You are currently viewing Γιάννης Διαμαντόγλου: Από την ανοικείωση στη διάσωση της ανθρώπινης ύπαρξης

Από την ανοικείωση στη διάσωση της ανθρώπινης ύπαρξης

Γιάννης Διαμαντόγλου, Ήμουν άνθρωπος μα έγινα λέξεις, Γράφημα, 2025

Η ποιητική συλλογή του Γιάννη Διαμαντόγλου Ήμουν άνθρωπος μα έγινα λέξεις (Γράφημα, 2025) αποτελεί μια σύγχρονη ποιητική κατάθεση, με το ποιητικό υποκείμενο να παλινωδεί ανάμεσα στην ασφυκτική πραγματικότητα και στην ανάγκη επιστροφής στον πυρήνα της ύπαρξής του. Η απομείωση της ουσίας της ανθρώπινης παρουσίας μέσα σε μια φθίνουσα σύγχρονη πραγματικότητα γεννά την ανάγκη της καταφυγής στις λέξεις. Αυτές δεν αποτελούν απλώς το υλικό της ποιητικής κατασκευής, αλλά τον χώρο όπου το υποκείμενο επιχειρεί να πιάσει ξανά το νήμα της ύπαρξής του.
«Ας το παρακαλέσουμε να χαρίσει πόδια στο ανέφικτο και φτερά στο εφικτό» (Ακολουθώντας το ποίημα, σ. 9), επισημαίνει ο ποιητής, υπενθυμίζοντας την απελευθερωτική λειτουργία της τέχνης και ειδικότερα της ποίησης. Η βασική αντίθεση που διατρέχει τη συλλογή αντικατοπτιζεται στο δίπολο: εφικτό και ανέφικτο, πραγματικότητα και όραμα.

Το εφικτό χρειάζεται «φτερά» για να υπερβεί τα όριά του, ενώ ακόμη και το ανέφικτο μπορεί να αποκτήσει «πόδια», να κινηθεί δηλαδή προς την περιοχή του δυνατού. Η ποίηση εγκαθίσταται ακριβώς σε αυτή την ενδιάμεση περιοχή.

Κάπως έτσι ο Διαμαντόγλου σαρκάζει και συγχρόνως αυτοσαρκάζεται, δείχνοντας τη γενικότερη παρακμή του όντος έναντι της ύλης: «Εγώ δεν είμαι άνθρωπος / είμαι το ψυγείο για τις βραδινές σου υπερφαγίες».

Το ανθρώπινο υποκείμενο πραγμοποιείται και μετατρέπεται σε χρηστικό αντικείμενο μιας καταναλωτικής καθημερινότητας. Η ειρωνεία καλύπτει εδώ μια βαθύτερη υπαρξιακή αγωνία: πίσω από την κωμική παραδοξότητα της εικόνας βρίσκεται ο άνθρωπος που αισθάνεται ότι χάνει την αυταξία του και υποβιβάζεται στη λειτουργικότητα των πραγμάτων.

Ανάλογη λειτουργία έχει η εικόνα: «Μοντέρνοι καιροί / οι εξατμίσεις των αεροπλάνων σπρώχνονται / για το ποια θα πρωτοκρύψει ήλιο». Η προσωποποίηση μετασχηματίζει ένα απολύτως αναγνωρίσιμο στοιχείο του σύγχρονου κόσμου σε παράδοξη ποιητική εικόνα. Το τεχνητό ανταγωνίζεται για να αποκρύψει το φυσικό, ενώ η τεχνολογική πραγματικότητα εμφανίζεται να παρεμβάλλεται ανάμεσα στον άνθρωπο και στο φως.

Εδώ ακριβώς αποκτά ιδιαίτερη σημασία η έννοια της ανοικείωσης του Βίκτορ Σκλόφσκι. Το γνώριμο αποσπάται από την αυτοματοποιημένη καθημερινή του πρόσληψη και παρουσιάζεται διαφορετικά, έτσι ώστε να γίνει εκ νέου αντικείμενο αντίληψης.

Στον Διαμαντόγλου, ωστόσο, μπορούμε να διακρίνουμε μια ενδιαφέρουσα αντιστροφή: το ποιητικό υποκείμενο ανοικειώνει το οικείο για να μπορέσει τελικά να οικειοποιηθεί εκ νέου μια πραγματικότητα που του έχει ήδη καταστεί ξένη. Η ανοικείωση γίνεται επομένως όχι μόνο τεχνική της ποιητικής γλώσσας αλλά και τρόπος επαναπροσέγγισης του κόσμου.
Ενδεικτικό είναι το τεχνολογικό λεξιλόγιο που εισβάλλει στην ποιητική εικονοποιία: «Πειράζω το λογισμικό / του κόσμου, / για να σταματήσω τον αλγόριθμο / περιστροφής».

Το «λογισμικό» και ο «αλγόριθμος» αποδεσμεύονται από την κυριολεκτική τους σημασία και μεταφέρονται στην περιοχή της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ο κόσμος γίνεται ένα προγραμματισμένο σύστημα, του οποίου το ποιητικό υποκείμενο επιχειρεί να αναστείλει τη λειτουργία. Μέσω της γλώσσας προσπαθεί, έστω ποιητικά, να παρέμβει σε μια πραγματικότητα που μοιάζει να κινείται ερήμην του.

Αυτή η λειτουργία μάς οδηγεί στο δίπολο ρεαλισμός/εφικτό – υπερρεαλισμός/όραμα. Δεν πρόκειται απαραίτητα για δύο αυστηρά διαχωρισμένους ποιητικούς τρόπους. Ο Διαμαντόγλου αντλεί από την αναγνωρίσιμη πραγματικότητα τα υλικά του —τεχνολογία, καταναλωτικά αντικείμενα, αεροπλάνα, κοινωνικά δίκτυα, καθημερινές συνήθειες— και μέσα από προσωποποιήσεις, μεταφορές, μετωνυμίες και απροσδόκητες συνάψεις τα μεταφέρει στην περιοχή του παράδοξου και του οραματικού. Το πραγματικό αποτελεί την αφετηρία· η υπερρεαλιστική εικονοποιία γίνεται το μέσο υπέρβασης αυτής της πραγματικότητας.

Πέρα όμως από την ειρωνεία και τις ανοίκειες εικόνες, η ποίηση της συλλογής διακρίνεται επιπλέον για έναν λανθάνοντα λυρισμό. Ο λυρισμός αυτός δεν εκδηλώνεται ως ευθεία συναισθηματική εξομολόγηση. Υποφώσκει πίσω από την παραδοξότητα των εικόνων και εμφανίζεται κυρίως όταν το ποιητικό υποκείμενο στρέφεται στη μνήμη, στον έρωτα, στον χρόνο και στην απώλεια.
«Ξάπλωσα προσεκτικά / μην ξεστρώσω / το παρελθόν μου», γράφει ο ποιητής, και η μνήμη μετατρέπεται σε σχεδόν απτό αντικείμενο.

Η συνέχεια, «δίπλα μου πλάγιασε / η απελπισία στο κρεβάτι», μας μεταφέρει εξομολογητικά σε μια σύγχρονη απογυμνωμένη αλήθεια. Την διαχείριση του συναισθήματος της μοναξιάς, αφήνοντας μια κερκόπορτα ώστε να εισέλθουμε στον πιο ιδιωτικό χώρο του σύγχρονου ανθρώπου όπου εδώ ταυτίζεται με το ποιητικό υποκείμενο. Η απελπισία αποκτά σώμα και γίνεται σύντροφος της νύχτας.

Η ανοικείωση και ο λυρισμός λειτουργούν εδώ από κοινού: η παράδοξη εικόνα δεν απομακρύνει από το συναίσθημα αλλά το καθιστά εντονότερο.

Ακόμη χαρακτηριστικότερη είναι η εικόνα με «τα κοφτερά βράχια της μνήμης / και τις ξέρες / που είναι οι τύψεις μιας ένοχης θάλασσας».

Η μνήμη δεν αποτελεί πλέον αφηρημένη ψυχική λειτουργία. Αποκτά αιχμές, γίνεται «κοφτερή», μπορεί να τραυματίσει. Και η θάλασσα, προσωποποιημένη, μεταφέρει το βάρος της ενοχής.

Το εξωτερικό φυσικό τοπίο μετατρέπεται έτσι σε εσωτερικό ψυχικό τοπίο: μνήμη, τραύμα και ενοχή συναντώνται στην ίδια ποιητική εικόνα.

Αλλά και ο έρωτας δεν εμφανίζεται ως ασφαλές καταφύγιο. Η προσφώνηση «πυρπολητή έρωτά μου», μέσα σε ένα περιβάλλον «στάχτης» και «απανθρακωμένων μυαλών», παρουσιάζει τον έρωτα ως δύναμη ταυτόχρονα καταστροφική και ζωοποιό.

Ο λυρισμός του Διαμαντόγλου δεν απομακρύνεται επομένως από τη φθορά· γεννιέται μέσα σε αυτήν, συνυπάρχει με την σφοδρότητα της φθοράς. Το ερωτικό στοιχείο, όπως και η μνήμη, λειτουργούν ως απόπειρες του ανθρώπου να διατηρήσει μια περιοχή αυθεντικής εμπειρίας μέσα σε έναν κόσμο που την βυθίζεται στην απάθεια μιας ολοένα φθαρτής και εικονικής πραγματικότητας.

Από αυτή την άποψη, τα επιμέρους μοτίβα της συλλογής —έρωτας, μνήμη, τεχνολογία, αστική καθημερινότητα, κατανάλωση, μοναξιά, φθορά— δεν λειτουργούν αυτόνομα. Συγκλίνουν στην ίδια αγωνία: πώς μπορεί να διασωθεί η ανθρώπινη ύπαρξη μέσα σε μια πραγματικότητα που την απομειώνει; Και η απάντηση που φαίνεται να δίνει η συλλογή βρίσκεται στην ίδια την ποιητική πράξη.

Γι’ αυτό ο τίτλος Ήμουν άνθρωπος μα έγινα λέξεις αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Η μεταβολή από τον «άνθρωπο» στις «λέξεις» φαίνεται αρχικά να δηλώνει απώλεια. Ωστόσο οι λέξεις είναι ακριβώς το μέσο με το οποίο το υποκείμενο επιχειρεί να αντισταθεί σε αυτή την απώλεια. Να ανασυσταθεί ώστε να διασώσει ότι το βοηθά να μείνει ζωντανό.

Μέσα από την εικονοποιία, τα σχήματα λόγου, την ειρωνεία, τον λανθάνοντα λυρισμό και την ανοικείωση, η πραγματικότητα αποσυναρμολογείται και συγκροτείται εκ νέου. Η ανοικείωση καταλήγει έτσι σε μια ιδιότυπη επανοικειοποίηση.

Το ποιητικό υποκείμενο μετασχηματίζει τον κόσμο για να μπορέσει να τον κατοικήσει ξανά. Κινείται ανάμεσα στο πραγματικό και το οραματικό, στο εφικτό και το ανέφικτο, όχι για να αποδράσει από την πραγματικότητα αλλά για να περισώσει μέσα της μια περιοχή ανθρώπινης ελευθερίας. Και ίσως εκεί βρίσκεται ο βαθύτερος πυρήνας της συλλογής: ο άνθρωπος γίνεται λέξεις για να διασώσει, μέσα από αυτές, ό,τι εξακολουθεί να τον καθιστά άνθρωπο.


Περισσότερα άρθρα του Σωτήρη Νούσια: https://simiomatario.gr/category/zoi-texni-life-art/logotexnia/to-simiomatrio-tou-sotiri-nousia

Μην χάνετε καμία ενημέρωση, εγγραφείτε στα ενημερωτικά μας email!

Σωτήρης Νούσιας

Ο Σωτήρης Νούσιας (Αθήνα, 1984) μεγάλωσε και ζει στην Πρέβεζα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Επαγγελματικά έχει ασχοληθεί με τη δημοσιογραφία και έχει γράψει στίχους που έχουν μελοποιηθεί. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Ζωή χωρίς όνομα, εκδ. Φυλάτος, 2016, Μακριά απ’ την Ιθάκη, Πρέβεζα 2018,Ερωτικά Ποιήματα, εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2020, και «Λαιμητόμος στον ουρανό», ΑΩ Εκδόσεις, 2023. Ποιήματα του εχουν δημοσιευθεί στα ηλεκτρονικά περιοδικά «Μανδραγόρας», «Θράκα», «Ποιείν», «Fractal» και «Culturebook.gr». Στην ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού «Μανδραγόρας» φιλοξενούνται επίσης κριτικά του σημειώματα για λογοτεχνικά έργα. Συμμετείχε στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Ποίησης και Διηγήματος «Δημήτρης Βικέλας» (Βέροια, 2018) και απέσπασε τον 2ο Έπαινο.

Αφήστε μια απάντηση