You are currently viewing De profoundis, γράφει και αφηγείται η Μαρία Σωτηροπούλου
  • Post author:
  • Reading time:3 ' Ανάγν.

De profoundis

Αγωνιούσε μέσα μου ένα στιχάκι.
Που δεν ξέρω να το πω.
Είναι που στο τραπεζάκι του καφέ έχω τα ποιήματα του Τσάρλς.
Και κανείς δεν καταλαβαίνει την ειρωνεία.
Κι εσύ που θα την έπιανες στον αέρα είσαι τώρα αυτό που λέω άγρια μεσάνυχτα στα τηλεφωνήματα στις φίλες μου η μεγάλη μου απουσία.

Αυτές μου δίνουν φανταστικά χαρτομάντιλα από την άλλη άκρη της γραμμής.
Κι εγώ στο τέλος του ονόματος σου σκληραίνω την κατάληξη μου,να μη νομίζουν ότι είμαι αδύναμη επειδή είμαστε αδύνατον.
Τραγικά μετρημένες μέρες και μοκέτες κι ήσυχα χρώματα.
Εγώ είχα γράψει το όνομα μου με αίμα στον τοίχο και μετά μου έδιναν συγχαρητήρια για το πόσο αρμονικά συνδύασα το λευκό με την απώλεια.
Λες κι είναι κάτι δύσκολο.
Ή κι αν είναι ούτε η πρώτη είμαι ούτε η τελευταία που έκρυψε τις φλέβες της στους τοίχους.
Διαβάζω Μπουκόφσκι τρώγοντας πατατάκια και τον παίρνω μαζί μου στο κρεβάτι μου.
Και λέει για σκυλιά που κάποιος τα κλώτσησε ή για μέρες που ένα σκυλί τις δάγκωσε.
Και μετά αυτές κλώτσησαν πίσω στοχεύοντας ένα κορίτσι που αγάπησε μία μεθυσμένη άνοιξη.

Πηγαινοέρχομαι στο δωμάτιο.

Μου έρχεται να δώσω μία στους καναπέδες και να τους σπρώξω ως το βόλεμα μας.
Να δω τι θα γίνει αν οι άνθρωποι πούνε τις λέξεις που φυλάνε στο βαζάκι της ζάχαρης ή στο συρτάρι με τα μαχαίρια ή ανάμεσα στο πιπέρι και τα υπνωτικά.
Πηγαινο έρχεσαι μαζί μου όταν πηγαινοέρχομαι.
Με μικρά βήματα και μεγάλα μάτια.

Μερικές φορές σβήνω όλα τα φώτα.
Έτσι σαν λύκαινα στη σκοτεινή πλευρά της σε ακούω καλύτερα.

Τότε έρχονται αδέσποτες συλλαβές παρα γεμισμένες με πέτρες και πέφτεις πάνω μου.

Ήθελα να γίνω ένα τέλειο τίποτα , αλλά με κέρδισε η αστάθμητη φωνή σου.

Και τώρα επειδή φοβάμαι να χαράξω τις φλέβες μου,μη λερώσει το εκτυφλωτικά άσπρο που είσαι, γρατζουνάω λέξεις.

Αυτές γρατζουνάνε πίσω.

Μεθοδικά.

Μου τελείωσε το τυρί.

Τι, γιατί γελάς;
Δεν σου φαίνεται αρκετά καλός λόγος αποκαθήλωσης;

Δοκίμασε πρώτα να πιαστείς ανάμεσα σε δύο τοίχους που κλείνουν
Και πιέζουν το κεφάλι σου
Μέχρι να λιώσουν και την τελευταία εκκρεμότητα.

Και μετά τα λέμε.

Μέχρι τότε ο Τσάρλι θα με καταλαβαίνει
Όλοι οι νηφάλιοι μαλακες θα κάνουν πιο κει όταν περνάει με το σκισμένο μπουκάλι του μην τους κολλήσει παρακμή και γίνουν λέξη παραχωμενη κάτω από τη χλωρίνη και δίπλα στα παγάκια.

Εσύ θα λείπεις.

Αφού θα έχεις φύγει.

Με μεγάλα βήματα και μικρό βλέμμα.

Εγώ θα είναι ώρες πρώτες πρωινές ή μικρές βραδυνές ή απεγνωσμένες τέλος πάντων και θα μου πετάω φανταστικές άκρες της γραμμής πάνω σε κομμένες στα μέτρα του δυνατού γατισιες μύτες.

Τι, νομίζεις ότι αυτά που λέω δεν βγάζουν νόημα;

Για κοίτα καλύτερα στον τοίχο.

Υποψία κόκκινου είμαστε όλοι.
Εν δυνάμει άσπρο της Κυριακής.

ΣημειΩματογράφοι

Πηγή φωτογραφίας: https://www.facebook.com/maria.sotiropoulou.33

Μην χάνετε καμία ενημέρωση, εγγραφείτε στα ενημερωτικά μας email!

Αφήστε ένα σχόλιο