You are currently viewing Ποιος εφηύρε τις επιστροφές και άλλες απορίες, στο ΣημειΩματάριο της Μαρίας Σωτηροπούλου

Ποιος εφηύρε τις επιστροφές;

Όλα μοιάζουν μικρές καταστροφές. Και τώρα κάθομαι και σκέφτομαι πως η σκόνη στο σπίτι δεν είναι σκόνη. Είναι λέει άμμος. Κι άμα θέλω γράφω το όνομά μου και ζωγραφίζω έναν αστερία. Το πλυντήριο δεν είναι πλυντήριο είναι το παράθυρο του πλοίου κι ο αφρός είναι προϊόν των κυμάτων κι όχι κάποιας χημικής ένωσης.

Και πατάω ξυπόλητη έτσι για την αλητεία και άμα θέλω θα κάνω ο τι θέλω. Γαμώ το οι πόλεις δεν ταιριάζουν στους τρελούς. Και πρέπει επειγόντως να εφεύρω μία αλατένια Μαρία, πριν γίνω ομοιογενές μείγμα για συσκευασμένες μέρες.

Σκέφτομαι για λίγο τα ποιήματα που υψώθηκαν μακρινοί φάροι και κοιμήθηκαν δίπλα μου, επάνω στο κομοδίνο.
Ένα ποτήρι θάλασσα κι ένας στίχος μην ξυπνήσω πνιγμένη το βράδυ και ψάχνω νόημα.
Περπάτησα παραβγαίνοντας τη σκέψη από κάτι που δεν είχα την ώρα που η μέρα έδυε.
Όλο σκόνταφτα στη δύση κι όλο κέρδιζε.
Άκουσα ένα τραγούδι κι είδα έναν άνθρωπο.
Και μέχρι να ανάψω τη βλαβερή ανάμνηση είδα τη στάχτη να αντιστρέφεται.
Άκουσα έναν άνθρωπο.
Κι είδα ένα τραγούδι.
Κράτησα το νερό κάτω από την ανάγκη μου
Ναι, βεβαίως συνήθως λέμε κράτησα την ανάσα μου κάτω από το νερό αλλά εγώ έτσι πνίγομαι.
Ασυμβίβαστα.
Ασύμβατα.
Συμβατά.
Και θυμήθηκα την ώρα που η πικροδάφνη δάφνιζε πως κάποτε κάποιον είχα αγαπήσει.
Του ύψωσα το χέρι.
Και μετά η δάφνη πίκρισε.
Κι ο άνθρωπος φάνηκε αναποφάσιστος.
Λίγο πικρός κι άσκοπος.
Σα γλάρος το χειμώνα.
Μετά τσίριξα κάτω από το κρύο νερό.
Κυνήγησα ένα φτερό.
Είχαμε τηγανητές πατάτες.
Κι ενώ χουζουρευα ήρθε η μαμά μου αθόρυβα και μου έκλεισε την πόρτα.
Και άφησα το καλοκαίρι όπως το βρήκα.
Φορές φορές πολύ.
Κι άλλες στη θέση του.
(Χωρίς τίποτα τελικό)


Εκτός προγράμματος.

Δεν είχαμε άσφαλτο.
Ήμουν περίπου πέντε χρόνων όταν φτιάχτηκε.
Δεν καταλάβαινα ακριβώς τι γινόταν, αλλά υπήρχε μέσα μου κάτι που στεναχωριοταν,σαν κάτι μεγάλο να μίκραινε.
Ο δρόμος ήταν χωμάτινος.
Κι έχω ακόμα τη μνήμη, όχι ακριβώς μνήμη, μάλλον μία αίσθηση, ασφαλείας κι αυτάρκειας, τον θείο μου, πανύψηλο και ξυπόλητο,να ρίχνει νερό, να μη μας σκονίζουν τα διερχόμενα αυτοκίνητα.
Που ήταν μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού.
Γιατί παίζαμε στο δρόμο.
Και μαλώναμε.
Αλλά μετά από λίγο μονιάζαμε.
Δεν θυμάμαι πως.
Μάλλον δεν το πολυκάναμε και θέμα.
Λουκούμι Τριαντάφυλλο.
Και περίτεχνα κουτιά που μέσα είχαν δεκάδες κλωστές.
Σε ο, τι χρώμα βάζει ο νους.
Τετράδια και μολύβια και πράσινο τραπεζομάντηλο.
Δύο τράπουλες πολυκαιρισμένες αλλά με αέρα παλιάς αριστοκράτισσας.
Μία Κινέζικη βεντάλια.
Ένα ραδιόφωνο παλιό, τετράγωνο, ξύλινο και με δύο κουμπάκια σαν μάτια που έβλεπαν κατευθείαν σε τραγούδια λαϊκά για ανεκπλήρωτους έρωτες για εκπληρωμενους θανάτους για σπίτια σε μικρές γειτονιές.
Σε μελωδίες για αχαρτογράφητα όγδοα.
Δεν με στεναχωρούσαν ακριβώς, με έκαναν όμως να μη θέλω να μεγαλώσω.
Ή να καταλαβαίνω πως στον κόσμο των μεγάλων υπάρχουν αποχαιρετισμοί
Ένα κραγιόν όχι ακριβώς κόκκινο, μου θύμιζε λίγο κοράλι και πάντα όταν το έβλεπα μισάνοιχτο χαμογελούσα και μπορούσα να μυρίσω την επερχόμενη βόλτα στον πεζόδρομο, μπορούσα να μυρίσω λουκουμάδες με μέλι και το γιασεμί δίπλα στον θερινό κινηματογράφο.
Στην παλιά βιβλιοθήκη ζούσαν μαζί ο ξένος του Καμύ και τα αριστοτεχνικά πλεγμένα μυστήρια της Κρίστι.
Μπορεί εκεί να έμαθα, σε αυτή τη συνύπαρξη ένα μάθημα πολύτιμο, ίσως το πιο σημαντικό της ζωής μου.
Χωρίς κανένας να μου το πει με λόγια.
Ένα κραγιόν όχι ακριβώς κόκκινο, μου θύμιζε λίγο κοράλι και πάντα όταν το έβλεπα μισάνοιχτο χαμογελούσα και μπορούσα να μυρίσω την επερχόμενη βόλτα στον πεζόδρομο, μπορούσα να μυρίσω λουκουμάδες με μέλι και το γιασεμί δίπλα στον θερινό κινηματογράφο.
Δεν είχαμε άσφαλτο.
Κι αφού ουδείς άσφαλτος, βουτούσα στο καλοκαίρι χωρίς καμία δεύτερη σκέψη.
Έκανα τρέλες κι οι τιμωρίες έπεφταν βροχή, όχι γιατί έκανα τρέλες, αλλά γιατί αρνιόμουν να το παραδεχτώ.
Να ζητήσω συγγνώμη.
Κι ίσως έτσι να έμαθα ένα από τα πιο σημαντικά μαθήματα στη ζωή μου.
Πολύ μετά άκουσα τον Μητροπάνο να τραγουδάει τον Άσωτο κι όλα έβγαλαν νόημα.
Δεν είχαμε άσφαλτο και δεν με απασχολούσαν ιδιαίτερα οι αποστάσεις.
Η αδερφή μου κοιμόταν στο διπλανό κρεβάτι.
Οι ξαδέρφες μου στο διπλανό δωμάτιο.
Οι φίλοι μου στο διπλανό σπίτι.
Τα παγωτά κι οι λεμονάδες ήταν στο ψυγείο.
Η μαμά μου δούλευε στην Αθήνα κι ερχόταν τα Σαββατοκύριακα κι ο μπαμπάς μου ήταν στον ουρανό.
Η θάλασσα απέναντι από το σπίτι.
Όλα τακτοποιημένα.
Κι ίσως τότε γεννήθηκε ο μεγαλύτερος έρωτας της ζωής μου.
Ο ήχος των κυμάτων.
Κι η αλμύρα.
Απέραντη.
Και γυαλιστερή.
Σα γιορτή.
Πάνω στα έπιπλα.
Στα τζάμια.
Στα παλιά βιβλία.
Είναι πια αρκετός καιρός που έχω μεγαλώσει.
Κι όσο περνάει και μεγαλώνω, μεγαλώνω κι άλλο.
Και τελικά όταν φτιάχτηκε ο κανονικός δρόμος, φτιάχτηκαν ευχές που δεν εκπληρώθηκαν, αποχαιρετισμοί κι αρχαρτογράφητοι χειμώνες.
Για μια στιγμή να μυρίζει γιασεμί και κραγιόν να μυρίζει μέλι και χωμάτινους καυγάδες χωρίς ίχνος ασφάλτου θα έδινα τα πάντα.
Ή θα γκρέμιζα την άσφαλτο.
Να σφάλω και να περιμένω τα κύματα.

Ελέφαντας.
Δωμάτιο.
Κανείς.

Να μας αγαπάτε από μακριά.
Όπως το κοριτσάκι αγάπησε τα σπίρτα.
Να είμαστε ο λύκος στο παραμύθι σας.
Και το παραμύθι στο δράκο σας.
Να την αλλάζετε την ιστορία.
Να τη μικραίνετε μέχρι να σας φτάσει.
Να μας αγαπάτε με φόβο.
Και χωρίς πάθος.
Να μας αγαπάτε ποζάροντας
Ποντάροντας.
Να κλαίτε από το καλό προφίλ.
Κι αν χρειαστεί πρίμα Βίστα.
Να μας αγαπάτε μόνο αν έχετε να λαμβάνετε.
Στην εξοχή την ώρα που θα σας βλέπουν να περπατάτε μελαγχολικά.
Και παρόλα αυτά τόσο ανθρώπινοι.
Στην πόλη που χαλάσατε ίσως όταν νυχτώνει, ανάλογα το φωτισμό.
Ποιός τονίζει καλύτερα τη θύελλα στο βλέμμα σας τον πόνο στην καρδιά σας.
Να μας αγαπάτε στωικά.
Σιωπηρά.
Αγέρωχα.
Ίσως τρία τέταρτα.
Ίσως μισοί.
Ίσως ολόκληροι εκεί που σας βολεύει.
Εμβόλιμα.
Να μας αγαπάτε υποβοηθούμενοι
Υποβολιμαία
Σα να βλέπετε ένα έκθεμα.
Γράφοντας μια έκθεση.
Με πρόλογο.
Κι επίλογο.
Επιρρηματικα.
Παράπλευρα.
Και ξώφαλτσα αν πρέπει.
Σε κάθε περίπτωση με άριστα.
Να μας αγαπάτε απειροελάχιστοι.
Και μοιρασμένοι.
Λάθος.
Να μας αγαπάτε οπότε ευκαιρείτε κι ό τι προαιρείσθε
Με μέτρο.
Κι ημίμετρα.
Ημιμόνιμοι.
Σε κάθε περίπτωση συζητήσιμοι
αναλόγως της ζήτησης της προσφοράς του κλίματος της όρεξης.

Και μετά μια ωραία μέρα μια ωραία πεταλούδα και χιλιάδες ζωές ανάμεσα, εκεί σε ένα σωστό μπλε στο λάθος κύμα,
Σε μια αποστροφή του εαυτού σας
Θα κοιτάξετε μέσα σας.

Κι επιτέλους θα το δείτε.
Αγαπάμε όπως είμαστε.

Και θα ψάχνετε λιμνούλα να καθρεφτίζει την ηχώ σας.

Στη σιγαση.
Στο σιγαστήρα.

Στο σ’ αγαπώ που σας χρωστάτε.


https://simiomatario.gr/category/simiomatografoi/simiomatario-sotiropoulou

https://www.facebook.com/profile.php?id=100079917665289

Μην χάνετε καμία ενημέρωση, εγγραφείτε στα ενημερωτικά μας email!

Μαρία Σωτηροπούλου

Σωτηροπούλου Μαρία. Γεννημένη φθινόπωρο αλλά η καρδιά μου ανήκει στο καλοκαίρι. Μπορώ να στερηθώ τα απαραίτητα αλλά όχι τα ποιήματα. Κι ηθοποιός δεν σημαίνει φως. Σημαίνει μεγεθυντικός φακός στο σκοτάδι. Στον ελεύθερο χρόνο μου, εμπορεύομαι μήλα για τον επιούσιο

Αφήστε ένα σχόλιο