Μετάβαση
Ποτίζω τον κάκτο.
Σήκωσες τους ώμους.
Δεν ξέρω γιατί στο είπα αυτό.
Και φώναξες τ’ όνομα μου.
Στο άλλο δωμάτιο
Πέφτει εξαγνιστική μία
Στάχτη χιόνι.
Είσαι εντάξει στο καινούργιο σου σπίτι;
Μου έλεγες ολόκληρη πως
Να γίνουμε κουκίδα.
Πως συν-
Κεντρώθηκες ολόκληρος σκόνη.
Και στροβιλοζόμασταν
Ποτίζω τον κάκτο.
Με τον ίδιο αστείο τρόπο.
Τίναξες το τσιγάρο σου.
Κι άστραψε μια πόλη που καιγόταν.
Είσαι εντάξει στο καινούργιο σπίτι σου;
Αυτάρκης προβάλλεσαι στ’ αστέρια.
Κάπως το βλέμμα σου άστραφτε και μετά βυθιζόταν και στο τέλος πια κρεμόταν στο ταβάνι.
Ποτίζω τον κάκτο.
Τρεις φορές.
Πριν ξημερώσει.
Ανασήκωσες τους ώμους.
Δεν ήθελα να…
Και πέφτει φως.
Κάκτοι μνήμη ονόματα ατάκτως φωτισμένα
Σκο-τά-δι
Ήμουν στον απέναντι δρόμο.
Έπεφτε κάπως μία βροχή μεσίτρια πλαστογράφος κίβδηλη, τόσο λίγη.
Λες και τελειώνει ποτέ η σταγόνα που μας ξεχειλίζει.
Τα φώτα μίας διανυκτερεύουσας υπεραγοράς σε εντεταλμένα χρέη αστραπής.
Χαμήλωσα το βήμα μου.
Να σταθώ στο ύψος της.
Δεν είχα λίστα μαζί μου.
Γιατί δεν πιστεύω στην εμπορευματοποίηση καμιάς βιτρίνας.
Από τη μεγάλη τζαμαρία ένας πωλητής διά σκορπούσε τη ματαιότητα του κόσμου.
Έχουμε πολύ καλό φεγγάρι.
Ελάτε να σας κόψω λίγο να δοκιμάσετε κι αν θέλετε παίρνετε πιο λίγο για το δρόμο.
Κι ύστερα ένα μεγάλο τσουβάλι
Κάπως σαν τίτλος εποχής.
Χαιρέτησα τη μικρή κόκκινη αντανάκλαση μου, αυτή που μου είπαν πως υπάρχει, για να μου την πουν μετά ψέμα.
Κι ενώ ειχα φύγει κατ’ ουσίαν
Έφυγα και κατ ‘ ομοίωση
Φωτάκια μέχρι το ταμείο.
Και μαζί με την ανύπαρκτη αναλώσιμη ύπαρξη μου υπό χωρίσαμε
Υδάτινα
Αποχωρώντας.
Προορισμός.
Κι έτσι ασπόνδυλη και σπαρακτική
Σκαρφάλωνα στις σελίδες;
Τι είμαι;
(Αρμός και συρμός.
Να περνάω αφώτιστη.)
Σε ώρες μεγάλες που έπεσαν από τον εξόδιο αφρό μίας ω γλυκής μου ανάμνησης.
Μικρό τρενάκι που όλο έκανε τσαφ τσουφ
Λίγο πριν σπάσει σε μικρές μικρές καπνογόνες Κυριακές.
Δευτερεύουσες.
Σύννεφα.
Και πέσει.
Βλέπεις εδώ τη μικρή γεφυρούλα;
Μπορώ να έχω ένα σπίρτο;
Κι ένα κοριτσάκι να κοιτάει από το τζάμι;
Ναι δεν είπα παρακαλώ.
Δεν ήταν αυτή η πρόθεση μου.
Φορτώνει στις αποσκευές το αίνιγμα ενας ανεξιχνίαστος σταθμός.
Ως πρόθεση ή πρόσθεση η προσθήκη.
Της τελευταίας στιγμής.
Αφαιρώ.
Και κλείνω τη φλόγα.
Ναι δεν ήταν με επιστροφή.
Δεν ήταν αυτός ο ορισμός μου.
Μέτρα μέχρι το σκοτάδι και το τούνελ θα περάσει.
Ή δεν θα είναι.
Στάση.
Όπως κι αν γυρίσεις τις λέξεις
αυτές θα φεύγουν προς την παραμεθόριο.
Ναι δεν είπα φεύγω.
Δεν ήταν αυτή η υπεκφυγή μου
Τι γίνεται εκείνο το μικρό κορίτσι να κοιτάει από το τζάμι;
Αργεί;
Σπιρτόκουτα.
Στην επόμενη στάση κατεβαίνουν.
(Αχθοφόρα.
Καίνε.
Καίω.
Κλαίς;)
Κι έτσι ασύνδετη κι εκτός τροχιάς
Ψάχνω μια πρωτεύουσα ως ψέμα.
Πού είμαι;
https://simiomatario.gr/category/simiomatografoi/simiomatario-sotiropoulou
https://pixabay.com/vectors/girl-clouds-stars-art-calm-anime-8435340
