You are currently viewing Fouilles 7ο μέρος: Ηλιοβασίλεμα στην Κριτσά

Fouilles 7ο μέρος: Ηλιοβασίλεμα στην Κριτσά

Από τότε που ήρθαν ο Μάνος και ο Γιάννης στην Κρήτη, η Τάνια ζει μέρες έντονες και τις
χωρίζει σε ζώνες. Τα πρωινά, δουλειά στην ανασκαφή. Μετά τις πέντε, όταν τελειώνει την
δουλειά της, μπάνιο με τα αγόρια στη θάλασσα και το βραδάκι βόλτες, γέλια, φαγητό στο
διπλανό χωριό. Οι νύχτες τελειώνουν με τραγούδια και κιθάρα.
Κάποιες φορές αφήνουν τον Γιάννη μόνο του κι αυτός γκρινιάζει.
-Εσείς είστε ερωτευμένοι και περνάτε καλά. Εγώ, πείτε μου, τί ήρθα να κάνω εδώ στην
ερημιά του θεού; Μού είχες πει, και καλά , Μάνο, ότι θα γνωρίσουμε την Κρήτη και τις
ομορφιές της. Και τι κάνουμε κάθε μέρα; Μπάνιο σε μια έρημη παραλία και το βράδυ
παρέα με Γάλλους που δεν καταλαβαίνω ούτε τη γλώσσα τους. Πού είναι οι όμορφες
Κρητικιές; Πού είναι τα άλλα μέρη του νησιού;
-Είναι χαριτωμένος ο Γιάννης, ακόμα κι όταν γκρινιάζει, ψιθυρίζει στον Μάνο η Τάνια. Την
επόμενη μέρα πάνε να τον βρουν με μία δελεαστική πρόταση.
-Αύριο , ας μην πάμε στη θάλασσα. Να φύγουμε οι τρεις μας μετά τις πέντε και να πάμε
μια μικρή εκδρομή . Θα πάμε στην Κριτσά. Είναι ένα γραφικό χωριουδάκι, εκεί που
γυρίστηκε η ταινία Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, βασισμένη στο βιβλίο του Καζαντζάκη.
Η πρόταση έγινε δεκτή μ ενθουσιασμό! Ανεβαίνουν τώρα την πλαγιά του βουνού, με το
φιατάκι της Τάνιας ν αγκομαχάει.
Η κεντρική πλατεία στην Κριτσά, τους υποδέχεται πανέμορφη. Πετροχτισμένη, σκιερή κι
από τις κρήνες κελαρύζουν δροσερά νερά.
-Καταλαβαίνω, γιατί διάλεξε αυτό το χωριό ο Ζυλ Ντασσέν για να γυρίσει την ταινία του,
ενθουσιάζεται ο Μάνος. Να και η όμορφη Κρητικιά που σού φέρνει την βανίλια-υποβρύχιο,
πειράζει τον Γιάννη. Ύστερα τινάζεται όρθιος.
Τι λέτε, παιδιά; Συνεχίζουμε την ανάβαση με τα πόδια ως πιο ψηλά, για να προλάβουμε να
δούμε το ηλιοβασίλεμα;
Μετά το πρώτο τέταρτο, ο Γιάννης μένει πιο πίσω κι αγκομαχάει. Σταματούν να τον
περιμένουν και τότε τον ακούν να τους λέει το αναπάντεχο!
Εγώ παιδιά, θα σάς περιμένω εδώ καθιστός. Δεν μπορώ να προχωρήσω άλλο, έχω και
μερικά παραπανίσια κιλά. Κι έπειτα, ποιος ο λόγος να ανεβούμε ως την κορφή; Για να
δούμε ένα ακόμα ηλιοβασίλεμα σαν αυτά που επαναλαμβάνονται ίδια κι απαράλλακτα
κάθε μέρα; Όχι, όχι. Συνεχίστε μόνοι σας.
Οι τελευταίες του λέξεις πνίγηκαν μέσα στα γέλια των δύο του φίλων. Γελούσαν και δεν
πίστευαν στα αυτιά τους. Κάποια στιγμή, ο Μάνος προσπάθησε να σοβαρευτεί.
Γίνε λιγάκι ποιητής, βρε Γιάννη. Κάθε ηλιοβασίλεμα είναι μοναδικό. Προσπάθησε να
βλέπεις και με τα μάτια της καρδιάς. Κι αμέσως μετά πήρε την Τάνια από το χέρι.
-Εμείς συνεχίζουμε. Δεν θ αργήσουμε.

Φτάνουν ως την κορφή, την στιγμή που ο ήλιος βουτάει στην άκρη του ορίζοντα. Και πάλι η
Τάνια κάνει τον εσωτερικό της μονόλογο. Τίποτα άλλο, τίποτα άλλο. Κι ακουμπάει στο ώμο
του Μάνου της. Δεν καταλαβαίνουν την ώρα να περνάει.
Σού αρέσουν τα Κρητικά ηλιοβασιλέματα; Ψιθυρίζει παιχνιδιάρικα, αλλά απάντηση δεν
παίρνει. Ο Μάνος την σφίγγει επάνω του σιωπηλός. Την ώρα που ο ήλιος χάνεται, της
απαγγέλλει Ελύτη.
Στον γυρισμό, βρίσκουν τον φίλο τους καθισμένο σ ένα κούτσουρο κι αρχίζουν την
κατάβαση προς το χωριό.
Δεν έχουν βγει ακόμα από το δάσος, όταν ένας ηλικιωμένος Κρητικός τους κάνει νόημα να
σταματήσουν και ροβολάει προς το μέρος τους. Κρατάει μπροστά του κι ένα φουσκωμένο
ταγάρι.
Ε,ε. σταματήστε τους φωνάζει. Περιμένετε.
Η πρώτη αντίδρασή τους είναι ο φόβος.
-Τι μας θέλει τώρα αυτός μέσα στην ερημιά; Ρωτάει ο Γιάννης. Έχω ακούσει ότι οι Κρητικοί
είναι άγριοι και μάλιστα πολλοί είναι οπλισμένοι. Πάμε να φύγουμε, κάντε γρήγορα.
Ο γερο-Κρητικός τους ακολουθεί φωνάζοντας.
-Ε,ε, σταματήστε κοπέλια! Ήντα τρέχετε; Δεν θα σας φάω δα!
-Δεν δείχνει αγριεμένος, λέει η Τάνια. Μάς χαμογελάει. Ας σταματήσουμε.
Όταν τους πλησιάζει, τούς λέει ότι είναι από την Κριτσά.
-Εσείς δεν είστε από τα μέρη μας. Έτσι; Καλά σάς κατάλαβα. Θέλω να σάς τρατάρω αυτά.
Ανοίγει το ταγάρι του και τους δείχνει λαχταριστά, φρέσκα μήλα.
-Πάρτε, κοπέλια, για τον δρόμο. Είναι από τη γη μου. Εδώ είμαστε ψηλά κι έχουμε μήλα και
το καλοκαίρι. Έλα κοκώνα μου, πάρε κι εσύ. Και δίνει στην Τάνια ένα μήλο.
-Η Κρητική φιλοξενία, σιγομουρμουρίζει εκείνη.
-Ευχαριστούμε , παππού. Πώς σε λένε;
– Νικόλα, με λένε. Αντέστε στο καλό και καλοφάγωτα. Να μάς ξανάρθετε.
Τούς χάρισε και το ταγάρι του, για να βάλουν μέσα όλα τα μήλα,
Στο γυρισμό, μέσα στο αυτοκίνητο, είναι κι οι τρεις τους σιωπηλοί.
Κάποια στιγμή, η Τάνια μόνο ακούγεται να λέει.
-Ξέρετε κάτι; Αρχίζω να δένομαι πολύ με την Κρήτη. Κάθε μέρα νιώθω να με κατακτάει, να
την κλείνω μέσα στην καρδιά μου. Τώρα πια την αγαπώ!


https://simiomatario.gr/category/simiomatografoi/simeiomatario-tis-manias-fertaki

Μην χάνετε καμία ενημέρωση, εγγραφείτε στα ενημερωτικά μας email!

ΜΑΝΙΑ ΦΕΡΤΑΚΗ

Γεννήθηκα στην Αθήνα. Πήρα το πτυχίο Αρχαιολογίας και Ιστορίας στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Στα χρόνια της νιότης μου, έζησα για ένα διάστημα στο Παρίσι. Από τα φοιτητικά μου χρόνια, γράφω ποιήματα και διηγήματα. Είχα την λογοτεχνική επιμέλεια σε τρεις τόμους, Αντόν Τσέχοφ, Νουβέλες και διηγήματα, σε μετάφραση Γιάννη Στυλιάτη, στις εκδόσεις Κέδρος. Τα Χριστούγεννα στου Ψυρρή, είναι το πρώτο από μια σειρά διηγημάτων, όπου μέσα από την ζωή των μελών μιας οικογένειας, περιγράφονται οι αλλαγές τόπου και ανθρώπων, μέσα στις τελευταίες δεκαετίες.

Αφήστε ένα σχόλιο