
Δυο κενών σιωπή, Θωμαΐς Βλάχου, (Σμίλη, 2025)
Η νέα ποιητική συλλογή της Θωμαΐδος Βλάχου, Δυο κενών σιωπή, εγγράφεται σε μια παράδοση όπου η σιωπή λειτουργεί όχι ως έλλειψη, αλλά ως δημιουργικό κενό, δηλαδή ως πεδίο αναστοχασμού και γλωσσικής γέννησης. Ο τίτλος παραπέμπει σε εκείνο που ο Maurice Blanchot ονόμαζε «χώρο της σιωπής», όπου η γλώσσα αναμετριέται με τα όριά της και αποκαλύπτεται στην αυθεντικότητά της.
Η συλλογή περιλαμβάνει πενήντα ποιήματα, τα οποία συναρθρώνονται σε μια πορεία από τη μνήμη και την
απώλεια προς το φως και την εσωτερική λύτρωση. Στο ποίημα «Μνήμες» η παράδοση και οι πρόγονοι εμφανίζονται ως «μουσική παραδοσιακή [που] σ’ οδηγεί / με δεμένα μάτια στους προγόνους»· η συλλογική μνήμη γίνεται έτσι σωματική εμπειρία, εγγεγραμμένη «μέσ’ απ’ τα κύτταρά σου». Η ποιήτρια εδώ συνδιαλέγεται με το σχήμα της communio, σύμφωνα με το οποίο το άτομο δεν ανήκει μόνο στον εαυτό του αλλά φέρει το βάρος της ιστορίας.
Η διαδρομή από το σκοτάδι προς το φως αναπαρίσταται με σαφήνεια στο ποίημα «Στο φως»: «Με βήματα αργά, σταθερά, άνοιξα πόρτες / και παράθυρα, να μπει το φως, / να εκτεθώ, να με φωτίσω ολοσχερώς». Εδώ, η ποιητική αφήγηση συναντά τον ψυχαναλυτικό άξονα της έκθεσης και της απο-τραυματοποίησης: το φως δεν είναι μόνο φυσικό στοιχείο αλλά συμβολίζει την έξοδο από τον εγκλεισμό του πόνου.
H τρυφερότητα των συναισθημάτων κατέχει κεντρική θέση στη συλλογή, άλλοτε ως λυτρωτική δύναμη («Μια θάλασσα αγάπης για σένα, / σειρήνα των ονείρων μου»), άλλοτε ως ματαίωση και απώλεια. Στο ποίημα «Παράπονο», ο έρωτας εμφανίζεται ως άνιση ανταλλαγή: «Δίψασα για νερό, / μου ’δωσες αγάπη / για λίγο, τόσο λίγο». Εδώ ο διάλογος με το έργο του Alain de Botton (Essays in Love, 1993) είναι γόνιμος: όπως ο de Botton αναδεικνύει ότι η αγάπη είναι περισσότερο μια προβολή προσδοκιών και επιθυμιών παρά ένα ισότιμο μοίρασμα, έτσι και η Βλάχου τονίζει την έλλειψη συμμετρίας στις ερωτικές σχέσεις, όπου η δίψα του ενός συχνά συναντά τη σιωπή ή την αδυναμία του άλλου.
Η έννοια του χρόνου αποτελεί έναν ακόμη καθοριστικό άξονα. Στο «Χθες, σήμερα, αύριο», ο χρόνος παρουσιάζεται ως αδιάκοπη αλληλουχία: «Σ’ έκανε αυτό που είσαι σήμερα. / Αυτό που ετοιμάζεται να χτίσει / στο αύριο, με υλικά τού σήμερα». Η ποιητική αυτή σύλληψη συνδιαλέγεται με τον Θανάση Χατζόπουλο, ο οποίος στην Ονομαστική αξία (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2024) περιγράφει τον χρόνο ως τόπο επανεγγραφής της μνήμης και της ταυτότητας, όπου το «νόμισμα» του βιώματος αποκτά αξία μόνο στο μέτρο που ονομάζεται και αποτυπώνεται. Όπως στον Χατζόπουλο η γλώσσα λειτουργεί ως μηχανισμός αποτίμησης της εμπειρίας, έτσι και στη Βλάχου ο χρόνος αποκτά υπόσταση μόνο όταν μετουσιώνεται σε ποιητική φωνή.
Αξιοπρόσεκτο είναι και το ποιητικό μετασχόλιο. Στο «Γράφοντας», η ποιήτρια ορίζει την πράξη της γραφής ως ανασκαφή: «Ψάχνεις βαθιά μέσα σου / ώσπου να συνδεθείς / και ν’ ακουμπήσεις την ψυχή σου». Η αυτοαναφορική αυτή διάσταση προσεγγίζει την ποιητική λειτουργία όπως την περιγράφει ο Roman Jakobson: η γλώσσα στραμμένη στον εαυτό της, στην ίδια τη διαδικασία της δημιουργίας.
Συγκριτικά, η Βλάχου διαλέγεται με άλλες σύγχρονες Ελληνίδες ποιήτριες. Η έμφαση στη σωματικότητα και στη μνήμη θυμίζει την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, για την οποία «το σώμα είναι η μόνη γη που καλλιεργούμε»· ωστόσο, στη Βλάχου η σωματικότητα διαπλέκεται περισσότερο με τη σιωπή και τον πόνο. Η σχέση με τον μύθο και τον εσωτερικό λυρισμό παραπέμπει στην Ιουλίτα Ηλιοπούλου, ιδιαίτερα στο έργο της Το ψηφιδωτό της νύχτας (Ύψιλον, 2018), όπου η νύχτα λειτουργεί ως συμβολικός τόπος μετάβασης και αποκάλυψης. Παράλληλα, η διαρκής συνομιλία με την απώλεια και τον χρόνο συναντά συγγένειες με την Κική Δημουλά, χωρίς όμως η Βλάχου να υιοθετεί τον ειρωνικό ή αυτοσαρκαστικό τόνο της τελευταίας· αντίθετα, προτάσσει μια γλώσσα καθαρή και εξομολογητική.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το εξώφυλλο της συλλογής, το οποίο επιλέγει μια χρωματική παλέτα σε αποχρώσεις πορτοκαλί και κίτρινου, παραπέμποντας άμεσα στους πίνακες του Mark Rothko, και πιο συγκεκριμένα στο έργο Orange and Yellow (1956). Οι θερμές αυτές αποχρώσεις, όπως και στο εικαστικό σύμπαν του Rothko, δεν λειτουργούν απλώς διακοσμητικά, αλλά δημιουργούν μια ατμόσφαιρα εσωτερικής δόνησης, φωτός και σιωπής. Το πορτοκαλί αποπνέει ενέργεια και κίνηση, το κίτρινο διαχέει φως και ελπίδα· μαζί συνθέτουν μια ποιητική υπόμνηση της μετάβασης από το σκοτάδι προς την καθαρότητα, από τον πόνο προς την αποδοχή. Ο ίδιος ο Rothko, στο The Artist’s Reality: Philosophies of Art, υπογράμμιζε ότι ο στόχος της τέχνης δεν είναι η αναπαράσταση, αλλά η δημιουργία μιας «σιωπηλής συγκίνησης» που οδηγεί τον θεατή σε υπαρξιακή περισυλλογή. Το εξώφυλλο της συλλογής, αντλώντας από αυτήν τη χρωματική γλώσσα, λειτουργεί ως προοίμιο της ποιητικής εμπειρίας, καλώντας τον αναγνώστη να αφουγκραστεί τη σιωπή πριν ακόμη αντικρίσει τον λόγο.
Τέλος, η σιωπή επανέρχεται ως καταληκτική μεταφορά, όπως στο «Σιωπητήριο», όπου «Το πληγωμένο θηρίο αναχωρεί… / Ακούγεται αμυδρά, στο βάθος, το σιωπητήριο. / Καληνύχτα…». Η σιωπή εδώ δεν δηλώνει το τέλος, αλλά την ύστατη μορφή επικοινωνίας, την αποδοχή της περατότητας.
Συνολικά, η Δυο κενών σιωπή συνιστά μια συμβολή στη σύγχρονη ελληνική ποιητική παραγωγή, όπου η Βλάχου επιχειρεί να συνδέσει την προσωπική εξομολόγηση με την καθολικότητα της ανθρώπινης εμπειρίας. Η συλλογή συνομιλεί τόσο με τη διεθνή σκέψη (Blanchot, de Botton, Bachelard, Rothko) όσο και με τη νεοελληνική ποίηση (Χατζόπουλος, Αγγελάκη-Ρουκ, Ηλιοπούλου, Δημουλά), αναδεικνύοντας μια αυθεντική φωνή που βλέπει στη σιωπή όχι το κενό, αλλά την πηγή του λόγου.

Η Θωμαΐς Βλάχου γεννήθηκε και µεγάλωσε στην Αθήνα. Είναι αριστούχος διδάκτορας της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου και σπούδασε. Ειδικεύτηκε στην παιδιατρική στην Αθήνα και µετεκπαιδεύτηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας Παίδων στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Στρασβούργου. Εργάσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας ως διευθύντρια Παιδιατρικής Κλινικής ΕΣΥ και έχει πλούσιο εκπαιδευτικό και ερευνητικό έργο. Έχει δύο παιδιά και κατοικεί στο Χαλάνδρι Αττικής. Από τις Εκδόσεις Σµίλη κυκλοφορούν οι ποιητικές συλλογές: “Αυτή η ρυτίδα είχε τ’ όνομά σου” και “Δυο κενών σιωπή”.
Βιβλιογραφία
Χατζόπουλος, Θανάσης. Ονομαστική αξία. Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2024.
Αγγελάκη-Ρουκ, Κατερίνα. Λύκοι και σύννεφα. Αθήνα: ΖΑΡΒΑΝΟΣ, 1963.
Δημουλά, Κική. Χαίρε ποτέ. Αθήνα: Εκδόσεις Στιγμή, 1998.
Ηλιοπούλου, Ιουλίτα. Το ψηφιδωτό της νύχτας. Αθήνα: Ύψιλον, 2018.
Bachelard, Gaston. La Poétique de l’espace. Paris: Presses Universitaires de France, 1957.
Blanchot, Maurice. L’Espace littéraire. Paris: Gallimard, 1955.
de Botton, Alain. Essays in Love. London: Macmillan, 1993.
Jakobson, Roman. Linguistics and Poetics. In Style in Language, επιμ. T. A. Sebeok. Cambridge, MA: MIT Press, 1960.
Lejeune, Philippe. Le pacte autobiographique. Paris: Éditions du Seuil, 1975.
Ricoeur, Paul. Temps et récit. Paris: Éditions du Seuil, 1983.
Rothko, Mark. The Artist’s Reality: Philosophies of Art. New Haven: Yale University Press, 2004.
https://simiomatario.gr/category/istories-dromena/to-simiomatrio-tis-tzinas-karvounaki
