You are currently viewing Fouilles 2:Μακριά από τους δαίμονες

Fouilles 2:Μακριά από τους δαίμονες

Της αρέσει κι η ώρα του μεσημεριανού φαγητού, όταν όλοι μαζεύονται γύρω από το
μεγάλο μακρόστενο τραπέζι. Ανταλλάσσουν τα νέα της ανασκαφής, μερικές φορές κάνουν
αστεία ή διασκεδάζουν με τα δυο παιδάκια που ζουν το πρώτο ελληνικό τους καλοκαίρι
κοντά στους αρχαιολόγους γονείς τους.
Στο σπίτι των ανασκαφών, ανάμεσα στους Γάλλους, η Τάνια νιώθει να πνέει ένας άνεμος
ανεμελιάς, ελευθερίας. Ένας άνεμος που την κάνει να ξεχνάει την βαριά σκιά των
συνταγματαρχών που βαραίνει πάνω από τον τόπο. Οι συνάδελφοί της ζουν ανέμελα.
Χαίρονται που δουλεύουν στην ανασκαφή στην Κρήτη και που καλούνται να εφαρμόσουν
όσα ήξεραν θεωρητικά από τις μελέτες τους.
-Υπάρχουν δύο κατηγορίες αρχαιολόγων, έλεγε κάποιο βράδυ ο διευθυντής τους. Οι
αρχαιολόγοι της πολυθρόνας κι οι άλλοι του πεδίου. Εμείς εδώ αυτό το καλοκαίρι,
ανήκουμε στους αρχαιολόγους του πεδίου.
Η Τάνια ρουφάει αχόρταγα όσα ακούει. Αυτή και η Μυρτώ, η σχεδιάστρια, είναι οι μόνες
Ελληνίδες μέσα στην ομάδα. Οι Γάλλοι ενδιαφέρονται για την Ελλάδα, κάνουν συχνά
ερωτήσεις για το καθεστώς.
Ένα μεσημέρι, καθώς έτρωγαν, η ερώτηση ήρθε συγκεκριμένη.
-Τι νομίζεις, Τάνια, για την δικτατορία των συνταγματαρχών; Ποιες είναι οι επιπτώσεις στην
καθημερινή ζωή των πολιτών; Η Τάνια κι η Μυρτώ αλληλοκοιτάχτηκαν. Αυτός ο
ανυπόφορος φόβος! Σε παραλύει, σε φιμώνει. Ακολούθησε μια αμήχανη σιωπή.
Τι να σκεφτόταν η Μυρτώ; Η γελαστή, καλόκαρδη Μυρτώ; Ποιαν όχθη είχε διαλέξει για να
κάθεται και να βλέπει το σκοτεινό, απειλητικό ποτάμι να καταπίνει χρόνια και ανθρώπους;
Η Claire, ακόμα μια φορά, ήρθε σαν από μηχανής θεός.
-Είμαστε πια στο φρούτο .Δεν προλαβαίνουμε ν ’ανοίξουμε μεγάλη συζήτηση. Ας
απολαύσουμε το καρπούζι μας πριν ξαναπιάσετε δουλειά. Θα έχουμε περισσότερο χρόνο
κάποιαν άλλη στιγμή.
Το βλέμμα της Τάνιας ήταν γεμάτο ευγνωμοσύνη.
Δύο βράδια αργότερα, η Μυρτώ ήρθε να καθίσει στην άμμο, πλάι στην Τάνια που
αγνάντευε την θάλασσα.
-Θέλεις παρέα, Τάνια;
–Και βέβαια! Έλα Μυρτώ.
Η ακρογιαλιά, η θάλασσα, ήταν όλες δικές τους. Η περιοχή ήταν ανακηρυγμένη
αρχαιολογικός χώρος και δεν υπήρχε πρόσβαση για άλλους, εκτός από την ομάδα της
ανασκαφής.

-Ξέρεις Μυρτώ, μού αρέσει που έχουμε βαφτίσει ομόφωνα με τους Γάλλους την θάλασσα
αυτή mare nostrum! Εμείς είμαστε ολιγαρκείς. Δεν έχουμε την απληστία των Ρωμαίων. Μας
φτάνει αυτή η ήσυχη μικρή παραλία.
Η Μυρτώ άρχισε πρώτη.
-Τάνια, δεν ξέρω πώς νιώθεις εδώ στην Κρήτη. Εγώ αισθάνομαι σα να έχω δραπετεύσει από
κελί. Σα να έχω πάει σε άλλη χώρα. Δεν φοβάμαι, δεν φυλάγομαι και προσπαθώ να ξεχάσω.
-Κι εγώ κάπως έτσι νιώθω, Μυρτώ. Αλλά τι προσπαθείς να ξεχάσεις; Μίλα μου ελεύθερα.
Κι εκεί, απέναντι από το Κρητικό πέλαγος, τα δυο κορίτσια άνοιξαν τις καρδιές τους,
έσπασαν τη σιωπή τους κι είπαν τα μυστικά και τους καημούς τους.
-Ο αδερφός μου είναι εξορία. Είναι πολύ νέος, φοιτητής, είπε η Μυρτώ. Η φωνή της έσταζε
φαρμάκι. Δεν ξέρω τι περνάει, Τάνια. Τι τού κάνουν. Καταλαβαίνεις;
Η Τάνια τής έσφιξε το χέρι.
-Λυπάμαι, Μυρτώ. Κουράγιο. Καταλαβαίνω. Να είσαι περήφανη.
Μόνο ένα τρεχαντήρι ακουγόταν μακριά. Έφευγε για το βραδινό ψάρεμα. Η Τάνια συνέχισε
χαμηλόφωνα.
Κι εγώ ανησυχώ για τον Μάνο. Τελειώνει φέτος την ιατρική. Τον αγαπώ. Πάνε τρία χρόνια
που είμαστε μαζί. Ο Μάνος παθιάζεται, φωνάζει, δεν κρύβεται. Καταλαβαίνεις, Μυρτώ. Τον
έχω έννοια. Ανησυχώ.
Σιωπή. Ένα άλλο τρεχαντήρι ξανοιγόταν στο πέλαγος. Κάποιοι γελούσαν δυνατά και το
γέλιο τους μπερδευόταν με το τικ τακ της μηχανής. Σαν ένα κοντσέρτο αφιερωμένο στο
μυστήριο της νύχτας και στην μοναξιά.
-Άντε, πάμε να βρούμε τους άλλους, Μυρτώ, Σηκώθηκε πρώτη η Τάνια. Θα μάς γυρεύουν.
Εκείνη τη νύχτα, η Τάνια και η Μυρτώ ένιωσαν να γίνονται φίλες , ορκισμένες στην άκρα
σιγαλιά και στην συμβασιλεία των άστρων. Είχαν έτσι αυθόρμητα ανταλλάξει τα
διαπιστευτήριά τους.
Μπήκαν στα δωμάτιά τους ήρεμες, ξαλαφρωμένες. Η Μυρτώ αποκοιμήθηκε με τη
φωτογραφία του αδερφού της στα χέρια. Η Τάνια συνέχισε για λίγο να γράφει στο
σημειωματάριό της
-Il peigne la girafe. Τεμπελιάζει, δεν κάνει τίποτα. Argot.


https://simiomatario.gr/category/simiomatografoi/simeiomatario-tis-manias-fertaki

Μην χάνετε καμία ενημέρωση, εγγραφείτε στα ενημερωτικά μας email!

ΜΑΝΙΑ ΦΕΡΤΑΚΗ

Γεννήθηκα στην Αθήνα. Πήρα το πτυχίο Αρχαιολογίας και Ιστορίας στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Στα χρόνια της νιότης μου, έζησα για ένα διάστημα στο Παρίσι. Από τα φοιτητικά μου χρόνια, γράφω ποιήματα και διηγήματα. Είχα την λογοτεχνική επιμέλεια σε τρεις τόμους, Αντόν Τσέχοφ, Νουβέλες και διηγήματα, σε μετάφραση Γιάννη Στυλιάτη, στις εκδόσεις Κέδρος. Τα Χριστούγεννα στου Ψυρρή, είναι το πρώτο από μια σειρά διηγημάτων, όπου μέσα από την ζωή των μελών μιας οικογένειας, περιγράφονται οι αλλαγές τόπου και ανθρώπων, μέσα στις τελευταίες δεκαετίες.

Αφήστε ένα σχόλιο