Fouilles 9ο μέρος: Κρητικός γάμος
Αυτή η Κυριακή θα είναι ξεχωριστή. Παντρεύεται η κόρη του Μανούσου! Πάει μια βδομάδα
που ο Μανούσος είχε πλησιάσει την Τάνια κι έστριβε αμήχανα τα μουστάκια του.
-Ήντα κάνεις Τάνια; Να σού πω δυο κουβέντες; Έχουμε χαρές στο σπίτι. Την άλλη Κυριακή
παντρεύουμε την κοκώνα μας τη Λενιώ.
-Πόσο χαίρομαι, Μανούσο! Με το καλό, η ώρα η καλή, τού χαμογέλασε εκείνη.
-Άντε και παππούς, γρήγορα. Τον χτύπησε στην πλάτη ο Νικήτας.
-Τάνια, βόηθα με λιγάκι. Θέλω να έρθετε στο γάμο όλοι. Εσύ κι όλοι οι Γάλλοι και οι δύο
φίλοι σου από την Αθήνα. Πες το εσύ στους ξένους, κάνε μου τη χάρη. Αυτοί όλο λένε
μαθές ότι μιλάνε ελληνικά κι απέ σαν τους μιλάω εγώ, δεν κατέουν πράμα. Με κοιτάνε σαν
πρόβατα.
-Πρέπει να μάθουν και τα κρητικά, γέλασε η Τάνια. Εντάξει, Μανούσο. Θα τους το πω το
μεσημέρι, την ώρα του φαγητού.
Το μεσημέρι, η πρόσκληση του Μανούσου έγινε δεκτή από τους Γάλλους με χαρά και με
λίγη περιέργεια.
-Ναι, θα πάμε όλοι στον γάμο. Μπορείτε να το πείτε στον φίλο μας τον Μανούσο, είπε ο
διευθυντής.
– Θα έχουμε έτσι την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε έναν ελληνικό γάμο.
-Και μάλιστα έναν κρητικό γάμο, πρόσθεσε η Τάνια.
Ξημέρωσε κι η Κυριακή, η μέρα του γάμου.
Το απογευματάκι φορτώνονται όλοι στ αυτοκίνητα, μαζί κι ο Μάνος με τον Γιάννη και
παίρνουν το δρόμο για το Βραχάσι, το χωριό του Μανούσου. Είναι μαζί τους κι η Άννα, η
ψυχή του σπιτιού της ανασκαφής, για να τους οδηγήσει.
-Έλα μαζί μας, Άννα, αυτό είναι το ελληνικό αυτοκίνητο, την προσκαλεί η Τάνια κι εκείνη
σπεύδει να βολευτεί στο φιατάκι. Κρατάει στα χέρια της και το δώρο που τής
εμπιστεύτηκαν για το νέο ζευγάρι. Μία κασετίνα με μαχαιροπήρουνα από ατσάλι,
αγορασμένα από ένα κατάστημα στο Ηράκλειο. Μέσα στην συσκευασία έχουν βάλει κι ένα
φάκελο με χρήματα από μέρους όλης της ομάδας. Τέλος, μια κάρτα με ευχές στα γαλλικά
και στα ελληνικά.
-Θα διαβάσουν τα ελληνικά, είχε πει ο Jean-Pierre. Tα γαλλικά θα τα κρατήσουν σαν
αναμνηστικό, κάτι σαν την γραμμική γραφή Β, αυτή που βασανίζει κι εμένα τόσα χρόνια!
Tο Βραχάσι είναι ένα ορεινό χωριουδάκι, πάνω από τον παλιό δρόμο προς τον Άγιο
Νικόλαο.
-Ήρθαμε νωρίς, διαπιστώνει η Άννα. Πάμε πρώτα στο σπίτι του Μανούσου;
Η ομάδα διασπάται στα δύο. Το πρώτο μέρος ξεχύνεται στα δρομάκια, κάθε τόσο
σταματάει, φωτογραφίζει.
Το άλλο μισό, δρασκελάει την καγκελόπορτα του θείου Μανούσου. Κάθονται σ ένα πεζούλι
στην αυλή, απέναντι από ένα παλικάρι που παίζει κρητική λύρα. Κανείς δεν μπαίνει μέσα,
εκεί ντύνουν τη νύφη. Οι γυναίκες πάνε κι έρχονται και τρατάρουν τους επισκέπτες. Είναι
πολλές, περίπου δέκα κι έχουν όλες το ίδιο χτένισμα. Μαλλιά κοντά, κάθε τούφα
φουσκώνει σαν ένα μπουρεκάκι κι ένα μικρό τσουλούφι πέφτει στο μέτωπο. Η Μυρτώ
ζητάει στην Τάνια να τής επιβεβαιώσει ότι δεν κάνει λάθος κι ότι δεν είναι κάποια
ψευδαίσθηση. Είναι όλες ίδιες, με μικρές παραλλαγές στο χρώμα των μαλλιών τους! Η
Τάνια τις δείχνει στην Άννα.
Α, ναι, τής απαντάει εκείνη. Στο χωριό μας υπάρχει μία μόνο κομμώτρια, η Φώτω. Κουρεύει
με τον δικό της τρόπο, αλλά δεν ξέρει να κάνει πολλά χτενίσματα! Αυτό που κάνει όμως, το
κάνει καλά!
Ο Μανούσος, ευτυχισμένος πατέρας, πλησιάζει με μια καράφα τσικουδιά και μοιράζει
ποτηράκια. Κερνάει με τη σειρά και τσουγκρίζει με όλους. Όταν φτάνει μπροστά στην Claire
και στην Τάνια, αυτές αρνούνται να πιουν.
-Ευχαριστούμε, Μανούσο. Κοίτα την Claire, περιμένει παιδί και δεν κάνει να πιει. Κι εγώ,
δεν πίνω ποτέ οινοπνευματώδη.
Ο Μανούσος σκοτεινιάζει, το βλέμμα του αγριεύει. Ποτέ δεν τον είχαν δει έτσι ως τώρα.
-Δεν γίνεται, Τάνια. Απόψε έχουμε γάμο και θα πιείτε. Πες το και στη Γαλλίδα που είναι
γκαστρωμένη. Πες της να πιει. Θα κάνει ένα κοπέλι λεβέντη, όπως οι Κρητικοί, μαθές.
Λέει και γεμίζει τα ποτήρια ξέχειλα. Το ύφος του δεν δείχνει να υπάρχει κανένα περιθώριο
για διαπραγμάτευση. Τσουγκρίζει με τις κοπέλες και συνεχίζει παρακάτω.
-Τι κάνουμε τώρα, Claire; Αν δεν το πιούμε , θα θυμώσει. Πώς μπλέξαμε έτσι;
Έχω μια ιδέα, Τάνια. Τώρα που ο Μανούσος έχει γυρισμένη την πλάτη, ν αδειάσουμε τα
ποτήρια μας στην γλάστρα με το γεράνι που είναι πίσω μας. Κάνε γρήγορα!
Βγαίνει στην αυλή κι η Λενιώ, η νύφη, με μαύρα μακριά μαλλιά, αυτή. Έρχονται κι άλλοι
λυράρηδες και παίζουν νυφιάτικα τραγούδια.
-Σε λίγο φεύγουμε για την εκκλησία, λέει η μάνα. Ο γαμπρός είναι εκεί. Περιμένει.
H Claire σηκώνεται από τους πρώτους και τραβάει την Τάνια από το χέρι.
-Πάμε να φύγουμε γρήγορα, πριν μαραθεί το γεράνι από την τόση τσικουδιά που το
ποτίσαμε. Αν μας ανακαλύψουν, θα μάς κρεμάσουν στην πλατεία τους.
-Μη φοβάσαι, Claire! Μην ξεχνάς ότι και τα γεράνια είναι κρητικά, αντέχουν. Όμως πάμε
καλού κακού στην εκκλησία.
Μπροστά οι λυράρηδες, πίσω η νύφη κι ύστερα οι καλεσμένοι κι όλο το χωριό. Η εκκλησία,
η Παναγιά, στέκει στη μέση της πλατείας. Η Τάνια κι ο Μάνος, χέρι με χέρι, χάνονται μέσα
στο πλήθος. Στην κορυφή της σκάλας, ο γαμπρός περιμένει την Λενιώ και κρατάει ένα
μάτσο φρέσκα λουλούδια από τις γλάστρες της αυλής. Ο Μανούσος ανεβαίνει με την κόρη
του στο μπράτσο, φιλάει τον γαμπρό και τού παραδίδει την Λενιώ. Οι Γάλλοι διαγκωνίζονται για να βρουν μια θέση μέσα στην εκκλησία και να παρακολουθήσουν το μυστήριο.
Λίγο αργότερα, όλοι παίρνουν θέση γύρω από τα στρωμένα τραπέζια. Τρώνε, γελάνε,
πίνουν, τραγουδάνε και κυρίως χορεύουν. Χορεύουν αντρίκιους, παλικαρίσιους χορούς. Νέοι, μα κι άλλοι πιο ώριμοι, ντυμένοι τις κρητικές φορεσιές τους, τεντώνουν τα κορμιά τους και χτυπούν τα στιβάνια τους στους ήχους της λύρας. Το πρώτο παλικάρι που σέρνει τον χορό πετιέται στα ύψη και θαρρείς πως θα πετάξει σαν άλλος Μαρσύας.
Η Berenice, λέει σα να σκέφτεται μεγαλόφωνα.
-Μα η Κρήτη δεν είχε μονάχα έναν Ζορμπά! Έχει και σήμερα πολλούς!
Ένας γενειοφόρος μπαίνει στη μέση, σηκώνει το καριοφίλι του και ρίχνει μία μπαλοθιά.
Δεν προλαβαίνει να συνεχίσει. Ένας χωροφύλακας ορμάει κατά πάνω του και τον τραντάζει.
-Σήφη, σταμάτα αμέσως! Τού λέει έντονα. Τώρα απαγορεύεται. Δεν είναι όπως παλιά.
Κοίτα μη χαλάσει το γλέντι και βρούμε και κανένα μπελά!
Όλοι παγώνουν. Ο Σήφης χαμηλώνει το καριοφίλι του κι απομακρύνεται.
-Αποφασίσαμεν και διατάσσομεν! Ακούγεται μια φωνή από το ακρινό τραπέζι. Μια
σπαρακτικά ειρωνική φωνή.
Μια άλλη στεντώρια φωνή αρχίζει να τραγουδάει.
-Πότε θα κα, πότε θα κάνει ξαστεριά…πότε θα ξημερώσει….
Σιγά σιγά μπαίνουν κι άλλες πολλές φωνές στο τραγούδι.
https://simiomatario.gr/category/simiomatografoi/simeiomatario-tis-manias-fertaki
https://pixabay.com/photos/couple-marriage-love-trees-forest-5574695
