Νέος χρόνος αθανασία ψυχής η αγάπη…
ΝΕΟΣ ΧΡΟΝΟΣ – ΠΟΘΟΙ ΙΔΑΝΙΚΑ
{Ακροστιχίδα}
{ νέος χρόνος αθανασία ψυχής η αγάπη }
Νέος χρόνος ήρθε με του Γενάρη το πρώτο λιόφωτο πρωινό.
Έλα αγαπημένη, μαζί να χαρούμε της νέας χρονιάς τον ερχομό.
Όνειρο μαγεμένο να μείνει η αγάπη μας, κρυφό και γιορτινό,
Στο διάβα του χρόνου, τραγούδι να το ακούμε αγγελικό.
*
Χορό να στήσει η πλάση για το αγκάλιασμα το γλυκό,
Ρυάκι να γίνει ο πόθος μας, μελιστάλαχτο και δροσερό.
Όταν όλοι μιλούν γι’ αγάπη, να πούμε και μεις το σ’ αγαπώ,
Να κελαηδήσουν γλυκόλαλα αηδόνια χωρίς σταματημό.
Όπως οι χορδές της λύρας γλυκαίνουν το βαθύσκιωτο καημό,
Στην καρδιά μας να νιώσουμε της ευτυχίας το γλυκασμό.
*
Άστρα χρυσοπόρφυρα σου κέντησαν την ομορφιά,
Θαρρώ πως και το φεγγάρι κρατούσες απόψε αγκαλιά,
‘Αγγελος Παραδείσου έμοιαζες στης νύχτας την ξαστεριά,
Νύμφη χαριτόμορφη φάνταζες και νεράιδα ξωτικιά.
Αγάπη μιλούσες ψιθυριστά, γι’ αγάπη σφύριζε και η σιγαλιά,
Στα ολόξανθά σου τα πυκνά και αραχνοΰφαντα μαλλιά.
Ικέτης της μνήμης γίνομαι εγώ κι εσύ αφέντρα στη λησμονιά,
Αστείρευτη πηγή χαράς, έκστασης και ζωής ανασαιμιά.
*
Ψηλαφίσαμε στο λαμπρό γιορτάσι το δικό μας μερτικό,
Υπερήφανες οι προσμονές και τ’ αντάμωμα γήτεμα μαγικό ‚
Χρώματα τα γλυκόλογα και χάρες το βλέμμα το φωτεινό,
Ήρεμο το στάλαγμα του πάθους και το σκίρτημα απανωτό,
Σμίγουν ιδανικά και πόθοι, στο κοινό της πεθυμιάς μας ριζικό.
*
Η μέρα είναι κάλεσμα ζωής και η νύχτα γνωριμία με το Θεό.
*
Ας ήταν για σένα να είχα ακόμη μια πλατύφυλλη καρδιά,
Γαρύφαλλο ανοιχτό, ρόδο κόκκινο στην πρωινή δροσιά,
Ανθόσπαρτη να σου χαρίσω την ευτυχία μ’ απλοχεριά.
Περιμένω μικροκόρη ομορφονιά, με μία και μόνη σου ματιά
Ηλίου ακτίνες να πορφυρώσουν τις μέρες μας στη νέα χρονιά.
ΑΥΓΗ ΝΑ ΜΗ ΧΑΡΑΞΕΙ
Ας έγερνε να ξεχαστεί
στην αγκαλιά σου η νύχτα
και το φεγγάρι σαν παιδί,
στο στήθος σου να κοιμηθεί,
αυγή να μη χαράξει.
Ας ήταν και να γλίστραγες
σκιά στο παραθύρι.
Νεύμα ψυχής μες στη σιωπή
και ψίθυρος καρδιάς π’ αδημονεί,
πρωί μην ξημερώσει.
Ρίξε τ’ αστέρια στην ποδιά
και τα μαλλιά στους ώμους.
Κράτα τ’ ανέμου την πνοή
στη σφαλιστή την πόρτα,
η ανατολή ν’ αργήσει.
Να γείρεις στα χείλη μου φιλί
και χάδι στο κορμί μου.
Να γίνει η νύχτα αγκαλιά
κι εσύ αναπνοή μου,
ήλιος να μη φωτίσει.
Καρτέρεψα στα μάτια σου
του λογισμού σημάδια.
Της νύχτας και του έρωτα
αντίφωνο και φέγγος,
η μέρα να γοργέψει.
Και ξόδιασα τις σκέψεις μου
στην άκρη του ονείρου.
Με ζέστανες με γλύκανες
Μάνα, γυναίκα κι αδερφή,
ζωή να σ’ ανασαίνω.
ΑΒΑΤΟ
Στη γωνιά που εναπόθετε
μ’ ευλάβεια και κατάνυξη
την ομορφιά της μοναξιάς της
και τολμούσε να πλάθει όνειρα
μ’ ανθρώπινη διάσταση,
στη γωνιά που αναπολούσε
με δέος και τρυφερότητα
τα πρώτα της σκιρτήματα
και χάριζε του κορμιού της
τη ζέστη και τη μυρωδιά.
Εκεί που πρωτοδείλιασε
ψηλαφώντας της ψυχής την ευγένεια
και θάρρεψε στ’ ατίθασο του νου,
εκεί που αποζήτησε
να πάει πιο πέρα τον εαυτό της
ισορροπώντας στους μύχιους πόθους
και στου καιρού τις μνήμες,
σ’ αυτή τη γωνιά
οχύρωσε το προσωπικό της άβατο
και το περιτείχισε
με σελίδες, χρώματα και μουσική.
Σ’ αυτή τη γωνιά
μονοδρόμησε τη ζωή στη μοναξιά,
να βγει ακόμη πιο ψηλά.
Φως στο άβατο και σκιά,
άσυλο και ιερό
βαθιά πιο ανθρώπινο
κάτι περισσότερο από το θείο.
Στο άβατο αυτό της γωνιάς,
καταφυγή και ανάνηψη της ψυχής,
καστροπολεμίτισσα νύχτα,
μάγισσα νύχτα,
μ’ άσωτα τ’ Αυγερινού
τα χείλη και τα χέρια
στάλαξε στα λαχανιασμένα στήθια
σταγόνες ζωής, ίδιες δυο κόκκινα μάτια
κι άνοιξε μικρό παραθύρι
ίσα για να τρυπώσει η ανατολή,
τίποτα να μην πυρπολήσει,
τίποτα να μην κατακτήσει
παρά μόνο να παραδοθεί
φως, έρωτας και ζωή.
ΖΩ
Ζω, γιατί είδα στα μάτια σου μικρό θεό
να σταλάζει φως, ανασαιμιές και αίμα,
γιατί ένιωσα την ψυχή μου να φεύγει τ’ ουρανού
ύστερα στην απόγνωση να σβήνει και τον τρόμο,
γιατί γεννήθηκα τη χαραυγή και χάθηκα στο γέρμα.
Ζω γιατί γαντζώθηκα στις πεθυμιές της νύχτας,
τις κορφολόγησα ανατολές και της ημέρας χάρες
γιατί κρεμάστηκα από μια πλεξούδα ασημένιο φως
κι αιωρήθηκα πάνω από στράτες και φωτιές,
απ’ της αβύσσου το άνοιγμα και πίσω από σκιές.
Ζω γιατί υπέκυψα σε εύκολες παραιτήσεις,
ξέφυγα από συμβιβασμούς, σύρθηκα σε αρνήσεις
κι αφέθηκα φιλόδοξα στη ματαιότητα της ελπίδας,
γιατί μπορώ να σκύβω της ζωής και του θανάτου
χωρίς μοιρασιά και λύτρωση στης μοναξιάς το άλγος.
Ζω γιατί ακροπάτησα της γης με δέος,
το λογισμό μου στένεψα και ήπια την πνοή μου,
γιατί θάρρεψα κι αγαλλίασα σ’ απόλυτες εξαρτήσεις,
με αναζήτησα σε συμφωνίες και αμφισβητήσεις
και με ανακάλυψα σε αναστολές και σε ταυτίσεις.
Ζω γιατί μπόρεσα να κλάψω και ν’ απογοητευτώ,
γιατί γέλασα κι αφέθηκα να σε εμπιστευτώ
κι όταν άπλωσα τα χέρια μου απ’ τ’ όνειρο να πιαστώ
γυρεύοντας πληρότητα και προσδοκίας λευτεριά,
πιο πέρα από τα χέρια σου να φτάσω δεν υπήρχε.
https://simiomatario.gr/category/simiomatografoi/to-simiomatario-toy-giorgoy-alexnadri
