You are currently viewing Il miracolo – Το θαύμα

Il miracolo – Το θαύμα

Η ανθρωπιά, η δυσκολότερη κατάκτηση

Υπάρχουν παραστάσεις που μιλούν για τον θάνατο και άλλες που τον τοποθετούν
στο κέντρο της σκηνής, ως βάρος πραγματικό και ως ερώτημα που κανείς δεν θέλει
να απαντήσει. Στο Il miracolo – Το θαύμα του Giuseppe Massa, σε σκηνοθεσία και
δραματουργική επεξεργασία της Νικολέτας Φιλόσογλου, το σώμα ενός νεκρού
μετανάστη γίνεται ακριβώς αυτό: μια ανεπιθύμητη παρουσία, μια πρακτική
εκκρεμότητα, αλλά και ο καθρέφτης μιας κοινωνίας που έχει μάθει να
διαχειρίζεται τον ανθρώπινο πόνο μετατρέποντάς τον σε αριθμό.

Δύο αδέλφια, ο Αντόνιο και ο Μπερνάρντο, εργάζονται ως νεκροθάφτες.
Αναλαμβάνουν να θάψουν έναν άγνωστο μετανάστη, όμως στο νεκροταφείο έχουν
απομείνει μόνο δύο θέσεις: εκείνες που προορίζουν για τους εαυτούς τους. Η
συνθήκη μοιάζει αρχικά να γεννά ένα παράδοξο, πρακτικό πρόβλημα. Πολύ
γρήγορα, όμως, η αδυναμία της ταφής αποκαλύπτεται ως κάτι βαθύτερο: ως
αδυναμία αποδοχής του ξένου, ακόμη και μετά τον θάνατό του.
Από αυτή την αδιέξοδη συνθήκη ξεκινά το σκοτεινό θεατρικό παιχνίδι του
Massa. Οι δύο άνδρες εξετάζουν πιθανές λύσεις, επιχειρηματολογούν,
συγκρούονται, αλλάζουν γνώμη. Η μία ιδέα διαδέχεται την άλλη, μα κάθε
απόπειρα διαφυγής τούς εγκλωβίζει περισσότερο. Η δράση οργανώνεται γύρω από
την επανάληψη, τη ματαίωση και την αδιάκοπη ανακύκλωση της αδυναμίας τους.
Το έργο συνομιλεί με τη σικελική παράδοση της πικρής λαϊκής κωμωδίας,
του βερισμού και του γκροτέσκου, εκεί όπου το γέλιο γεννιέται από την ανάγκη
και η φάρσα αγγίζει διαρκώς την τραγωδία. Καθοριστικός είναι και ο τρόπος με
τον οποίο λειτουργεί ο χρόνος. Οι ήρωες βρίσκονται αδιάκοπα σε κίνηση και, παρ’
όλα αυτά, παραμένουν καθηλωμένοι. Μιλούν, επειδή η σιωπή θα τους ανάγκαζε να
αντικρίσουν αυτό που βρίσκεται μπροστά τους. Επινοούν λύσεις, επειδή καμία
λύση δεν μπορεί να καταργήσει την ηθική τους ευθύνη. Είναι διαρκώς

απασχολημένοι, αλλά δεν προχωρούν. Έτσι, η ακινησία μετατρέπεται σε δράση και
το αδιέξοδο γίνεται η βασική δομή της δραματουργίας.
Μέσα σε αυτό το μεσογειακό σύμπαν συνυπάρχουν το σκοτεινό παραμύθι, η
φάρσα και μια επώδυνη υπερπραγματικότητα. Ο Massa προσεγγίζει ένα οξύ
πολιτικό θέμα, χωρίς να παραδίδει ένα εύκολο κατηγορώ. Δεν γράφει θέατρο
συνθημάτων, ούτε προσφέρει στους ήρωές του έναν εξαγνισμό που θα ανακούφιζε
τον θεατή. Επιλέγει το μαύρο χιούμορ ως τρόπο αποκάλυψης της τραγωδίας. Μας
κάνει να γελάσουμε με όσα, αν τα κοιτάζαμε κατάματα, ίσως δεν θα μπορούσαμε
να αντέξουμε.
Η Νικολέτα Φιλόσογλου δεν επιτρέπει στην πολιτική διάσταση να συνθλίψει
τη θεατρικότητα, ούτε αφήνει τη φάρσα να εξουδετερώσει τον πόνο. Διατηρεί
ζωντανή την αμφισημία των καταστάσεων και εμπιστεύεται τη σταδιακή
αποκάλυψη των δύο προσώπων.
Η λιτότητα της σκηνικής εικόνας λειτουργεί ουσιαστικά. Ένα φέρετρο και
ένα στολισμένο ποδήλατο αρκούν για να οργανωθεί ο κόσμος της παράστασης. Ο
χώρος δεν αναπαριστά ρεαλιστικά ένα νεκροταφείο. Διαμορφώνεται ως ένας
ανοιχτός, σχεδόν αφηρημένος τόπος αναμονής και δοκιμασίας. Το ποδήλατο
κουβαλά κάτι από την υπόσχεση της μετακίνησης, της φυγής, της ελευθερίας. Το
φέρετρο, αντίθετα, επιβάλλει το βάρος και την ακινησία του. Ανάμεσα στα δύο
αντικείμενα κινούνται οι ήρωες, παγιδευμένοι ανάμεσα στην επιθυμία να φύγουν
και στην υποχρέωση να παραμείνουν.
Σταδιακά, το φέρετρο παύει να είναι ένα απλό σκηνικό αντικείμενο.
Επιβάλλει στους ηθοποιούς τη διαδρομή, τη σωματική προσπάθεια, τον ρυθμό του.
Μετακινείται, κουβαλιέται, εγκαταλείπεται και επανέρχεται. Εισχωρεί ανάμεσα
στα δύο αδέλφια και γίνεται ένας σιωπηλός τρίτος παρτενέρ. Το σώμα που περιέχει
παραμένει αθέατο. Η παρουσία του, ωστόσο, καθορίζει κάθε κίνηση και κάθε
απόφαση.
Ο Θανάσης Δήμου και ο Παναγιώτης Παναγόπουλος δεν προσφέρουν
απλώς δύο αξιόλογες ερμηνείες. Δημιουργούν έναν ενιαίο υποκριτικό οργανισμό, ένα σκηνικό δίδυμο που λειτουργεί με ακρίβεια, ετοιμότητα και ουσιαστική αλληλεπίδραση. Η δράση του ενός ολοκληρώνεται στην αντίδραση του άλλου.
Μια φράση, ένα βλέμμα, μια παύση γίνονται αμέσως το ερέθισμα για την επόμενη
κίνηση.
Οι δύο ηθοποιοί χειρίζονται με αξιοθαύμαστη συνέπεια τις διακοπές, τις
επαναλήψεις, τις μεταβολές του ρυθμού και τη σωματική αντιπαράθεση.
Κουβαλούν το φέρετρο, σταματούν, ξεκουράζονται, λογομαχούν, επιστρέφουν στις
ίδιες κινήσεις και σταδιακά εξαντλούνται μέσα σε έναν μακάβριο χορό. Η
κωμικότητα δεν επιβάλλεται εξωτερικά, ούτε στηρίζεται στην κατασκευή ενός
εύκολου αστείου. Γεννιέται από τη σχέση των προσώπων, από την αδυναμία τους
να συνεννοηθούν και από την επίμονη προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν ένα
ηθικό ζήτημα σαν να ήταν απλώς πρακτικό.
Ο Δήμου αποδίδει εύστοχα την ένταση ανάμεσα στη σκληρότητα και την
ανασφάλεια. Ακόμη και όταν ο Αντόνιο προσπαθεί να επιβάλει τη λογική του και
να κυριαρχήσει στην κατάσταση, αφήνει να διαφανεί η εσωτερική του ταραχή. Ο
Παναγόπουλος δίνει στον Μπερνάρντο μια πιο νευρική και ευάλωτη ποιότητα,
χωρίς όμως να τον μετατρέπει στον προβλέψιμο φορέα της ευαισθησίας. Οι δύο
χαρακτήρες παραμένουν αντιφατικοί: κωμικοί και σκληροί, φοβισμένοι και
οδυνηρά οικείοι.
Η επιτυχία αυτού του υποκριτικού διαλόγου οφείλει πολλά στη μετάφραση
της Βιολέτας Ζεύκη, μια μετάφραση με σαφή αίσθηση της σκηνικής λειτουργίας
του λόγου. Δεν περιορίζεται στην πιστή μεταφορά των νοημάτων. Αναζητεί τον
τρόπο με τον οποίο οι λέξεις μπορούν να ειπωθούν, να κινηθούν και να
αποκτήσουν ενέργεια στα ελληνικά.
Οι φράσεις ακούγονται φυσικές, χωρίς να εξομαλύνεται η ιδιομορφία του
πρωτοτύπου. Η μετάφραση διατηρεί το μαύρο χιούμορ και το μεσογειακό
ταμπεραμέντο του έργου. Κυρίως, αποδίδει τις συνεχείς μεταπτώσεις του κειμένου,
από τον καθημερινό λόγο στην ποιητική παραβολή, από τον σαρκασμό στον φόβο,
από τη φλυαρία στην αποκαλυπτική σιωπή.

Η γλώσσα διαθέτει τη ρυθμική ακρίβεια που απαιτεί ένα έργο χτισμένο
πάνω στην επανάληψη, τη διακοπή και την αναίρεση. Οι λέξεις δεν ακούγονται
σαν λογοτεχνία μεταφερμένη από μια ξένη γλώσσα, αλλά σαν λόγος που γεννιέται
την ώρα της παράστασης από την ανάγκη των προσώπων. Η Ζεύκη βρίσκει τη
σκηνική αναπνοή του ιταλικού κειμένου και παραδίδει στους ηθοποιούς έναν λόγο
προφορικό, εύκαμπτο και δραστικό. Η μεταφραστική εργασία γίνεται έτσι
οργανικό μέρος της ερμηνείας και του ρυθμού της παράστασης.
Το αρχικό ερώτημα «τι θα κάνουμε με τον νεκρό;» μετατοπίζεται σιγά σιγά.
Γίνεται ερώτημα για τον θάνατο και, τελικά, για την ίδια την ανθρώπινη ιδιότητα.
Οι αναφορές στη μετατροπή των οστών σε σκόνη, χώμα, πηλό, λάσπη και
κεραμικό αντικείμενο προσδίδουν στη μεταφυσική αναζήτηση μια παράξενη
ποιητικότητα. Την ίδια στιγμή, το χιούμορ υπονομεύει κάθε σοβαροφάνεια χωρίς
να ακυρώνει το βάθος του προβληματισμού.
Η κορύφωση έρχεται με την ανάσταση. Το αδύνατο εισβάλλει στη σκηνική
πραγματικότητα, αλλά ούτε αποκαθιστά την τάξη ούτε προσφέρει την
αναμενόμενη λύτρωση. Αντίθετα, μεγεθύνει ακόμη περισσότερο το παράλογο. Ο
νεκρός ανασταίνεται και οι δύο ήρωες αντιμετωπίζουν ακόμη και το θαύμα ως ένα
νέο πρακτικό πρόβλημα που απαιτεί διευθέτηση.
Η επιλογή του Massa είναι βαθιά ειρωνική και συγχρόνως αποκαλυπτική. Η
μεταφυσική δεν λειτουργεί ως φυγή από την πραγματικότητα, αλλά ως τρόπος να
φωτιστεί η βαθύτερη λογική της. Τι σημασία μπορεί να έχει ακόμη και η
ανάσταση, εάν ο άνθρωπος που επιστρέφει στη ζωή εξακολουθεί να θεωρείται
ανεπιθύμητος; Ποιο θαύμα μπορεί να μας σώσει, όταν δεν είμαστε έτοιμοι να
αναγνωρίσουμε στον ξένο το δικαίωμα να υπάρχει;
Το πραγματικό θαύμα, επομένως, δεν βρίσκεται στην κατάργηση του
θανάτου. Βρίσκεται στη μετατόπιση των δύο ζωντανών. Η αδυναμία τους να
«τακτοποιήσουν» το σώμα γίνεται σταδιακά αδυναμία να συνεχίσουν να το
αντιμετωπίζουν ως αντικείμενο προς εξαφάνιση. Ο άγνωστος αποκτά παρουσία και

πρόσωπο, ακόμη κι αν αυτό δεν συμβαίνει με τον συμβατικό τρόπο. Η παράξενη
συνύπαρξη μαζί του επιστρέφει τους ήρωες στη δική τους ανθρώπινη φύση.
Η φωνή του Λαέρτη Μαλκότση λειτουργεί σαν ίχνος αυτής της παρουσίας.
Είναι η υπενθύμιση μιας ζωής πίσω από την ανωνυμία, μιας φωνής πίσω από το
σώμα, ενός προσώπου πίσω από τον γενικό και απρόσωπο όρο «μετανάστης».
Γιατί κάθε σώμα που ξεβράστηκε σε κάποια ακτή είχε κάποτε όνομα, γλώσσα,
μνήμη, επιθυμία.
«Το μόνο ανθρώπινο θαύμα που αναγνωρίζω είναι η ανθρώπινη καλοσύνη»,
δηλώνει η φράση που η παράσταση επιλέγει ως προμετωπίδα. Εδώ, όμως, η
καλοσύνη δεν παρουσιάζεται ως εύκολο συναίσθημα ή ηθική διακόσμηση. Είναι
μια δύσκολη πράξη αντίστασης απέναντι στη συνήθεια, τον φόβο και την άρνηση
της ανθρώπινης υπόστασης του άλλου του άλλου.
Η ουσία του έργου βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη διαπίστωση: η ανθρωπιά
δεν είναι κεκτημένο. Είναι μια καθημερινή, συχνά επίπονη κατάκτηση.
Η Νικολέτα Φιλόσογλου κατορθώνει να ενώσει το σκοτεινό παραμύθι, το
γκροτέσκο, το παράλογο, τη μαύρη κωμωδία και το υπαρξιακό δράμα σε μια
παράσταση με σαφή πολιτικό και ανθρωπιστικό προσανατολισμό. Δεν υπαγορεύει
στον θεατή το σωστό συναίσθημα ούτε του προσφέρει την ανακούφιση μιας
τακτοποιημένης κατάληξης. Τον αφήνει αντιμέτωπο με ένα επίμονο ερώτημα: πότε
συνηθίσαμε να κοιτάζουμε τον πόνο των άλλων χωρίς να μας συμβαίνει τίποτε;
Με μια επιτυχημένη θεατρική μετάφραση, που μεταφέρει ζωντανά στα
ελληνικά τη μουσικότητα και τις αντιφάσεις του έργου, με δύο ηθοποιούς που
υπηρετούν γενναιόδωρα και με εξαιρετικό συγχρονισμό τη δύσκολη ισορροπία του
και με μια σκηνοθεσία που εμπιστεύεται τη δύναμη της παραβολής, «Το Θαύμα»
μιλά για το σημαντικότερο, ίσως, δικαίωμα: το δικαίωμα κάθε ανθρώπου το
δικαίωμα κάθε ανθρώπου να βρίσκει μια θέση ανάμεσα στους άλλους.

Το θαύμα που αναζητεί η παράσταση δεν είναι υπερφυσικό. Δεν χρειάζεται
να νικήσει τον θάνατο. Χρειάζεται να νικήσει, έστω για λίγο, την αδιαφορία. Και
αυτό προφανώς είναι το δυσκολότερο θαύμα.

Ταυτότητα παράστασης
Κείμενο: Giuseppe Massa
Μετάφραση: Βιολέτα Ζεύκη
Σκηνοθεσία – Σκηνική σύλληψη: Νικολέτα Φιλόσογλου
Δραματουργική επεξεργασία: Νικολέτα Φιλόσογλου
Ενδυματολογία: Φίλιππος Τσιτσόπουλος
Σχεδιασμός και εικαστική επιμέλεια ποδηλάτου: Chris Capten, Κυριακή
Φιλόσογλου
Σχεδιασμός φωτισμών: Στέλλα Κάλτσου
Μουσική επιμέλεια: Νικολέτα Φιλόσογλου
Μουσική σύνθεση – Σχεδιασμός ήχου: Άρης Κοντοάγγελος
Επιμέλεια κίνησης: Ελένη Καστανιώτη
Βοηθοί σκηνοθέτη: Ελένη Καστανιώτη, Νικόλας Λαμπάκης
Βίντεο teaser: Στέλιος Σγουράκης, Φίλιππος Τσιτσόπουλος
Βίντεο μοντάζ: Γιάννης Γαλιάτσος
Φωτογραφίες promo: Φίλιππος Τσιτσόπουλος
Οπτική ταυτότητα: Τάσος Θωμόγλου
Παίζουν: Θανάσης Δήμου, Παναγιώτης Παναγόπουλος


https://simiomatario.gr/category/istories-dromena/to-simiomatrio-tis-tzinas-karvounaki

Μην χάνετε καμία ενημέρωση, εγγραφείτε στα ενημερωτικά μας email!

Τζίνα Καρβουνάκη

Η Τζίνα (Γεωργία) Καρβουνάκη   γεννήθηκε  στα Χανιά, πόλη στην οποία ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές της. Πραγματοποίησε στην Ιταλία τις προπτυχιακές σπουδές  στους τομείς των Πολιτικών Επιστημών – Διεθνούς Δικαίου, Ιταλικής Γλώσσας και Πολιτισμού, σεναρίου όπως και το master  Διδασκαλίας της Ιταλικής  ως Ξένης Γλώσσας. Στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο ολοκλήρωσε  master  Μετάφρασης – Μεταφρασεολογίας. Είναι αντεπιστέλλον μέλος και National Convener για την Ελλάδα της Διεθνούς Επιτροπής για την Ιστορία των Αντιπροσωπευτικών και Κοινοβουλευτικών Θεσμών (ICHRPI), Διαπιστευμένη Εκπρόσωπος του Διεθνoύς Ποιητικού Διαγωνισμού NOSSIDE ο οποίος τελεί υπό την Αιγίδα της Unesco, μέλος του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου [ΙΤΙ], της International Association of Theatre Leaders [IATL] και του  Pen Greece. Θεατρικά έργα που έχει μεταφράσει έχουν παρασταθεί στην Ελλάδα και την Ιταλία. Άρθρα, μεταφράσεις και συνεντεύξεις της έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά όπως και ιστοσελίδες στην Ελλάδα, την Ιταλία και τη Ρουμανία. Το 2005 η Società Dante Alighieri – Sede Centrale - Roma της απένειμε Diploma di Benemerenza – Τιμητική Διάκριση - για τη συμβολή της στις πολιτισμικές ανταλλαγές μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας. Το 2018 το Ιταλικό Ινστιτούτο Αθηνών της απένειμε το βραβείο Luigi Pirandello, ως αναγνώριση των ενεργειών της για την προώθηση της σύγχρονης δραματουργίας στην Ιταλία και την Ελλάδα. Ζει στην Αθήνα όπου εργάζεται ως μεταφράστρια, event coordinator και historical researcher. 

Αφήστε μια απάντηση