Ο Νέος Σκοταδισμός και η κρίση της δημοκρατίας
Μια πρόσκληση να γνωρίσουμε και να υιοθετήσουμε τη σκέψη του Massimo Recalcati σχετικά με τον Νέο Σκοταδισμό.
Το Teatro Franco Parenti και η διαδικτυακή εφημερίδα Linkiesta επαναφέρουν στον δημόσιο διάλογο τον προβληματισμό του Massico Recalcati γύρω από τον Νέο Σκοταδισμό. Με μια διεισδυτική ανάλυση, ο Ιταλός ψυχαναλυτής και δοκιμιογράφος εξετάζει πώς οι διεθνείς συγκρούσεις των τελευταίων ετών έχουν οξύνει την πολιτική αντιπαράθεση στην Ιταλία (και διεθνώς), τροφοδοτώντας έναν νέο λαϊκισμό, που συνδυάζει τη βία με την ιδεολογία και απειλεί τα ίδια τα θεμέλια της δημοκρατίας: την ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης, τον πολιτικό πλουραλισμό και την αμοιβαία αναγνώριση της νομιμότητας όσων διαφωνούν.
Το λαϊκιστικό κύμα που χαρακτηρίζει την εποχή μας τροφοδοτήθηκε από τους πολέμους στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή. Οι συγκρούσεις αυτές όξυναν την πολιτική αντιπαράθεση στην Ιταλία, οδηγώντας τη δημόσια συζήτηση σε μια ολοένα και μεγαλύτερη ιδεολογική πόλωση. Μέσα σε αυτό το κλίμα διαμορφώθηκε το έδαφος πάνω στο οποίο ο στρατηγός Vannacci κατόρθωσε να κερδίσει ευρεία απήχηση, σχεδόν χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια.
Αυτό το νέο κύμα λαϊκισμού συνδυάζει, με τρόπο πρωτόγνωρο, τη βία με την ιδεολογία. Πρόκειται για ένα εκρηκτικό μείγμα που υπονομεύει τις ίδιες τις προϋποθέσεις του δημοκρατικού διαλόγου: την ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης, τον πλουραλισμό και την ισότιμη δυνατότητα όλων να διατυπώνουν τις απόψεις τους. Αρκεί να παρακολουθήσει κανείς μια οποιαδήποτε τηλεοπτική πολιτική συζήτηση, όπου ο ουσιαστικός αντίλογος είτε απουσιάζει είτε χρησιμοποιείται απλώς ως επικοινωνιακό εργαλείο.
Η κρίση της δημοκρατίας είναι, πρωτίστως, κρίση της δυνατότητας να συνομιλούν άνθρωποι με διαφορετικές απόψεις, χωρίς να αμφισβητεί ο ένας τη νομιμοποίηση του άλλου. Σε αυτή τη νέα μορφή λαϊκισμού, που διαπερνά τόσο τη δεξιά όσο και την αριστερά, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι ούτε ο φασισμός ούτε ο αντιφασισμός. Είναι η επιστροφή σε πρωτόγονες, φυλετικές και ενστικτώδεις αντιδράσεις. Γι’ αυτό και η οργανωμένη, συστηματική, χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης έχει μετατραπεί σε αναντικατάστατο όπλο, ενώ η προκατάληψη επιστρέφει με νέες, ψυχοτεχνολογικές μορφές. Το πρώτο θύμα αυτής της ιδεολογικής οπισθοδρόμησης είναι η κριτική σκέψη, που σταδιακά θολώνει και αδρανοποιείται.
Σε μια κοινωνία που μεταβάλλεται με πρωτοφανή ταχύτητα σε οικονομικό, τεχνολογικό και πολιτισμικό επίπεδο, η ανάγκη για σύνθετη σκέψη υποχωρεί μπροστά στην επιθυμία για εύκολες, άμεσες και συναισθηματικά φορτισμένες απαντήσεις. Η επιτυχία του Vannacci οφείλεται ακριβώς σε αυτή την τάση. Παράλληλα, αρκετοί διανοούμενοι της αριστεράς λειτούργησαν, άθελά τους, ως σύμμαχοί του, καθώς η επίμονη προσπάθεια να τον δαιμονοποιήσουν συνέβαλε, όπως συμβαίνει συχνά, στην ενίσχυση της δημοσιότητάς του και, τελικά, της πολιτικής του επιρροής.
Κατά τη γνώμη μου, το βασικό πρόβλημα της Ιταλίας παραμένει η υπέρβαση του ιδεολογικού σκοταδισμού, τον οποίο οι διεθνείς συγκρούσεις φαίνεται να έχουν παγιώσει. Είναι αναγκαίο η δεξιά και η αριστερά να αναγνωρίσουν αμοιβαία την πλήρη δημοκρατική και συνταγματική νομιμοποίησή τους, ώστε να περιοριστεί ο λαϊκιστικός εξτρεμισμός χωρίς να δηλητηριάζεται περαιτέρω η δημόσια ζωή. Η διαρκής διάκριση ανάμεσα στο «εμείς» και το «αυτοί» δεν επέτρεψε όλα αυτά τα χρόνια να υπάρξει μια πραγματική εθνική συμφιλίωση, βασισμένη στην κοινή αποδοχή των θεμελιωδών αρχών του Συντάγματος ως αδιαπραγμάτευτου κοινού πλαισίου.
Το πνεύμα της δημοκρατίας, όπως το κληροδότησε ο Διαφωτισμός, απαιτεί κάθε αλήθεια να υποβάλλεται στον έλεγχο της κριτικής σκέψης και της λογικής. Αντίθετα, ο φανατισμός που γεννά η ιδεολογική οπισθοδρόμηση εγκαθιδρύει μια δογματική αλήθεια που δεν ανέχεται την αμφισβήτηση και καταλήγει να νομιμοποιεί ακόμη και τη λογοκρισία ως μέσο πολιτικής αντιπαράθεσης.
Για να ανακοπεί αυτή η εξαιρετικά επικίνδυνη πορεία, είναι σήμερα περισσότερο από ποτέ αναγκαία μια κοινή, υπερκομματική υπεράσπιση των αρχών του Διαφωτισμού και της δημοκρατίας. Μόνο έτσι μπορεί να ανασχεθεί αυτό το νέο κύμα λαϊκισμού, το οποίο, αν αφεθεί ανεξέλεγκτο, δεν θα οδηγήσει παρά σε μεγαλύτερη μισαλλοδοξία και περισσότερη βία.
