Δεν θα έρθεις πια
Μου το `πες.
Τζάμπα περιμένουν ανυπόμονα οι αιώνες
να σου ευχηθούν καλό κατευόδιο.
Πώς να `ρθεις!
Οι δρόμοι χάθηκαν
οι χάρτες χάθηκαν
πώς να `ρθεις;
Πετάξανε τα κλειδιά στα σύνορα
κλείσαν τις πόρτες.
Τώρα κι αν έρθεις
πώς να σε βρω,
έτσι που μίκρυνες σε μια κουκίδα του άπληστου κόσμου
χωμένη στα χαμηλά μου βλέφαρα.
Όχι δεν θα `ρθεις
κι αν σε όλα μου τα αυτόχειρα λόγια
είσαι παρούσα
δεν θα `ρθεις.
Μια ανυπόμονη τέφρα
στο καλοσιδερωμένο μου πουκάμισο
θα μου θυμίζει ότι κάηκες
πέρα στους άδειους τόπους από χαμόγελα.
Θα μου θυμίζει πως υψώθηκες γυμνή
μέσα στους κόκκινους σπόρους από σιωπές,
κι όταν θα καταπίνω τη στυφή στάχτη
η τελευταία μου μπουκιά θα μου θυμίζει
πως έμενα τόσα χρόνια νηστικός
πως έθρεψα ένα καχεκτικό μυαλό
και πότισα μια λεπρή ψυχή
με το μεγαλύτερο ψεύδος∙ τάχα, της ύπαρξής σου.
Δεν θα έρθεις,
το ξέρω από καταβολής του κόσμου
κι ας έμπηγα τριάντα δύο εκατομμύρια ώρες,
ένα δισεκατομμύριο εννιακόσια είκοσι εκατομμύρια
λεπτά καρφιά στα δάχτυλα του χρόνου
Ας καταδίκασα ένα τρις/μύριο 152 δις/μύρια
ανεμόφιλης γύρης για να σε πλανέψω
Δεν θα έρθεις!
Μίκρυναν πολύ τα αυτιά μου για να σ` ακούσω
τα μάτια μου για να σε δω
δεν υπάρχει πια γλώσσα για να κυλήσεις πάνω της
χείλια να σ` αγαπήσουν.
Γιατί να `ρθεις;
Δεν χωράνε τα δυνατά σου γράμματα στον νου μου
Μείνε εκεί !
Στη γύμνια της Άμπωτης
και την επικράτεια της Λήθης
Μαντόνα μιας Ηθογραφίας
χωρίς Θρόνο πια
και Εντεταλμένους
ευθυτενής στο Ικρίωμά σου
να χάνεις το τελευταίο σου Αξίωμα
ως την εσχάτη των πεινών για το βαρύ σου αδίκημα
να έρχεσαι…
Πηγή φωτογραφίας: https://commons.wikimedia.org/wiki/Main_Page
