Η Νατάσα Κοντούλη γεννήθηκε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών Σόφιας το 2003 με master ζωγραφικής, από το εργαστήριο του καθηγητή Teofan Sokerov. Κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών από το ΕΑΠ και το πρόγραμμα «Τέχνη – Πολιτιστική Κληρονομιά – Αναπτυξιακές Πολιτικές». Έχει ασχοληθεί με τη σκηνογραφία και το θεατρικό κουστούμι. Δουλειές της έχουν παρουσιαστεί στο ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων, στο ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου καθώς και σε διάφορες θεατρικές σκηνές στην Αθήνα και τη Νάξο. Για περισσότερο από 18 έτη δίδαξε ελεύθερο και γραμμικό σχέδιο στη Μέση Εκπαίδευση ως εικαστικός. Έχει διδάξει επίσης καλλιτεχνικό κόσμημα στο Δήμο Νέας Φιλαδέλφειας – Νέας Χαλκηδόνας καθώς και σε πολιτιστικούς συλλόγους. Έχει εικονογραφήσει εκδόσεις παιδικών παραμυθιών. Από το 2003 μέχρι σήμερα έχει συμμετάσχει σε ομαδικές εκθέσεις εικαστικών και εφαρμοσμένων τεχνών. Από το 2024 ζει μόνιμα και ζωγραφίζει στη Νάξο, όπου εκτός από το εργαστήριο της, δημιούργησε την ART ARK GALLERY, στην οποία φιλοξενεί και εκθέτει σπουδαίους σύγχρονους Έλληνες δημιουργούς.
Επιμέλεια συνέντευξης: Άννα Ρω
Η ζωγραφική -ως συνδετικός κρίκος των πολιτισμών ανά τους αιώνες αλλά και ως στοιχείο αποκαλυπτικό, ονειρικό, μυστικιστικό, ψυχογραφικό ή ό,τι άλλο- εκτιμάται ανάλογα της υψηλής αξία της;
Αν η ζωγραφική μπορεί πραγματικά και λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος των
πολιτισμών ή ως στοιχείο ονειρικό και ψυχογραφικό, ναι, εκτιμάται ανάλογα
της αξίας της. Αυτή η αξία ίσως δεν είναι εύκολα αντιληπτή ή αυτονόητη σε
μια καθημερινή λογική. Ακριβώς όμως, σε στιγμές που πιθανόν δεν
αντιλαμβανόμαστε την ζωγραφική ως πρωταγωνιστή, όπως η διαφήμιση μιας
τράπεζας, το εξώφυλλο ενός βιβλίου, αποτελούν τη βάση για την αξία της.
Αλλά και πιο πέρα οι χώροι τέχνης με την μεγάλη επισκεψιμότητα, με τις
συζητήσεις που δημιουργούνται και εξελίσσονται γύρω από έναν πίνακα ή
ακόμη ακόμη τα παιδιά που βλέπω επιτακτικά να τραβούν τους γονείς τους να
μπουν μέσα στη γκαλερί μου για να δουν τα έργα που φιλοξενούνται, και που
στα παιδικά τους μάτια αποκαλύπτεται αυτός ο ονειρικός κρίκος που συνδέει
τον πολιτισμό, όλα αυτά νομίζω πως μας δείχνουν τον ουσιαστικό ρόλο που
έχει η ζωγραφική στη ζωή μας.
Πόσο πολυπληθές και πόσο καταρτισμένο είναι το κοινό που ενδιαφέρεται για τα ζωγραφικά έργα;
Τα ζωγραφικά έργα δεν απευθύνονται μόνο σε καταρτισμένο κοινό. Όταν οι
παππούδες μας ήρθαν από τα χωριά τους στα αστικά κέντρα και οι μόνες
μορφές τέχνης που γνώριζαν ήταν η δημοτική μουσική και η αγιογραφία,
φρόντισαν στα σπίτια που με κόπο κατάφεραν να φτιάξουν, μαζί με το
νοικοκυριό τους, να αγοράσουν και δυο τρεις πίνακες. Δεν υπήρχε νομίζω
ελληνικό σπίτι της δεκαετίας του 50 και του 60 που να μην έχει μια
ελαιογραφία με ένα ξέφωτο στο δάσος και μια καλύβα. Έναν ελαιώνα που
τον διασχίζει μια φορτωμένη με κλαρί ηλικιωμένη γυναίκα ή ακόμα
αργότερα οι πιο πολιτικοποιημένοι ένα χαρακτικό της Κατράκη ή του
Τάσσου, ακόμη και σε αντίγραφο.
Η κατάρτιση είναι σπουδαία και προάγει την τέχνη, δημιουργεί την
πρωτοπορία, αφουγκράζεται, αποδέχεται και προωθεί το νέο. Επιβεβαιώνει
και καταξιώνει το φρέσκο βλέμμα. Μέσα από τη γνώση προκύπτει η
σύγχρονη ουσιαστική τέχνη, η επαναστατική καινοτομία. Για μένα αυτό δεν
συνδέεται απαραίτητα με το πολυπληθές. Ένα καλά σχεδιασμένο έργο
βρίσκει πάντα το κοινό του. Το κοινό αυτό είναι μεγάλο, αλλά για έναν
παράξενο λόγο, σε αντίθεση με το παρελθόν, θαυμάζει και επικροτεί αλλά
δυσκολεύεται να το κάνει κτήμα του.
Πιστεύετε ότι η μοναχικότητα των ζωγράφων λειτουργεί ανασταλτικά ως προς τη διάδοση της τέχνης τους;
Η μοναχικότητα των ζωγράφων ίσως τελικά δεν είναι τόσο δεδομένη, παρά
την άποψη που επικρατεί. Είναι συνήθως άνθρωποι κοινωνικοί. Παίρνουν
εικόνες από τη ζωή, την καθημερινότητα, την αγάπη, την παρέα και τις
μεταφέρουν στον καμβά τους. Λειτουργούν συχνά ως ομάδες που μαζί
συμπράττουν και δημιουργούν. Καταπιάνονται με τα κοινωνικά προβλήματα.
Με το έχω και δεν έχω, με το υπάρχει και μη. Οι ζωγράφοι όμως και το έργο
τους δε βρίσκουν εύκολα βήμα και εκεί είναι το πρόβλημα. Δεν προβάλλονται
όπως άλλες ομάδες καλλιτεχνών που έχουν μεγαλύτερη διείσδυση στην
κοινωνία. Ένας ταλαντούχος νέος δεν μπορεί εύκολα να βρει χώρο να
παρουσιάσει τα έργα του. Οι αίθουσες τέχνης δεν είναι ανοικτές για όλους.
Όπως ένας μουσικός έχει την ανάγκη να ακουστεί το έργο του για να
συνεχίσει να συνθέτει, να πάρει θάρρος από την αποδοχή του κόσμου, έτσι
νομίζω και ο ζωγράφος. Δεν θέλει τα έργα του να μένουν στο εργαστήριό του
αλλά θέλει να τα δείξει. Θέλει ακόμα να του ασκηθεί και κριτική.
Τι αξίζει η τέχνη αν δεν είναι καθημερινή μας απόλαυση; Αν δεν σταθεί ο
καθένας απέναντί της να την χαρεί; Μιλώντας με φίλους και συναδέλφους,
συχνά ακούω πως έχουν κουραστεί και δουλέψει πολύ πάνω σε κάποιο έργο,
και θέλουν να το δώσουν, έστω και λιγότερο από την αξία του. Προτιμούν να
το έχει κάποιος παρά να παραμένει με άλλα έργα τους στο εργαστήριο.
Η τέχνη εξοστρακίζεται ως μάθημα από τα σχολεία. Ήδη, τα εικαστικά δεν
διδάσκονται πιά στα Λύκεια, στα Γυμνάσια το μάθημα είναι μονόωρο, στα
Δημοτικά και ιδιαίτερα της επαρχίας πολύ συχνά τα εικαστικά τα κάνει ο
δάσκαλος και όχι οι ειδικότητες. Αν δεν μάθουμε από μικροί να αγαπάμε την
τέχνη, να πορευόμαστε μαζί της, δεν είναι εύκολο να μιλήσουμε για διάδοση.
Ζωή και Τέχνη, συγκοινωνούντα δοχεία ή παράλληλοι κόσμοι;
Για κάποιους ανθρώπους η πρώτη κίνηση με το που ξυπνήσουν το πρωί είναι
να ανοίξουν το ραδιόφωνο και να ακούσουν μουσική. Κάποιοι να διαβάσουν
ένα βιβλίο πριν κοιμηθούν το βράδυ ή να δουν μια ταινία, μια θεατρική
παράσταση, να πάνε σε μια συναυλία, να χορέψουν, να παρακολουθήσουν
στον ελεύθερο χρόνο τους μαθήματα ψηφιδωτού ή κεραμικής. Πως μπορούμε
να μιλάμε για παράλληλους κόσμους; Η τέχνη είναι βαθιά ριζωμένη μέσα μας
γιατί είναι ανάγκη. Στο ταχτάρισμα των παιδιών μας φτιάχνουμε όμορφα
νανουρίσματα, τους τραγουδάμε στίχους ποιητών, τους δείχνουμε βιβλία με
ζωγραφική για να γαληνέψουν. Στον θάνατο μοιρολογούμε, δεν
περιοριζόμαστε στο κλάμα και στο πένθος. Στον έρωτα ζωγραφίζουμε
απλοϊκές συνθέσεις και τις προσφέρουμε. Στον καλό φίλο φέρνουμε από το
ταξίδι μας μια έστω μικρή, τόση δα, μεταξοτυπία, για να του πούμε ότι «είσαι
δίπλα μου και δεν σ’ έχω για μαγνητάκια και κούπες». Τέχνη παντού, πάντα,
ανάγκη ακόμα και όταν δεν το αντιλαμβανόμαστε. Στις υπόγειες διαβάσεις το
γκράφιτι είναι τέχνη.
Ποιο ήταν το ερέθισμα για την πραγματοποίηση της ομαδικής έκθεσης «Ιούλιος, αλλά όχι καλοκαίρι;»
Και οι τρεις καλλιτέχνες είμασταν γνωστές από καιρό. Όχι φίλες, αλλά είχαμε
βρεθεί στους δρόμους. Σε αγώνες. Βλέπουμε τον ίδιο κόσμο, με την ομορφιά,
με τα προβλήματα, με την απέραντη θάλασσα αλλά και τα στενά σύνορα. Δεν
μπορεί λοιπόν ο φετινός Ιούλιος να είναι καλοκαίρι.
Παιδιά λοιμοκτονούν, σκοτώνονται, πεθαίνουν από αρρώστιες. Γέροντες
βλέπουν να χάνουν τη γη τους, τα σπίτια τους, την οικογένειά τους. Αλλά και
πιο απλά, πιο καθημερινά, εδώ στην πατρίδα μας νέοι άνθρωποι πηγαίνουν
στα νησιά για να δουλέψουν 12 και 14 ώρες κάτω από τον ήλιο, σε
ξαπλώστρες, πάνω από τη φωτιά σε κουζίνες εστιατορίων. Πολλές φορές
ανασφάλιστοι, κακοπληρωμένοι.
Το ερέθισμα δεν είναι ένα, είναι πολλά. Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος
ευαίσθητος για να καταλάβει τι συμβαίνει γύρω μας, το βιώνουμε όλοι, με τον
έναν ή τον άλλον τρόπο. Όλα μαθαίνονται πια. Αυτά που προσπαθούν να μας
πείσουν ότι είναι απλά και καθημερινά, αυτά ήταν το ερέθισμα της έκθεσης
«Ιούλιος, μα όχι καλοκαίρι», τα καθημερινά ναι, αλλά όχι απλά, τα μεγάλα
και τα δυσβάσταχτα, τόσο στο μυαλό και στην καρδιά μας, όσο και στη
συνείδηση και την αξιοπρέπειά μας.



Ο «κοινός τόπος» των συμμετεχόντων;
Η καθεμιά μας, με διαφορετική ζωγραφική έκφραση, προσπαθεί να
απεικονίσει, όπως είπα και πιο πριν, την αγωνία της για το σήμερα. Το αύριο
αργεί. Πρέπει να αντέξουμε για να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε το σήμερα.
Αυτός είναι ο κοινός μας τόπος.
Και το προσωπικό σας ερέθισμα που σας ώθησε να διοχετεύσετε τη δημιουργικότητά σας πάνω σε καμβά;
Τα πρώτα ερεθίσματα ήρθαν, όταν πολύ μικρή είδα τις ζωγραφισμένες
κασέλες και τα λουλακιά τζάκια των αρχοντικών της Ηπείρου. Ζωγραφιές με
λουλούδια και πουλιά. «Αυτό μπορώ να το κάνω κι εγώ» είπα. Φυσικά και δεν
μπορούσα. Η απλότητα και ουσία της λαϊκής τέχνης δεν αντιγράφεται εύκολα.
Ήταν όμως η αρχή. Κάθε μέρα και λίγο καλύτερα, λίγο πιο διαφορετικό μετά,
στο τέλος πιο δικό μου. Σήμερα δεν είναι κοντά τα έργα μου στη λαϊκή
ζωγραφική με μια πρώτη ματιά, αλλά κρατάω τις απλές χρωματικές
συνθέσεις, τις καμπύλες απ’ τα κλαδάκια, κάποια διακοσμητικά στοιχεία, την
αφαίρεση. Εκεί ανατρέχω συχνά όταν θέλω να δω κάτι γνήσιο, κάτι που θα με
κάνει να χαμογελάσω και να πω «Βρε τον μπαγάσα, πώς τα έφτιαξε αυτά; Τα
είχε στην καρδιά ή στο μυαλό του;».
Ένα έργο τέχνης ως σημείο αναφοράς για την εποχή που ζούμε;
Η «Χιονοθύελλα» του Turner. Ένας πίνακας του 1842, με τον τρόπο του
σύγχρονος και επίκαιρος. Δυνατές πινελιές, παχύρρευστα χρώματα, δυνατή
σημειολογία. Ένα έργο που βοήθησε στην απελευθέρωση της τέχνης, όσο και
αν το ίδιο πρόβαλλε τα δεσμά της αγωνίας. Της προσπάθειας για επιβίωση.
Του στοιχειού απέναντι στον στοιχειωμένο. Η φύση απέναντι στον άνθρωπο
ή ο άνθρωπος απέναντι στη φύση. Όπως και να δω αυτό το έργο, είναι σα να
βλέπω το σήμερα. Ένα καράβι που παλεύει να μη βουλιάξει, ένα καράβι που
βούλιαξε ανοιχτά της Πύλου. Ένας τιμονιέρης που δεν τα παρατάει, ένας
άνθρωπος που μπορεί να σταθεί όρθιος.

Και ένα αγαπημένο;
Θα σας πω για τα έργα του Soutine. Όχι για ένα, αλλά για όλα. Όλα με
γοητεύουν και τ’ αγαπώ. Ο τρόπος που ανεξήγητα οι πινελιές του μοιάζουν
κοφτές αλλά και ενιαίες παράλληλα, οι αλλοιωμένες μορφές, η
παραμορφωμένη προοπτική. Το έντονο χρώμα που περικλείει στιγμές στιγμές
ασφυκτικά και άλλες τόσες σπάει τη φόρμα. Ψάχνω πολύ το έργο του Soutine,
γιατί δεν θέλω μόνο να το αγαπώ, θέλω να μάθω από αυτό. Πώς μπόρεσε
τόση απελευθέρωση μέσα σε τόσο σχέδιο;

