Παλαμάρα Δοξούλα
  • Post author:
  • Reading time:6 ' Ανάγν.

Παλαμάρα Δοξούλα: “Νόμιζα ότι είσαι γατούλα”

Διήγημα για τον Λογοτεχνικό Μαραθώνιο: “Το τείχος της ευτυχίας”

“Εγώ νόμιζα ότι είσαι γατούλα, αλλά εσύ βγήκες λιονταρίνα”, είπε ο άντρας απογοητευμένος. Η νέα
γυναίκα τακτοποίησε τα ρούχα της, τα μαλλιά της, τον φίλησε στο ένα μάγουλο, τον καληνύχτισε και δεν
τον ξαναείδε.
“Γατούλα…” σκέφτηκε. Δεν είχε τίποτα με τις γάτες. Απλώς, πίστευε ότι ήταν λιονταρίνα.
Επειδή ο προσδιορισμός λιονταρίνα ήταν ασαφής, της πήρε καμιά δεκαριά χρόνια να τον αποσαφηνίσει
και στη συνέχεια να βεβαιωθεί ότι όντως είναι λιονταρίνα και ότι της αρέσουν οι άντρες που τους
αρέσουν οι λιονταρίνες.
Όταν συνάντησε τον λιόνταρό της το κατάλαβε αμέσως. Ανάμεσα σε τσαλίμια, κοψίματα της ουράς και
της μέσης, του υπενθύμισε με χαμηλούς βρυχηθμούς.
“Ωραία η χαίτη σου! Ό,τι πρέπει για να εκφοβίζεις τους εχθρούς. Όμως εγώ δεν χρειάζομαι χαίτη γιατί
υπερθερμαίνεται και με δυσκολεύει στο κυνήγι”, και συνέχισε.
“Εγώ είμαι κυνηγός. Στην αγέλη μου είμαστε αδελφές, μάννες, γιαγιάδες και τα μικρά. Εγώ είμαι η
αρχηγός της αγέλης.” Αυτός δεν ενοχλήθηκε. Στη σαβάνα αυτοί οι διαχωρισμοί είναι φυσικοί.
Μια μέρα εκεί που έπιναν τον καφέ τους, ο λιόνταρος είπε ότι είχε δει μια μεγάλη λακκούβα, λίμνη
σχεδόν, που είχε καθαρό νερό όλες τις εποχές του χρόνου κι όπου όλα τα ζώα έπιναν νερό, ήρεμα κι
ωραία, χωρίς κανένα κίνδυνο και η λιονταρίνα του είπε ότι δεν υπάρχουν τέτοιες λακκούβες, παντού
παραμονεύουν κροκόδειλοι, και τα μάτια τους – ίσα που φαίνονται στην επιφάνεια του νερού – είναι
μάτια φτιαγμένα για καρτέρι.
Μια άλλη μέρα μίλαγαν για έναν τόπο όλο αφθονία, που είχαν δει και οι δύο και τους άρεσε πολύ και
ύστερα χόρεψαν μαζί, αδέξια κι άτσαλα κι ένοιωσαν μεγάλη ευφορία. Κι ύστερα κάτι ασήμαντο έγινε και
αυτή άρχισε να γελάει. Πως γέλαγε! Τρανταζόταν, κοκκίνισε ο λαιμός της και τα μάγουλά της. Αυτός την
κοίταγε στην αρχή με απορία. “Τι παρτσακλό είναι αυτό; Κοροϊδεύει;” σκεφτόταν. Ύστερα αναρωτήθηκε
γεμάτος δέος.
“Από που βγαίνει αυτό το γέλιο; Από την κοιλιά της; Από το κεφάλι της; Από τη γη; Τα θηλυκά είναι
χθόνιες θεότητες.”
Μια Κυριακή απόγευμα στεκόταν πλάι στο παράθυρο και κοίταζε τον ήλιο που βασίλευε πάνω στα
τζάμια και πέρα στον Σαρωνικό κι έτσι καθώς είχε γυρισμένη την πλάτη, τον άκουσε να υποτονθορύζει
έναν μειλίχιο σκοπό μμμμ και κρυστάλλινες καμπανούλες ήχησαν στη κοιλιά της. Γύρισε ήρεμα, τον
κοίταξε κατάματα και του είπε “Σ’ αγαπώ” και λίγο χαμογέλασε.
Αυτός συνοφρυώθηκε, ταράχτηκε, έκανε μερικά βήματα πάνω-κάτω και είπε.
“Εγώ δεν είμαι σίγουρος αν σ’ αγαπάω…”
Θυμήθηκε, χρόνια πριν, καθισμένη σε ένα βαθύ, βελούδινο καναπέ, μιλούσε με ένα μικρό αγόρι. Το παιδί
γονατισμένο μπροστά της, στο πάτωμα, την κοίταζε κατάματα με ένταση, με επιμονή, με περιέργεια.
Γοητευμένη από το βλέμμα του μικρού παιδιού, το ρώτησε.
“Γιατί με κοιτάς έτσι; τι βλέπεις;”
“Βλέπω τον Άγγελο μέσα στα μάτια σου!” είπε το αγόρι. Το όνομά του ήταν Άγγελος.
Πήγε να φτιάξει καφέ. Την ώρα που τον ανακάτευε, ένα φιδάκι ξετυλίχθηκε μέσα στο μυαλό της.
“Αυτός αμφιβάλλει και σου το είπε, εσύ είσαι σίγουρη;” Το φιδάκι άστραψε με κίτρινα μάτια. “Αν
αμφιβάλεις έστω και ελάχιστα, γιατί το είπες; Μήπως για να εκμαιεύσεις μία καταφατική απάντηση, και
ύστερα, μόνο ύστερα να αφήσεις ελεύθερο τον εαυτό σου να τον αγαπήσεις κι εσύ; Φοβητσιάρα,
ψεύτρα.” Ο καφές είχε βράσει, το καϊμάκι χυνόταν έξω από το μπρίκι.
Ξαφνικά, το πρόσωπό της φωτίστηκε.
“Χα!” φώναξε στο φίδι. “Καθόλου φοβητσιάρα, καθόλου ψεύτρα. Άκουγα καμπανούλες στην κοιλιά
μου, κρυστάλλινες καμπανούλες!” Και το κακότροπο φίδι οπισθοχώρησε, καταχωνιάστηκε σε μια βαθιά
κρυψώνα στο μυαλό της.
Βγήκε από την κουζίνα και του είπε:
“Έλα να πιούμε καφέ.”
Την επόμενη ημέρα πήγαν σινεμά. Θερινό, ταράτσα, βουκαμβίλιες, γεράνια και νυχτολούλουδα. “Η
Γυναίκα της διπλανής πόρτας” Τρυφώ με πάθη και συγκρούσεις, η καρέκλα του σταθερά μακρυά από τη
δική της, η γυναίκα κατάλαβε.
“Καληνύχτα.”
“Καληνύχτα.”

Χώρισαν χωρίς εξηγήσεις.
Δύο βδομάδες αργότερα, η γυναίκα πήρε την απάντηση στο τεστ. “Θετικό”. Ήταν έγκυος. Κανόνισε να
πάει με την αδελφή της να κάνει άμβλωση. Δεν είχε κανέναν ενδοιασμό, είχε διαβάσει άρθρα, είχε δει
φωτογραφίες και βίντεο. Ήξερε το μέγεθος και το σχήμα του εμβρύου ανά εβδομάδα. Πρώτη εβδομάδα
κύησης το μέγεθος του εμβρύου είναι σαν σπόρος παπαρούνας, την έκτη εβδομάδα σαν σπόρος ροδιού.
Οι παρομοιώσεις με διάφορα φρούτα, βατόμουρο, κεράσι κλπ της φαίνονταν εντελώς κακόγουστες.
Πήγε σε ιδιωτική κλινική, ο γιατρός της εξήγησε την διαδικασία με επιστημονικούς όρους. Ήταν στην
όγδοη εβδομάδα. “Η αναφορά στο έμβρυο σαν ‘παιδί’ είναι εντελώς αντιεπιστημονική”, σκεπτόταν.
“Μέχρι την έξοδο από τη μήτρα, είναι ένα οργανικό σύμπτωμα που η ύπαρξή του εξαρτάται απόλυτα από
την ύπαρξη της φέρουσας.”
Είχε τα γενέθλιά της την επόμενη εβδομάδα. Γινόταν είκοσι οκτώ χρονών. Ήθελε ένα παιδί. Ένα παιδί
μαζί του. “Κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να με αγαπάει”, σκέφτηκε και με αυτή τη σκέψη, μπήκε στο
χειρουργείο. Όλα γύρω της απαστράπτοντα. Όταν ξύπνησε πόναγαν τα αυτιά της.
“Όταν σε έβγαλαν από το χειρουργείο, έκλαιγες συνεχώς, δεν είχες συνέλθει ακόμα από την νάρκωση και
μου είπε ο γιατρός να σου τραβάω τα αυτιά δυνατά, γιατί φοβόταν μήπως κάνεις αναρρόφηση και
πνιγείς”, της είπε η αδελφή της.
Ο χρόνος κάνει κύκλους, όπως σε μια Ηπειρώτικη στριφτόπιτα, ψημένη στον ξυλόφουρνο, το
χειροποίητο φύλλο στρίβει και ξαναστρίβει και ματαξαναστρίβει και δεν βλέπεις που η αρχή και που το
τέλος. Έτσι και ο χρόνος μέσα στο μικρό ταψάκι της ζωής του καθενός.
Και σε μια στροφή του χρόνου ξανασυναντήθηκαν. Φοβόντουσαν -και οι δύο- μήπως μια λάθος κίνηση,
μια άκαιρη κουβέντα τους πετάξει έξω, στη μεγάλη χοάνη του χρόνου και χαθούνε.
Αυτός αποφασισμένος την πλησίασε.
“Σ ́ αγαπάω”, της είπε. “Θέλω να είμαι μαζί σου”.
Αυτή του θύμισε ότι ήταν μια λιονταρίνα.
“Κουμαντάρω τη ζωή μου”, του είπε γλυκά. “Αντέχω, μπορώ και μόνη μου. Θέλω να είμαι μαζί σου
επειδή όταν είμαστε μαζί ακούω πιο πολλούς ήχους, πιάνω πιο πολλές συχνότητες” και ρουθούνισε.
“Όταν είμαστε μαζί, ονειρεύομαι. Ονειρεύομαι ότι είμαι γυναίκα!”
Ίσα-ίσα που ακούστηκε. Αυτός εξακοντίστηκε από τον άνυδρο λειμώνα όπου στεκόταν, στα ουράνια.
Ύστερα την δαγκωφίλησε στο σβέρκο κι έφυγαν στη σαβάνα.
Έκτοτε ζουν μαζί. Τριγυρνούν ώρες στις λόχμες, συνήθως όμως μένουν στην πόλη.



Λίγα λόγια την την Παλαμάρα Δοξούλα:

H Δοξούλα Παλαμάρα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1946, από πατέρα Αθηναίο και μητέρα Πόντια. Σπούδασε αγγλική φιλολογία στο Λονδίνο. Εργάστηκε στον ΟΤΕ, παραιτήθηκε και μετακόμισε στην Καλαμάτα με την οικογένειά της. Διδάσκει αγγλικά και ταξιδεύει μόνη, αλλά και με μαθητές της.

Λίγα λόγια από το ΣημειΩματάριο:

Ο Λογοτεχνικός Μαραθώνιος διοργανώθηκε από το περιοδικό ΣημειΩματάριο με γνώμονα τη διάδοση της λογοτεχνίας και την επίτευξη αλληλεπίδρασης μέσω αυτού του κοινού άξονα, δράση που ουδεμία σχέση έχει με διαγωνισμούς και αμειβόμενες προωθητικές ενέργειες

Το περιοδικό ΣημειΩματάριο έχει θέσει ως όρο για τη συμμετοχή στον Λογοτεχνικό Μαραθώνιο τη σύμπλευση των κειμένων με τους κανόνες περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς και την άρτια επιμέλειά τους. Ως εκ τούτου, δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενο και την εμφάνιση των κειμένων που θα δημοσιευτούν, αν και θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για την ταύτισή τους με τους όρους του περιοδικού.

Πηγή βιογραφικού: Κέδρος

Πηγή φωτογραφίας: Παλαμάρα Δοξούλα

Επιμέλεια παρουσίασης: Άννα Ρω

Μην χάνετε καμία ενημέρωση, εγγραφείτε στα ενημερωτικά μας email!

Αφήστε ένα σχόλιο