Χριστίνα Κανδιανοπούλου: “Τεστ κοπώσεως”
Διήγημα για τον Λογοτεχνικό Μαραθώνιο: «Το τείχος της ευτυχίας»
Σωληνάκια και μηχανήματα. Την Παναγία τους μέσα! Περνάνε τα γιατρουδάκια και του κουνάνε το δάκτυλο.
“Ναι ρε! και κάπνισα κι έφαγα και ξενύχτησα! Θα μου βάλετε πρόστιμο;”
Ούτε να κοιμηθεί δεν τον αφήνουν. Τον ποτίζουν με ό,τι αηδία φτιάχνουν στα εργαστήρια και μετά τον σκουντάνε να πάει για ακτινογραφία, αξονική, κωλοτούμπες! Τεστ κοπώσεως, λέει… Πού;
Μέσα στη γυάλα; Αυτός το τεστ κοπώσεως τόσα χρόνια το έβγαζε στη ζωή. Ξυπνούσε κάθε τρεις μέρες σε διαφορετική χώρα στα νιάτα του. Όταν όλοι έκλαιγαν πάνω από ρημάδια, ο Δαμιανός έψαχνε κεφάλαια και ξεκινούσε απ’ την αρχή. Κόσμος και κοσμάκης έβρισκε δουλειά σ’ αυτόν.
Άργησε να παντρευτεί. Δεν ήταν ότι δεν περνούσε η μπογιά του αλλά ο ίδιος, είχε βάλει στόχο να κάνει γάμο τρανταχτό. Ν’ ακουστεί και να εδραιωθεί στον επιχειρηματικό κόσμο. Όταν έφτασε στον Βόλο, πέρασε πρώτα δυο μέρες με τον πατέρα της Λέτας να τον συστήνει ως μέλλοντα
γαμπρό του και να βάζει υπογραφές σε κοντράτα και μετά γνώρισε τη νύφη. Ωραία γυναίκα η νύφη. Δεν του το ‘χαν πει. Ήταν η προίκα, το οικοτροφείο και το όνομα της οικογένειας που λογάριασε πριν τ’ αποφασίσει. Ύστερα, όταν είδε τα μάτια της που διψούσαν να γνωρίσουν τον κόσμο, όταν άκουσε το γάργαρο γέλιο της, πήραν τα μυαλά του αέρα. Μ’ αυτή τη γυναίκα δίπλα του θα έκανε πάταγο!
“Λοιπόν γιατρέ, τι λένε οι εξετάσεις;”
Η Λέτα ήταν κοκέτα, χαδιάρα, χαρά Θεού στα γλέντια και τα ταξίδια. Ωστόσο όταν εκείνος δούλευε, εκείνη κανόνιζε το πρόγραμμά της αγνοώντας τον. Ύστερα απέκτησαν τις κόρες τους κι εκείνος της πήρε νταντά ώστε να είναι ελεύθερη και να τον συνοδεύει ανεμπόδιστα. Δεν έκανε διαφορά. Ο Δαμιανός όπου κι αν πήγαινε, έκλεινε δουλειές. Πλεύριζε μεγαλοεπιχειρηματίες και τραπεζίτες. Μιλούσε για ρήτρες κι επιτόκια. Εκείνη βαριόταν. Έμαθε το χαρτί για να μην πλήττει. Οι φιλενάδες της είχαν τα ίδια προβλήματα και παρόμοιες λύσεις: ένα καρέ, κανένα φλερτάκι που και που για να τονώνεται η αυτοπεποίθησή τους και να προκαλούν το ενδιαφέρον των συζύγων. Τα καλοκαίρια νοίκιαζαν σπίτι στην Ελλάδα ή το εξωτερικό. Προσκαλούσαν και φίλους, κυρίως συνεργάτες του Δαμιανού. Εκείνος πηγαινοερχόταν. Για τα παιδιά, τα καλοκαίρια ήταν ονειρεμένα. Για τη γυναίκα του, όλα ήταν υπό αίρεση. Κέρδιζε στο χαρτί; Ο άντρας της πήγαινε συχνά; Υπήρχε κανένας θαυμαστής να την πολιορκεί; Ήξεραν κι οι δυο να κρατούν τη σχέση τους ζωντανή. Ο Δαμιανός πληρώνοντας τα χρέη της στο τζόγο, εκείνη κάνοντάς του όλα τα χατίρια. Με τις κόρες του δεν είχε ιδιαίτερη επικοινωνία. Τους εξασφάλιζε τα πάντα, χαιρόταν να τις ακούει να του διηγούνται τις προόδους και τα επιτεύγματά τους αλλά δεν συμμετείχε σε τίποτα απ’ αυτά. Έδιναν παραστάσεις στο μπαλέτο. Δεν προλάβαινε να πάει να τις δει. Η Σύλβια έπαιζε σε θεατρικές παραστάσεις του σχολείου. Δεν πάτησε το πόδι του ποτέ. Η Μαίρη τραγουδούσε κι έπαιζε πιάνο. Την άκουγε να μελετάει μα, δεν θυμόταν να της είχε ζητήσει να παίξει ένα κομμάτι για χάρη του.
“Με κανένα χαπάκι δεν λύνεται το πρόβλημα γιατρέ;”
Ήταν το καλοκαίρι στο Πόρτο Φίνο που άλλαξε τη ζωή όλων δια παντός. Ο Δαμιανός είχε αρχίσει κάτι αλισβερίσια στην Ιταλία και βόλεψε να ξεκαλοκαιριάσουν εκεί. Παρά τις αρχικές υποσχέσεις του δεν κατάφερε να πάει ούτε μία φορά στο εξοχικό. Μάλλον πήγε, όταν έπρεπε να παραλάβει τη Σύλβια για να την συνοδέψει στην Ελλάδα. Μέσα σ’ εκείνο το πανάκριβο ξύλινο κουτί… Με τι κουράγιο είχε κάνει εκείνο το ταξίδι; Πώς άντεξε να δει το παιδί του νεκρό; Πού βρήκε τη δύναμη ν’ αντικρίσει τα μάτια της Λέτας; Τι είχε πει στη Μαίρη; Πώς μπόρεσαν να συνεχίσουν τη ζωή τους μετά; Δεν τους είχαν εξηγήσει τότε τι απ’ όλα έφταιξε περισσότερο. Ήταν δύσβατο το σημείο του ατυχήματος. Σοβαρός ο τραυματισμός. Άργησαν να την φροντίσουν. Το παιδί χάθηκε.
“Κατάλαβες γιατρέ; Χάθηκε”.
Πολλές βραδιές πετάχτηκε στον ύπνο του επειδή έβλεπε και ξανάβλεπε τη σκηνή στο αεροδρόμιο. Εκείνος κι η κόρη του θα ταξίδευαν για πρώτη φορά μαζί. Αλλά όχι καθισμένοι δίπλα δίπλα. Άρχισε ν’ αποφεύγει τον ύπνο. Δούλευε ακόμα περισσότερο. Η Λέτα τζόγαρε ξέφρενα. Έχανε
δυσθεώρητα ποσά. Ποια καρέ; Στο καζίνο της Πάρνηθας πήγαινε. Η Μαίρη μελετούσε πιάνο ή ξημεροβραδιαζόταν στις φίλες της. Δεν άντεχε τη σιωπή στο σπίτι. Η νταντά του Πόρτο Φίνο παραιτήθηκε. Πήραν μια καινούρια κοπέλα, όχι νταντά, οικονόμο. Ναι, αυτό. Αφού για το παιδί έπρεπε να μπαίνει κατσαρόλα, για το παιδί έπρεπε να είναι το σπίτι τακτοποιημένο, για το παιδί γινόταν ό,τι τέλος πάντων γινόταν. Εκείνος κι η Λέτα απομακρύνθηκαν. Τρία χρόνια πέρασαν σαν ξένοι. Κι ένα βράδυ ο Δαμιανός ήπιε μια λίμνη ουίσκι και πήγε κλαίγοντας στο κρεβάτι τους. Στην
αρχή τον έδιωξε, μετά έβαλε κι εκείνη τα κλάματα, κατέληξαν να χτυπιούνται και να δαγκώνονται πάνω στο στρώμα. Άρχισε να του γίνεται συνήθειο να μεθάει και να την αποζητά. Το ίδιο έκανε κι εκείνη όταν δεν χαρτόπαιζε. Ώσπου η κόρη τους έφυγε για σπουδές κι η οικονόμος παραιτήθηκε.
“Και κανένα ηρεμιστικό δώσε γιατρέ!”
Έξι χρόνια τον παρακολουθούσαν οι γιατροί. Δεν τους άκουγε. Είχε πάει και στο εξωτερικό, τα ίδια του είπαν, σε άλλη γλώσσα. Κι ένα ωραίο πρωί, σωριασμένος στο κρύο μάρμαρο, ίσα που είχε φωνή μέσα του για να φωνάξει τη Λέτα. Στα εξήντα δύο της, πρώτη φορά της ζητούσε κάποιος βοήθεια. Πραγματική βοήθεια. Κάλεσε το ασθενοφόρο. Ώσπου να βγει από την εντατική ήρθε κι ο γαμπρός του απ’ την Αμερική. Με το που άνοιξε τα μάτια του ο Δαμιανός, αυτόν είδε να κάθεται δίπλα του σε μια πολυθρόνα και να διαβάζει. Πέντε μέρες έτρωγε τον ψηλολέλεκα στη μάπα και τον άκουγε να ρωτάει με σπαστά ελληνικά πώς πάει ο πατέρας! Αυτόν που, έγινε η αιτία να εγκατασταθεί η Μαίρη στη Βοστώνη και να’ναι τα εγγόνια του στην άλλη άκρη της γης… Είχε να τους δει ένα χρόνο.
“Γιατρέ, ό,τι μου πεις θα κάνω”.
Λίγα λόγια για την Χριστίνα Κανδιανοπούλου:
Η Χριστίνα Κανδιανοπούλου ζει κι εργάζεται στην Αθήνα. Τα μυθιστορήματά της “Όσα δεν είπαμε” και “Ο ίσκιος της πηγής” κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Λιβάνη. Το 2023 διακρίθηκε στον 41ο Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών η νουβέλα της “Γάμος Φαρμάκι”.
Λίγα λόγια από το ΣημειΩματάριο:
Ο Λογοτεχνικός Μαραθώνιος διοργανώθηκε από το περιοδικό ΣημειΩματάριο με γνώμονα τη διάδοση της λογοτεχνίας και την επίτευξη αλληλεπίδρασης μέσω αυτού του κοινού άξονα, δράση που ουδεμία σχέση έχει με διαγωνισμούς και αμειβόμενες προωθητικές ενέργειες
Το περιοδικό ΣημειΩματάριο έχει θέσει ως όρο για τη συμμετοχή στον Λογοτεχνικό Μαραθώνιο τη σύμπλευση των κειμένων με τους κανόνες περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς και την άρτια επιμέλειά τους. Ως εκ τούτου, δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενο και την εμφάνιση των κειμένων που θα δημοσιευτούν, αν και θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για την ταύτισή τους με τους όρους του περιοδικού.
Πηγή φωτογραφίας & βιογραφικού: Χριστίνα Κανδιανοπούλου
Επιμέλεια παρουσίασης: Άννα Ρω
