Φανούρης, δεύτερο μέρος. Γράφει η Μάνια Φερτάκη
Θέλω να πω κι άλλα πολλά, αλλά με πνίγει πάλι ο καταραμένος ο βήχας. Ανεβαίνει σε κύματα από τα σωθικά μου, με τραντάζει ολόκληρο.
Ο φίλος μου με κοιτάζει ανήσυχος και περιμένει να ηρεμήσω.
-Φανούρη, να πας σ` έναν γιατρό. Πάει καιρός που σ` ακούω να βήχεις έτσι. Εγώ προσπαθώ ν` αποφύγω την κουβέντα. Αρκετά με ψέλνει στο σπίτι η κυρά – Ευθαλία. Θυμάμαι που προχθές πετάχτηκε στο μικρό εκκλησάκι του Αγίου Αθανασίου, στην οδό Αριστοφάνους κι άναψε ένα κεράκι για μένα και προσευχήθηκε μπρος στην εικόνα του Άγιου Φανούριου.
-Τώρα που ηρέμησα, ρε Νώντα, θέλω να σού πω, ότι κάθε νύχτα σκέφτομαι τα παλιά. Άντε, βάλε ακόμα ένα τσίπουρο.
Θυμάμαι τη μάνα και τον πατέρα μου. Πρόσφυγες κι οι δυο, μικρά παιδιά, από τη Σμύρνη. Τα πρώτα χρόνια ζούσε μαζί μας κι η νενέ. Δεν ξεχνούσαν ούτε μια μέρα την χαμένη πατρίδα. Μιλούσαν, μαγείρευαν, αναστέναζαν κι ο νους τους ήταν εκεί. Η γιαγιά, όταν έπλεκε με το βελονάκι, τραγούδαγε τραγούδια από τα μέρη της.
-Κι ύστερα κι εδώ, δεν πέρασαν καλά οι γονείς σου, φίλε μου. Ο πατέρας σου, ο μπαρμπα-Χαράλαμπος, τα διηγόταν όλα στον δικό μου γέρο. Πόλεμος, κατοχή…
-Κι ύστερα εμφύλιος κι εξορίες, πρόσθεσα. Η μάνα έκλαιγε κρυφά από μας. Είχαμε χρόνια να δούμε τον πατέρα. Όταν ξανάρθε γύρω στο 1950, δεν ήταν πια ο ίδιος άνθρωπος. Γερασμένος, μ άσπρα μαλλιά, λιγομίλητος. Τον κοίταζα κι ένιωθα λύπη και ταραχή. Δεν τον ρώτησα ποτέ τίποτα. Ήμουν σίγουρος όμως, πως ο πατέρας αγαπούσε όλο τον κόσμο. Ήταν καλός άνθρωπος. Δεν καταλάβαινα γιατί τον είχαν τιμωρήσει.
-Μήπως δεν ήρθε κι η δική μας σειρά, Φανούρη; Θυμάσαι τον φόβο μας όταν, νέα παιδιά, γνωρίσαμε στο πετσί μας την δικτατορία, τους συνταγματάρχες, τη χούντα του 67; Γράφαμε και τότε στους τοίχους. Άλλα πράγματα. Κάτω η χούντα, ζήτω η δημοκρατία, ελευθερία…Θυμάσαι; Γράφαμε κι εμείς μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα, με την καρδιά μας να χοροπηδάει.
-Κάθε γενιά με την σειρά της σ` αυτόν τον τόπο, να υποφέρει, να μάχεται, να κάνει το χρέος της, συνέχισα. Σ` αντίθεση με τον πατέρα μου, μιλάω συχνά με τα παιδιά μου για αυτά τα χρόνια. Ο Χαράλαμπος έχει φλόγα μέσα του. Ψάχνει, θέλει να τα μάθει όλα. Ας είναι καλά, έχει όνειρα ο γιος μου. Αλλά γιατί μπλέξαμε σ αυτήν την κουβέντα σήμερα;
Ο Νικήτας ο ταβερνιάρης, έρχεται κι αυτός στο τραπέζι μας, μ` ένα ποτήρι στο χέρι.
-Τι νέα σήμερα ; Με ρωτάει χαμογελαστός.
Δεν προλαβαίνω να του απαντήσω. Ο βήχας με πνίγει πάλι. Νιώθω πως είναι ώρα να γυρίσω σπίτι. Σηκώνομαι και τους χαιρετάω με το χέρι ψηλά.
-Και να πας γρήγορα στον γιατρό…ακούω τον Νώντα να μού φωνάζει καθώς απομακρύνομαι.

Γεννήθηκα στην Αθήνα. Πήρα το πτυχίο Αρχαιολογίας και Ιστορίας στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Στα χρόνια της νιότης μου, έζησα για ένα διάστημα στο Παρίσι. Από τα φοιτητικά μου χρόνια, γράφω ποιήματα και διηγήματα. Είχα την λογοτεχνική επιμέλεια σε τρεις τόμους , Αντόν Τσέχοφ, Νουβέλες και διηγήματα, σε μετάφραση Γιάννη Στυλιάτη, στις εκδόσεις Κέδρος. Τα Χριστούγεννα στου Ψυρρή, είναι το πρώτο από μια σειρά διηγημάτων, όπου μέσα από την ζωή των μελών μιας οικογένειας, περιγράφονται οι αλλαγές τόπου και ανθρώπων, μέσα στις τελευταίες δεκαετίες.
