7 επί
Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένα αίνιγμα.
Που δεν ήταν.
Και το πρωί και το μεσημέρι και το βράδυ.
Κι άλλη μια ως άγνωστο.
Η επανάληψη.
Το έλυσε.
Σφίγγα.
Χωρίς κεντρί.
Έβαζα το καπέλο μου.
Έλυνα τα μαλλιά μου.
Περπάταγα θαλασσινή και γύριζα βρεγμένη.
Αυτό εκεί.
Είχε κάτι στο βλέμμα του.
Που έδιωχνε τους γλάρους.
Σαν μοναξιά από αχινούς.
Χωρίς να το έχω απαντήσει.
Πριν να μου γκρεμιστεί.
Ή πριν να το γκρεμίσω.
Κι ως ερωτηματικό ξεθάρρεψε
Ως λύση με φοβόταν.
Ρώτησε τ’ όνομά μου.
Κι έβρεχε.
Κι ήταν μεσημέρι.
Ενώ το ήξερε.
Το ήξερε.
Το ήξερε.
Και μου έκανε τη χάρη να συνυπάρξουμε.
Παραχώρηση.
Με βλέψεις εξοφλητικές
Κι είπα τη λέξη μέσα μου.
Βλέποντας προς τα μέσα.
Θλιμμένο κι αφώτιστο.
Μόνο του και γύρω ερωτήσεις.
Μαντεψιές
Και δεν με αφορούσε.
Μετά έπιασε τα περάσματα.
Μήπως και το λύσω εγώ.
Κι αναλύθηκαν στα γέλια.
Τι σόι μυστήριο είναι αυτό.
Με σκιά λιονταριού και σώμα από σκυλάκο.
Έλυνα τα μαλλιά μου κι έπιανα το μολύβι μου.
Και δεν με αφορούσε
Και περπατούσα ως την πόλη μου.
Έλυνα το σώμα που αγάπησα.
Έλυνα ανθρώπους ανθρώπινα.
Έλυνα τον ήχο ενός παραδρόμου σ’ έναν δρόμο που ήξερα.
Δεν ξέρω πότε τρελάθηκε.
Και φώναζε μόνο του άνθρωπος.
Με χέρια βασιλιά.
Με σώμα αραχνούλας
Και ποδαράκια ποντικού.
Δεν ξέρω πότε πέτρωσε.
Δεν ξέρω πότε έπεσε.
Δεν ξέρω πότε ρίχτηκε και κύλησε κι έσπασε.
Και δεν με αφορά.
Με βλέμμα μέδουσας.
Κι ήχο Βασιλίσκου
Γυρνάει τώρα γύρω από την ουρά του.
Και φωνάζει άνθρωπος.
Άνθρωπος.
Το άφησα αναπάντητο.
Με λόγια πολλά.
Κι ύστερα κι άλλα.
Ώσπου το βαρέθηκα.
Και κάνω φου.
Και σβήνει.
Τώρα γυρνάει ολόφωτο.
Μικρά μικρά θραύσματα χαρτοπόλεμου.
Στο στόμα ενός περαστικού.
Βράδυ.
Κρατιέται από το άγνωστο.
Και στοιχηματίζω ότι κι από εκεί θα εκδιωχθεί.
Μικρή μύγα σ’ έναν μεγάλο Αύγουστο.
ΣημειΩματάριο της Μαρίας Σωτηροπούλου
Πηγή φωτογραφίας: https://www.facebook.com/maria.sotiropoulou.33
