ΓΕΩΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ ΜΑΡΙΝΟΣ
  • Post author:
  • Reading time:9 ' Ανάγν.

Μαρίνος Ι. Γεωργιόπουλος: “Ένας Ευτυχισμένος Άνθρωπος”
Διήγημα για τον Λογοτεχνικό Μαραθώνιο: «Το τείχος της ευτυχίας»

Η βάρκα ανέβαινε με πείσμα μέχρι το ψηλότερο σημείο του κύματος και έπειτα έπεφτε, σαν να βρισκόταν σε ελεύθερη πτώση. Τα ελάχιστα δευτερόλεπτα που μεσολαβούσαν, κάθε φορά, μέχρι την πρόσκρουση με τα σκοτεινά, μαύρα νερά του βόρειου Αιγαίου, γεννούσαν έναν παγωμένο τρόμο στα σωθικά του, που ξεκινούσε από το στομάχι και άπλωνε τα αγκάθια του σε όλο του το σώμα. Η πρόσκρουση με το νερό ήταν τόσο βίαιη, που θα ορκιζόταν ότι η θάλασσα ήταν φτιαγμένη από τσιμέντο.
Ο Σαγίντ κρατιόταν σφιχτά από μια μεταλλική χειρολαβή στο πλάι της βάρκας, που μάλλον χρησίμευε για να δένει το πλοιάριο και σίγουρα όχι για να αποτελεί τη μοναδική του προστασία, από την καταιγίδα που μαίνονταν εδώ και ώρα. Ο καιρός ήταν άσχημος από την αρχή. Δεν έπρεπε να βρίσκονται στα ανοιχτά. Πόσο μάλλον τη νύχτα. Πόσο μάλλον, που βρίσκονταν στριμωγμένοι τριάντα άνθρωποι, σε μία βάρκα που χώραγε δώδεκα. Όμως δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Προτιμότερη η νύχτα από την ακτοφυλακή. Προτιμότερη λίγη φουρτούνα, από τη νηνεμία.
Μάλιστα, στην αρχή είχαν χαρεί όταν τα κύματα άρχισαν να φουσκώνουν. Θεώρησαν ότι η τύχη ήταν με το μέρος τους. Ότι θα καταφέρουν να φτάσουν στη Λέσβο απαρατήρητοι. Ο καιρός όμως άλλαξε απότομα. Ένα πέρασμα που θα έπρεπε να έχει κρατήσει μιάμιση, το πολύ δύο ώρες, τους είχε πάρει το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας. Η θάλασσα αγρίεψε, σαν να ήταν κάτι ζωντανό. Για κάθε μέτρο που φαινόταν να πηγαίνουν μπροστά, τα κύματα τους γύριζαν δύο πίσω. Ο καπετάνιος του πλοιάριου και οι άντρες του, που πιο πολύ έμοιαζαν να βρίσκονται εκεί για να ελέγχουν τους επιβάτες και λιγότερο επειδή είχαν ιδέα από βάρκες, είχαν πάψει εδώ και ώρα να ασχολούνται μαζί τους. Τα σκληρά βλέμματά τους ήταν στραμμένα προς το νερό, με μια οργή που θα μπορούσε, σε έναν άλλο κόσμο, σε μια άλλη ζωή, να φαίνεται και αστεία.
Κοιτάνε θυμωμένα τι; Αναλογίστηκε ο Σαγίντ. Τη θάλασσα; Τον αέρα; Τα στοιχεία της φύσης, που τολμούσαν να τους εναντιωθούν; Να τους χαλάσουν τη δουλειά; Άνθρωποι σκληροί, που είχαν μάθει να διατάζουν και να φοβερίζουν. Άνθρωποι επικίνδυνοι. Άνθρωποι που είχαν πληρωθεί αδρά για να τους περάσουν απέναντι. Άνθρωποι που δεν είχαν μάθει να νιώθουν ανίσχυροι, όπως ένιωθαν εκείνη τη στιγμή. Ο Σαγίντ από την άλλη, το είχε συνηθίσει. Είχε μεγάλη εμπειρία και πολλές ευκαιρίες στη ζωή του, για να εξοικειωθεί με αυτή την αίσθηση. Να είναι έρμαιο. Να ζει με τον φόβο. Μάλλον για αυτό διαχειριζόταν την κατάσταση καλύτερα. Πιο στωικά.
Άλλη μια λάμψη, κάπου στο βάθος του ορίζοντα φώτισε στιγμιαία τα πυκνά σύννεφα. Ο Σαγίντ άρχισε να μετράει από μέσα του. Ένα… Δύο… Τρία… Πόσο μακριά είχε πέσει αυτή τη φορά ο κεραυνός; Η βροντή που ακολούθησε είχε κάτι το απόκοσμο. Πιο κοντά αυτή τη φορά… Μια τέτοια καταιγίδα, θα έκανε τα παράθυρα του σπιτιού σου να τρίζουν, αν ήσουν αρκετά τυχερός, ώστε να βρίσκεσαι μέσα σε σπίτι. Αν ήσουν τόσο τυχερός, ώστε να έχεις σπίτι. Εδώ όμως, καταμεσής της θάλασσας, ήσουν γυμνός. Αβοήθητος σαν νήπιο. Εδώ η βροντή ξεκίνησε σαν υπόκωφο βουητό. Σαν ανεπαίσθητο τρέμουλο. Και σε μία στιγμή γέμισε τα πάντα. Πρώτα άρχισε να δονείται η βάρκα. Ύστερα το σώμα σου. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο, ο ίδιος ο αέρας γύρω σου. Το βουητό έγινε βρυχηθμός, που έμοιαζε να έρχεται ταυτόχρονα από όλες τις πλευρές. Να σε πιέζει από παντού γύρω σου και ταυτόχρονα να βγαίνει από μέσα σου. Ένας βρυχηθμός που δοκίμαζε τα όρια της λογικής σου και πλημμύριζε την ατμόσφαιρα με ηλεκτρισμό. Αν ο Θεός είχε φωνή, αυτή θα ήταν η φωνή του.
Ένα νέο κύμα, σχεδόν διπλάσιο σε μέγεθος από το προηγούμενο έσκασε με παφλασμό στο πλάι της βάρκας και λίγο έλειψε να τους αναποδογυρίσει. Ένα κοριτσάκι δίπλα του, δεν θα ήταν πάνω από εφτά χρονών, άρχισε να κλαίει. Ο πατέρας του, δίπλα της, προσπαθούσε μάταια να την καλύψει και να κρατηθεί στη θέση του. Ο Σαγίντ είδε τα χείλη του να κινούνται και κατάλαβε ότι προσευχόταν. Δεν μπορούσε να τον ακούσει, μέσα σε αυτόν τον χαλασμό, παρόλο που βρισκόταν λιγότερο από μισό μέτρο κοντά του, αλλά ήταν σίγουρος ότι προσευχόταν. Αλλά σε ποιο Θεό; Ποιος Θεός στεκόταν απόψε απέναντι τους; Ο Θεός ο στοργικός; Ή ο οργισμένος; Ο τιμωρός; Και ο τιμωρός τι τιμωρούσε πια; Πόσες ενοχές; Και πόσες λάθος αποφάσεις; Κοίταξε ξανά το κοριτσάκι με ένα ανάμικτο βλέμμα ζήλιας και ανακούφισης. Σαφίγια…
Το δικό του κοριτσάκι είχε μείνει πίσω μαζί με τη γυναίκα του. Δεν ‘φτάναν τα λεφτά να κάνουν το ταξίδι. Ζήλευε τον άνθρωπο δίπλα του, γιατί είχε μαζί του το παιδί του. Από την άλλη όμως, αν πέθαιναν απόψε, θα είχε πράξει σωστά; Τι ήταν προτιμότερο; Να πεθάνεις από πνιγμό ή από σφαίρα; Και ποια επιλογή κουβάλαγε τις περισσότερες ενοχές; Ποιες ενοχές θα συγχωρούσε ή θα τιμωρούσε ο Θεός; Δεν είχαν περάσει παρά μόνο λίγα χρόνια – μια ζωή ολόκληρη του φαινόταν – που έθετε τέτοια ερωτήματα στους φοιτητές του. Από τα έδρανα του Πανεπιστημίου της Δαμασκού. Αλλά δεν μπορούσε πραγματικά να αγγίξει την ουσία αυτών των ερωτήσεων. Καθηγητής φιλοσοφίας και θεολογίας. Ξέσπασε ο πόλεμος και μέσα σε λίγους μήνες έμαθε για τον εαυτό του όσα δεν είχε μάθει μια ζωή. Να μην τα μάθαινε ποτέ! Η βάρκα τραμπαλιζόταν βίαια και το μυαλό του έκανε κύκλους. Ήταν απίστευτο τι τρύπωνε στη σκέψη του, σε στιγμές σαν και ετούτη. Δεν πρόλαβε να καταλάβει τι συνέβη. Πρώτα ακούστηκε το κρακ και ύστερα βρέθηκε στον αέρα. Ώσπου τα μάτια του να βλεφαρίσουν. Η βάρκα χτύπησε σε ξέρα και έμεινε καρφωμένη εκεί. Το νερό τον τύλιξε με πάγο και σκοτάδι.
Μέσα σε μια στιγμή. Αυτό ήταν λοιπόν; Τριάντα άνθρωποι στη θάλασσα. Με την άκρη του ματιού του έβλεπε χέρια να κουνιούνται μανιασμένα. Κεφάλια να προσπαθούν να κρατηθούν πάνω από το νερό. Άκουγε ουρλιαχτά και άκουγε τον παφλασμό των κυμάτων πάνω στα βράχια. Τα βράχια! Είχαν φτάσει κοντά στη στεριά τελικά, αλλά δεν ήταν σωτηρία. Ήτανε καταδίκη. Η βάρκα διαλύθηκε στα βράχια και τώρα ήτανε ολότελα αβοήθητοι. Τα κύματα τους πήγαιναν όπου εκείνα ήθελαν. Τους βύθιζαν και τους ανέβαζαν και τους παρέσυραν. Ένα σώμα πέρασε με ταχύτητα λίγα μέτρα δίπλα του και τσακίστηκε στα βράχια μπροστά. Πρόλαβε να δει. Πρέπει να ήταν ο καπετάνιος. Δεν μπορεί να τελειώσει έτσι!
Βάλθηκε να κολυμπάει με όλη του τη δύναμη. Τα ρούχα του είχαν βαρύνει και τον τραβούσαν προς τα κάτω, αλλά κολυμπούσε. Τα γυαλιά του είχαν φύγει από το πρόσωπο του και έβλεπε θολά, αλλά κολυμπούσε. Όσο μπορούσε πιο μακριά από τα βράχια. Το στήθος του καιγόταν από την προσπάθεια. Άνοιγε το στόμα του για αέρα και έπινε νερό, αλλά κολυμπούσε. Δεν μπορούσε να τις αφήσει μόνες τους. Δεν του επιτρεπόταν να πεθάνει. Έβλεπε τους ανθρώπους να πεθαίνουν γύρω του και όμως κολυμπούσε. Δεν είχε απομακρυνθεί μέτρο από τα βράχια. Κάπου μακριά, πολύ μακριά από το πεδίο όρασης του, πολύ μακριά από τα τρία μέτρα νερού γύρω του, που είχαν γίνει ο κόσμος του, φως τρύπωσε ανάμεσα στα σύννεφα. Ξημέρωνε και εκείνος κολυμπούσε. Κάτι τον χτύπησε στο κεφάλι. Κομμάτι από τη βάρκα; Πάλεψε να μην χάσει τις αισθήσεις του. Βράχος; Δεν υπήρχε χρόνος. Δεν υπήρχε άλλος χρόνος. Σαφίγια! Τον τύλιξε σκοτάδι.

. . .

Ο ήλιος χάιδευε το πρόσωπό του. Το νερό ανέβαινε νωχελικά μέχρι την αμμουδιά, έβρεχε τα πόδια του και αποσύρονταν. Σειρήνες ακούγονταν στο βάθος. Άνοιξε με κόπο τα μάτια του. Είδε και άλλα σώματα στην παραλία. Κάποια κινούνταν. Κάποια όχι. Δεξιά και αριστερά της παραλίας στέκονταν τα βράχια. Όχι πια απειλητικά και κοφτερά. Όμορφα σαν καρτ ποστάλ, με ήρεμη θάλασσα ανάμεσα τους και μια αμμουδιά στην άκρη της. Ήταν ζωντανός! Από καθαρή τύχη ήταν ζωντανός.
Ο ήχος από τις σειρήνες ερχόταν πιο κοντά. Η ακτοφυλακή. Δεν την φοβόταν τώρα πια. Ήταν ζωντανός. Δοκίμασε να σηκωθεί και τρέκλισε προς τα πίσω. Πονούσε. Το σώμα του, το ένοιωθε μελανιασμένο παντού. Τα χείλη του έτσουζαν. Έστριψε με κόπο στο πλάι και άρχισε να γελάει. Εκείνος ήξερε πως γέλαγε. Αυτό που έβγαινε από μέσα του ακουγόταν σαν βήχας. Γελούσε, όπως είχε χρόνια να γελάσει. Θεός στοργικός; Ήταν ζωντανός. Θεός τιμωρός; Ήταν τσακισμένος. Θεός που μας αξίζει… τρελός Θεός. Ένιωθε αγαλλίαση. Ένιωθε ευγνωμοσύνη. Ήταν ζωντανός. Οι σειρήνες τον είχαν σχεδόν φτάσει.
Τώρα… το μόνο που απομένει είναι να φτιάξω μία ζωή εδώ… και να βρω έναν τρόπο να τις φέρω κοντά μου… Ήταν ευτυχισμένος! Για λίγα δευτερόλεπτα. Αν μείνουν ζωντανές. Η νέα ετούτη σκέψη ήρθε και σκέπασε σαν καταιγίδα, την φαινομενική λιακάδα της ψυχής του. Υπήρχε πόλεμος στη Δαμασκό. Και εκείνος; Πόσο χρόνο είχε; Θα ήταν άραγε αρκετός; Οι διασώστες βρίσκονταν πλέον δίπλα του. Του μιλούσαν και εκείνος δεν αντιδρούσε. Πόσο χρόνο έχω; Προσπάθησαν να τον μετακινήσουν, μα εκείνος είχε κολλήσει το βλέμμα του στη θάλασσα και δεν έλεγε να κουνηθεί. Πόσο χρόνο έχω; Στιβαρά χέρια τον ανασήκωσαν. Ένας φακός έριξε το εκτυφλωτικό του φως στην ίριδα του ενός ματιού. Το άλλο κοιτούσε ακόμα, επίμονα τη θάλασσα. Τη θάλασσα, που τώρα ήταν ήρεμη και πριν φουρτουνιασμένη. Πόσο χρόνο έχω; Και ήταν τόσο ευτυχισμένος, που η θάλασσα ηρέμησε! Αλλά χωρίς τη γυναίκα του… Χωρίς τη Σαφίγια… Μήπως η φουρτούνα ήτανε προτιμότερη; Πόσο χρόνο έχω;


Λίγα λόγια για τον Μαρίνο Γεωργιόπουλο

Ο Μαρίνος Ι. Γεωργιόπουλος είναι πτυχιούχος του τμήματος “Μάρκετινγκ και Επικοινωνία” του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια λογοτεχνικής γραφής, έχει ασχοληθεί με το θέατρο και την υποκριτική και είναι μέλος μουσικού συγκροτήματος. Του αρέσει να χάνεται μέσα στις ιστορίες και να δημιουργεί δικές του. Έχει εκδώσει δύο διηγήματα σε ανθολογίες αστυνομικών ιστοριών, το διήγημα “Δεσμοί Αίματος” στη συλλογή «9 Εγκλήματα Αναζητούν Δολοφόνο» και το διήγημα “Χαίρε Καίσαρ” στη συλλογή «Συνταγές Για Δολοφόνους». Επίσης συμμετέχει στην συλλογή παραμυθιών «Παραμυθολυμπιάδα» με το παραμύθι «Ο Αντώνιος και ο Μαραθώνιος». Το κτήνος του Λονδίνου είναι το πρώτο του μυθιστόρημα.

Λίγα λόγια από το ΣημειΩματάριο:

Ο Λογοτεχνικός Μαραθώνιος διοργανώθηκε από το περιοδικό ΣημειΩματάριο με γνώμονα τη διάδοση της λογοτεχνίας και την επίτευξη αλληλεπίδρασης μέσω αυτού του κοινού άξονα, δράση που ουδεμία σχέση έχει με διαγωνισμούς και αμειβόμενες προωθητικές ενέργειες

Το περιοδικό ΣημειΩματάριο έχει θέσει ως όρο για τη συμμετοχή στον Λογοτεχνικό Μαραθώνιο τη σύμπλευση των κειμένων με τους κανόνες περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς και την άρτια επιμέλειά τους. Ως εκ τούτου, δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενο και την εμφάνιση των κειμένων που θα δημοσιευτούν, αν και θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για την ταύτισή τους με τους όρους του περιοδικού.

Πηγή φωτογραφίας – βιογραφικού: Μαρίνος Ι. Γεωργιόπουλος

Επιμέλεια παρουσίασης: Άννα Ρω

Μην χάνετε καμία ενημέρωση, εγγραφείτε στα ενημερωτικά μας email!

Αφήστε ένα σχόλιο