Κώστας Γιαννάκος
"Ιερά μου φαίνονται μόνο τα δέντρα"
  • Post author:
  • Reading time:5 ' Ανάγν.

Ο Κωνσταντίνος Γιαννάκος με το διήγημα “Ο σαλίγκαρος” ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση του περιοδικού ΣημειΩματάριο, για συμπόρευση και ενεργή συμμετοχή στα καίρια και κοινά προβλήματα που απασχολούν όλη την ανθρωπότητα, θεωρώντας πως η λογοτεχνία δεν είναι μέσο ατομικής ολοκλήρωσης και προβολής αλλά πως οφείλει να είναι ο φανοστάτης που θα φωτίζει το είναι μας στο μέλλον.

Λογοτεχνική δράση 2025: “Η ομορφιά του κόσμου”
Ο σαλίγκαρος

Τρέχω. δηλαδή δεν τρέχω ακριβώς. Σέρνομαι. Αλλά θα φτάσω. βήμα-βήμα. Θα ανεβώ. Να εκεί. Στο καπό. Θα σωθώ.
Αλλά πώς έγινε αυτό; Εγώ, που διψώ για νερό και λατρεύω την υγρασία του χώματος, που είμαι όλος μια υγρασία, δηλαδή μια υγρή μορφή, ένα πλάσμα νοτισμένο, να τρέχω για να σωθώ από την βροχή και τη λάσπη;
Δεν είμαι μόνος. δίπλα μου τρέχουν, δηλαδή σέρνονται, δεκάδες άλλοι. Δηλαδή δεκάδες βλέπω. Σκέφτομαι όμως πως θα είναι εκατοντάδες, χιλιάδες άλλοι που σέρνονται όπως κι εγώ για να σωθούν. Μα θα μου πεις ότι τούτη την ώρα που σέρνεσαι να σώσεις το τομάρι σου, εσύ σκέφτεσαι, σαν να λέμε νοιάζεσαι τους άλλους αν θα σωθούν; Δεν έχω άλλο τρόπο να το πω. πώς αλλιώς να το πω; Είμαι βέβαιος λοιπόν, να αυτό, το διαισθάνομαι, ότι μαζί μου τρέχει όλη η πλάση για να σωθεί. Mε ένα λόγο, αυτό θέλω να σας πω.
Ακούω την ορμή, τρέμει η γη. Τρέμει…
Τρέμουν και τα φύλλα που κρέμονται πιο κάτω από αυτό που με βαστά. Το ποτάμι περνά από κάτω μου λασπωμένο, θολό. Να εκεί. Στο από πάνω κλαδί τώρα να φτάσω, να σωθώ. Πέτρες κυλούν, θεόρατες. Τώρα ακούω καθαρά και άλλες φωνές. κι άλλα πλάσματα τρέχουν. Πιο μεγάλα από μένα, πιο γρήγορα, πιο δυνατά. Άλλα ήδη κολυμπούν. Οι κραυγές τους σημαίνουν φόβο. και απόγνωση σημαίνουν οι φωνές τους.
Τρέμω κι εγώ. Το καβούκι μου τρέμει. Σταματώ για λίγο να πάρω μιαν ανάσα. Υψώνω τις κεραίες μου όσο πιο ψηλά μπορώ. Ανοίγω μέχρι διαρρήξεως τα γουρλωτά μου μάτια.
Να εκεί τώρα. στη ρόδα του αγροτικού. Τα φύλλα, τα πάνω-πάνω φύλλα, την ακουμπούν καθώς τα πιέζει το νερό. Αν φτάσω εκεί…στη ρόδα…αυτήν που κάθε μέρα με απειλεί, που ένας θεός ξέρει πώς έχω γλυτώσει απ’ το διάβα της, που έχει κάνει λιώμα τα αδέρφια, τους φίλους μου. Εκεί μόνον θα σωθώ. στη ρόδα. Είναι μεγάλη, είναι δυνατή. Και από εκεί πιο ψηλά, πιο σίγουρα. Στο καπό. Αγάντα λοιπόν.
Από κάτω μου το νερό ανεβαίνει απειλητικό. Βλέπω πολλούς ήδη να έχουν παρασυρθεί. τους παίρνει το ρέμα και χάνονται. Κάποιοι τεντώνονται. δεν έχουν χέρια να απλώσουν, δεν έχω χέρια να τα απλώσω. Δεν έχω δύναμη, δεν έχουν δύναμη. Το νερό είναι πιο δυνατό. Το νερό είναι δυνατό.
Να, λίγο ακόμα. «Κουράγιο», ακούω από κάπου. Οι κεραίες μου το λαμβάνουν καθαρά. Κουράγιο. Πέντε κορμιά ακόμη. Πέντε κορμιά μου απόσταση να συρθώ για να κολλήσω στη ρόδα. Ήδη τη μυρίζω. μυρίζω αυτήν την απαίσια οσμή, την αποφορά, τη σήψη. Όμως εκεί θα φτάσω για να σωθώ.
Την ακουμπώ. Είμαι πια στο πλάι της κολλημένος. Σταθερά, δυνατά. Τα κλαδιά και τα φύλλα που με στήριζαν τα βλέπω να χάνονται στο νερό. Ουφ!
Συνεχίζω, ανεβαίνω. απλώνω τα σάλια μου σε αυτήν την απαίσια οσμή. Σκαρφαλώνω στην κορφή. Ποτέ δεν έχω ανεβεί ψηλότερα. Αισθάνομαι ασφαλής. Τώρα παίρνω δύο ανάσες. Βρέχει ασταμάτητα. Πού βρέθηκε τόσο νερό; Όμως εγώ είμαι ασφαλής εδώ ψηλά στη ρόδα. Ας είναι καλά, ας είναι καλά εκείνος με τις γαλότσες που την έφερε εδώ. Ας είναι καλά!
Αγναντεύω το τοπίο. Πέρα εκεί ο σωρός με τα θεόρατα κούτσουρα, το σπίτι μου για τούτο το φθινόπωρο. Το νερό περνά στο πλάι τους. Ακλόνητα αυτά. Μετά από λίγο το νερό τα σκεπάζει, κατσουλώνει με μανία πάνω τους και τα αρπάζει στο διάβα του. Ταξιδεύουν μαζί του, αφήνονται ανήμπορα πια. Ακόμη πιο μακριά ο μαντρότοιχος με τον φράχτη. Στην αρχή λυγίζει ο φράχτης, ύστερα πέφτει με γδούπο η μάντρα.
Φοβάμαι. Πρέπει να ανέβω πιο ψηλά. Στο καπό. Σέρνομαι ξανά, ασταμάτητα. Κατεβαίνω για λίγο, μπαίνω σε σκοτεινό θόλο, χάνομαι. Όμως συνεχίζω. και φτάνω. Στο καπό. Είμαι ψηλά!
Στη διπλανή αυλή ένα δέντρο ξεριζώνεται, παρασύρεται. Έρχεται κατά πάνω μου. Το νερό σκεπάζει τις ρόδες.
Τώρα ταξιδεύω. Εγώ, μόνος, στο καπό του αγροτικού, το αγροτικό και το δέντρο. Και καθώς ταξιδεύω με ταχύτητα που ούτε καν είχα ονειρευτεί ότι υπάρχει, βλέπω για πρώτη φορά στη ζωή μου εικόνες που ούτε καν είχα φανταστεί…


Ο Κωνσταντίνος Γιαννάκος σπούδασε ελληνική φιλολογία στα πανεπιστήμια Ιωαννίνων και Αριστοτέλειο Θεσσαλονίκης. Έχει εκδώσει τα μυθιστορήματα “Ρατζίφ ο Αφγανός” και “Άστεγοι”. Με το διήγημα “Το τάμα” διακρίθηκε στον διαγωνισμό διηγήματος με θέμα “1922-2022: ξεριζωμός και προσφυγιά” που διοργάνωσε το Pen-greece. Το 2023 εξέδωσε την ποιητική συλλογή “Στη ματαιοδοξία του χρόνου-Ύμνος στη ζωή”.



Ιερά μου φαίνονται μόνο τα δέντρα

Στρατής Πασχάλης, Κοιτάζοντας Δάση, Μεταίχμιο

Ειδική μνεία:

Το περιοδικό ΣημειΩματάριο ευχαριστεί θερμά τους ποιητές Στρατή Πασχάλη και Γιώργο Δουατζή για την ένθερμη στήριξη και πολύτιμη συμμετοχή τους στη λογοτεχνική δράση 2025: “Η ομορφιά του κόσμου”.

Επίσης, η λογοτεχνική δράση 2025: “Η ομορφιά του κόσμου”, αφιερώνεται σε όλους τους ποιητές και πεζογράφους που άφησαν βαθιά τα χνάρια και το όραμά τους στη συνείδησή μας, πριν “μετοικήσουν προς άγνωστον διεύθυνση”.


Το περιοδικό ΣημειΩματάριο, διευκρινίζει πως η λογοτεχνική δράση 2025: “Η ομορφιά του κόσμου” δεν έχει καμία σχέση με βραβεία, λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και κάθε είδους οικονομική ή άλλη συναλλαγή. Επισημαίνει δε, πως την αποκλειστική ευθύνη για τη γνησιότητα των κειμένων και την άδεια χρήσης φωτογραφιών έχουν αποκλειστικά οι συμμετέχοντες που τα καταθέτουν στο ΣημειΩματάριο προς δημοσίευση. Επιπλέον, αποποιείται κάθε ευθύνη για την καταχρηστική χρήση της δράσης από άλλα άτομα συμμετέχοντα και μη, συλλόγους, φορείς ή οποιοδήποτε κακόβουλο στοιχείο.

Το ΣημειΩματάριο της Γης

Επιμέλεια – Συντονισμός: Άννα Ρω

Μην χάνετε καμία ενημέρωση, εγγραφείτε στα ενημερωτικά μας email!

Αφήστε ένα σχόλιο