Βαγγέλης Γονιδάκης: Δεσποινίς Ευτυχία
Διήγημα για τον Λογοτεχνικό Μαραθώνιο: «Το τείχος της ευτυχίας»
Μια νυχτοπεταλούδα που πετάει στο φως της ημέρας παρακολουθεί με το βλέμμα του ο Νίκος, παρ’ όλο που τα μάτια του έχουν χαθεί μέσα στις κόχες και τα τσίνορα έχουν σχεδόν κολλήσει μεταξύ τους σχηματίζοντας λεπτές σχισμές. Γεννημένος το 2010, πιάνει ελάχιστο χώρο στο κρεβάτι του ξενώνα του Ογκολογικού Τμήματος του Νοσοκομείου Παίδων. Κάθε ημέρα που περνάει, πιάνει και λιγότερο χώρο.
Καθώς την παρακολουθεί να πετά, ξυπνάει μέσα του εκείνο το αίσθημα ελευθερίας που συνοδεύει τις ηλιόλουστες ανοιξιάτικες ημέρες. Σκέφτεται πως κακώς η μητέρα του και οι ψυχολόγοι του ξενώνα την ονομάζουν νυχτοπεταλούδα αφού πετάει στο φως της ημέρας. Δεν έχει σχέση με αυτές τις θλιβερές γκριζόμαυρες νυχτοπεταλούδες που κοιμούνται την ημέρα στις πτυχές της κουρτίνας και το βράδυ γυροφέρνουν το φως πάνω από το προσκέφαλό του. Αυτό το πλάσμα με τα μπεζ στενά φτερά, φαίνεται να είναι ικανοποιημένο από τη ζωή του. Την έχει ονομάσει Ευτυχία. Δεσποινίς Ευτυχία.
Είναι ένα ευχάριστο πρωινό στα μέσα του Μάρτη, μ’ ένα αεράκι πιο ζεστό από τους μήνες του χειμώνα. Τα πουλιά του απέναντι άλσους, γλεντούν σε ένα χαρούμενο ξεφάντωμα πετώντας γύρω από τις κορυφές των δέντρων και είναι σαν να ρίχνει κάποιος από τον ουρανό ένα κεντημένο πέπλο που κατεβαίνει μέχρι τα δέντρα, ώσπου το κάθε φύλλο να γίνει κόμπος. Κι ύστερα εντελώς ξαφνικά, το πέπλο τινάζεται στον αέρα χαλώντας τον κόσμο από τα κελαϊδίσματα και κατεβαίνει ξανά λίγο πιο πέρα. Η ίδια ενέργεια που εμπνέει τα πουλιά, ωθεί και την Ευτυχία να φτερουγίζει απ’ άκρη σ’ άκρη στο παράθυρο του δωματίου.
Μια γιατρίνα και δυο νοσηλεύτριες μπαίνουν στο δωμάτιο. Τον τυλίγουν με επιδέσμους ως το κεφάλι και τοποθετούν στο στόμα του έναν σπιράλ πλαστικό σωλήνα. Ο Νίκος λιώνει, όμως κόντρα σε όλες τις ιατρικές προβλέψεις και τα πρωτόκολλα, δεν πεθαίνει. «Εάν οι τιμές πέσουν κάτω από το προβλεπόμενο όριο, θα πρέπει να τον αποσυνδέσουμε», λένε οι γιατροί στη μητέρα του. Εδώ και έξι ημέρες τρέφεται με ορό. Εδώ και έξι ημέρες παρακολουθεί τη νυχτοπεταλούδα.
Είναι αδύνατο να μην την κοιτάζει. Την ζηλεύει. Μοιραία, δοκιμάζει ένα παράξενο αίσθημα οίκτου για τον εαυτό του. Τούτο εδώ το πρωινό οι δυνατότητες να χαρεί είναι ανύπαρκτες. Εκείνη όμως πετάει ελεύθερη. Τι σημασία έχει που είναι απλώς μια νυχτοπεταλούδα και μάλιστα ημέρας. Η ζωή γι’ αυτόν μοιάζει πολύ σκληρή, άδικη. Γι’ αυτήν, φαντάζει μια μοναδική ευκαιρία που πρέπει να την εκμεταλλευτεί.
Την βλέπει να πετά ζωηρά προς τη μια γωνία του παραθύρου. Σταματάει για μια στιγμή και κατόπιν πηγαίνει σε μια άλλη. Το αλουμινένιο παράθυρο είναι στην ανάκληση, αυτή όμως δείχνει να μην το αντιλαμβάνεται. Ο Νίκος δαγκώνει το σπιράλ. Θυμώνει μαζί της. Περιμένει να την δει να ξεφεύγει, όμως δεν συμβαίνει τίποτα. Καθώς την παρατηρεί, του φαίνεται πως πίσω της αφήνει μια λεπτή μεταξωτή κλωστή. Μια γραμμή γεμάτη φως. Μια ακτίνα συμπαντικού φωτός που έχει εισχωρήσει στο λιλιπούτειο σώμα και το ωθεί συνεχώς. Κάθε φορά που διασχίζει το παράθυρο, αφήνει πίσω της μια γραμμή ζωής.
Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θα έδιναν σημασία σ’ αυτό το ελάχιστο πλάσμα. Για τον Νίκο όμως, αυτό το ασήμαντο έντομο είναι η προσωποποίηση της ζωής. Είναι σαν να έχει πάρει κάποια υπέρτατη δύναμη μια σταγόνα ζωής κι αφού την στόλισε με φτερά, κεφαλάκι και ποδαράκια, την έβαλε να πετάει και να χορεύει με περίεργους ελιγμούς προς το φως, για να μας δείξει την αληθινή φύση της ζωής.
Θυμώνει μαζί της γιατί σπαταλάει την ευκαιρία της. Θέλει να την δει να διαψεύδει τις προβλέψεις, να φλερτάρει με τον θάνατο και να τον ξεγελάει, να πετάει προς το φως της ημέρας. Ο Νίκος πεισμώνει που η Ευτυχία δεν ξεφεύγει. Λιώνει περιμένοντας. Έξω από αυτό το παράθυρο είναι η ζωή. Μέσα ο θάνατος. Τον έχει απασχολήσει πολλές φορές. Τον έχει κουράσει ο χρόνος, ο κόσμος. Το ότι δεν έχει ζήσει την ζωή που ήθελε να έχει από την πρώτη μέρα που γεννήθηκε. Η ματαίωση των παιδικών ονείρων. Αν είχε έρθει στον κόσμο με την μορφή της νυχτοπεταλούδας, μπορεί να ζούσε μόνο για μερικές ημέρες, αλλά τουλάχιστον θα ήταν ελεύθερος.
Οι σκέψεις του πετάνε συνεχώς ανάμεσα σε αυτό που έχει και στο τι θα μπορούσε να έχει. Κοιτάζει την νυχτοπεταλούδα. Ας ανοίξει κάποιος το παράθυρο διάπλατα. Δεν θα κρυώνει. Δεν θα φοβάται τον ανοιξιάτικο αέρα. Με κλειστό το παράθυρο κινδυνεύουν περισσότερο και οι δύο. Θέλει να ουρλιάξει να τον ακούσουν σε όλα τα δωμάτια. Ας έρθει επιτέλους κάποιος να ανοίξει. Δεν μπορεί να μιλήσει, αλλά με τα μάτια είναι βέβαιος πως θα τον κάνει να καταλάβει. Δεν θέλει χάδια στο μέτωπο. Δεν θέλει να του κρατούν το χέρι και να του ψιθυρίζουν, «αγόρι μου». Καμιά παιδική φωνή δεν ακούγεται σε όλο το νοσοκομείο παρά μόνο ψίθυροι. Και αυτός φόβος των μεγάλων να είναι διάχυτος παντού. Δεν θέλει άλλους ψίθυρους. Όχι άλλη σιωπή.
Η Ευτυχία κουρασμένη από τα συνεχόμενα πήγαινε έλα πάνω στο τζάμι στέκεται για λίγο στον αλουμινένιο παραστάτη. Για μια στιγμή φτερουγίζει αλλά δεν πετάει. Ύστερα πάλι το ίδιο. Στην έκτη προσπάθεια μετακινείται για μερικά εκατοστά και πέφτει ανάσκελα στο κάτω πρεβάζι του παραθύρου. Τρεμουλιάζει απελπισμένη τα πόδια της. Μόνο αυτό κάνει. Μακάρι να μπορούσε να την βοηθήσει. Σαν ένας άλλος υπερήρωας να στείλει μια ακτίνα με το βλέμμα του και να την εκτινάξει μέχρι το άνοιγμα της ανάκλησης.
Κοντεύει μεσημέρι. Σε λίγο θα έρθει η μητέρα του. Θα κάτσει δίπλα του μέχρι αργά το βράδυ. Η νυχτοπεταλούδα αναταράζει τα πόδια της δυνατά. Προσπαθεί να παλέψει κάποιον αόρατο εχθρό. Ο Νίκος καταλαβαίνει πως την έχει άσχημα. Ο θάνατος τον έχει απασχολήσει πολλές φορές. Αυτός φυσικά είναι με τη ζωή, αλλά ξέρει πως κανείς δεν μπορεί να του ξεφύγει. Η Ευτυχία κουνάει με μανία τα φτερά της. Αυτή η μάταιη κίνηση αντίστασης φέρνει τελικά αποτέλεσμα. Κατορθώνει να γυρίσει και να σταθεί στα πόδια της. Το σώμα της ηρεμεί και μετά κοκκαλώνει. Ο αγώνας λήγει. Η ελάχιστη σταγόνα ζωής κείτεται τώρα στο πρεβάζι νεκρή μα απόλυτα αξιοπρεπής. Το κεφάλι της στραμμένο προς το μέρος του μοιάζει να τον κοιτάει.
Ο Νίκος δεν θέλει άλλο να λιώνει. Δεν θέλει να περιμένει να πέσουν οι τιμές του κάτω από το προβλεπόμενο όριο. Ο νους του δίνει εντολή. Το σώμα τρεμουλιάζει, αλλά αντιστέκεται. Πεισμώνει σοβαρά. Τα πόδια του και τα χέρια του κινούνται μανιασμένα. Με μια ξαφνική κίνηση ανακαθίζει στο κρεβάτι. Απλώνει το χέρι και τραβάει τα καλώδια που τον συνδέουν με την ζωή. Ο θάνατος δεν είναι πιο δυνατός από αυτόν.
Λίγα λόγια για τον Βαγγέλη Γονιδάκη:
Ο Βαγγέλης Γονιδάκης κατάγεται από τη Δρυοπίδα της Κύθνου. Σπούδασε στην ΑΔΣΕΝ Πλοιάρχων της Κύμης και στη Σχολή Ναυπηγών Μηχανολόγων Μηχανικών του Ε.Μ.Π. Το 1981 ξεκίνησε να εργάζεται στη ναυτιλία και συνεχίζει μέχρι σήμερα. Ταξιδευτής της ζωής, έχει επισκεφτεί πάνω από εκατό χώρες σε ολόκληρο τον κόσμο. Μαθητής παλιών λαϊκών παραμυθάδων και απόφοιτος της Σχολής Αφηγηματικής Τέχνης του Κέντρου Μελέτης και Διάδοσης Μύθων και Παραμυθιών, κουβαλάει με σεβασμό τα λαϊκά παραμύθια και τις ιστορίες που του εμπιστεύτηκαν οι άνθρωποι και τα μοιράζεται με όλους. Έχει γράψει δύο συλλογές διηγημάτων, «Μη το γελάς» (2019) και «Ο χρησμός της τρύπας» (2020), τις οποίες προλογίζει ο Βασίλης Βασιλικός. Συμμετείχε στα συλλογικά έργα «Αδέσποτα» (2019) και «Αντιθέσεις» (2019). Έργα του έχουν βραβευτεί σε διάφορους διαγωνισμούς.
Λίγα λόγια από το ΣημειΩματάριο:
Ο Λογοτεχνικός Μαραθώνιος διοργανώθηκε από το περιοδικό ΣημειΩματάριο με γνώμονα τη διάδοση της λογοτεχνίας και την επίτευξη αλληλεπίδρασης μέσω αυτού του κοινού άξονα, δράση που ουδεμία σχέση έχει με διαγωνισμούς και αμειβόμενες προωθητικές ενέργειες
Το περιοδικό ΣημειΩματάριο έχει θέσει ως όρο για τη συμμετοχή στον Λογοτεχνικό Μαραθώνιο τη σύμπλευση των κειμένων με τους κανόνες περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς και την άρτια επιμέλειά τους. Ως εκ τούτου, δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενο και την εμφάνιση των κειμένων που θα δημοσιευτούν, αν και θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για την ταύτισή τους με τους όρους του περιοδικού.
Πηγή φωτογραφίας – βιογραφικού: Βαγγέλης Γονιδάκης
Επιμέλεια παρουσίασης: Άννα Ρω
