά.

Στερητικά.

Υπογείως.

Εναλλασσόμενα.

Αδιάλλακτα.

Σκέφτηκα πολύ.

Συλλογισμός.

Μίλησα πολύ με το νερό.

Φαινομενικά έκλαιγα.

Κι έσκαβα.

Χαμογελαστά.

Ερημικά.

Τι τρέλα κι αυτή να ποτίζεις τ’ αγκάθια;

Μου έλεγε μία μακρινή αφύλακτη φωνή μου.

Γρατζουνισμένη.
Κι
Αιχμηρή.

Να σέρνεις τώρα την ανώφελη γλάστρα

Σε ξένες ερημιές.

Κεντρικές.

Τι αλόγιστη σπατάλη

Ξηρασίας

Τι υπέρβαση

Υπεκφυγή

Με χρέη ανάμνησης.

Να εκτρέφω ύπαρξη.

Στο ξεγραμμένο.

Για αυτό και γίνεται σιωπή.

Πεπατημένη.

Ξεφύλλισμα το ξεφύλλισμα.

Μέχρι το αγκάθι

Να βρει τον επιτηρητή του.

Εμένα μου
είπε ένα βράδυ σχεδόν ψυθηριστά.

Να φεύγεις.

Κι ύστερα ανασήκωσε τους ώμους του.

Και μετά

Έκαψε έναν δρόμο.

Μία Κυριακή.

Μία φωτογραφία στον τοίχο.

Σ’ αυτό το αποδίδω.

Στο απονενοημένα υπαρκτό.

Μέσα σε τόση βλάστηση.

Ανώφελα.

Μάταια.

Συμπερασματικά.

Γελοιογραφία

Καμιά φορά, όταν πρέπει σε κάτι να πιστέψω
Πιστεύω στα ποτάμια που ξεχειλίζουν.
Και στη βραχνή φωνή που με ξυπνάει τις Κυριακές που οι καθημερινές κοιμούνται στον ύπνο που έστρωσαν.
Παλιοσίδερα και παλιά στέρεα υλικά αγοράζει.
Ανακατεύω τον καφέ μου.
Ή με ανακατεύει αυτός.
Η κατάσταση των πραγμάτων.
Καμιά φορά όταν το σπίτι μου φαίνεται μικρό
Κάθομαι στο πάτωμα.
Και σηκώνομαι.
Από μέσα προς τα έξω.
Και της λέω περίμενε.
Έχω κάτι να ξεγράψω.
Πριν με δώσω για αναλώσιμο σπασμένο κάτι.
Παρακολουθώ τον καπνό του τσιγάρου να πηγαίνει από άκρη σ’ άκρη.
Στα άκρα.
Σε κάτι να πιστεύω
Όταν χάρτινη ξεφτίζει η μέρα.
Ακροβάτης κι αυτή.
Τσίρκο;
Πιθανότατα.
Μεγάλο;
Ανακατεύω τη ζάχαρη.
Η με ανακατεύει αυτή.
Καμιά φορά όταν ψάχνω κάτι να πιστέψω
Δεν βρίσκω τίποτα.
Κι η βραχνή φωνή που αγοράζει
Τη σκόνη, την πονετική
Την εύθραυστη
Την μεγαλόπνοη
Πριν σπάσει
Πριν κοστολογηθεί
Και φορτωθεί
Στα χέρια των πλανόδιων
Αντηχεί στ’ αυτιά μου
Σαν τον ήχο φωνών που ήξερα.
Άτοπα.
Και δεν έχω από που να φύγω.

Και φεύγω από μένα.


ΣημειΩματογράφοι

Πηγή φωτογραφίας: https://www.facebook.com/maria.sotiropoulou.33

Μην χάνετε καμία ενημέρωση, εγγραφείτε στα ενημερωτικά μας email!

Μαρία Σωτηροπούλου

Σωτηροπούλου Μαρία. Γεννημένη φθινόπωρο αλλά η καρδιά μου ανήκει στο καλοκαίρι. Μπορώ να στερηθώ τα απαραίτητα αλλά όχι τα ποιήματα. Κι ηθοποιός δεν σημαίνει φως. Σημαίνει μεγεθυντικός φακός στο σκοτάδι. Στον ελεύθερο χρόνο μου, εμπορεύομαι μήλα για τον επιούσιο

Αφήστε ένα σχόλιο