ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΜΕΓΑΚΛΗΣ ΡΟΓΚΑΚΟΣ
Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΘΟΣ-ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΜΕΓΑΚΛΗΣ ΡΟΓΚΑΚΟΣ

Από το Μεσολόγγι στην Gibellina
«Η Γυναίκα της Ζάκυθος – Διάλογος στα ερείπια του Μεσολογγίου»

Φωτογραφία: Μεγακλής Ρογκάκος

Αντικρίζοντας τον σκηνικό χώρο στο Σχολείον της Αθήνας «Ειρήνη Παπά», πριν εμφανιστούν οι ηθοποιοί, οι θεατές ένιωσαν πως τα σκηνικά δεν λειτουργούσαν απλώς ως πλαίσιο της παράστασης. Η ιδιαίτερα προσεγμένη σκηνογραφία του Γιάννη Αρβανίτη μετέτρεπε ολόκληρo το αίθριο σε έναν τόπο
μνήμης. Μπροστά στο παλιό πέτρινο κτίριο απλώνονταν λευκοί λόφοι από αλάτι,
άνισοι, διάσπαρτοι, σαν μικρά βουνά, ερείπια ή σκεπασμένοι τάφοι. Παραπομπή
άμεση στις αλυκές και στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου η οποία συνδέει τη
σκηνή με το φυσικό τοπίο της πόλης. Συγχρόνως, όμως, το ίδιο υλικό έχει πολλές
συμβολικές σημασίες: ανακαλεί το δάκρυ, τις πληγές, την ταφή, αλλά και τη
διατήρηση της μνήμης, αφού το αλάτι προστατεύει από τη φθορά. Οι λόφοι έμοιαζαν
άλλοτε με σωρούς ερειπίων και άλλοτε με ανθρώπινα σώματα καλυμμένα με
σάβανα. Έτσι, το σκηνικό δημιουργούσε μια ποιητική εικόνα απουσίας και
καταστροφής.
Θύμιζε μια εγκατάσταση σύγχρονης τέχνης. Η συμμετρική πέτρινη πρόσοψη
στο βάθος, η σκοτεινή νύχτα και οι φωτισμένες λευκές επιφάνειες σχημάτιζαν μιαν
εικόνα τελετουργική. Ο μεγαλύτερος λόφος δέσποζε στο κέντρο, ενώ οι μικρότεροι
απλώνονταν γύρω του και οδηγούσαν σταδιακά το βλέμμα του θεατή προς το
ερειπωμένο τοπίο. Η περιορισμένη χρωματική κλίμακα, το μαύρο της νύχτας, το
λευκό του αλατιού και οι γήινες αποχρώσεις της πέτρας ενέτειναν την αίσθηση
πένθους. Παράλληλα, η αυστηρή γεωμετρία του κτιρίου ερχόταν σε αντίθεση με τις
ακανόνιστες μορφές των λόφων, σαν να συγκρούονταν η ανθρώπινη Ιστορία με ένα
τοπίο που έχει είχε ήδη μετατραπεί σε μνήμα.

Φωτογραφία: Μεγακλής Ρογκάκος

Η πιο άμεση εικαστική συγγένεια της σκηνογραφίας που ανακάλεσα ήταν το
έργο Montagna di Sale («Βουνό από αλάτι») του Ιταλού ζωγράφου και γλύπτη
Mimo Paladino, ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ιταλικής
Transavanguardia. Η Montagna di Sale δημιουργήθηκε το 1990 στην Gibellina της
Σικελίας, αρχικά ως σκηνικό περιβάλλον για την παράσταση Η νύφη της Μεσσήνης

του Φρίντριχ Σίλερ, στο πλαίσιο του φεστιβάλ Orestiadi. Το σκηνικό της παράστασης
«Η Γυναίκα της Ζάκυθος» είχε εντυπωσιακή μορφολογική συγγένεια με την
εγκατάσταση του Paladino. Και στις δύο περιπτώσεις, ένα καθημερινό φυσικό υλικό
αποκτά μνημειακές διαστάσεις.
Η σύνδεση γίνεται ακόμη ουσιαστικότερη επειδή η εγκατάσταση του Paladino
δημιουργήθηκε στην Gibellina, μια σικελική πόλη που καταστράφηκε από τον
σεισμό του 1968 και στη συνέχεια ανοικοδομήθηκε και μετατράπηκε σε υπαίθριο
μουσείο σύγχρονης τέχνης. Πρόκειται για έναν τόπο όπου η τέχνη συνομιλεί διαρκώς
με την καταστροφή, τη μνήμη και την αναγέννηση. Αντίστοιχα, στη θεατρική
παράσταση οι λευκοί λόφοι ορθώνονται μπροστά στην πέτρινη πρόσοψη του
Σχολείου σαν κατάλοιπα μιας κατεστραμμένης πόλης. Το Μεσολόγγι και η Gibellina,
παρά τη διαφορετική ιστορία τους, συναντώνται ως τραυματισμένοι τόποι που
προσπαθούν να διατηρήσουν ζωντανή τη μνήμη των νεκρών τους.
Υπάρχει, ωστόσο, μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στα δύο έργα. Στην
εγκατάσταση του Paladino τα μαύρα άλογα, που μοιάζουν να αναδύονται ή να
βυθίζονται στο αλάτι, δημιουργούν μια βίαιη εικόνα παγίδευσης και καταστροφής.
Στη σκηνογραφία του Γιάννη Αρβανίτη οι μορφές αρχικά απουσιάζουν και το αλάτι
μένει γυμνό, σαν χιονισμένο τοπίο, σάβανο ή ανώνυμο νεκροταφείο. Έτσι, ο
σκηνικός χώρος δεν αποτελεί μια ολοκληρωμένη, ακίνητη εικόνα. Περιμένει να
κατοικηθεί από τις φωνές, τις μαρτυρίες και τα σώματα των «Ελεύθερων
Πολιορκημένων».
Προφανώς η σκηνογραφία δεν αποτελεί άμεση αναφορά στο έργο του
Paladino. Σίγουρα όμως υπάρχει μια ισχυρή εικαστική συγγένεια: το κοινό υλικό, η
μνημειακή μορφή του λευκού λόφου, η σύνδεση με το θέατρο και η μετατροπή ενός
τόπου καταστροφής σε τόπο τέχνης, δημιουργούν έναν γόνιμο διάλογο ανάμεσα στις
δύο σκηνικές εικόνες. Η σκηνογραφία της παράστασης αφαιρεί σχεδόν όλα τα
αναγνωρίσιμα ιστορικά στοιχεία. Δεν βλέπουμε εξαρχής όπλα, μάχες ή στρατιώτες.
Βλέπουμε ό,τι μοιάζει να έχει απομείνει μετά την καταστροφή.

Η παράσταση, σε έρευνα, δραματουργία και σκηνοθεσία του Μάνου
Καρατζογιάννη, δεν περιορίζεται σε ένα μόνο έργο του Διονυσίου Σολωμού.
Συνθέτει αποσπάσματα από τη Γυναίκα της Ζάκυθος, τον Διάλογο και τους
Ελεύθερους Πολιορκημένους με καταγεγραμμένες προφορικές μαρτυρίες (π.χ. τα
Απομνημονεύματα του Κασομούλη) για την Έξοδο. Κεντρικοί άξονες της σύνθεσης
είναι η θυσία, η γλώσσα και η ελευθερία. Με αυτόν τον τρόπο, ο Σολωμός δεν
αντιμετωπίζεται ως ένα μακρινό σχολικό κεφάλαιο, αλλά ως μια γραφή που
εξακολουθεί να θέτει επίκαιρα και δύσκολα ερωτήματα: Τι σημαίνει πραγματική
ελευθερία; Ποια είναι η ευθύνη του ανθρώπου απέναντι στην Ιστορία; Πώς μπορεί η
γλώσσα να εκφράσει μια τόσο μεγάλη καταστροφή; Και πώς παραμένει κανείς
εσωτερικά ελεύθερος, όταν ο κλοιός γύρω του στενεύει; Η σύνδεση διαφορετικών
σολωμικών κειμένων είναι ουσιαστική. Στον Διάλογο συναντούμε την υπεράσπιση
της ζωντανής γλώσσας του λαού, ενώ στη Γυναίκα της Ζάκυθος η αφήγηση αποκτά
σκοτεινό, προφητικό χαρακτήρα. Στους Ελεύθερους Πολιορκημένους, τέλος, ο
αγώνας μεταφέρεται από το επίπεδο της πολεμικής σύγκρουσης στο εσωτερικό του
ανθρώπου. Η ελευθερία δεν παρουσιάζεται απλώς ως εθνική ανεξαρτησία, αλλά ως
ηθική στάση απέναντι στον φόβο, στην πείνα και στον θάνατο.
Οι ηθοποιοί, Βίκυ Βολιώτη, Δημήτρης Γεωργιάδης, Μαρία Ζορμπά, Μάνος
Καρατζογιάννης, Μαρίνα Μάλλιου και Γιάννης Τσορτέκης ( έξοχη η απαγγελία του),
λειτουργούν περισσότερο ως συλλογική φωνή παρά ως ομάδα συμβατικών
θεατρικών χαρακτήρων. Δεν αναπαριστούν πρόσωπα του παρελθόντος, αλλά
γίνονται φορείς της ιστορικής μνήμης. Οι διαφορετικές ηλικίες, οι φωνές και οι
σωματικές παρουσίες τους δίνουν την εντύπωση ότι πολλές γενιές συνομιλούν πάνω
στη σκηνή. Το παρελθόν δεν παρουσιάζεται ως κάτι οριστικά τελειωμένο, αλλά ως
εμπειρία που μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η συμμετοχή της Μαρίζας Κωχ, η οποία ερμηνεύει τους
Ελεύθερους Πολιορκημένους. Η χαρακτηριστική φωνή της προσθέτει στη σκηνική
σύνθεση έναν συγκινητικό, τελετουργικό τόνο. Η φωνή δεν λειτουργεί απλώς ως
μουσική συνοδεία, αλλά ως ένας ακόμη φορέας μνήμης. Μοιάζει να έρχεται από μακριά, από έναν παλαιότερο χρόνο, και να ενώνει τη σολωμική ποίηση με το παρόν.
Η μουσική του Τηλέμαχου Μούσα, η κινησιολογία της Μαρίζας Τσίγκα, τα
κοστούμια της Ζωής Χατζηαντωνίου και οι φωτισμοί του Νίκου Σωτηρόπουλου
συνομιλούν ουσιαστικά με τη σκηνογραφία. Οι φωτισμοί μεταμορφώνουν τους
σωρούς του αλατιού: άλλοτε τους κάνουν να μοιάζουν με βουνά, άλλοτε με ερείπια
και άλλοτε με σκεπασμένα σώματα. Με τις εναλλαγές φωτός και σκιάς ο σκηνικός
χώρος αλλάζει χωρίς να χάνει τη λιτότητά του. Η υποβλητική ατμόσφαιρα δεν
προκύπτει από εντυπωσιακά τεχνικά μέσα, αλλά από την προσεκτική σύνθεση του
χώρου, του φωτός, της μουσικής και της ανθρώπινης κίνησης.
Η αξιοποίηση του Σχολείου της Αθήνας «Ειρήνη Παπά» είναι επίσης
καθοριστική. Η πέτρινη βιομηχανική πρόσοψη δεν κρύβεται πίσω από κάποιο
κατασκευασμένο σκηνικό, αλλά ενσωματώνεται στη δράση και μετατρέπεται σε
τείχος πολιορκημένης πόλης, ερειπωμένο κτίσμα και μάρτυρα του χρόνου. Η
θεατρική παράσταση κατορθώνει έτσι να μεταμορφώσει έναν πραγματικό χώρο
χωρίς να αλλοιώσει τον χαρακτήρα του. Η λιτότητα των παρεμβάσεων κάνει τη
σκηνογραφική φροντίδα ακόμη πιο εμφανή: κάθε λόφος, κάθε απόσταση και κάθε
φωτισμένη επιφάνεια φαίνεται να έχει υπολογιστεί με ακρίβεια.
Η σύνθεση των κειμένων και των ιστορικών μαρτυριών απαιτεί μεγάλη
συγκέντρωση από το κοινό. Σε ορισμένα σημεία η πυκνότητα του λόγου μπορεί να
δυσκολέψει έναν θεατή που δεν γνωρίζει ήδη τα σολωμικά έργα ή το ιστορικό
πλαίσιο της Εξόδου. Η διαδοχή ποιητικού λόγου, αφηγήσεων και διαφορετικών
φωνών δεν ακολουθεί πάντοτε γραμμική πλοκή. Αυτή η δυσκολία αποτελεί ίσως το
μόνο αδύναμο σημείο της παράστασης, ιδιαίτερα για το νεότερο ηλικιακά κοινό. Δεν
αναιρεί, όμως, τη συνολική της δύναμη. Αντίθετα, φανερώνει την στόχευσή της να
δημιουργήσει έναν ουσιαστικό διάλογο ανάμεσα στην ποίηση, την ιστορική
μαρτυρία και τη σύγχρονη εποχή.
Η παράσταση δεν αναφέρεται απλώς στα ερείπια του Μεσολογγίου. Μας κάνει
να αισθανθούμε το βάρος όσων χάθηκαν και όσων χάνονται. Δεν αναπαριστούν μόνο
το παρελθόν, αλλά δημιουργούν έναν χώρο μέσα στον οποίο το παρελθόν συναντά το παρόν. Μετατρέπει το ιστορικό πλαίσιο του Μεσολογγίου σε ένα ζωντανό ερώτημα
για την ελευθερία, τη μνήμη και το ανθρώπινο χρέος, αποκτώντας ιδιαίτερη
επικαιρότητα ως προς όσα συμβαίνουν στο σημερινό ιστορικό γίγνεσθαι.


https://simiomatario.gr/category/istories-dromena/to-simiomatrio-tis-tzinas-karvounaki

Μην χάνετε καμία ενημέρωση, εγγραφείτε στα ενημερωτικά μας email!

Τζίνα Καρβουνάκη

Η Τζίνα (Γεωργία) Καρβουνάκη   γεννήθηκε  στα Χανιά, πόλη στην οποία ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές της. Πραγματοποίησε στην Ιταλία τις προπτυχιακές σπουδές  στους τομείς των Πολιτικών Επιστημών – Διεθνούς Δικαίου, Ιταλικής Γλώσσας και Πολιτισμού, σεναρίου όπως και το master  Διδασκαλίας της Ιταλικής  ως Ξένης Γλώσσας. Στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο ολοκλήρωσε  master  Μετάφρασης – Μεταφρασεολογίας. Είναι αντεπιστέλλον μέλος και National Convener για την Ελλάδα της Διεθνούς Επιτροπής για την Ιστορία των Αντιπροσωπευτικών και Κοινοβουλευτικών Θεσμών (ICHRPI), Διαπιστευμένη Εκπρόσωπος του Διεθνoύς Ποιητικού Διαγωνισμού NOSSIDE ο οποίος τελεί υπό την Αιγίδα της Unesco, μέλος του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου [ΙΤΙ], της International Association of Theatre Leaders [IATL] και του  Pen Greece. Θεατρικά έργα που έχει μεταφράσει έχουν παρασταθεί στην Ελλάδα και την Ιταλία. Άρθρα, μεταφράσεις και συνεντεύξεις της έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά όπως και ιστοσελίδες στην Ελλάδα, την Ιταλία και τη Ρουμανία. Το 2005 η Società Dante Alighieri – Sede Centrale - Roma της απένειμε Diploma di Benemerenza – Τιμητική Διάκριση - για τη συμβολή της στις πολιτισμικές ανταλλαγές μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας. Το 2018 το Ιταλικό Ινστιτούτο Αθηνών της απένειμε το βραβείο Luigi Pirandello, ως αναγνώριση των ενεργειών της για την προώθηση της σύγχρονης δραματουργίας στην Ιταλία και την Ελλάδα. Ζει στην Αθήνα όπου εργάζεται ως μεταφράστρια, event coordinator και historical researcher. 

Αφήστε μια απάντηση