You are currently viewing Αστερίσκος, στο ΣημειΩματάριο της Μαρίας Σωτηροπούλου

Αστερίσκος, στο ΣημειΩματάριο της Μαρίας Σωτηροπούλου

Εγώ είχα τα δικά μου βήματα εντός μου.
Άλλοτε με τραβάγανε μπρος, άλλοτε κοιτούσα πίσω κι έβλεπα εμένα.
Είχα τα δικά μου βήματα κι ήταν Κυριακή μεσημέρι και τα μαλλιά μου στερεωμένα να κρατάνε τις σκέψεις μου.
Και για μία στιγμή,ενα απειροελάχιστο χάος χρησμού κι έκβασης ξεχάστηκα.
Και με αφήνω κάτω.
Και για ενα άπειρο – ελάχιστο χάος, εξήγησα γιατί κοιτούσα τη μακρινή θάλασσα και τα κύματα τραγουδούσαν ένα τραγούδι λαϊκό.
Κατάλαβα γιατί το μαύρο είναι άσπρο από λάθος φωτισμό.
Και γιατί ένα μικρό μπουκαλάκι σπάει σε μεγάλες αναμνήσεις.
Ψάχνω ακόμη βολικό συρτάρι και μυρίζω μόνο γιασεμί.
Ξέρω πως τα βήματα μου άλλοτε αντήχησαν ρολόι λυγμών
Κι άλλοτε τα λεφτά μου έφταναν να κλάψω στον σιδηροδρομικό σταθμό.
Μόνο – πόλη.
Ξέρω θέλω να πω ότι ο καθένας ξέρει όταν κοιτάει ένα μακρινό ροδοπέταλο απέναντι.
Και ξέρω πως αυτό είναι παρα-λογισμός.
Είπα τόσο την αλήθεια που τώρα φοβάμαι ότι δεν μπορώ να εξηγήσω τη μαύρη τούλινη φούστα μου.


Και ξέρω πως κάποιος τώρα ή κανένας μπορεί να το εκλάβει ως ανακωχή.
Ως ψέμα.
Θέλω να πω με λένε Μαρία όταν τρέχω.
Και τρέχω προς ένα τσιγάρο από αλάτι.
Καιρό τώρα.
Μεσολάβησε ένας ανεμοστρόβιλος ένας μικρός θυμός κι ένα βράδυ στο Λουναπαρκ.
Θέλω να πω είμαι ο χάρτης μου.
Κι είμαι ο Μάρτης μου.
Και αν δεν είχα ξεστερεώσει τα μαλλιά μου δεν θα μάθαινα ποτέ.
Πως πρώτα ευχήθηκα και μετά βρήκα.
Κι όταν βρήκα έχασα.
Κι όταν έχασα κέρδισα.
Κι όταν έγιναν όλα αυτά βούλιαξε ένας ωκεανός.
Οπότε ξεκινώντας από το μικρό μπουκαλάκι έγινα κυματοθραύστης.
Πρώτα δικός μου.
Μετά των φάρων μου.
Κι όταν εγώ λέω φάρος, παραδέχομαι ότι καμία φορά ξήλωσα ολόκληρο σύμπαν για την μαύρη τούλινη φούστα μου.
Και δεν κοιμάμαι πάντα ήσυχη μ’ αυτό.
Ούτε ξυπνάω τρομαγμένη, βέβαια κι ίσως αυτό ξύνει το μολύβι μου.
Θέλω να πω ότι μέρες πίσω ήταν σχετικά άνοιξη και λίγο Νοέμβριος κι εγώ κοιτούσα τη μώβ πόλη.
Ένα σμήνος χελιδόνια ξέφευγε από τις υδρορροές.
Μετά βρέθηκα να έχω χιόνι στα μάτια μου κι άμμο στα πόδια μου και μία φωνή κάτω από τις φλέβες μου.
Με αθωώνει αυτό;
Θέλω να πω ήταν σπασμένος ο διαβήτης μου εκεί στον διασκελισμό του και κανένας άνθρωπος με τη λογική δεν θα νιώσει την αποδημητικά κορδέλα μου.
Την είχα διαλέξει όσο πιο προσεκτικά γινόταν.
Πράσινη.
Βελούδινη.
Αυτή να τα πει όλα.
Γιατί εγώ μιλάω πολύ.
Όταν δεν θέλω κανείς -σχεδόν -να ξέρει.
Δεν μπορώ να εξηγήσω σε κανέναν γιατί διάλεξα μία πράσινη κορδέλα να τη λέω βλέμμα που φτάνει μέχρι την ψυχή μου.
Δεν μπορώ.
Θέλω να πω ότι δεν έχουμε χρόνο.
Έχουμε σπασμένα βήματα στιγμών.
Μπορεί ο καθένας να μας ερμηνεύσει.
Αλλά κανείς δεν μπορεί να καταλάβει ότι μερικές καθοριστικές φορές κουβαλάμε μία προπατορική συνάντηση.
Και ξεχνιόμαστε και ζωγραφίζουμε δεντράκια από μήλα.
Και μετά ούτε να θυμηθούμε μπορούμε ούτε να ξεφύγουμε.
Ψάχνουμε όλοι ένα βολικό συρτάρι για ό τι παράλογα αγαπήσαμε και μετά φτιάξαμε μία εξήγηση.
Όχι για μας.
Για τον απόντα.
Όχι για τον απόντα της πράσινης κορδέλας από βελούδο.
Όχι για τον απόντα του γυάλινου συρταριού
Για τον απόντα που δεν θέλαμε να ξέρει πώς ήταν η κλωστή.
Όχι που δεν θέλαμε…
Που δεν ξέρει πως φταίξαμε σε ανύποπτο χρόνο.
Καθισμένοι απέναντι από μία βροχερή τρεχάλα.
Και αν μπορέσει να μας χωρέσει συν θα είναι μόνο γιατί θα ξεχάσει.
Το μικρό ψάθινο κουτί.
Και θα θυμηθεί ότι μπορεί εκεί να είπαμε την πιο μεγάλη σφαίρα μας.

Τίποτα δεν προμήνυε ότι η στιγμή θα είναι καθοριστική.
Μόνο όπως περπατούσα σταμάτησα για λίγο το βήμα μου.
Κι είπα τον άνθρωπο που καθρέφτιζε τον πλανόδιο μουσικό σύμπτωση.
Και συνέχισα.
Ήξερα που θέλω να πάω, δεν ήξερα για λίγο, ήξερα γιατί είχε κίτρινα φύλλα κι έλεγα κοντεύει χρόνος.
Μετά συνάντησα τον πλανόδιο μουσικό να καθρεφτίζεται στον πλανόδιο άνθρωπο.
Γύρω οι άνθρωποι αγόραζαν παγωτό, τίναζαν λίγη σκόνη από τα ρούχα τους, έστριβαν στο τέλος του δρόμου.
Ήταν βράδυ με κρύο ξαφνικά.
Γελούσα με ένα αστείο και έφευγα μαζί με τον καπνό ψηλά, μακριά, διαγώνια, εκεί.
Ήταν βράδυ με κρύο κι έκανα ότι κάτι ψάχνω στην τσάντα μου.
Ένα καθρεφτάκι.
Για να κρύψω ό τι γυάλιζε στα μάτια μου.
Πριν προλάβω να βρω τη συνδετική απόσταση μου,
Βρίσκομαι να κρατάω τον λυγμό μου από τα μαλλιά μου.
Αυτό πόνεσε.
Και ψάχνω ακόμα την ανάσα μου.
Και τότε, κάπου, λίγο πιο μακριά, εκεί, μέσα μου , όλη η αλήθεια της πλανόδιας βροχής.
Και τότε ξαφνικά
Δεν ήθελα να.
Ήθελα πολύ.
Η μουσική τελείωσε η εγώ έστριβα στη γωνία.
Αλλά ποτέ δεν θα ξεχάσω.
Από δέχτηκα το παραμύθι για το κορίτσι που με έκανε να γυαλίζω ολόκληρη στο καθρεφτάκι μου.
Κι αυτό με κάνει να προσπερνάω τα κίτρινα φύλλα.
Και καμιά φορά να κρατιέμαι από μία ερώτηση.
Τίποτα δεν προμήνυε ότι …
Αλλά εκεί κριθήκαμε όλα.

Αφήνω τα πράγματα μου και βάζω σε βολικό σημείο τα κλειδιά.
(Τι να έχει γίνει άραγε η συλλογή από βόλους που μου έδειχνες ένα βράδυ και θυμόσουν την ιστορία με τη βαλσαμωμένη αλεπού που την είχαν για να σε τρομάζουν κι εσύ τους κοίταξες ίσια στα μάτια και τους είπες την έπνιξα)
Κάτι φορές κάνω τα πάντα για να ξεχάσω το ενυδρείο.
Τρίβω τους τοίχους μέχρι να πονέσουν οι τοίχοι.
Γυρνάω τους καναπέδες μία από δω μία πουθενά.
Και κάθομαι μετά και μοιραζόμαστε το χάος μου.
Ταιριάζω το κοκκαλάκι των μαλλιών μου με τα γυμνά πατώματα.
(Είδες τι έκανα εδώ;
Απ’ όλες τις λέξεις όλες είναι αλήθεια και μία είναι το ξεκαρδιστικό μας αστείο,κι εσύ λείπεις και γι αυτό πικρό και γι αυτό γλυκό σα μέρα ανακωχής)
Παίρνω ένα Μι και το κρατάω κεφαλαίο
Και μικρό.
Να θυμάμαι που είναι οι βόλοι των καλοκαιριών σου.
Να θυμάμαι πως κούνησες αρνητικά το κεφάλι με τα χέρια σου δεμένα.
(Βλέπεις τι έκανα εδώ;
Η στιγμή που σκέφτηκα ότι ένας άνθρωπος μπορεί να φτάσει στ’ αστέρια κι από τ’ αστέρια μέχρι την πιο κινητήρια λέξη μας)
Βλέπεις τι κάνω εδώ;
Βλέπεις που πονάνε οι τοίχοι κι οι καναπέδες Λουναπαρκ να με γυρνάνε γύρω γύρω;.
Εδώ.
Πουθενά.
Στ’ αστέρια.
Είμαι σε έναν συνεχή διάλογο με ένα καλοκαιρινό φόρεμα.
Αυτό κάνω
Και προτιμώ να σκέφτομαι το κεφάλι σου να λέει σε ένα όχι,με τα χέρια σου δεμένα, σάν τό πιο μακρινό ταξίδι μου.
Το ενυδρείο έχει τώρα πεθάνει.
Εγώ η ίδια έκλαψα πάνω από τους φοίνικες την ώρα που τους έριχνα στο σιφώνι.
Δεν έμαθα ποτέ πώς λένε τα ψάρια.
Αλλά προτιμώ να θυμάμαι πώς γελούσες.
Όταν τρώγανε το ένα το άλλο.
Κάτι ανάμεσα στο κενό των δοντιών σου.
Κι ανάμεσα στα δάχτυλα σου καπνός.
(Βλέπεις τι έκανα εδώ;)
Βηματίζω πάνω κάτω στο δωμάτιο και φορούσα ένα κίτρινο φόρεμα με ανανάδες.
Ενα σαμιαμίδι ανέβαινε κάθετα τον τοίχο.
Κι εσύ από το ‘ αστέρια με τα ελεύθερα χρυσοψαράκια σου, Μαρία μου είπες.
Να διαλέγεις προσεκτικά τα Μι σου και δεν ξέρω που είναι το πεθαμένο ενυδρείο, αλλά ξέρω πια να ξέρω τι σημαίνει άνθρωπος από αστέρια)
Αστερισμός.
(Ad astra)


https://simiomatario.gr/category/simiomatografoi/simiomatario-sotiropoulou

https://commons.wikimedia.org/w/index.php?search=%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B9&title=Special%3AMediaSearch&type=video

Μην χάνετε καμία ενημέρωση, εγγραφείτε στα ενημερωτικά μας email!

Μαρία Σωτηροπούλου

Σωτηροπούλου Μαρία. Γεννημένη φθινόπωρο αλλά η καρδιά μου ανήκει στο καλοκαίρι. Μπορώ να στερηθώ τα απαραίτητα αλλά όχι τα ποιήματα. Κι ηθοποιός δεν σημαίνει φως. Σημαίνει μεγεθυντικός φακός στο σκοτάδι. Στον ελεύθερο χρόνο μου, εμπορεύομαι μήλα για τον επιούσιο

Αφήστε μια απάντηση