ΑΦΙΛΙΩΤΑ
Άνοιγμα κι απλωσιά των πειρασμών η νύχτα,
στενορύμι και πέρασμα η νύχτα των διλημμάτων,
ευπρόσδεκτη να δω την απειλή, δελεασμό την αποστασία
από τ’ ανύφαντα, τα πάρωρα, τα σκηνοθετημένα χρόνια,
απ’ τις διαδρομές τις προσχηματικές τις ανεπίστροφες πορείες
καθώς η γνώση και η προνόηση στερούν τις επινοήσεις
και η ζωή ανακαλύπτεται αξόδευτη στα μυστικά της.
Μύηση και προσηλυτισμός των μυστηρίων η νύχτα,
λόγος και αποκάλυψη η νύχτα των θαυμάτων,
προσκυνητής ανυπεράσπιστος και στοχαστής εξωμότης,
την πίστη να κοινωνώ, τη δημιουργία ν’ ανιχνεύω
στ’ αθέσπιστα, στ’ αναπόδραστα, τα καθημερινά
και τη σωτηρία μου ως φόβο και πεποίθηση να ορίζω
από το θρίαμβο της γέννας ως την ολοκλήρωση του θανάτου.
Σπορά στην έρημο η αθωότητα των οραματισμών,
ανέμου θέρισμα η απόδραση στις ανανήψεις,
μνήμη ασυμμάζευτη κι απείθαρχη, ψυχή σκορπισμένη,
το παρελθόν στεγνό κι αφίλιωτο, το μέλλον δικασμένο,
πώς να προλάβω με τ’ ανθρώπινα να συμφιλιωθώ,
σε ποια συντριβή ν’ αναγεννηθώ και κενό να χωρέσω
όταν το μέτρημα της ύπαρξης αρχίζει από το τέλος.
ΗΤΑΝ ΜΙΚΡΟΣ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ
Ξεχάστηκα απροστάτευτο κι ανέμελο παιδί,
στις στράτες τ’ ουρανού, στου ήλιου τα αλώνια
κείθε του φεγγαριού, των αστεριών πιο δώθε
παίζοντας με τα όνειρα και τη ζωή μετρώντας.
Με παραφύλαγαν θεοί και μ’ αποπήραν
που πέρασα την πόρτα τους και μπήκα στις αυλές τους,
θαρρώντας πως βεβήλωνα τα όσια κι ιερά τους
κι απορημένος έφυγα πού τάχα να είχα φτάσει.
Έσκυψα κι αφουγκράστηκα της γης την καλοσύνη,
ένιωσα την ανάσα της να φτάνει απ’ τους ναούς της
κάλεσμα σε θύμησες με προσευχές και ύμνους
κι ευτύχησα στον κόρφο της και στο γλυκό της βλέμμα.
Ήταν μικρός ο ουρανός τ’ όνειρο να χωρέσει.
Στα στήθια της η γη το κράταγε ν’ αναπνέει.
Ξημέρωνε στα μάτια σου και η ζωή βιαζόταν
κι αφέθηκα στα χέρια σου μαζί σου να τη ζήσω.
ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ
Μικρόκοσμος.
Ανέστιος. Και αρραγής.
Ανοιχτή πολιτεία που στοίχειωσε
σε δυσδιάκριτα όρια
και με περίσσιες αντοχές.
Μικρόκοσμος.
Ξέπνοος. Και αλαζόνας.
Που θάρρεψε στη συνήθεια
κι ευτύχησε στην επανάληψη
μ’ αναίδεια και σπουδή.
Μικρόκοσμος.
Άσπονδος. Και έμπεδος.
Ορμή π’ αγκιστρώθηκε στα ρηχά
και συνωμότησε με ομολογία
για την κοινή ευδαιμονία.
Μικρόκοσμος.
Πολύφερτος. Και αειθαλής.
Που γιγαντώνεται διαυγής
στη γειτονιά των μύθων
και στην αυλή της αυταπάτης.
Μικρόκοσμος.
Άμοιρος. Κι αστέγαστος.
Που πρόβλεψε να δηλωθεί,
βιάστηκε να τελειώσει
και ξέχασε να ζήσει.
Μικρόκοσμος.
Ανυπότακτος. Και υψιπετής.
Στην ουτοπία πώς να μυηθεί
που ’ναι ψηλά στην κορυφή
και προς τα κάτω βλέπει;
Η ΠΑΜΦΙΛΗ
Κόκκινη ανατολή, των ονείρων
το πρώτο της Παμφίλης σκίρτημα
κι ανέμου γλυκοφύσημα οι πειρασμοί
φυγής στ’ απόκοσμα και τα ιερά.
Το βλέμμα της το λιόμορφο, αντιφέγγισμα της γης,
τα φτερωμένα χέρια της η αγκαλιά του κόσμου
κι αντήχηση γλυκόφωνη το γέλιο της το γραμμένο.
Χρώματα ανέσπερου δειλινού
οι πεθυμιές κι οι μυστικές λατρείες
και ξάφνιασμα τ’ αμάθητου μυαλού
οι αποδράσεις και οι μαγείες.
Στράτα του φεγγαριού ο ίσκιος της και τ’ ουρανού σεντέφι,
το σώπασμά της, επίγεια μουσική και γλύκασμα νυχτωδίας
κι απόκριση στο κάλεσμα στων άστρων το χοροστάσι.
Βαθιάς ψυχής απάντημα η γητειά,
το γνέψιμο νεύμα του έρωτα θεού,
σπονδή το σάστισμα σε κρυφό βωμό
και η αγαλλίαση του πόθου λειτουργία.
Πλατύ σκαλί το λόγιασμα, παράθυρο ανοιχτό οι αισθήσεις,
στέκει η ζωή αντίκρισμα, ευσέβεια το πάθος κι ευφροσύνη
και η Παμφίλη πρώτη φορά Ιέρεια στο ναό της αγάπης.
https://simiomatario.gr/category/simiomatografoi/to-simiomatario-toy-giorgoy-alexnadri
https://pixabay.com/photos/blue-pflanzenrest-isolated-skeleton-107705
