You are currently viewing Μνήμες του Μαΐου

ΜΝΗΜΕΣ ΚΑΙ ΥΠΕΡΒΑΣΕΙΣ

Ορμούσε αχαλίνωτη η σκέψη της
στ’ άδυτα της ψυχής της
και την απογύμνωνε από αντιστάσεις,
συνειδησιακές συγκρούσεις και φοβίες.
Κι ανέσυρε καλπάζουσες μνήμες.
Μνήμες μακρινές, θολές,
μνήμες κοντινές, διάφανες,
μνήμες πληγές, μνήμες αναλαμπές,
που αντιστέκονταν, που στιγμάτιζαν,
που δημιουργούσαν,
που έφερναν ένα τεράστιο κενό
και την άφηναν έκθετη
στις άγνοιες και τις δειλίες.
Τότε που η κάθε μέρα
ήταν και μια διαφορετική αφετηρία
με μια καινούρια προσδοκία.
Κι ανίχνευε στο χαμένο χθες
το πρωτόγονο κι ολοκληρωμένο,
σκιαγραφούσε στο φευγαλέο σήμερα
την ένταση και το πάθος
κι αναζητούσε στο αύριο
μ’ αδρές πινελιές
την υπέρβαση και το όνειρο.
Κι ανακάλυπτε με τρόμο, πρωτόφαντες κι ανεξέλεγκτες επιθυμίες
να κινούνται σε δαιδαλώδεις δρόμους,
με θορυβώδεις κι αδυσώπητους ρυθμούς ,
με την περιέργεια και την απορία,
ποια συμπαντική νομοτέλεια
απελευθερώνει και προσδιορίζει
μια επαναστατημένη ψυχή,
να υποκύψει και να μυηθεί
στο απροσδιόριστο και το αυθόρμητο
και στο ανεξήγητα αναμενόμενο.
Ξεπερνώντας την αντίσταση της μνήμης,
υποχωρούσε και συλλάβιζε οράματα
και σώρευε ερείπια
γκρεμίζοντας είδωλα και ινδάλματα.
Και στάθηκε όρθια,
με χέρια υψωμένα και μάτια διορατικά
μπροστά στο βωμό της ψυχής της,
να θυσιάσει και να θυσιαστεί,
για να αναγεννηθεί
στ’ αρχέγονο πλάσμα,
στ’ ανθρώπινο ύψος,
για την πτώση, το ανασήκωμα
και την ολοκλήρωση.
Δε φοβήθηκε όταν αναρωτήθηκε
αν είναι αληθινή.
Έγινε εμμονή η βεβαιότητα
της ζωής και του ονείρου.
Βγήκε στον πλατύ το δρόμο
με μια απόλυτη υποταγή και συμφιλίωση.
Αυτή κι ο εαυτός της. Για τον άλλον.

ΕΦΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΟΜΟΡΦΑ
Ανεπαίσθητα, ανάμεσα από ψυχικές ισορροπίες
και πνευματικές ωριμότητες,
τον προσπέρασε ο σύμμαχος χρόνος
κι έμεινε έκπληκτος να παρακολουθεί
διαψεύσεις ομολογιών και βεβαιοτήτων,
αποκαθηλώσεις προσδοκιών και οραμάτων
με ανακόλουθες σκέψεις και βηματισμούς,
για τα ανεκτίμητα προσιτά και εφήμερα.

Με μιαν ανεπιτήδευτη νηφαλιότητα,
ως ανάγνωση και παραδοχή της αδυναμίας
να προλάβει ως συνέχεια το αύριο
και να θητεύσει σε δοκιμασμένα σχήματα
και συνάγωγες προοπτικές,
στάθμισε συνεπέστερη την αποδοχή
της μελαγχολικής αισιοδοξίας
από την επινόηση μια ανακομιδής.

Και ήχησε παρήγορα η πίστωση του χρόνου,
να μην είναι ο γλιτωμός επιστροφή
και η φυγή παραίτηση κι οδύνη,
αφού της ζωής τα όνειρα περισσεύουν
γι’ ακόμη μία θύμηση,ψυχής δημιουργία,
γι’ αποζητήσεις που λογιάστηκαν αυθαιρεσίες,
στ’ αδίδακτο της αρχής, στ’ αστάθμητο του τέλους,
μικρός ο κόσμος κι όμορφος στην ταπεινότητά του.

ΠΕΤΡΟΒΟΛΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΛΗΘΑΙΟ

Στης νύχτας τ’ ανα­γνώ­σματα,
με μια σαγη­νευ­τική νωχέ­λεια,
λιτα­νεύει των επο­χών το ψίκι,
γητεύει την ομορ­φιά και τη γηθο­σύνη,
σμι­λεύει την αλκή του χρό­νου
και ψηλα­φώ­ντας τις όχθες του,
αυτο­μο­λεί αυτά­ρε­σκα στο φλοί­σβο του
ν’ ακούει στις μου­σκε­μέ­νες άριες
να θερα­πεύ­ο­νται ειδύλ­λια κι εμπνεύσεις.

Πετριές τ’ ονει­ρο­πό­λημα και πλα­ταγή η σιωπή,
αφρό­σκε­ποι οι καη­μοί ‚ίσκιωμα στη στροφή.

Στης ανα­το­λής τις γρα­φές και δεή­σεις,
με μια υπε­ρο­πτική ταπει­νό­τητα,
δαψι­λεύει της μέρας μακα­ρι­σμούς,
αμνη­στεύει το δικα­σμένο χθες,
πομπεύει της ζωής τις μαγ­γα­νείες
κι επηρ­μέ­νος αγνώ­στων θεών προ­σκυ­νη­τά­ρης
αυθαι­ρε­τεί στον ορι­σμό του κάλ­λους
και τυμ­βω­ρυ­χεί σε ιστο­ρίες και μύθους,
αρχή και τέλος της πόλης ν’ αποτελεί.

Πετριές στ’ άβαθα οι ευχές,τ’ ανά­θεμα το βουβό
όπως κι η λιο­βολή, φως πετριά μες στα νερά του.

Στα γεφυ­ρο­πε­ρά­σματα, ήθος κανο­νι­σμένο.
Αδέ­ξιες φωνές,αυθάδεια και ασφα­λής βια­σύνη,
ώμοι γερ­τοί προβλέψιμοι,είδωλα στραγ­γι­σμένα,
γενιές τ’ αγάλ­ματα και αδεια­νές υδρίες,
ρήσεις κενές και ασυ­μπλή­ρωτη ιστο­ρία,
εξέ­δρα που λιγο­στεύει της κοί­της την απλω­σιά,
που μικραί­νει τ’ ανά­στημα του κόσμου
και βλέ­πει στο κοντινό το ξάγνα­ντο τη ζωή
να μετριέ­ται λειψή,αιχμάλωτη και σημαδεμένη.

Πετριές τα άδεια βλέμματα,το βήμα το ταχύ
ψυχή μες στην από­γνωση και η μνήμη στην οργή.

ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΙΑ

Άγουρη κι ατίθαση η νιόφερτη άνοιξη,
γλιστρούσε τη βιασύνη της στην ακροποταμιά,
έριχνε τα μαλλιά της ξέπλεκα στ’ ανυπόταχτα νερά
και το φεγγάρι νιο κι αδέσποτο να σκύβει και να βουτά,
μαντίλι κόκκινο στη νύχτα, να βάφει και να κεντά.

Θράσευαν γύρω οι καημοί σε χολωμένα νιάτα,
μάτωναν στήθια οι στεναγμοί και κουρασμένα μάτια,
κρυφά να συναλλάσσεται η αρετή με την αμαρτία
και να ζυγιάζεται αδέκαστη η ζωή,
μια στην επιστροφή και μια στην προσδοκία.

Έσφιξαν τα χέρια τους και ψηλάφισαν τη γη,
κύκλωσαν ένα κομμάτι ανοιχτό ουρανό
και με το σουραύλι της σιωπής και το φλασκί του πόθου,
ξημέρωναν τη ζωή ανατολή ‚πλημμύρα και σημάδι,
σαν τ’ όνειρο που ξέφευγε απ’ το βαθύ σκοτάδι.

Αφήναν στην άκρη τις καρδιές κι οι λογισμοί στην κοίτη.
Γύμνωναν τα λόγια τους και με το φως τα ντύναν,
να ’ναι οι μύθοι πιο ζεστοί και οι θεοί πιο ξένοι
στη σύναξη των αισθήσεων ταπεινά να ομολογήσουν
πως είναι αλήθεια ο έρωτας και λευτεριά ο χρόνος.

ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ

Αυταρχικό,αδέσποτο και βεβηλωμένο το χθες,
το αύριο ευδόκιμη παρουσία και σύνταξη
σε προσδοκίες και όνειρα, σε ευρύχωρες συνάξεις,
να είναι η ζωή μας κατάνυξη και προσφορά,
δέουσα αναζήτηση και ευπρόσδεκτη τελετή,
αποδοχής ανάγνωσμα και στέριωμα συνέχειας.
Σπούδαγμα η αντιγραφή και σμίλευμα οι πόθοι
να είναι το πισωγύρισμα ματιά βυθοσκοπούσα,
το χρόνο να προλάβουμε σε δόξες και προφητείες,
πανήγυρη να γιορτάσουμε τις μέρες της αισιοδοξίας,
με σύμβολα την αρετή, τη γνώση και τον οίστρο,
για να είναι το ξάγναντο της ζωής επισκοπή και ρήτρα.

Οι πεποιθήσεις μας προσευχή σε οράματα και αξίες,
αντίδικη η πίστη μας σε δόγματα και εντολές
τη ζωή να επινοήσουμε σε νέες ευσχήμονες αρχές
με το σεβασμό ανάγλυφο σε δόκιμες συμπεριφορές
και ευλαβείς προσκυνητές στην ανθρωπιά να σταθούμε,
για να είναι οι μέρες μας απολαβή και ευφροσύνη.

Με γνώμονα τη στοίχιση σε ιδανικά και ελπίδες,
της ύπαρξης αναγνώριση σε λευτεριά και δίκιο,
τον κόσμο να απλώσουμε σε μια μικρή γειτονιά
για να είναι τα χέρια μας σφιγμένα στην αγάπη
κι ανθοφορούσα η ψυχή στο τρανταχτό το γέλιο,
μαζί να οδοιπορούμε σώφρονες και ξένοιαστοι αδελφοί.

Αναφορά στο φωτοστέφανο και το λαμπρό το φέγγος
της αδέκαστης ομόνοιας χωρίς σύνορα και άκρες,
στης λογικής το πειθάρχημα και το αίσθημα φιλίας
οι προσδοκίες μας να γαλουχηθούν με αλληλεγγύη
για το λυτρωτικό τ’ αγκάλιασμα το πρόσχαρο το βλέμμα
και να είναι η ζωή μας πέλαγος και η γης μια σπιθαμή.


https://simiomatario.gr/category/simiomatografoi/to-simiomatario-toy-giorgoy-alexnadri

https://pixabay.com/photos/text-letter-old-letters-retro-4095909

Μην χάνετε καμία ενημέρωση, εγγραφείτε στα ενημερωτικά μας email!

Γιώργος Αλεξανδρής

Ο Γιώργος Αλεξανδρής γεννήθηκε στο Πετρωτό Τρικάλων όπου και έζησε τα παιδικά του χρόνια. Τελείωσε το Γυμνάσιο Φαρκαδόνας και σπούδασε στη Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία Ιωαννίνων και σήμερα είναι συνταξιούχος Δάσκαλος και μένει στα Τρίκαλα. Ασχολείται με την ποίηση και την αρθρογραφία. Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά και διατηρεί το ποιητικό ιστολόγιο: www.alexandris23.net Από τις εκδόσεις ΑΠΟΠΕΙΡΑ κυκλοφόρησαν σε ένα βιβλίο δυο ποιητικές του συλλογές: ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΗΣ -Ω και ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΑΝΤΙΦΩΝΗΣΕΙΣ.

Αφήστε μια απάντηση