ΕΥΘΑΛΙΑ
Αρχίζω να μετράω τις μέρες. Ένας μήνας μένει κι ο Χαράλαμπός μου θα γυρίσει από το Παρίσι. Ας είναι και για λίγες μόνο μέρες. Μού έχει λείψει πάρα πολύ το αγόρι μου. Όταν είχε φύγει κι έβλεπα άδειο το κρεβάτι του τον πρώτο καιρό, δεν μού κόλλαγε ύπνος τις νύχτες. Και τι δεν περνούσε από το νου μου, στις ώρες της αγρύπνιας μου. Σα να έβλεπα τη ζωή μου σε σινεμά. Ο Χαράλαμπος ήταν ένα ζωηρό κι έξυπνο αγόρι. Η μέρα που γεννήθηκε, ένιωθα πως ήταν η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου. Σαν να μάς είχαν στείλει οι ουρανοί, ο Θεός δηλαδή, στον Φανούρη και σε μένα, ένα υπέροχο δώρο!
-Κοίτα Φανούρη, τού έλεγα. Ο γιος μας πήρε τα δικά σου μάτια! Μεγάλα, με αυτό το υπέροχο μελί χρώμα!
Είχαν περάσει δέκα τέσσερις μήνες από τότε, ήταν Κυριακή κι είχαμε βγάλει το αγοράκι μας βόλτα στην Πλατεία Ηρώων. Ο Φανούρης καθυστέρησε πιο πίσω και κάθισε σε ένα παγκάκι ν’ ανάψει το τσιγάρο του. Κοντοσταθήκαμε, για να τον περιμένουμε. Και τότε, ο μικρός Χαράλαμπος, τράβηξε το χεράκι του από το δικό μου, περπάτησε με αβέβαια βηματάκια, σαν κουρδιστός και χώθηκε στην αγκαλιά του πατέρα του! Γέλια, χαρές, αγκαλιές κι εγώ, ακόμα και σήμερα, όταν περνάω από την πλατεία, θυμάμαι τα πρώτα βήματα του πρώτου μας παιδιού.
Τρία χρόνια αργότερα, γίναμε τέσσερις, με τον ερχομό της κόρης μας της Χρυσούλας. Όμορφη, στρουμπουλή, σκανδαλιάρα. Η Χρυσούλα ήταν κι είναι ως τώρα, η χαρά της ζωής. Ήταν ωραία εκείνα τα χρόνια, ήρεμα. Γνωριζόμασταν όλοι στη γειτονιά. Τα παιδιά έβγαιναν στο δρόμο κι έπαιζαν με τα γειτονόπουλα. Λίγο παρακάτω, έμεναν η μάνα κι ο πατέρας μου. Σα να ήταν η γειτονιά μας όλη, μια προέκταση της αυλής μας. Τα καλοκαιρινά βράδια, θυμάμαι, ο πατέρας μου μάθαινε στα παιδιά να παίζουν τάβλι κάτω από την μεγάλη κληματαριά.
Έφτασα στην εκκλησία των Αγίων Αναργύρων και μπαίνω να ανάψω ένα κεράκι στη χάρη τους. Να παρακαλέσω για τον Χαράλαμπο, να είναι καλά, να τον προστατεύουν οι Άγιοι στο ταξίδι του και να γυρίσει κοντά μας με το καλό, να γιορτάσουμε τις άγιες μέρες του Πάσχα.
Πριν λίγα χρόνια, ερχόμουν κάθε μέρα και προσευχόμουν για τον άντρα μου, τον Φανούρη μου. Όλο αδυνάτιζε και τον συντάραζε ένας δυνατός βήχας, που δεν τον άφηνε να πάρει ανάσα. Τον άκουγα τις νύχτες δίπλα μου να πνίγεται στον βήχα και πονούσε η καρδιά μου. Την φορά εκείνη, οι Άγιοι δεν μού έκαναν τη χάρη. Ο Φανούρης μου πέταξε κοντά τους, ενώ τον έσφιγγα στην αγκαλιά μου.
Ήταν όμορφος ο Φανούρης μου όταν γνωριστήκαμε. Έκανε βόλτες έξω από το σπίτι μου κι ομόρφαινε ο δρόμος. Κάποιον Ιούλιο, βρεθήκαμε σε ένα πούλμαν, να πηγαίνουμε μαζί με πολλούς άλλους στο Καβούρι, σε μιαν εκδρομή οργανωμένη από την ενορία μας. Ήταν για τους δυο μας, η αρχή της κοινής μας ιστορίας.
Παντρευτήκαμε δέκα μήνες μετά, στο Ναό Γεννήσεως του Χριστού, στη γειτονιά μας στου Ψυρρή. Ο Φανούρης έφτιαχνε παπλώματα μαζί με τον πατέρα του. Γέμιζε και μαξιλάρια και στρώματα. Τα βράδια, μάς άρεσε να ονειρευόμαστε αγκαλιασμένοι, ένα μεγάλο ταξίδι. Πάντα το ίδιο. Να πάμε στην Αμερική! Είχαμε δει μια φορά σε ένα θερινό κινηματογράφο μια ταινία όπου δυο φίλοι γύριζαν πολλά μέρη της Αμερικής, πάνω σε μια μοτοσυκλέτα. Για μας ήταν όλα καινούργια, υπέροχα, μαγικά! Από τότε, ο Φανούρης μού έλεγε συχνά.
-Ευθαλία, στο υπόσχομαι. Του χρόνου θα σε πάω στην Αμερική. Δεν προλάβαμε.
Άγιοι Ανάργυροι, κάντε να γυρίσει ο Χαράλαμπός μου καλά από το Παρίσι! Τα φοβάμαι λίγο αυτά τα μακρινά ταξίδια.
https://simiomatario.gr/category/simiomatografoi/simeiomatario-tis-manias-fertaki
