Στο «Ελύμνιον», εκεί όπου η μουσική ξαναβρίσκει τη μνήμη.
Ο Βαγγέλης Παπαθανασίου και o Zorzes Katris στη Βόρεια Εύβοια.
Υπάρχουν μουσικές που συνοδεύουν εικόνες αλλά υπάρχουν και μουσικές που
γεννούν τις δικές τους εικόνες. Η μουσική του Βαγγέλη Παπαθανασίου ανήκει και
στις δύο κατηγορίες. Προϋπάρχει της οθόνης, την περιβάλλει, εισχωρεί μέσα της και,
όταν η εικόνα σβήσει, εξακολουθεί να υπάρχει στη μνήμη σαν αυτόνομο τοπίο.
Ένα τέτοιο τοπίο ήχου και εικόνων δημιουργήθηκε στο ιστορικό Κινηματοθέατρο
«Ελύμνιον» της Λίμνης, στη Βόρεια Εύβοια, στο πλαίσιο του προγράμματος «Το
Μέγαρο στη Βόρεια Εύβοια». Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών ανέθεσε στον διεθνώς
αναγνωρισμένο συνθέτη κινηματογραφικής και οπερατικής μουσικής Zorzes Katris
το επίσημο μουσικό και οπτικοακουστικό αφιέρωμα για τον μεγάλο Έλληνα συνθέτη
Βαγγέλη Παπαθανασίου, με χρήση ζωντανής ηλεκτρονική μουσικής και προβολές
αποσπασμάτων από ταινίες που φέρουν το ανεξίτηλο μουσικό του αποτύπωμα.
Δεν θα μπορούσε να υπάρξει καταλληλότερος χώρος για αυτή τη συνάντηση. Ένας
παλιός κινηματογράφος δεν είναι ποτέ απλώς ένα κτίριο με οθόνη και καθίσματα.
Είναι ένα αρχείο προσώπων, χειρονομιών και βλεμμάτων. Ένας τόπος όπου
διαφορετικές γενιές κάθισαν στο σκοτάδι, παραδόθηκαν στην προσδοκία της
προβολής και έμαθαν να βλέπουν τον κόσμο μέσα από το φως που ερχόταν από πίσω
τους.
Το κινηματοθέατρο ως τόπος της κοινότητας
Το «Ελύμνιον», το όνομα του οποίου ανακαλεί την αρχαία ονομασία της περιοχής,
αποτελεί μέρος της ιστορικής και πολιτιστικής μνήμης της Λίμνης. Στη διάρκεια της
ζωής του φιλοξένησε κινηματογραφικές προβολές, θεατρικές παραστάσεις, μουσικές
εκδηλώσεις και συγκεντρώσεις. Δεν υπήρξε μόνο χώρος θεάματος. Υπήρξε χώρος
συνάντησης.
Σήμερα, η προσπάθεια επαναλειτουργίας και ουσιαστικής ένταξής του στη σύγχρονη
πολιτιστική ζωή αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Γιατί η διάσωση ενός ιστορικού κινηματοθεάτρου δεν εξαντλείται στην αποκατάσταση των τοίχων του.
Προϋποθέτει την επιστροφή του στους ανθρώπους. Ένα κτίριο διασώζεται πραγματικά όταν
ανακτά τη χρήση του, όταν ξαναγεμίζει φωνές, μουσικές και βλέμματα, όταν η
τοπική κοινωνία το αναγνωρίζει και πάλι ως δικό της χώρο.
Η κινητοποίηση των κατοίκων της Λίμνης για την απόκτηση ενός πιάνου με ουρά,
που θα τοποθετηθεί στο «Ελύμνιον», φανερώνει ακριβώς αυτή την ανάγκη. Το πιάνο
δεν αποτελεί απλώς ένα μουσικό όργανο. Γίνεται σύμβολο συμμετοχής, συλλογικής
φροντίδας και προσδοκίας για το μέλλον.
Η προσπάθεια αυτή φέρνει στον νου τα ιταλικά teatri condominiali, τα ιστορικά
θέατρα της Κεντρικής Ιταλίας τα οποία δημιουργήθηκαν από τη συνεργασία
δημόσιων αρχών και ομάδων πολιτών. Οι πολίτες δεν ήταν μόνο θεατές. Ήταν, κατά
κάποιον τρόπο, συνιδιοκτήτες και θεματοφύλακες του θεάτρου τους. Το θέατρο
αποτελούσε την αρχιτεκτονική έκφραση μιας κοινότητας που επιθυμούσε να
αναγνωρίσει τον εαυτό της μέσα στον πολιτισμό.
Η σύγκριση δεν αφορά, βεβαίως, την αρχιτεκτονική μορφή ή τις διαφορετικές
ιστορικές συνθήκες. Αφορά την αντίληψη του πολιτιστικού χώρου ως κοινού αγαθού.
Όπως στα ιταλικά teatri condominiali, έτσι και στην περίπτωση του «Ελύμνιον», η
επαναλειτουργία δεν μπορεί παρά να είναι υπόθεση της κοινότητας. Ένας χώρος
πολιτισμού ζει μόνο όταν οι άνθρωποι αποφασίζουν να κατοικήσουν ξανά τη μνήμη
του.
Η μουσική που γίνεται εικόνα
Το αφιέρωμα άρχισε να ξεδιπλώνει σταδιακά το ευρύ μουσικό σύμπαν του Βαγγέλη
Παπαθανασίου. Ακούσαμε το La Petite Fille de la mer, μια σύνθεση σχεδόν υδάτινη,
σαν παιδική ανάμνηση που αναδύεται από πολύ μακριά. Το Hymn και το Alpha
άνοιξαν έναν περισσότερο εσωτερικό, σχεδόν μεταφυσικό χώρο, εκεί όπου ο
ηλεκτρονικός ήχος παύει να συνδέεται με την τεχνολογία και αποκτά την αρχέγονη
λειτουργία της επίκλησης.
Στο Missing η μουσική έγινε πολιτική μνήμη και ανθρώπινη απουσία. Στο L’Enfant
επέστρεψε στην ευθραυστότητα και στην απορία του παιδικού βλέμματος.
Οι Δρόμοι της Φωτιάς (Chariots of Fire) επανέφεραν εκείνον τον γνώριμο ρυθμό της
ανθρώπινης προσπάθειας, όχι μόνο ως αγώνα για τη νίκη, αλλά ως υπέρβαση των
προσωπικών ορίων.
Και έπειτα ήρθε το Blade Runner. Η βροχερή, σκοτεινή πόλη του μέλλοντος
εμφανίστηκε ξανά στην οθόνη, αλλά η μουσική του Βαγγέλη μάς υπενθύμισε ότι στο
κέντρο της ταινίας δεν βρίσκεται η τεχνολογία. Βρίσκεται η αγωνία του ανθρώπου, ή
του πλάσματος που θέλει να γίνει άνθρωπος, απέναντι στον χρόνο, στη μνήμη και
στον θάνατο.
Με την Antarctica ο χώρος φάνηκε να διευρύνεται. Η παγωμένη απεραντοσύνη της
εικόνας συνάντησε μια μουσική που δεν περιγράφει απλώς το τοπίο, αλλά την
ανθρώπινη μοναξιά μέσα σε αυτό. Στο The Bounty ακούσαμε το κάλεσμα της
θάλασσας και της περιπέτειας, ενώ το Conquest of Paradise έφερε την επική
διάσταση της αναζήτησης, μαζί όμως με όλες τις αμφισημίες που συνοδεύουν την
έννοια της κατάκτησης.
Η ταινία Alexander ολοκλήρωσε αυτή τη μεγάλη διαδρομή μέσα από την Ιστορία,
τον μύθο και την ανθρώπινη φιλοδοξία. Η μουσική δεν εξυμνεί απλώς τον ήρωα.
Φαίνεται να αναζητά τον άνθρωπο πίσω από τον μύθο, εκείνον που προχωρεί
διαρκώς προς τα σύνορα του γνωστού κόσμου, γνωρίζοντας ίσως ότι καμία
κατάκτηση δεν μπορεί να αναμετρηθεί με την απώλεια.
Ο Zorzes Katris και η αναδημιουργία του «μουσικού» σύμπαντος
Ο Zorzes Katris προσέγγισε τις συνθέσεις με φροντίδα και αίσθηση του μέτρου. Δεν
επιχείρησε να μιμηθεί μηχανικά τον ήχο του Βαγγέλη Παπαθανασίου, ούτε να
επιβάλει πάνω του μια ξένη ερμηνευτική ταυτότητα. «Ανέσυρε» από το πέρασμα των
χρόνων – με ιδιαίτερη μουσικοτεχνολογική γνώση – την εσωτερική αρχιτεκτονική του
κάθε έργου: την επανάληψη που μετατρέπεται σε προσμονή, τη μελωδία που
αναδύεται αργά από τον ηλεκτρονικό ήχο, τη στιγμή κατά την οποία ένα απλό
μουσικό θέμα αποκτά επικό βάθος.
Στη ζωντανή εκτέλεση υπήρχε αναπόφευκτα και ένα στοιχείο αναδημιουργίας.
Πράγμα που σχεδόν το «επιβάλλει» η ζωντανή τέχνη, όπως άλλωστε συνέβαινε και με τον ίδιο τον Βαγγέλη Παπαθανασίου, όταν ο ίδιος ερμήνευε τα έργα του μπροστά
στο κοινό. Αυτή η «ολοζώντανη» ερμηνεία των συνθέσεων, «αποδεσμευμένες» από
το αρχικό κινηματογραφικό και ηχογραφημένο τους περιβάλλον, επέστρεφαν αυτή
την φορά στην οθόνη του Ελύμνιον – μέσα από μια καινούργια συνάντηση με τον
ερμηνευτή και το κοινό – διατηρώντας ο Zorzes Katris με ιδιαίτερο σθένος σεβασμού
τον ενορχηστρωτικό και μελωδικό άξονα του μουσικού κόσμου που έχτισε ο
Βαγγέλης Παπαθανασίου για της υπηρεσίες της 7ης τέχνης.
Η μουσική του Βαγγέλη όμως είναι βαθιά κινηματογραφική, αλλά δεν εγκλωβίζεται
στον κινηματογράφο. Μπορεί να υπάρξει χωρίς την εικόνα, επειδή εμπεριέχει ήδη
κίνηση, αφήγηση και χώρο. Ίσως γι’ αυτό, καθώς παρακολουθούσαμε τα
αποσπάσματα των ταινιών, είχαμε συχνά την αίσθηση ότι δεν ήταν η μουσική εκείνη
που συνόδευε τις εικόνες, αλλά οι εικόνες που επέστρεφαν για να συναντήσουν τη
μουσική τους.
Η σιωπή μετά την τελευταία νότα
Στο τέλος της βραδιάς, η συγκίνηση των θεατών ήταν εμφανής. Υπήρχαν στιγμές
κατά τις οποίες η αίθουσα έμενε ακίνητη, σαν να μην ήθελε κανείς να διακόψει όσα
εξακολουθούσαν να ακούγονται μέσα του. Οι πρώτες νότες ορισμένων έργων
αρκούσαν για να ανασύρουν εικόνες, εποχές και προσωπικές μνήμες.
Γιατί δεν θυμόμαστε όλοι την ίδια ταινία, ακόμη κι όταν βλέπουμε την ίδια οθόνη.
Κάθε θεατής μεταφέρει μαζί του έναν διαφορετικό χρόνο. Μια μουσική μπορεί να
τον επιστρέψει σε μια σκοτεινή κινηματογραφική αίθουσα, σε έναν άνθρωπο που
καθόταν κάποτε δίπλα του ή σε μια περίοδο της ζωής του που πίστευε πως είχε
οριστικά απομακρυνθεί.
Το βράδυ αυτό, στο «Ελύμνιον», συναντήθηκαν πολλές μορφές μνήμης: η μνήμη των
ταινιών, η μνήμη της μουσικής, η μνήμη του κινηματοθεάτρου και η προσωπική
μνήμη των θεατών. Συναντήθηκαν όμως και δύο διαφορετικές προσδοκίες για το
μέλλον: η ανάγκη να παραμείνει ζωντανό το έργο ενός δημιουργού που έδωσε στην
ηλεκτρονική μουσική ανθρώπινη αναπνοή και η ανάγκη ενός ιστορικού χώρου να
αποκτήσει ξανά σταθερή θέση στη ζωή της κοινότητάς του.
Το πρόγραμμα «Το Μέγαρο στη Βόρεια Εύβοια» αποκτά το βαθύτερο νόημά του
ακριβώς σε τέτοιες στιγμές. Όχι επειδή μεταφέρει απλώς μια καλλιτεχνική παραγωγή
από το κέντρο στην περιφέρεια, αλλά επειδή δημιουργεί τις προϋποθέσεις μιας
ουσιαστικής συνάντησης: ανάμεσα στο διεθνές και το τοπικό, στο παρελθόν και το
παρόν, στον καλλιτέχνη και την κοινότητα.
Όταν έσβησε η τελευταία εικόνα και καταλάγιασε το χειροκρότημα, το «Ελύμνιον»
δεν επέστρεψε αμέσως στη σιωπή του. Η μουσική είχε μείνει μέσα του. Και μαζί της
έμενε η σκέψη ότι ένας ιστορικός πολιτιστικός χώρος δεν ανήκει μόνο σε όσα
συνέβησαν εκεί. Ανήκει και σε όσα οι άνθρωποι εξακολουθούν να ονειρεύονται γι’
αυτόν.
https://simiomatario.gr/category/istories-dromena/to-simiomatrio-tis-tzinas-karvounaki
